Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος
Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής παρουσιάζεται ως ο τελευταίος προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης και Πρόδρομος του Ιησού Χριστού. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ προανήγγειλε τη γέννησή του στον ηλικιωμένο Ζαχαρία και την Ελισάβετ. Ο Ζαχαρίας ξαναβρήκε τη φωνή του όταν έδωσε στο παιδί το όνομα Ιωάννης.
Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή και στοιχεία εικόναςanonymous · Public domain
Διαβάστε τον βίο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.
Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 40 παράγραφοι
Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος αποτελεί ορόσημο και ταυτόχρονα γέφυρα μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ήταν ο τελευταίος προφήτης που ανήγγειλε την έλευση του Ιησού Χριστού. Υπήρξε δε ο μόνος από τους προφήτες που αξιώθηκε να συναντήσει τον Χριστό, αφού έζησε στα χρόνια του.
Ο πατέρας του Αγίου Ιωάννη, του Προδρόμου, ήταν ο ιερέας Ζαχαρίας και μητέρα του η ενάρετη Ελισάβετ. Η μητέρα του ήταν στείρα και για τον λόγο αυτό το ζευγάρι ήταν άτεκνο. Τόσο ο Ζαχαρίας όσο και η Ελισάβετ ήταν σε μεγάλη ηλικία, όταν ο Άγγελος Γαβριήλ ανακοίνωσε στον Ζαχαρία ότι θα αποκτήσει με την Ελισάβετ ένα αγοράκι, το οποίο θα πρέπει να βαπτίσει Ιωάννη.
Ο Ζαχαρίας δεν πίστεψε στα λόγια του Γαβριήλ και γι' αυτό τιμωρήθηκε να μείνει μουγκός έως την ημέρα που θα βαπτιζόταν το παιδί που θα έφερνε στον κόσμο η Ελισάβετ. Όταν η Ελισάβετ ήταν έγκυος 6 μηνών, την επισκέφθηκε η Παναγία, η οποία τότε είχε πάρει από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ το μέγιστο άγγελμα της Θείας Σαρκώσεως του Χριστού.
του Χριστού. Η Παναγία μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και φίλησε την συγγενή της Ελισάβετ. Τότε, στα σπλάνχνα της Ελισάβετ, με τον χαιρετισμό της Παρθένου, σκύρτησε το βρέφος. Πλημμύρισε από Πνεύμα Άγιο και μακάρισε την Παναγία για την μεγάλη τιμή που της έκανε ο Θεός. Τότε είπε η Ελισάβετ προς την Παναγία: «Είσαι η μητέρα του Κυρίου μου». Διότι μόλις άκουσα το χαιρετισμό σου
Και έτσι έγινε. Γεννήθηκε ο Άγιος Ιωάννης, ο πρόδρομος, και οκτώ ημέρες μετά την γέννησή του, όταν ζητήθηκε από τον πατέρα να φανερώσει το όνομα του παιδιού, εκείνος έγραψε σε μια πινακίδα «Ιωάννης» και αμέσως επανήλθε η ομιλία.
Ο Άγιος από μικρή ηλικία αποσύρθηκε στην έρημο, όπου ζούσε ασκητικά. Τρεφόταν σαν πουλί με ακρίδες και μέλι. Ο Πρόδρομος είναι ντυμένος με τα πιο φτωχά και σκληρά ρούχα. Φοράει ένα ρούχο σκληρό από τρίχες καμήλας.
Είναι και αυτό συμβολικό, γιατί η καμήλα είναι το πιο υπομονετικό ζώο της ερήμου. Υπομονή και επιμονή θέλει και η άσκηση του προφήτη. Φόρεσε λοιπόν το ρούχο που ήταν από καμηλίσια τρίχα και προχώρησε βαθιά στην έρημο.
Ανυπόδητος ο άγγελος αυτός της ερήμου ζει κάτω από τον καυτερό ήλιο της μέρας και από το ανυπόφορο κρύο της νύχτας. Νεκρώνει κάθε σαρκική επιθυμία, προσεύχεται, επικοινωνεί με τον Θεό και ανεβαίνει ένα ένα τα σκαλοπάτια της σκληρής ασκητικής ζωής.
Ο δρόμος του Θεού λαμποκοπάει στη ζωή του. Καμιά επικοινωνία δεν τον δένει με τους ανθρώπους της εποχής του. Αλλά, ενώ η εμφάνισή του είναι τόσο απλή και ασκητική, η παρουσία του είναι σοβαρή, επιβλητική, ηγεμονική.
Η εξαιρετική του απλότητα του δίνει ένα συγκλονιστικό μεγαλείο. Η ακτινοβολία της αρετής του τραβάει σαν μαγνήτης. Για τον λόγο αυτό, πολλές εικόνες τον παρουσιάζουν με φτερούγες. Όταν περάσει έτσι το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής του, εγκαταλείπει την έρημο και εγκαθίσταται στις όχθες του Ιορδάνη Ποταμού.
Εκεί συνεχίζει το κήρυγμα για την έλευση του Σωτήρα και συγχρόνως βαπτίζει πολλούς από αυτούς που έρχονται να τον ακούσουν. Το κήρυγμά του συγκινεί βαθιά τις ψυχές των ανθρώπων που είναι κουρασμένες από το χάος, το σκοτάδι, την αβεβαιότητα, την αμαρτία και το άγχος.
Τότε εξεπορευετο προς αυτον ιεροσολυμα και πασα η ιουδαια και πασα η περιχωρος του ιορδανου. Τρέχουν σε αυτόν τον φωτισμένο ασκητή της ερήμου για να τους απαλύνει την πίκρα της καρδιάς. Τον ακούνε με λαχτάρα. Του εξομολογούνται έπειτα τις αμαρτίες.
Του λένε για αδικίες και πράξεις βρομερές που έκαναν στη ζωή τους και που εξαιτίας τους πνίγονται στον πόνο και τη θλίψη και μαστίζονται από τους ελέγχους της συνειδήσεως. Εκδηλώνουν τη μετάνοιά τους πρώτον και έπειτα βαπτίζονται από τον Πρόδρομο στα γάργαρα νερά του Ιορδάνου.
Βεβαίως, δεν συγχωρούσε τις αμαρτίες το βάπτισμα του Ιωάννη. Απλώς ήταν βάπτισμα μετανοίας, συναίσθηση της αμαρτωλότητάς τους και πόθος να σωθούν από τον αναμενόμενο Μεσία. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος δεν μιλάει μόνο για μετάνοια.
μετάνοια και βάπτιση, αλλά προχωράει και πιο πέρα, μιλάει για έμπρακτη μετάνοια. Στον Ιορδάνη πήγε και τον συνάντησε ο Χριστός, ζητώντας του να τον βαπτίσει. Ο Άγιος, αναγνωρίζοντας ποιον έχει απέναντι, αρνείται να τον βαπτίσει, λέγοντας ότι δεν είναι άξιος ούτε τα λουριά από τα παπούτσια του να λύσει. Ο Ιησούς του λέει: «Έτσι πρέπει να γίνει», και τότε ο Άγιος Ιωάννης, ο Πρόδρομος, βάπτισε τον Ιησού Χριστό στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.
Αν και ο ίδιος ο Άγιος θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο, ο Χριστός, μιλώντας για αυτόν, αναφέρει ότι δεν γεννήθηκε άνθρωπος μεγαλύτερος από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Στη βάπτιση, αλλά και τον καιρό που ακολούθησε, ο Άγιος Ιωάννης δείχνει τον Ιησού Χριστό, λέγοντας σε όσους τον ακούν ότι αυτός είναι ο ἀμνὸς τοῦ θεοῦ, ὁ αἴρων τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου.
Ο Πρόδρομος δεν είναι μονάχα ο κήρυκας της μετανοίας, δεν είναι μόνον ο προάγγελος της χαράς του ερχομού του Χριστού, αλλά είναι συγχρόνως και μια φωνή ελέγχου. Ο Πρόδρομος δεν μένει αδιάφορος και απαθής στη διεφθαρμένη ζωή των ισχυρών και δυνατών. Ο μεγαλόστομος αυτός προφήτης, ο άγγελος της ερήμου, φρίττει από την ανηθικότητα των αρχόντων.
Εν τω μεταξύ, βλέπει έναν λαόν πικραμένο και δυστυχισμένο που δεν τολμάει με κανένα τρόπο να σηκώσει το κεφάλι, να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί για τις αδικίες. Τότε ο Πρόδρομος λύνει τη σιωπή του για τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο της διαφθοράς. Σταματάει για λίγο το «μετανοείτε» και αρχίζει το «κατηγορώ».
Αστραφτερό μαχαίρι γίνεται η φωνή και κόβει το μαύρο πέπλο της σιγής και του τρόμου. Παράλληλα, συνεχίζει να εκφράζει την αντίθεσή του στις πράξεις του ηγεμόνα Ηρώδη Αντίπα. Ο Ηρώδης Αντίπας ήταν γιος του Ηρώδη του Μεγάλου, που διέταξε τη σφαγή των βρεφών κατά τη γέννηση του Ιησού Χριστού.
Μεταξύ των πράξεων του Ηρώδη Αντίπα που κατάγγειλε ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν και η μοιχεία που διέπραξε, έχοντας σχέση με τη γυναίκα του αδερφού του, την Ηρωδιάδα. Η Ηρωδιάδα ήταν που παρακίνησε τον Ηρώδη να φυλακίσει τον Άγιο.
Βρίσκοντας μάλιστα πρόσφορο έδαφος κατά τη διάρκεια μιας εορτής, καταφέρνει να ανταλλάξει τον αποκεφαλισμό του Αγίου με ένα χορό της κόρης της Σαλώμης. Οι βασιλείς και οι άρχοντες, τον καιρό εκείνο, συνηθίζανε να γιορτάζουν σαν μέρες χαράς και ευτυχίας την ημέρα της γεννήσεως και την ημέρα που ανεβαίνουν στο θρόνο και στην εξουσία.
Και ο Ηρώδης γιόρταζε πάντοτε με ξεχωριστή λαμπρότητα τη γιορτή των γενεθλίων. Εκείνον, λοιπόν, τον χρόνο που ο Πρόδρομος ήταν φυλακισμένος, ο Ηρώδης κάλεσε, όπως πάντα, όλη την αριστοκρατία του καιρού του για να πανηγυρίσει τα γενέθλιά του.
Ενώ το μισητό συμπόσιο προχωρούσε και η αμαρτία έκαιγε τις ψυχές, η Σαλώμη, η κόρη της Ηρωδιάδας, βγήκε ντυμένη άσεμνα μπροστά στους καλεσμένους και άρχισε να χορεύει έναν έξαλλο δαιμονικό χορό. Οι διαφθαρμένοι χειροκροτούν με ενθουσιασμό τη Σαλώμη.
Οι φαύλες και αμαρτωλές κινήσεις της τους συγκινήσανε. Και τότε ενθουσιάζεται και ο Ηρώδης. Την καλεί κοντά του και της λέει: «Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις και θα σου το δώσω. Σου ορκίζομαι ότι θα σου δωρήσω ό,τι κι αν μου ζητήσεις, έστω κι αν μου ζητήσεις το μισό βασίλειό μου».
Η φαύλη νέα τρέχει τότε στη μητέρα της και τη ρωτάει τι να ζητήσει από τον Ηρώδη. Η Ηρωδιάδα, ο θηλυκός αυτός σατανάς, χαμογελάει δαιμονικά. Η μανία της για τον πρόδρομο που ελέγχει την ανήθικη ζωή της, να χάσει καιρό, την τρασκαλεύει να ζητήσει, ομέγα με τόνο δωρεά παρανομωτάτη, την κεφαλή του προδρόμου.
Λοιπόν, αμέσως η Σαλώμη στην αίθουσα του αισχρού συμποσίου και ζητάει, χωρίς χρονοτριβή, το κεφάλι του Ιωάννου του Προδρόμου. Ζητάει μετά το σατανικό χορό της να πλημμυρίσει την τράπεζα του συμποσίου με το αίμα του αθώου προφήτη. Κομπιάζει για λίγο ο Ηρώδης, γιατί φοβάται να εξοντώσει τον Πρόδρομο.
Όλα αυτά όμως δεν ήτανε τίποτε άλλο παρά δικαιολογίες. Το έγκλημα έχει προαποφασιστεί. Η επιθυμία, λοιπόν, της Ηρωδιάδας, που θέλει να κυλιέται ανεμπόδιστα και χωρίς έλεγχο στην αμαρτία, γίνεται πραγματικότητα.
Το αίτημα της Σαλώμης δεν αργοπορεί. Και ενώ οι δαιμονόψυχοι και αιμοβόροι διασκεδάζανε, άγριο και κοφτερό σπαθί του δημίου, τους και πουλά τώρα έκουβε την Αγία Κεφαλήν του Τιμίου Προδρόμου στη φυλακή.
Όλα γίνονται με ταχύτητα. Φέρνουνε τρέχοντας οι στρατιώτες το ματωμένο κεφάλι του προφήτη στα ανάκτορα, στο τραπέζι των θλιβερών δημίων. Το βάζουνε σε πιάτο, γεμάτο αίματα, και το τοποθετούν ανάμεσα στα φαγητά.
Άγρια δαιμονική ικανοποίηση αισθάνεται η Ηρωδιάδα. Έπειτα, πλημμυρισμένη ακόμα από κακία και πάθος εκδικήσεως, παίρνει μια βελόνα και τρυπάει μ' αυτή τη γλώσσα που την ταλάνιζε, που την συγκλόνιζε με την τρομερή φωνή του ελέγχου.
Έτσι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος βρήκε τραγικό θάνατο και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο. Το σώμα του Αγίου ενταφιάστηκε από τους μαθητές. Η κεφαλή, μετά από εντολή της Ηρωδιάδας, ενταφιάστηκε κοντά στο ανάκτορο του Ηρώδη, στην Μαχαιρούντα.
Εκεί βρέθηκε από δύο μοναχούς, στους οποίους είχε εμφανιστεί σε όνειρο ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Η τίμια κεφαλή του Αγίου χάθηκε μετά τον θάνατο των μοναχών και βρέθηκε πάλι στην Μαχαιρούντα όταν αυτοκράτορας ήταν ο Βαλεντινιανός.
Η κεφαλή όμως με το πέρασμα των χρόνων ξαναχάθηκε και τελικά βρέθηκε για τρίτη φορά στην πόλη Κώμανα της Καπαδοκίας από έναν ιερέα. Από εκεί μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Θεός τιμώρησε τους σφαγείς του προφήτη.
Το τέλος των υπευθύνων για την αποκεφάλιση του Ιωάννου ήταν σκληρό. Ο Ηρώδης έμεινε στην εξουσία μέχρι το 40 μετά Χριστόν. Η ζωή του ήταν μαρτυρική. Μαστίζεται αλύπητα από τους δριμείς ελέγχους της συνειδήσεως.
Μάταια αγωνίζεται ο ταλαίπωρος Ηρώδης, η πονηρή αλεπού, όπως τον ονόμασαν, να πνίξει τη φωνή της συνειδήσεως. Έπειτα όμως, αυτός και η γυναίκα του Ηρωδιάδα, εξοριστήκαν από τον αυτοκράτορα της Ρώμης Καλλιγούλα, στην Γαλλία και αργότερα στην Ισπανία.
Στην εξορία υποφέρανε πολύ. Άσημοι πλέον κι άδοξοι, χωρίς ίχνος καλοπέρασης και πολυτέλεια, βρήκανε το αμαρτωλό τέλος. Αλλά και η τύχη της Σαλώμης, της μιαράς κόρης κι άσεμνης χορεύτριας, που ζήτησε ψυχρά κι αναίσθητα την κεφαλή του Προδρόμου επί πίνακι, δεν ήταν η καλύτερη.
Όπως διηγείται ο Νικηφόρος Κάλλιστος στην εκκλησιαστική ιστορία, η Σαλώμη βρήκε τραγικό τέλος, ίδιο σχεδόν με το τέλος του Προδρόμου. Της κόπηκε και αυτής το κεφάλι. Μια μέρα, ενώ περνούσε η Σαλώμη πάνω από ένα παγωμένο ποταμό για να πάει στην αντίπερα όχθη, ο πάγος σχίστηκε κάτω στα πόδια της.
Τότε το σώμα της βούλιαξε με ορμή προς τα κάτω, σαν να άνοιξε η γη να την καταπιεί. Και στο απότομο αυτό πέσιμο, ενώ το σώμα της βυθίστηκε, το κεφάλι της κρατήθηκε από κοφτερές πλάκες του παγωμένου ποτάμου. Ο πάγος σαν κοφτερό μαχαίρι έκοψε το κεφάλι της στον λαιμό.
Η Εκκλησία μας τιμά τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο αναφέροντας το όνομά του μετά από την Παναγία στις προσευχές και στις δεήσεις. Στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο είναι αφιερωμένες 6 ημέρες του χρόνου. Στις 7 Ιανουαρίου είναι η εορτή προς τιμήν του. Στις 24 Φεβρουαρίου εορτάζουμε την πρώτη και δεύτερη εύρεση της τίμιας κεφαλής του.
Στις 24 Ιουνίου εορτάζεται η γέννησή του. Στις 23 Σεπτεμβρίου εορτάζεται η σύλληψή του.
Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 40 παράγραφοι
Saint John the Forerunner stands as a landmark and a bridge between the Old Testament and the New Testament. He was the last prophet to announce the coming of Jesus Christ. He was also the only prophet counted worthy to meet Christ, for he lived in His time.
The father of Saint John the Forerunner was the priest Zechariah, and his mother was the virtuous Elizabeth. Elizabeth was unable to have children, so the couple had none. Both were already advanced in years when the Angel Gabriel told Zechariah that he and Elizabeth would have a son, whom they were to name John.
Zechariah did not believe Gabriel’s words, and so he was struck mute until the day Elizabeth’s child would be baptized. When Elizabeth was six months pregnant, she was visited by the Most Holy Theotokos, who had just received from the Archangel Gabriel the great news of Christ’s divine Incarnation.
of Christ. The Most Holy Theotokos entered Zechariah’s house and kissed her relative Elizabeth. At the Virgin’s greeting, the child leapt in Elizabeth’s womb. Elizabeth was filled with the Holy Spirit and blessed the Most Holy Theotokos for the great honor God had given her. Then Elizabeth said to her, “You are the mother of my Lord. For as soon as I heard your greeting…”
And so it happened. Saint John the Forerunner was born. Eight days later, when his father was asked to give the child’s name, he wrote “John” on a tablet, and immediately his speech returned.
From an early age, the Saint withdrew into the wilderness, where he lived a life of ascetic discipline. Like a bird, he lived on locusts and honey. The Forerunner wore the poorest and roughest clothing: a coarse garment made of camel’s hair.
This too is symbolic, for the camel is the desert animal most known for patient endurance. The prophet’s ascetic discipline also calls for patient endurance and perseverance. So he put on his garment of camel’s hair and went deep into the wilderness.
Barefoot, this angel of the wilderness lived beneath the burning sun by day and through the unbearable cold by night. He put every bodily desire to death, prayed, communed with God, and climbed, step by step, the steep path of the ascetic life.
God’s path shone brightly in his life. He had no ties with the people of his time. Yet, for all the simplicity and austerity of his appearance, his presence was solemn, commanding, and majestic.
His extraordinary simplicity gave him a moving greatness. The radiance of his virtue drew people like a magnet. That is why many icons show him with wings. After spending most of his life in this way, he left the wilderness and settled on the banks of the Jordan River.
There he continued to preach about the coming of the Savior, while also baptizing many who came to hear him. His preaching deeply moved people whose souls were weary from chaos, darkness, uncertainty, sin, and anxiety.
Then Jerusalem, all Judea, and all the region around the Jordan went out to him. People flocked to this illumined ascetic of the wilderness, seeking relief from the bitterness in their hearts. They listened to him eagerly and then confessed their sins to him.
They told him of the injustices and foul deeds they had committed, deeds that left them drowning in pain and sorrow, tormented by the reproaches of conscience. First they showed their metanoia, their repentance; then the Forerunner baptized them in the clear waters of the Jordan.
Of course, John’s baptism did not forgive sins. It was a baptism of metanoia, of repentance: a recognition of their sinfulness and a longing to be saved by the expected Messiah. But John the Forerunner spoke of more than repentance.
He spoke not only of repentance and baptism, but also of repentance put into action. Christ came to John at the Jordan and asked him to baptize Him. Recognizing who stood before him, Saint John refused, saying he was not worthy even to untie the straps of His sandals. Jesus told him, “This is how it must be.” Then Saint John the Forerunner baptized Jesus Christ in the waters of the Jordan River.
Although the Saint himself considered himself unworthy, Christ said of him that no one greater than Saint John the Forerunner had been born. At the baptism and afterward, Saint John pointed to Jesus Christ and told those listening, “This is the Lamb of God, who takes away the sins of the world.”
The Forerunner was more than a preacher of repentance and a herald of the joy of Christ’s coming. His was also a voice of rebuke. He did not stand by unmoved by the corrupt lives of the powerful. This outspoken prophet, this angel of the wilderness, recoiled at the immorality of the rulers.
Meanwhile, he saw a bitter and unhappy people who dared not raise their heads, speak out, or protest the injustices done to them. Then the Forerunner broke his silence about the corruption around him. For a moment, he set aside his cry of “Repent!” and began to say, “I accuse you.”
His voice became a flashing knife, cutting through the dark veil of silence and fear. He continued to speak against the actions of the ruler Herod Antipas. Herod Antipas was the son of Herod the Great, who ordered the slaughter of the infants at the time of Jesus Christ’s birth.
Among the acts of Herod Antipas that Saint John the Forerunner condemned was his adultery: his relationship with Herodias, his brother’s wife. It was Herodias who urged Herod to imprison the Saint.
Then, seizing her chance during a feast, she secured the Saint’s beheading through a dance by her daughter Salome. In those days, kings and rulers commonly celebrated their birthdays and the anniversaries of their accession to the throne as days of joy and happiness.
Herod always celebrated his birthday with particular splendor. So that year, while the Forerunner was in prison, Herod invited all the leading people of his time, as he always did, to celebrate with him.
As the hateful banquet went on and sin burned in their souls, Salome, Herodias’s daughter, came before the guests dressed immodestly and began a wild, demonic dance. The corrupt guests applauded her enthusiastically.
Her lewd, sinful movements stirred them, and Herod too was delighted. He called her over and said, “Ask me for whatever you wish, and I will give it to you. I swear I will give you anything you ask, even half my kingdom.”
The wicked young woman ran to her mother and asked what she should request from Herod. Herodias, a female Satan, smiled wickedly. Enraged at the Forerunner for condemning her immoral life, she urged her daughter to ask for his head.
Salome immediately returned to the hall of that shameful banquet and demanded the head of John the Forerunner without delay. After her satanic dance, she wanted the banquet table flooded with the blood of the innocent prophet. Herod hesitated for a moment, afraid to put the Forerunner to death.
But these were only excuses. The crime had already been decided. And so Herodias, who wanted to wallow in sin without hindrance or rebuke, got her wish.
Salome’s demand was carried out at once. While those cruel, bloodthirsty guests enjoyed themselves, the executioner’s sharp sword severed the honored head of the Forerunner in the prison.
It all happened quickly. The soldiers rushed the prophet’s bloodied head to the palace, to the table of those wretched killers. They placed it on a platter, covered in blood, among the food.
Herodias felt a savage, demonic satisfaction. Still filled with malice and a thirst for revenge, she took a needle and pierced the tongue that had tormented her with its terrible words of rebuke.
Thus Saint John the Forerunner met a tragic death and gave up his soul to the Lord. His disciples buried his body. On Herodias’s orders, his head was buried near Herod’s palace at Machaerus.
There it was found by two monks, after Saint John the Forerunner had appeared to them in a dream. The Saint’s honored head was lost after the monks died and was found again at Machaerus during the reign of Emperor Valentinian.
As the years passed, the head was lost once more. It was finally found a third time by a priest in Comana in Cappadocia, and from there it was taken to Constantinople. God punished those who killed the prophet.
Those responsible for John’s beheading met a harsh end. Herod remained in power until AD 40. His life was full of torment, as his conscience reproached him without mercy.
Poor Herod, that cunning fox, as he was called, struggled in vain to silence his conscience. Later, the Roman emperor Caligula exiled him and his wife Herodias to Gaul, and then to Spain.
They suffered greatly in exile. Obscure and disgraced, with none of their former comfort or luxury, they came to a sinful end. Salome, the defiled daughter and immodest dancer who coldly demanded the Forerunner’s head on a platter, fared no better.
As Nikephoros Kallistos relates in his Church History, Salome met a tragic end, much like the Forerunner’s: she too was beheaded. One day, as she crossed a frozen river to reach the other bank, the ice split beneath her feet.
Her body plunged downward, as though the earth had opened to swallow her. As she fell, her body sank beneath the ice, but her head caught between its sharp edges. The ice cut through her neck like a knife.
Our Church honors Saint John the Forerunner by mentioning his name after the Most Holy Theotokos in prayers and supplications. Six days of the year are dedicated to him. January 7 is his feast day. On February 24, we celebrate the first and second finding of his venerable head.
On June 24, we celebrate his birth. On September 23, we celebrate his conception.