Ο Άγιος Κωνσταντίνος και η Αγία Ελένη
Η Ελένη μεγάλωσε στη Βιθυνία, ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, παντρεύτηκε τον Κωνστάντιο Χλωρό και ανέθρεψε τον γιο τους Κωνσταντίνο με πίστη. Ο Κωνσταντίνος συνδύασε τη χριστιανική διδασκαλία της μητέρας του με στρατιωτική εκπαίδευση και προόδευσε στον ρωμαϊκό στρατό.
Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή και στοιχεία εικόναςSaliba Bin Yuhanna · Public domain
Διαβάστε τον βίο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.
Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 26 παράγραφοι
Ο Άγιος Κωνσταντίνος και η Αγία Ελένη. Η Αγία Ελένη γεννήθηκε το 249 μετά Χριστού στο Δρέπανο Βιθυνίας, στη Μικρά Ασία. Ο πατέρας της ήταν πανδοχέας. Παρόλο που η Αγία μεγάλωσε στο περιβάλλον ενός πανδοχείου, από μικρή μελετούσε τις χριστιανικές γραφές και έγινε πιστή χριστιανή.
Σε ηλικία 21 ετών, το 270 μετά Χριστού, παντρεύτηκε τον Κωνστάντιο Χλωρό, ο οποίος ήταν τότε αξιωματικός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η Αγία Ελένη ακολούθησε τον σύζυγό της σε όλες τις εκστρατείες στις οποίες η θέση του τον υποχρέωνε να λάβει μέρος.
Τέσσερα χρόνια μετά τον γάμο, το 274 μετά Χριστού, απέκτησαν έναν γιο, τον Κωνσταντίνο. Η ιστορία έδειξε ότι ο γιος τους αυτός έγινε ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, αλλά και Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος γεννήθηκε στην πόλη Ναϊσό. Στις μέρες μας η πόλη αυτή ονομάζεται Νίσσα και βρίσκεται στη σερβική επικράτεια. Μεγάλωσε με τις χριστιανικές διδαχές της μητέρας του, τη στρατιωτική εκπαίδευση του πατέρα του και τα γράμματα μεγάλων διδασκάλων της εποχής.
Αυτά τα τρία διαμόρφωσαν το πνεύμα και τον χαρακτήρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ενός ανθρώπου γραμματισμένου, αξιόμαχου στρατιώτη και ταυτόχρονα φιλικά προσκείμενου στους χριστιανούς και τη χριστιανική πίστη.
Το 293 μετά Χριστού, ο τότε αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Διοκλητιανός, διόρισε τον πατέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου Καίσαρα των δυτικών επαρχιών της Αυτοκρατορίας. Όμως, ο νόμος απαγόρευε στους ανώτατους αξιωματούχους να είναι σύζυγοι γυναικών ταπεινής καταγωγής. Έτσι, μετά από 23 χρόνια γάμου, ο Κωνστάντιος Χλωρός έλυσε τον γάμο του με την Αγία Ελένη και παντρεύτηκε τη Θεοδώρα, η οποία ήταν αρχοντικής καταγωγής.
Ο Άγιος Κωνσταντίνος αποτελεί μια από τις σημαντικότερες μορφές που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της ιστορίας του χριστιανισμού. Μεγαλώνοντας στην αυλή του Διοκλητιανού, ο Κωνσταντίνος έζησε από κοντά τις πολύ συνηθισμένες συγκρούσεις που γίνονταν την εποχή εκείνη μεταξύ των χριστιανών και των εθνικών.
Το γεγονός αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να διαπιστώσει ότι το ήθος των χριστιανών ήταν κατάλληλο για να στηριχτεί η αναδιοργάνωση του κράτους, που βρισκόταν σε παρακμή. Εντυπωσιακό είναι ότι ο Κωνσταντίνος υποστήριξε τους νέους χριστιανούς και άλλαξε την τακτική απέναντί τους, παρόλο που ο ίδιος δεν ήταν χριστιανός.
Ο Κωνσταντίνος σε ηλικία 18 ετών έγινε στρατιωτικός και χάρη στην ανδρεία του προάχθηκε γρήγορα στα ανώτατα αξιώματα του στρατού. Στη συνέχεια, όταν αναρριχήθηκε στο αξίωμα του Ρωμαίου Αυτοκράτορα, η συμβολή του στην εξέλιξη της ιστορίας υπήρξε τεράστια.
Διότι με δύο διατάγματα, το 312 και το 313, έθεσε οριστικό τέλος στους διωγμούς των χριστιανών. Αυτός είναι και ο λόγος που τελικά ονομάστηκε Μέγας. Ο Χριστός, βλέποντας τον αγώνα του και αναγνωρίζοντας τις έντιμες προθέσεις του, θέλοντας να τον βοηθήσει κατά τη διάρκεια μιας μάχης έξω από τη Ρώμη, στον αγώνα του κατά του Μαξεντίου και του Λυκίνιου, εμφάνισε στον ουρανό μέσα σε έναν ολόφωτο κύκλο ένα θεϊκό σημάδι.
Σχημάτισε στον ουρανό το σημάδι του Σταυρού, με τη γνωστή σε όλους μας επιγραφή «Εν τούτω νίκα». Αυτό ήταν ένα σημάδι ότι ο Χριστός ήταν με το μέρος του. Γεγονός που όπλησε τον Κωνσταντίνο με την απαιτούμενη δύναμη να κατατροπώσει τους εχθρούς του και να βγει νικητής από τη μάχη.
Έπειτα από πολλούς διωγμούς, αλλά και πολλές και σφοδρές συγκρούσεις δυόμιση αιώνων μεταξύ χριστιανών και εθνικών, ο Τίμιος Σταυρός του Χριστού γινότανε όπλο ειρήνης. Τέλος, η Αυτοκρατορία αυτή, από Ρωμαϊκή, έγινε Ελληνική.
Το γεγονός αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στον Άγιο Κωνσταντίνο, ο οποίος το 330 εγκαινίασε τη νέα πρωτεύουσα του κράτους του, που έκτισε στη θέση της αρχαίας αποικίας των Μεγαρέων, στο Βυζάντιο, στις ακτές του Βοσπόρου.
Τη νέα πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, τη Βασίλισσα των Πόλεων, ονόμασε Κωνσταντινούπολη. Η ιστορία ονόμασε τον Κωνσταντίνο Μέγα και η Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο και Ισαπόστολο. Η Αγία Ελένη ήταν βεβαίως αυτή η οποία μεγάλωσε τον Μέγα Κωνσταντίνο σύμφωνα με την χριστιανική ηθική και την πρέπουσα διαπαιδαγώγηση.
Ένα δείγμα της μεγάλης αγάπης προς την μητέρα του αποτέλεσε η πράξη του να χτίσει δύο στήλες, σε μια μεγάλη πλατεία της Κωνσταντινούπολης, μια δική του και μια της Αγίας Ελένης, που έφερε την επιγραφή «Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν.» Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών, οι Βυζαντινοί είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση τόσο στον Μέγα Κωνσταντίνο όσο και στην Αγία Ελένη.
Η δράση της Αγίας Ελένης ήταν πολύ μεγάλη και σημαντική, καθότι βοήθησε να χτιστούν οι πρώτοι μεγάλοι ιεροί ναοί της Χριστιανοσύνης. Δύο χρόνια μετά την ανακήρυξη του Μέγα Κωνσταντίνου ως Αυτοκράτορα, η Αγία Ελένη ταξιδεύει στους Αγίους Τόπους με σκοπό να βρει τα μέρη που έζησε ο Ιησούς Χριστός και να τα αναδείξει.
Πράγματι, στο ταξίδι της αυτό διεξήγαγε ανασκαφές, έκτισε εκκλησίες, θεμελίωσε μοναστήρια και βρήκε το σταυρό του μαρτυρίου του Κυρίου μας. Οι ναοί της Γεννήσεως και της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα είναι δύο από τους ναούς που έκτισε η Αγία Ελένη στους Αγίους Τόπους.
Μετά την δράση της εκεί, εγκαταστάθηκε στη Νικομήδεια, όπου και παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο, σε ηλικία 80 ετών, το 329 μετά Χριστού.
Ενταφιάστηκε με βασιλικές τιμές στη Ρώμη, στο Μαυσωλείο της Οδού Λαβικάνας. Αργότερα, το σώμα της μεταφέρθηκε στις κατακόμβες Πέτρου και Μάρκελίνου. Η πορφυρή σαρκοφάγος που περιείχε το σκήνομά της σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο του Βατικανού.
Ο γιος της, Μεγάλος Κωνσταντίνος, βαπτίστηκε χριστιανός λίγο πριν τον θάνατο. Μετά το βάπτισμα, δεν ξαναφόρεσε τον αυτοκρατορικό χιτώνα, αλλά παρέμεινε ενδεδυμένος με το λευκό ένδυμα του βαπτίσματος μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του το 337 μετά Χριστού.
Έτσι λοιπόν, ευτυχής και ευχόμενος, αφού τακτοποίησε τα της διαδοχής και διαθήκης, κοιμήθηκε εν Κυρίω στις 22 Μαΐου του 337. Η μέρα της Πεντηκοστής, κατά τις μεσημβρινές ώρες, αφού διετέλεσε τεσσαρακοστός τέταρτος αυτοκράτορας μετά τον Καίσαρα. Έζησε δε γύρω στα 63 χρόνια, αφού βασίλευσε για περίπου 31 χρόνια.
Τη διαθήκη του ο Κωνσταντίνος άφησε ως διαδόχους τους τρεις γιους, παραχωρώντας στον Κωνστάντιο όλη την Ανατολή και την Κωνσταντινούπολη, στον Κώνσταντα τη Ρώμη και όλη την Ιταλία και στον Κωνσταντίνο τη Γαλλία και τις Βρετανικές νήσους.
Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο Ευσέβιος τα γεγονότα τα οποία ακολούθησαν την κοίμηση του Αγίου. Όλοι οι σωματοφύλακες του Αυτοκράτορα, αφού έσχισαν τα ρούχα τους και έπεσαν στο έδαφος, έκλαιγαν και φώναζαν δυνατά, σαν να έχαναν τον πατέρα τους.
Οι ταξιαρχικοί λοχάγοι έκλαιγαν τον ευεργέτη τους. Κάθε κάτοικος της Κωνσταντινοπόλεως πενθούσε σαν να έχανε το κοινό αγαθό. Λείψανο του Κωνσταντίνου τοποθετήθηκε σε χρυσή λάρνακα και μεταφέρθηκε στα ανάκτορα στην Κωνσταντινούπολη.
Μέχρις ότου αφίχθη ο υιός του Κωνστάντιος, οπότε τελέστηκε μεγαλοπρεπής η κηδεία του και κατετέθη η σορός του στη λάρνακα, στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Και εκεί ευρισκόμενο το τίμιο λείψανό του επετέλεσε πολλά θαύματα.
Την μνήμη των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης εορτάζουμε στις 21 Μαΐου.
Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 26 παράγραφοι
Saint Constantine and Saint Helena. Saint Helena was born in AD 249 in Drepana, Bithynia, in Asia Minor. Her father was an innkeeper. Although she grew up in an inn, she studied the Christian Scriptures from an early age and became a devout Christian.
At the age of twenty-one, in AD 270, she married Constantius Chlorus, who was then an officer in the Roman Empire. Saint Helena accompanied her husband on every military campaign his position required him to join.
Four years after their wedding, in AD 274, they had a son, Constantine. History would know him as Constantine the Great, the first emperor of Byzantium and a saint of the Orthodox Church.
Constantine the Great was born in the city of Naissus. Today it is called Niš and lies in Serbia. He grew up with his mother’s Christian teaching, his father’s military training, and an education from the great teachers of his time.
These three influences shaped Constantine the Great’s mind and character. He became an educated man and a capable soldier, while also being sympathetic to Christians and the Christian faith.
In AD 293, Diocletian, then emperor of the Roman Empire, appointed Constantine the Great’s father Caesar of the empire’s western provinces. But the law forbade the highest officials to have wives of humble birth. So, after twenty-three years of marriage, Constantius Chlorus ended his marriage to Saint Helena and married Theodora, who was of noble birth.
Saint Constantine is one of the most important figures in the history of Christianity. Growing up at Diocletian’s court, he witnessed firsthand the frequent conflicts between Christians and pagans in those days.
This gave him the chance to see that the character of the Christians could provide a foundation for rebuilding a state that was in decline. Remarkably, Constantine supported the new Christians and changed the way they were treated, even though he himself was not a Christian.
Constantine entered military service at the age of eighteen, and his courage quickly earned him promotion to the highest ranks of the army. Later, when he rose to become Roman emperor, his influence on the course of history was immense.
Through two decrees, in 312 and 313, he brought the persecution of Christians to a definitive end. This is why he eventually came to be called the Great. Christ saw his struggle and recognized his honorable intentions. Wishing to help him during a battle outside Rome against Maxentius and Licinius, Christ showed a divine sign in the sky, within a radiant circle.
He formed the sign of the Cross in the sky, with the words we all know: “In this sign, conquer.” It was a sign that Christ was on his side. It gave Constantine the strength he needed to defeat his enemies and emerge victorious from the battle.
After two and a half centuries of persecution and fierce conflict between Christians and pagans, the Precious Cross of Christ was becoming a weapon of peace. In time, this empire changed from Roman to Greek.
This was due chiefly to Saint Constantine. In 330, he inaugurated his state’s new capital, which he had built on the site of Byzantium, an ancient colony of the Megarians on the shores of the Bosporus.
He named the empire’s new capital, the Queen of Cities, Constantinople. History called Constantine the Great, and the Church proclaimed him a saint and Equal to the Apostles. Saint Helena, of course, had raised Constantine the Great in Christian morals and given him the upbringing he needed.
As a sign of his great love for his mother, he erected two columns in a large square in Constantinople: one for himself and one for Saint Helena. The latter bore the inscription, “One is Holy, one is the Lord, Jesus Christ, to the glory of God the Father. Amen.” Because of all this, the Byzantines held both Constantine the Great and Saint Helena in special esteem.
Saint Helena’s work was extensive and important, for she helped build the first great churches of Christendom. Two years after Constantine the Great was proclaimed emperor, Saint Helena traveled to the Holy Land to find and honor the places where Jesus Christ had lived.
During that journey, she carried out excavations, built churches, founded monasteries, and found the Cross on which our Lord had suffered. The Churches of the Nativity and the Resurrection in Jerusalem are two of the churches Saint Helena built in the Holy Land.
After her work there, she settled in Nicomedia, where she gave up her soul to the Lord in AD 329, at the age of eighty.
She was buried with royal honors in Rome, in the Mausoleum on the Via Labicana. Later, her body was moved to the Catacombs of Saints Peter and Marcellinus. The purple sarcophagus that held her remains is now in the Vatican Museums.
Her son, Constantine the Great, received Baptism shortly before his death. After his Baptism, he never again wore his imperial robe. He remained dressed in the white baptismal garment until the day he fell asleep in the Lord in AD 337.
And so, at peace and in prayer, after settling the succession and making his will, he fell asleep in the Lord at midday on Pentecost, May 22, 337. He was the forty-fourth emperor after Caesar. He lived about 63 years and reigned for about 31.
In his will, Constantine named his three sons as his successors. He gave Constantius the whole East and Constantinople, Constans Rome and all Italy, and Constantine France and the British Isles.
Eusebius gives a moving account of what followed the Saint’s repose. The emperor’s bodyguards tore their clothes, fell to the ground, and wept aloud, as though they had lost their father.
The military commanders and captains mourned their benefactor. Every resident of Constantinople grieved as though they had lost a blessing shared by all. Constantine’s body was placed in a golden coffin and taken to the imperial palace in Constantinople.
It remained there until his son Constantius arrived. Then a magnificent funeral was held, and his body was laid in a sarcophagus in the Church of the Holy Apostles. Many miracles took place through his precious relics there.
We celebrate the memory of Saints Constantine and Helena on May 21.