Theophonia the divine voice
Βίοι των Αγίων

Ο βίος και τα θαύματα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού

Ο Άγιος Κοσμάς γεννήθηκε στην Αιτωλία, σπούδασε στο Άγιον Όρος, έγινε μοναχός στη Μονή Φιλοθέου και χειροτονήθηκε ιερέας. Με πατριαρχική άδεια περιόδευσε για να κηρύξει το Ευαγγέλιο, συγκεντρώνοντας πλήθη που δεν χωρούσαν στους τοπικούς ναούς.

Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο

Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα: Ο βίος και τα θαύματα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση έχει συντομευθεί για εκδοτικούς λόγους. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown iconographer, photograph by Wikivorker · CC0

Διαβάστε τον βίο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.

Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 46 παράγραφοι

Ένα απόσπασμα έχει παραλειφθεί από την ελληνική ηχογράφηση και το κείμενο για εκδοτικούς λόγους.

Ο Βίος και τα Θαύματα του Αγίου Ιερομάρτυρος και Ισαποστόλου Κοσμά του Αιτωλού. Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός κατάγεται από το Μέγα Δένδρον, ένα μικρό χωρίον της Αιτωλίας. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς και από αυτούς έλαβε την εκπαίδευσή του εις τα γράμματα εν νουθεσία Κυρίου.

Όταν έγινε 20 ετών, ήρχισε να διδάσκεται από τον ιεροδιάκονο Ανανίαν, τον καλούμενο Δερβισάνον. Την εποχή εκείνη, φήμη πολλή είχε αποκτήσει και το σχολείο του Βατοπεδίου εις το Άγιον Όρος, εις το οποίο μετέβη και συμπλήρωσε τη μάθησή του, με διδασκάλους τον Παναγιώτη Παλαμάν, τον Νικόλαον Τζαρτζούλιον, τον σοφότατον σχολάρχη Ευγένιον και άλλους.

Δια κακή του τύχη όμως, η σχολή ερημώθη. Ο Άγιος Κοσμάς μετέβη στην Ιερά Μονή του Φιλοθέου, όπου και εκάρη μοναχός. Επεδόθη μετά πάσης προθυμίας εις την άσκηση και τους βαρύτατους της μοναχικής πολιτείας και αργότερον εχειροτονήθη ιερομόναχος κατόπιν σφοδράς προτροπής και δέησης των πατέρων της Μονής. Είχε πολύν πόθον και ωφέληση και έλεγε πάντοτε ότι οι χριστιανοί έχουν μεγάλη ανάγκη από το Λόγο του Θεού.

Ο ζήλος τούτος εθέρμανε την καρδία του, αλλά από ταπείνωση και μετριοφροσύνη δεν ετόλμα να αναλάβει το μέγα και δύσκολο έργο του Αποστολικού Κηρύγματος. Αποκαλύψας τις σκέψεις του εις τους άλλους πνευματικούς πατέρας και αφού έλαβε εξ αυτών συγχώρηση, ανεχώρησε εις την Κωνσταντινούπολη για να συναντήσει τον διδάσκαλο Χρύσανθο, από τον οποίο εδιδάχθηκε ολίγην ρητορική τέχνη.

Σύμφωνοι προς το θείον του έργο, οι πάντες τον παρακινούν, μάλιστα δε ο Πατριάρχης Σεραφείμ εκ Δελβίνου τον προμήθευσεν με έγγραφο σχετική άδεια. Ήρχισε λοιπόν ο Κοσμάς να κηρύττει το Ευαγγέλιο, πρώτα εις την Κωνσταντινούπολη, κατόπιν δε μετέβη εις Ναύπακτον, Μεσολόγγι, Βραχώρι και άλλους τόπους.

Πάλιν δε επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Συμβουλευθείς και εφοδιασθείς με την ευλογία του και νέαν έγγραφον άδειαν από τον Πατριάρχη Σωφρόνιον, περιήλθε τα Δωδεκάνησα κηρύττων το Λόγο του Ευαγγελίου με περισσότερο ζήλο.

Τέλος επέστρεψεν περί το έτος 1775 εις το Άγιον Όρος, όπου όμως και εκεί περιήλθεν όλες τας μονάς και τας σκήτας, διδάσκων τους εν ασκήσει πατέρας. Η αγάπη του για την ωφέλεια των χριστιανών όμως τον έκαμε να αναχωρήσει εκ νέου.

Έφτασε κηρύττων εις τη Θεσσαλονίκη, τη Βέροια, ολόκληρη σχεδόν τη Μακεδονία, κατόπιν εις τη Χιμάρα, την Ακαρνανία, την Αιτωλία. Την Πρέβεζα, την Άρτα, από εκεί πέρασε εις τα νησιά, επισκέφθηκε τη Λευκάδα και την Κεφαληνία.

Και αν διήρχετο, έγινε το μεγάλη σύναξης των Χριστιανών, οι οποίοι με κατάνοιξη και βλάβεια ήχουαν τους γλυκείς λόγους του και είχαν μεγάλη ωφέλεια εις τας ψυχάς των. Την απλούστατη και πλήρη χάρητος διδασκαλία του ο Κύριος την εσυνόδευε με σημεία και θαύματα, όπως και παλαιότερον συνέβαιναν με το κήρυγμα των Θείων Αποστόλων.

Κατά τη διδασκαλία του Αγίου συνηθροίζετο τόσο πλήθος λαού που καμία εκκλησία δεν εχώρει. Δια το λόγο τούτον συνήθιζε να διδάσκει εις πεδιάδας. Εις τον τόπο λοιπόν όπου έμελλε να διδάξει, παρήγγελνε και κατασκεύαζαν ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό.

Ακουμπούσε ένα ξύλινο σκαμνίον, το οποίο μετά το τέλος της διδασκαλίας διέλυεν και έφερεν μαζί του. Ο Σταυρός όμως έμενε εκεί, εις παντοτινή ενθύμηση του κηρύγματός του. Στους τόπους αυτούς ο Θεός ενήργει πολλά θαύματα, όπως εκείνο του Αργοστολίου Κεφαληνίας, όπου ανέβλυσε ύδωρ θαυμάσιον και άφθονον, το οποίον φαίνεται έως και σήμερα.

Κατόπιν επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα και αναχωρήσας μετέβη στο αντίκρυ της Κέρκυρας μέρος, ονομαζόμενον Άγιοι Σαράντα. Εις τας βαρβάρους εκείνας επαρχίας εκινδύνευσε να απολεσθεί τελείως η ευλάβεια και η χριστιανική ζωή λόγω της αμάθειας.

Ο ιερός Κοσμάς έσπειρε το σπόρο του θείου λόγου και πέτυχε, εν συνεργούσης της Θείας Χάριτος, καρπούς ενδόξους. Ημέρευσε τους αγρίους, κατεπράυνε τους ληστάς, έκαμεν τους ανελεήμονας εύσπλαχνους, μετέφερεν εις τους ασεβείς την ευσέβειαν, εμόρφωσε τους αμαθείς, ενουθέτησε τους αμαρτωλούς.

Άπαντες έλεγαν ότι στον καιρό των ανεφάνη ένας νέος Απόστολος. Σε όλα εκείνα τα μέρη που διήλθεν, ίδρυσε σχολεία για να μαθαίνουν τα παιδιά δωρεάν τα ιερά γράμματα και να εδραιώνονται η πίστη, η ευσέβεια και η ενάρετη ζωή.

Έπεισε κάποιους πλουσίους και αγοράστηκαν υπέρ της εκκλησίας πάνω από τέσσερις χιλιάδες χάλκινες κολυμβήθρες

Κολυμβήθρες για να βαπτίζονται κατά τον τύπον του μυστηρίου τα παιδιά των χριστιανών. Άλλοι αγόρασαν και διέθεσαν βιβλία ιερά, μικρούς σταυρούς, κομποσκοίνια, τα οποία τα διένειμαν εις τον πολύν λαόν. Τον Άγιον ηκολούθουν περί τους τεσσαράκοντα ως πεντήκοντα ιερείς, οι οποίοι, όταν έφθανε εις ένα τόπο, παρήγγειλαν να εξομολογηθούν οι χριστιανοί, να νηστεύουν, να τελούν τας αγρύπνειας και να αναγιγνώσκουν τώρα.

το Άγιο Ευχέλαιο. Αφού λοιπόν εχρίοντο πάντες οι χριστιανοί, εις το τέλος ο ιερός Κοσμάς έκαμεν τη διδασκαλία του. Επειδή τον ιερομάρτυρα ηκολούθει μέγα πλήθος, συχνά δύο και τρεις χιλιάδες άνθρωποι, ο Άγιος επρόσταζε να ετοιμάζουν σάκους γεμάτους με άρτους και μεγάλας χύτρας με βραστό σιτάρι, διά να σιτίζεται το πλήθος και να συγχωρούν ζώντας και τεθνεώτας.

Διά του Αγίου Ιερομάρτυρος Κοσμά έκαμεν ο Θεός πολλά θαύματα στην Αλβανία. Κάποιος Τούρκος αξιωματικός, παρακινούμενος υπό των Εβραίων και αισθανόμενος τόσον μίσος διά τον Άγιον, απεφάσισε να τον κακοποιήσει.

Διά τούτο ίππευσε το άλογό του και έτρεξε να συναντήσει τον Άγιο. Ο ίππος όμως, καλπάζων, έρριψεν τον αξιωματικό εις το χώμα και έσπασε το δεξί του πόδι. Εις κακήν κατάσταση επέστρεψεν εις την οικία του, όπου ηύρε τον υιόν του νεκρόν.

Μετανόησε τότε πικρά και έγραψε επιστολή εις τον Άγιον, ζητών παρ’ αυτού συγχώρεση. Άλλος Τούρκος αξιωματικός, από την Καβέαν, πόλη πλησίον του Δυρραχίου, υπέφερε από δεινή ασθένεια, μη δυνάμενος να ουρήσει.

Έστειλε λοιπόν κάποιον υπηρέτη του εις τον Άγιο, παρακαλών αυτόν να τον επισκεφτεί και να τον θεραπεύσει. Ο Άγιος δεν ήθελε να μεταβεί. Ο αξιωματικός όμως απέστειλε εκ νέου τον υπηρέτη του με ένα αγγείον πλήρες ύδατος, παρακαλών τον Άγιο να ευλογήσει το ύδωρ.

το ύδωρ. Τότε ο Άγιος, βλέπων τη μεγάλη ευλάβεια, είπεν εις αυτόν να υπακούσει εις δύο συμβουλάς: κατά πρώτον, να μην πίνει ρακή και, κατά δεύτερον, να διανέμει το δέκατον του πλούτου του εις τους πτωχούς. Ο αξιωματικός υπεσχέθη ότι θα τηρήσει τας συμβουλάς του Αγίου, όπως και έπραξε. Ο δε Άγιος ευλόγησε το ύδωρ, με το οποίο ιατρεύθη ο ασθενής εντός τεσσάρων ημερών, και από τότε έκαμε

Έκαμε μεγάλες ελεημοσύνες. Ις μίαν τοποθεσία, βορειοανατολικός τους Άγιους Σαράντα, λεγόμενη Λικουρίση, ο Τούρκος άρχοντας της περιοχής είδε τον σταυρόν που άφησε εκεί ο Άγιος μετά από τη διδασκαλία του.

Ξερίζωσε αυτόν με σκοπό να τον χρησιμοποιήσει ως υποστήλωμα του ξύλινου σκελετού του εν τω αγρώ φυλακείου. Και εγένετο σεισμός φοβερός. Ο δε άρχον μη δει νόμοι στους πόδας του, εκτιλεί ετο επιπληκτική ώρα αφρίζων και τέιζων τους οδώντας του, ως δαιμονισμένος.

Αφού πέρασε αρκετή ώρα, δύο άλλοι Τούρκοι διερχόμενοι εβοήθησαν τον άρχοντα, αυτός δε εννόησε ότι ήταν σημείον οργής Θεού. Δια τούτο μετέβη μόνος του και εστερέωσε πάλι τον σταυρό εις τον τόπο όπου τον είχε αφήσει ο Άγιος.

Καθημερινώς δε μετέβαινε και τον ησπάζετο με βαθιά ευλάβεια. Καιρόν αργότερα, όταν ο Άγιος διήλθε απ' το μέρος εκείνο, ο Τούρκος έτρεξε και τον προσκύνησε, διηγούμενος παρουσία πάντων το θαύμα και ζήτησε ταπεινά συγχώρεση.

Ο Άγιος επίσης ήλεγχε τας γυναίκας εκείνας που έφεραν στολίδια

και επιτηδεύοντο, ώστε να επιδεικνύονται. Με την πάροδο του χρόνου και με τη διδασκαλία του, κατέπεισε αυτάς να σωφρονούν και να είναι ταπεινές. Επίσης, ο Άγιος εδίδασκε ιδιαιτέρως τους άνδρες να μην κάνουν εμπόριο την Κυριακή, αλλά να προσέρχονται προθύμως εις τας Εκκλησίας και να ακούν τας ιεράς ακολουθίας και τους θείους λόγους. Οι παρακούοντες τη συμβουλή του Αγίου, ούτε της Καστοριάς ούτε των Ιωαννίνων, εις τους Χριστιανούς εδίδασκε και να καλλιεργούν

και να έχουν εμπιστοσύνη στους αρχηγούς που τους έδωσε ο Θεός. Η καλή φήμη του Αγίου ήταν πολύ γνωστή και εν μέσω των αλλόθρησκων. Απόλυτα δε ικανοποιημένος από τις δραστηριότητες του Αγίου ήταν και ο Κούρτ, ο αρμόδιος και υπεύθυνος για τα ελληνικά πράγματα.

Και κατά αυτόν τον τρόπο, ο Άγιος εκήρυττε χωρίς εμπόδια. Ευρισκόμενος εις ένα χωριό της Αλβανίας, έλαβεν μεν τη σχετική άδεια του αρχιερέως. Αυτή τη φορά ήθελε να υπάγει προσωπικώς και εις τον Χότζα για να λάβει τη συγκατάθεσή του.

Οι ακολουθούντες χριστιανοί προς στιγμήν τον εμπόδισαν, αλλά έμπροσθεν της θελήσεως του Αγίου έκαμαν οπίσω. Έλαβε λοιπόν ο Άγιος τέσσερες μοναχούς και έναν ιερέα και μετέβη εις συνάντηση με τον Χότζα.

Αυτός προσεποιήθη ότι την οριστική άδεια θα την έδινε μόνο ο Πασάς και προθυμοποιήθηκε να στείλει τον Άγιο με συνοδεία ανθρώπων του εις αυτόν. Στην πραγματικότητα όμως είχε τον Άγιο υπό επιτήρηση. Ο διδάσκαλος όμως εννόησε τα πραγματικά γεγονότα και όσα θα συνέβαιναν και ενημέρωσε τους συνοδούς του χριστιανούς με τα λόγια: Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος καὶ ἐξήγαγες ἡμᾶς.

Καθ' όλη δε τη νύχτα, εδοξολόγει τον Κύριον, ψάλλων χαριέστατα. Και χωρίς να δείξει το παραμικρόν σημείο λύπης. Ως δηλαδή να ετοιμάζετο δια κάποια χαρμόσυνη τελετή. Την επόμενη πρωία, πέντε Αγαρηνοί δήμιοι ανέβασαν αυτόν επί ίππου.

Και αφού απομακρύνθησαν, έφτασαν πλησίον ενός μεγάλου ποταμού. Εκεί ανακοίνωσαν εις τον θείον Κοσμάν ότι η διαταγή του Κούρτ Πασά ήταν ο θάνατός του. Ο Άγιος βεβαίως εδέχθη μετά χαράς αυτήν την απόφαση και ευχαρίστησε τον Θεό που μπορούσε να θυσιάσει τη ζωή του για την προς Αυτόν αγάπη του.

Αφού ευλόγησε σταυροειδώς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος, προέτρεψεν τους Χριστιανούς να διαφυλάττουν τας εντολάς Του. Κατόπιν οι δήμιοι επιχείρησαν να δέσουν τα χέρια του. Ο Άγιος όμως τους εμπόδισε, κρατών αυτά εσταυρωμένα, ως να ήσαν δεμένα.

Κατόπιν οι Δήμοι έδεσαν το λάθος με σχηνείον και όταν το έσφιξαν, το Θείο Πνεύμα του ανήλθε προς τους ορονόμενους. Έτσι ο θείος Κοσμάς, ο Ιεραπόστολος και Ιερομάρτυς, έλαβε παρά του Κυρίου εις ηλικίαν 65 ετών τον στέφανον της αθανασίας.

Εν έτει 1779 έγδυσαν το νεκρό σώμα και αφού έδεσαν εις το Άγιον Λείψανο μια βαριά πέτρα, το έρριψαν εις τον ποταμό, απ' τον οποίο αργότερα οι λοιποί Χριστιανοί προσπαθούσαν να το βρουν για να το ανασύρουν.

Κόποι εδείχθησαν εις μάτην, αλλά ευτύχησεν κάποιος ιερεύς και εφημέριος του Μοναστηρίου των Εισοδίων, πλησίον του χωριού Καλλικόντασι, και εύρεν το Άγιον Λείψανο να πλέει στην επιφάνεια των υδάτων όρθιον.

Όταν ο ιερεύς ανέσυρεν και ησπάσθη τούτο, αίμα πολύ έρρευσεν απ' το στόμα του Αγίου. Κατόπιν μετέφερον το σεπτό λείψανο του Αγίου εις το μοναστήρι, το ενέδυσαν με το ράσο του και ευλαβώς ενεταφίασαν τούτο όπισθεν του Αγίου Βήματος.

Είναι αμέτρητα τα θαύματα τα οποία ακολούθησαν. Όταν οι μοναχοί απεφάσισαν να εκθάψουν το σεπτόν λείψανον, παρετήρησαν ότι ουδεμίαν αλλοίωσιν είχε υποστεί. Παρόλη την παραμονή του επί τρεις ημέρας εις τα ύδατα του ποταμού, ευωδίαζεν ολόκληρον και εφαίνετο ως να κοιμάται.

Βαθιά με βλάβια εισπάστησαν τούτο και το εναταφίασαν πάλι. Την εκταφή του Αγίου παρηκολούθησε εντυχαίως κάποια δαιμονισμένη, ήτις εταράχθη σφόδρα από το δαιμόνιο και με το λείψανο εθεραπεύθη τελείως, δοξάζουσα τον Θεόν, που έλαβε επάνω καλλιμαύχιον και το επέστρεψαν στο Χότζα του Κούρτ Πασά.

Αυτός, θέλων να περιγελάσει τον Άγιο, το ετοποθέτησε επί της κεφαλής του και δαιμονισθείς αμέσως έτρεχνε γυμνός και φωνάζων ότι ο ίδιος εθανάτωσε τον ασκητή. Όταν έμαθε τούτο ο Κούρτ Πασάς, διέταξε και τον έκλεισαν εις τη φυλακή, όπου και ξεψύχησε κακήν κακώς.

Μετά τη θανάτωση του Αγίου οι Χριστιανοί έβλεπαν τη νύχτα φως ουράνιον το οποίο έλαμπε. Την ημέρα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, οι ιερείς μετά πλήθους Χριστιανών παρέλαβαν το σταυρό και αφού τον ελιτάνευσαν με ευλάβεια, τον έστησαν όπισθεν του Αγίου Βήματος, πλησίον του τάφου του Αγίου, εις παντοτινή ενθύμηση του θαύματος.

Οι μαθητές του Αγίου έλαβαν κάποτε από τον Πασάν πλήρη ελευθερία και έκαναν ανακομιδή του Ιερού Λειψάνου. Την έσεξε αυτόν, παρέλαβαν μέρη τούτου και διεσκορπίσθησαν εις διάφορους τόπους, όπου πολλά θαύματα έγιναν και πολλοί ασθενείς έλαβαν την ίαση των ασθενειών των.

Θείας Πίστης Διδασκαλία, κατεκοσμήσαν την Εκκλησία ζηλωτής των Αποστόλων γεννόμενος, σιγάρτη Θεή Αγάπη πτερούμενος, Ευαγγελίου των Λόγων διέσπειρας, κοσμά ένδοξε, Χριστών το Θεό οικέτευε, δωρίστασε ημίν το Μεγάελεος.

Ως φωστήρ νεόφωτος την Εκκλησίαν καταυγάζεις άπασαν Ευαγγελίου διδαχαίς, Κοσμά Χριστού Ιεραπόστολε, διό αξίως γεραίνομεν τη μνήμη σου· χαίροις Αποστόλων ο μιμητής και της Εκκλησίας ο διδάσκαλος και φωστήρ, χαίροις ευσεβείας ο θείος φυτοκόμος και κοινωνός Μαρτύρων, Κοσμά ισάγγελε.

Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 49 παράγραφοι

The Life and Miracles of Saint Cosmas of Aetolia, Hieromartyr and Equal to the Apostles. Saint Cosmas of Aetolia came from Mega Dendron, a small village in Aetolia. His parents were devout, and from them he received his early education and was brought up in the instruction of the Lord.

At the age of twenty, he began studying under the hierodeacon Ananias, known as Dervisanos. At that time, the school at Vatopedi Monastery on the Holy Mountain had also gained a great reputation. He went there to complete his studies under Panagiotis Palamas, Nikolaos Tzartzoulios, the learned headmaster Eugenios, and others.

But the school eventually closed. Saint Cosmas went to Philotheou Monastery, where he became a monk. He devoted himself wholeheartedly to ascesis, the ascetic discipline, and to the demanding life of a monk. Later, at the earnest urging and request of the fathers of the monastery, he was ordained a priestmonk. He longed to benefit others and often said that Christians had a great need for the Word of God.

This zeal stirred his heart, but out of humility and modesty he did not dare take on the great and difficult work of apostolic preaching. He shared his thoughts with other spiritual fathers, received their blessing, and left for Constantinople to meet the teacher Chrysanthos, who taught him some rhetoric.

Everyone encouraged him in this divine work. Patriarch Seraphim of Delvino, in particular, gave him written permission. So Cosmas began to preach the Gospel, first in Constantinople, and then in Nafpaktos, Mesolongi, Vrachori, and other places.

He returned once more to Constantinople. After seeking Patriarch Sophronius’s counsel and receiving his blessing and a new written permission, he traveled through the Dodecanese, preaching the word of the Gospel with even greater zeal.

Finally, around the year 1775, he returned to the Holy Mountain. There too, he visited all the monasteries and sketes, teaching the fathers who lived the ascetic life. But his love for the spiritual benefit of Christians led him to set out again.

Preaching as he went, he reached Thessaloniki and Veria, traveled through almost all of Macedonia, and then went on to Himara, Acarnania, Aetolia, Preveza, and Arta. From there he crossed to the islands, visiting Lefkada and Kefalonia.

Wherever he went, great gatherings of Christians formed. They listened to his gentle words with compunction and reverence, and their souls were greatly edified. The Lord accompanied his simple, gracefilled teaching with signs and miracles, just as He had once accompanied the preaching of the holy Apostles.

So many people gathered to hear the Saint teach that no church could hold them. For this reason, he usually taught out in the open. At each place where he was to speak, he would have a large wooden cross made.

He would set a wooden stool beside it. When the teaching was over, he took the stool apart and carried it with him. The cross, however, remained as a lasting reminder of his preaching. In these places God worked many miracles. One took place at Argostoli in Kefalonia, where a wonderful spring of abundant water appeared and can still be seen today.

Afterward he visited Zakynthos and Corfu. Then he crossed to the coast opposite Corfu, to a place called Agioi Saranta. In those harsh provinces, ignorance had brought Christian devotion and Christian life close to disappearing altogether.

Saint Cosmas sowed the seed of the divine word, and with the help of divine grace it bore glorious fruit. He softened the fierce, calmed robbers, made the merciless compassionate, brought the impious to devotion, educated the untaught, and counseled sinners.

Everyone said that a new Apostle had appeared in their time. Wherever he traveled, he founded schools where children could learn the sacred writings free of charge, so that faith, devotion, and a virtuous life might take firm root.

He persuaded some wealthy people to pay for more than four thousand bronze baptismal fonts for the Church.

These fonts allowed Christian children to be baptized according to the rite of the Mystery. Others bought sacred books, small crosses, and prayer ropes and distributed them among the people. About forty to fifty priests accompanied the Saint. Whenever he arrived in a place, they instructed the Christians to confess their sins, fast, keep vigils, and have the service of Holy Unction read.

After all the Christians had received Holy Unction, Saint Cosmas gave his teaching. Because a great crowd often followed the hieromartyr, sometimes two or three thousand people, the Saint would have sacks filled with bread and large pots of boiled wheat prepared. In this way the crowd could be fed, and prayers could be offered for the living and the departed.

Through Saint Cosmas the Hieromartyr, God worked many miracles in Albania. One Turkish officer, stirred up by the Jews and filled with hatred for the Saint, decided to harm him.

He mounted his horse and rode off to find the Saint. But as the horse galloped, it threw the officer to the ground and broke his right leg. He returned home in a terrible state and found his son dead.

He repented bitterly and wrote to the Saint asking his forgiveness. Another Turkish officer, from Kavajë, a town near Durrës, suffered from a severe illness that left him unable to urinate.

He sent a servant to the Saint, asking him to come and heal him. The Saint did not wish to go. So the officer sent the servant again, this time with a vessel full of water, asking the Saint to bless it.

Seeing his great devotion, the Saint told him to follow two pieces of advice: first, to stop drinking raki, and second, to give a tenth of his wealth to the poor. The officer promised to follow the Saint’s advice, and he did. The Saint blessed the water, and the sick man was healed with it within four days.

He gave generously to those in need. At Likourisi, a place northeast of Saranda, the local Turkish ruler saw the cross Saint Cosmas had left there after preaching.

He pulled it up, intending to use it as a support for the wooden frame of his watchtower in the fields. Then a terrible earthquake struck. The ruler fell to the ground and lay there for a long time, foaming at the mouth and grinding his teeth as though possessed by a demon.

After some time, two other Turks passing by helped him. He understood that this was a sign of God’s wrath, so he went himself and set the cross back where the Saint had left it.

Every day he went to kiss the cross with deep reverence. Some time later, when the Saint passed through the area, the Turkish man ran to him and bowed before him. In front of everyone, he told the story of the miracle and humbly asked forgiveness.

The Saint also rebuked women who wore ornaments

and dressed to show themselves off. Over time, through his teaching, he persuaded them to live modestly and humbly. The Saint also taught the men in particular not to trade on Sundays, but to come willingly to the churches, attend the sacred services, and listen to the words of God. Those who disobeyed the Saint’s counsel were punished by God in various ways. A shopkeeper in Parga suffered paralysis of his hand; after he confessed his sin to the Saint, his hand was healed. A woman in Xiromero kneaded dough on a Sunday, and her baked loaves appeared as though they had been kneaded with blood. After receiving the Saint’s forgiveness, she stopped working on Sundays. God worked many such miracles through the hieromartyr as he traveled throughout Greece, strengthening the Christians’ Orthodox faith. Thus the idea of freedom was continually rekindled. In his teachings, the Saint said that Christ Himself had called him to preach the Gospel and that, out of love for Him, he would shed his blood. Indeed, so it happened. Throughout his life, he had never spoken ill of the Jews of Thessaloniki, Kastoria, or Ioannina. He also taught Christians to cultivate Christian virtues.

He taught Christians to trust the leaders God had given them. The Saint’s good name was widely known even among people of other faiths. Kurt, the official responsible for Greek affairs, was also thoroughly pleased with the Saint’s work.

However, some Jews from Ioannina slandered Kosmas, claiming that the Russians had urged him to persuade the Greeks living under Ottoman rule to flee to Russia.

He was accused of urging the Greeks to flee to Russia. Through Divine Providence, the Saint escaped this dangerous plot, but the Christians were fined. The Saint then criticized the Jewish opponents involved in this dispute for what he regarded as their intransigence and hostility toward Christians. When the accusation was proved to be slander, he returned to Ioannina. He persuaded the Christians to move the Sunday market to Saturday. The account describes how he came to regard those local opponents as enemies of Christianity. The change of market day caused them great financial loss, and the hieromartyr’s constant rebukes became more than they could bear. According to this account, these opponents went to Kurt Pasha and gave him many gold coins on condition that he get rid of the Saint. As we have said, the Saint had a custom…

Wherever he intended to preach, his custom was first to obtain permission from the local bishop. He would also send a few Christians to seek permission from the rulers of the region.

In this way, the Saint preached without hindrance. While he was in a village in Albania, he obtained the bishop’s permission. This time, he wanted to go in person to the Hoxha and seek his consent as well.

The Christians accompanying him tried for a moment to stop him, but they yielded to the Saint’s wishes. So he took four monks and a priest and went to meet the Hoxha.

The Hoxha pretended that only the Pasha could give final permission and offered to send the Saint to him with an escort of his own men. In fact, he was keeping the Saint under guard. Cosmas understood what was happening and what was about to follow. He told the Christians with him, ‘We went through fire and water, and You brought us out.’

All that night he glorified the Lord, singing hymns beautifully. He showed no trace of sorrow, as though he were preparing for a joyful celebration. The next morning, five Muslim executioners put him on a horse.

After they had gone some distance, they came near a great river. There they told holy Kosmas that Kurt Pasha had ordered his death. The Saint received the sentence with joy and thanked God that he could give his life out of love for Him.

He blessed the four directions with the sign of the Cross and urged the Christians to keep God’s commandments. Then the executioners tried to tie his hands. The Saint stopped them and held his hands crossed, as though they were already bound.

Then the executioners placed a rope around his neck and tightened it. His holy soul rose to heaven. Thus Saint Cosmas, the preacher of the Gospel and priest-martyr, received from the Lord the crown of immortality at the age of sixty-five.

This was in 1779. They stripped his body, tied a heavy stone to his holy relics, and threw them into the river. Later, the other Christians searched the river, hoping to find and recover his body.

Their efforts seemed to be in vain. But a priest serving at the Monastery of the Entry of the Theotokos into the Temple, near the village of Kallikontasi, was blessed to find the Saint’s holy body floating upright on the surface of the water.

When the priest drew it from the water and kissed it, much blood flowed from the Saint’s mouth. They carried his revered relics to the monastery, clothed him in his cassock, and reverently buried him behind the sanctuary.

Countless miracles followed. When the monks decided to exhume the Saint’s venerable body, they found that it had not decayed at all. Though it had spent three days in the river, his whole body gave off a sweet fragrance, and he appeared to be asleep.

They kissed his relics with deep reverence and buried them again. A woman possessed by a demon happened to be present at the exhumation. The demon threw her into a violent fit, but through the Saint’s relics she was completely healed, and she glorified God. Someone took the Saint’s clerical hat and brought it back to Kurt Pasha’s Hoxha.

Wanting to mock the saint, the Hoxha put the cap on his own head. He was immediately possessed by a demon and ran about naked, crying out that he himself had killed the ascetic. When Kurt Pasha heard this, he ordered him imprisoned, and there he died a wretched death.

After the saint’s death, Christians saw a heavenly light shining at night. On the feast of the Exaltation of the Precious Cross, priests and a great crowd of Christians took the cross, carried it in procession with reverence, and set it behind the sanctuary, near the saint’s tomb, as a lasting reminder of the miracle.

In time, the saint’s disciples obtained full permission from the Pasha to exhume his holy relics. They took portions of the relics and went to various places. There, many miracles took place, and many who were sick were healed.

Through your teaching of the divine faith, you adorned the Church, becoming a zealous follower of the Apostles. Carried aloft by divine love, you spread the words of the Gospel, glorious Cosmas. Entreat Christ our God to grant us His great mercy.

Like a newly shining light, you illumine the whole Church with the teachings of the Gospel, Cosmas, missionary of Christ. Therefore we rightly honor your memory. Rejoice, imitator of the Apostles, teacher and light of the Church. Rejoice, godly cultivator of faith and fellow of the martyrs, Cosmas, equal to the angels.

Όλοι οι βίοι