Ο Απόστολος Παύλος
Οι Πράξεις των Αποστόλων του Λουκά παρουσιάζουν τον Παύλο ως διώκτη των χριστιανών, καταγόμενο από την Ταρσό και μαθητή του Γαμαλιήλ. Στον δρόμο προς τη Δαμασκό συνάντησε τον Χριστό, έχασε την όρασή του και, αφού την ανέκτησε, βαπτίστηκε από τον Ανανία.
Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian Orthodox painter of early 19th cen. · Public domain
Διαβάστε τον βίο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.
Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 91 παράγραφοι
τον οποίον επέλεξε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός και ονομάστηκε Σκεύος Εκλογής και Απόστολος των Εθνών μετά το συγκλονιστικό θαύμα στην Δαμασκό και αφού έλαβε την δύναμη του Αγίου Πνεύματος ξεχύθηκε στα πέρατα της Οικουμένης κηρύττοντας την κοσμοσωτήρια λύτρωση σε τέσσερις κοπιαστικές πορείες.
Το στρατηγικό του σχέδιο ήταν ο Ευαγγελισμός των Εθνών και η φωνή του έγινε φωνή σάλπιγγος που έσπειρε τον σπόρο της αγάπης του Χριστού και έφερε ένα μήνυμα ενός καινούριου κόσμου. Ενός κόσμου που στην καρδιά του κατόρθωσε να ριζώσει με το φλογερό του κήρυγμα την πίστη του Χριστού.
Το εβραϊκό του όνομα ήταν Σαούλ και εξελληνισμένο Σαύλος. Από την πρώτη περιοδεία όμως χρησιμοποιεί το λατινικό του όνομα Παύλος, γιατί ένα ρωμαϊκό όνομα θα του έδιδε πιο εύκολη πρόσβαση στον Ευαγγελισμό του Ελληνορωμαϊκού κόσμου.
Ο Παύλος αντιμετώπισε διώξεις, ταπείνωση, ναυάγια που ποτέ δεν τον λύγισαν. Αντίθετα, του δίνανε δύναμη και ο λόγος του γινότανε όλο και πιο λυτρωτικός, αιώνιος, αγγίζοντας καθολικά την ανθρώπινη ύπαρξη, γιατί ο Παύλος ήταν φύση ανθρώπινη στην πιο ηρωική της έκφραση, αφήνοντας πίσω του δεκατέσσερις επιστολές.
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν και εμείς με προσευχή και ταπείνωση να βαδίσουμε στα ίχνη του και αφού περάσουμε την τρικυμία της ζωής να κερδίσουμε την αιώνια βασιλεία του Θεού εκεί που βασιλεύει η παντοτινή χαρά του Παραδείσου.
Όπως γνωρίζουμε, ο Ευαγγελιστής Λουκάς, αφού έγραψε το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, εις το οποίον εξιστορεί τη ζωή, τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Κυρίου, μετά έγραψε τις Πράξεις των Αποστόλων. Το ιερό αυτό βιβλίο αναφέρει πολλά από όσα έκαναν οι Απόστολοι για την ίδρυση και την επέκταση της Εκκλησίας.
Τα περισσότερα όμως από τα γραφόμενα στις Πράξεις αναφέρουν τη δράση και τα έργα των δύο κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, πιο πολλά όμως αναφέρονται στον Απόστολο Παύλο, επειδή ο Απόστολος Λουκάς ήταν ακόλουθος του Παύλου σε όλες του τις αποστολικές πορείες και έγραψε όσα είδε.
Ας δούμε όμως τα βιογραφικά στοιχεία του Αποστόλου Παύλου, που κατάγεται από την Ταρσό της Κιλικίας, από γονείς Ισραηλίτες της φυλής του Βενιαμίν. Ενήθηκε μεταξύ ένα έως πρώτη πατρίδα του, έκανε τις πρώτες του σπουδές.
Μορφώθηκε ελληνικά και εβραϊκά και μετά συνέχισε τις σπουδές του στα Ιεροσόλυμα κοντά στον σοφό δάσκαλο Γαμαλιήλ, την τέχνη του σκηνοποιού και με την εργασία αυτή έβγαζε τα έξοδά του. Ήταν οπαδός της θρησκευτικής μερίδας των Φαρισαίων που γνώρισμά τους ήταν η υποκρισία.
Είχε ποτιστεί με μίσος κατά του Χριστού και των οπαδών του και ζούσε σε αυτά τα πλούσια σε μίσος αισθήματα.
Τον καθοδηγούσαν σε ανάλογες δραστηριότητες και κάποια μέρα τον έφεραν από τα Ιεροσόλυμα στη Δαμασκό για να καταδιώξει τους χριστιανούς.
Ο Παύλος με άγριες διαθέσεις και θολωμένη ψυχή πήγε στον Αρχιερέα των Ιεροσολύμων, ο οποίος μαζί με το συνέδριο ασκούσε κάποια δικαιοδοσία και στους Ιουδαίους της Διασποράς και ζήτησε συστατικές επιστολές για τη Δαμασκό προς τις εκεί τοπικές συναγωγές, ώστε αν έβρισκε εκεί ανθρώπους που να πιστεύουν.
Του λάβε όμως να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο του. Η Θεία Πρόνοια με θαυματουργικό τρόπο τον κάλεσε να γίνει από σκληρός διώχτης του Χριστού, κήρυκας του Ευαγγελίου. Καθώς πλησίαζε στη Δαμασκό, έγινε συγκλονιστικό θαύμα.
Θείο φως εξ ουρανού, εκτυφλωτικό, μια βροντερή φωνή ακούει. «Τις ει, Κύριε;» ρωτάει ο Παύλος γεμάτος αγωνία και έκσταση, και η απάντηση είναι συγκλονιστική. «Εγώ είμαι», του λέει ο Ιησούς Χριστός, «τον οποίον σύ διώκεις, αλλά σήκω και πήγαινε στην πόλη και εκεί θα μάθεις τι πρέπει να κάνεις».
Αμέσως μετά οι σύντροφοί του τον οδήγησαν στην πόλη, όπου έμεινε τρεις ημέρες τυφλός και με πλήρη νηστεία. Εκεί τον επισκέφθηκε ο απεσταλμένος του Ιησού Χριστού, ο Ανανίας, ένας από τους 70 μαθητές του Κυρίου.
Ο Ανανίας ακούμπησε τα χέρια του στο κεφάλι και στο πρόσωπο του Παύλου και του είπε: «Έστειλε ο Κύριος να σου ανακοινώσω ότι όχι μόνο θα αποκτήσεις το φως που έχασες, αλλά και ότι θα γεμίσει η ψυχή σου με Πνεύμα Άγιο και θα λάβεις χαρίσματα του Αγίου». Και το θαύμα έγινε.
Το σωματικό του φως επανέρχεται και μετά από το αισθητό φως έλαβε και το πνευματικό, αφού ο Ανανίας τον βαπτίζει στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και ο πρώην διώκτης του Χριστού γίνεται γρήγορα φλογερός κήρυκας του Ευαγγελίου.
Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να επιβεβαιωθεί ο λόγος του Κυρίου, που όταν πρόσταξε τον Ανανία να πάει στον Παύλο και να του χαρίσει το φως του, του είπε: «Πορεύου, ότι σκεύος εκλογής μοι εστίν ούτος του βαστάσαι το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων υιών τε Ισραήλ».
Λοιπόν να κηρύττει τη διάδοση του χριστιανισμού μετά από κινδύνους και αντιξοότητες. Μεταβαίνει για ένα διάστημα στην Αραβία και κατόπιν επιστρέφει στη Δαμασκό. Από εκεί που ήταν δάσκαλος του μίσους κατά του Χριστού και των οπαδών του στις συναγωγές, έγινε τώρα πύρινος κήρυκας του Χριστού.
Οι συναγωγές των Εβραίων πολύ γρήγορα ξεσηκώνονται εναντίον του, ανησυχώντας για την επίδραση που είχε ο λόγος του υπέρ του Χριστού.
του Χριστού κάνουν μάλιστα σχέδια για την εξόντωσή του και παραφυλάνε. Οι χριστιανοί όμως κατάφεραν να τον βγάλουν από την πόλη χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, από ένα απόμερο παράθυρο του τείχους, σε νυχτερινή ώρα, αφού τον έβαλαν σε ένα μεγάλο καλάθι και τον κατέβασαν με σχοινιά. Ο Απόστολος Παύλος στα Ιεροσόλυμα τώρα θέλει να απολαύσει ανάμεσα στη δύναμη.
Δύναμη χριστιανικής πίστεως και πηγαία επιθυμία να φωνάξει δυνατά και να κηρύξει όλα αυτά που είδε, να το μάθουν όλοι όσοι πριν από λίγο ήσαν μαζί του πολέμιοι του Χριστού.
Υπάρχουν στιγμές σκληρής δοκιμασίας, γιατί οι χριστιανοί είναι διστακτικοί να τον πιστέψουν, γιατί λίγο καιρό πριν από την μεταστροφή του ο Παύλος παρίστατο στο λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρα Στεφάνου και συγκεκριμένα φύλαγε τα ρούχα του. Να σημειωθεί εδώ ότι για τον Παύλο αυτή η συμμετοχή ήταν μια εφιαλτική ανάμνηση και σε όλη του τη ζωή.
Ζωή, κατηγορούσε τον εαυτό του όσοι βριστεί και διώκτει της εκεί. Στην κρίσιμη εκείνη στιγμή τον πλησιάζει ένας καλός χριστιανός με μεγάλη γενναιοφροσύνη και αυταπάρνηση, ο Βαρνάβας. Κύπριος στην καταγωγή, αναλαμβάνει να βεβαιώσει τους υπόλοιπους χριστιανούς για τη μεταβολή του Παύλου και τον οδηγεί στους Αποστόλους, όπου ο πρώην διώκτης διηγείται τα θαυμαστά γεγονότα που του συνέβησαν ενώ πήγαινε στη Δαμασκό να πολεμήσει τους χριστιανούς.
Σαν ουρανόσταλτη χαρά χαρακτηρίζεται η φιλία του Βαρνάβα εκείνη τη στιγμή. Τον παρουσιάζει στον Πέτρο και στον Ιάκωβο, και ο Παύλος με τη γνωριμία αυτή αναγνωρίζεται ως μέλος της κοινότητάς τους. Αποκτά τόσο θάρρος, ώστε τώρα πια μιλά ανοιχτά, λέγοντάς τους ότι ο Μεσσίας είναι ο Ιησούς Χριστός.
Αλλά και οι Ιουδαίοι δεν έπαψαν ούτε στιγμή να θέλουν και να επιδιώκουν να τον εξοντώσουν. Οι χριστιανοί όμως τον κατέβασαν με μεγάλες προφυλάξεις στην Καισάρεια και από εκεί στην πατρίδα του, την Ταρσό.
Μετά τον λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, ξέσπασε διωγμός εναντίον των χριστιανών και σκόρπισε τους κήρυκες του Ευαγγελίου και έξω από τα Ιεροσόλυμα, σε πολλές πόλεις έως και την Αντιόχεια. Η δύναμη του Θεού ενίσχυε τους κήρυκες του Ευαγγελίου και στην Αντιόχεια έγιναν θαύματα, ώστε να πιστεύουν στον Χριστό κάθε μέρα όλο και πιο πολλές ψυχές.
Γι' αυτό αργότερα έστειλαν από τα Ιεροσόλυμα τον Βαρνάβα προς ενίσχυση των πιστών, και εκείνος με τη σειρά του έφερε στην Αντιόχεια τον Απόστολο Παύλο, τον οποίο χαρακτήρισε πολύ δυνατό και κατάλληλο.
Επιλεγμένοι από το Άγιο Πνεύμα, εν καιρώ νηστείας, ο Βαρνάβας και ο Απόστολος Παύλος αναχωρούν για την Κύπρο. Όπου απ' άκρη σ' άκρη κηρύττουν τον Λόγο του Θεού, πάντα με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος.
Στο ιεραποστολικό αυτό ταξίδι είχαν μαζί τους τον Ιωάννη ως βοηθό, ανεψιό του Βαρνάβα. Οι δύο Απόστολοι δουλέψανε εντατικά από τη Σαλαμίνα, που βρίσκεται στα ανατολικά της Κύπρου, διέτρεξαν όλο το νησί και φτάσανε στα δυτικά παράλια που βρίσκεται η Πάφος.
Διακήρυξαν παντού το κοσμοσωτήριο κήρυγμά τους και φώτισαν πλήθος ψυχών και ανεχώρησαν για άλλα μέρη να προσελκύσουν και άλλους πιστούς. Ο Παύλος και οι συνοδοί του αποπλέουν από την Κύπρο στα μέρη της Παμφυλίας και από εκεί στην Πέργη.
Ο Ιωάννης από εκεί ακολούθησε άλλο δρόμο και επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα. Ο δε Απόστολος Παύλος με τον Βαρνάβα διέσχισαν πολλά χιλιόμετρα και έφτασαν στην Αντιόχεια από όπου ξεκίνησαν το μεγάλο αυτό ταξίδι.
Στην Αντιόχεια μπήκαν κατευθείαν στη συναγωγή και οι αρχισυνάγωγοι δώσανε το λόγο στον Παύλο. Ο Απόστολος Παύλος, γεμάτος θεία φώτιση από το Άγιο Πνεύμα, άρχισε το κήρυγμα. Άρχισε περιληπτικά για την ιστορία του Ισραήλ και τους υπενθύμισε τις ευεργεσίες του Θεού προς τον λαό και την υπόσχεση ότι θα στείλει τον Μεσσία.
Τόνισε δε ότι ο Μεσσίας είναι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος σταυρώθηκε για να τους σώσει από την αμαρτία. Το κήρυγμά του ήταν συγκλονιστικό. Διακήρυξε την Ανάσταση του Χριστού που είναι ο θεμέλιος λίθος της πίστεώς μας.
Ότι ο Σταυρωθείς και Αναστάς Ιησούς είναι η πηγή της σωτηρίας. Κοντά στον Χριστό ο άνθρωπος βρίσκει προορισμό και λύτρωση. Η δραστηριότητα του Παύλου απέδωσε καρπούς γιατί όλος ο λαός έτρεξε με δίψα. Οι Ιουδαίοι όμως, βλέποντας την επιτυχία αυτή, δημιουργούν προβλήματα με διάφορες συκοφαντίες και επιστρατεύουν τα πάντα κατά του Αποστόλου Παύλου.
Τότε ο Παύλος και ο Βαρνάβας τίναξαν τη σκόνη των ποδιών τους και φεύγουν για την πόλη, για το Ικόνιο. Με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος κηρύττουν ακατάπαυστα και πολλοί Ιουδαίοι εγκατέλειψαν την πλάνη και έγιναν χριστιανοί.
Έτσι από το Ικόνιο ο Απόστολος Παύλος και ο Βαρνάβας πηγαίνουν στη Λύστρα και στη Δέρβη, σύμφωνα με την προτροπή του Κυρίου, ο οποίος είπε: αν σας διώχνουν από ένα μέρος, να πηγαίνετε σε άλλο. Στη Λύστρα ο Απόστολος Παύλος άρχισε με πολλή δραστηριότητα το κήρυγμά του και συγκέντρωσε πλήθος λαού.
Μέσα στο πλήθος διέκρινε κάποιον ανάπηρο, ο οποίος είχε την πίστη που χρειαζόταν για να θεραπευθεί. Ο Απόστολος Παύλος με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος τον έκανε καλά, τον σήκωσε και εκείνος περπάτησε για πρώτη φορά στη ζωή του.
Τον συνέλαβαν και ξέσπασαν εναντίον του με λιθοβολισμό και, επειδή τον νόμισαν πεθαμένον, τον έσυραν έξω από την πόλη και τον εγκατέλειψαν. Αλλά ο Παύλος με θεία δύναμη σηκώθηκε υγιής και συνέχισε το έργο που του ανέθεσε ο Θεός.
Περιόδευσαν έπειτα οι δύο Απόστολοι την Πισιδία και την Παμφυλία και κήρυξαν τον Λόγο του Θεού και από εκεί επέστρεψαν ξανά στην Αντιόχεια, στην πόλη από όπου είχαν ξεκινήσει. Στην Αντιόχεια αυτή τη φορά παρέμειναν πολύ καιρό και αφού έφεραν εις πέρας το έργο της σωτηρίας, και ο μεν Βαρνάβας απέπλευσε για την Κύπρο, ο δε Παύλος παίρνει μαζί του τον Σίλα και αναχωρεί για τη δεύτερη αποστολική πορεία.
Περιοδεύει στη Συρία και την Κιλικία και στηρίζει τους πιστούς με τα φλογερά του κηρύγματα. Σε θείο όραμα ο Παύλος προσκαλείται να πάει στη Μακεδονία. Αμέσως ο Παύλος ζήτησε πληροφορίες για πλοίο και ανεχώρησε με τους συνοδούς του.
Την πρώτη ημέρα έφτασε στη Σαμοθράκη και την άλλη μέρα στη Νεάπολη κοντά στη σημερινή Καβάλα και μετά στους Φιλίππους. Η άφιξη του Παύλου και των συνεργατών του στους Φιλίππους πέρασε απαρατήρητη. Στους Φιλίππους υπήρχε μια νεαρή δούλη με πονηρό πνεύμα που ακολουθούσε τους Αποστόλους και τους εμπόδιζε.
Παύλος αγανάχτησε και γυρίζοντας πίσω είπε προς το πονηρό πνεύμα: «Σε διατάζω να βγεις από αυτήν», επικαλούμενος το όνομα του Χριστού. Και οι νεαροί συνέλαβαν λοιπόν τον Παύλο και τον Σύλλα και τους έφεραν μπροστά στους άρχοντες.
Εκεί σέρνονται και ραβδίζονται αγρίως και μετά οδηγούνται στη φυλακή. Ο Θεός όμως φανερώνει εντυπωσιακά τη δύναμή Του με έναν ξαφνικό σεισμό που σαλεύει τα θεμέλια της φυλακής χωρίς να πάθουν το παραμικρό οι φυλακισμένοι.
Όταν ο δεσμοφύλακας διαπίστωσε το θαύμα, τρομοκρατήθηκε. Αναλογίστηκε ότι το θαύμα έγινε για τον Παύλο και τον Σύλλα, γι' αυτό πέφτει στα πόδια τους με δέος και ρωτά με τι τρόπο μπορεί να σωθεί. Και η απάντηση ήταν: «Πίστευσον επί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και σωθήση συ και ο οίκος σου». Αμέσως, χωρίς αναβολή, την ίδια νύχτα ο δεσμοφύλακας και η οικογένειά του βαπτίστηκαν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Την επόμενη μέρα, οι στρατηγοί που είχαν φυλακίσει τους δύο Αποστόλους, από φόβο για επακόλουθα εναντίον τους, παρακάλεσαν τους Αποστόλους να βγουν και να φύγουν από την πόλη. Οι διωγμοί δεν αποθαρρύνουν τον Απόστολο Παύλο και μαζί με τους στενούς συνεργάτες του φτάνει στη Θεσσαλονίκη.
Στη Θεσσαλονίκη κατευθύνεται στη Συναγωγή, όπως συνήθιζε, και επί τρεις εβδομάδες συζητά με τους Ιουδαίους. Παίρνοντας τα θαύματα από τις Γραφές, απεδείκνυε ότι ο Χριστός, σύμφωνα με τα προφητευμένα, έπρεπε να σταυρωθεί και να αναστηθεί για να εκπληρωθούν οι προφητείες.
Αρκετοί από τους Ιουδαίους και πλήθος λαού ακολούθησαν τον Απόστολο Παύλο, πιστεύοντας τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού. Οι δύσκολοι Ιουδαίοι όμως έβλεπαν την επιτυχία αυτή με εχθρότητα, δημιουργώντας θόρυβο και ταραχή εναντίον του, και συκοφαντούν τους χριστιανούς ότι ενεργούν κατά του νόμου του Καίσαρα.
Στη Βέρεια ο Παύλος βρήκε τους Ιουδαίους πιο ευγενείς. Δέχτηκαν το κήρυγμά του χωρίς προκαταλήψεις και φανατισμό. Ερευνούσαν τις Γραφές για να βεβαιωθούν κατά πόσο το κήρυγμα του Παύλου ήταν σύμφωνο με τις προφητείες και πολλοί Ιουδαίοι αποδέχθηκαν τη διδασκαλία του, όπως και πλήθος λαού πίστεψε και βαπτίστηκε.
Οι Ιουδαίοι όμως της Θεσσαλονίκης, όταν έμαθαν ότι στη Βέρεια κηρύσσεται ο λόγος του Θεού και ακολουθεί πολύ πλήθος τον Απόστολο Παύλο, έτρεξαν με φανατισμό και έχθρα να ξεσηκώσουν το λαό κατά του Παύλου.
Οι χριστιανοί όμως που αγάπησαν τον Απόστολο Παύλο φρόντισαν επιδέξια για την ασφάλειά του και τον φυγάδευσαν στην Αθήνα. Καθώς περίμενε τους δυο συνεργάτες του, Σύλλα και Τιμόθεο, στην Αθήνα, ο Απόστολος Παύλος είχε την ευκαιρία να περιηγηθεί την πόλη.
Και αυτό προκάλεσε στον Απόστολο Παύλο ζήλο για εργασία πνευματική, ώστε να βρει τρόπο να φύγουν οι Αθηναίοι από την πλάνη και να αγκαλιάσουν την αλήθεια. Οι Αθηναίοι πλησίαζαν τον Απόστολο Παύλο και συζητούσαν με ενδιαφέρον μαζί του και έβλεπαν πως έφερνε κάποιο μήνυμα και θέλησαν να του δώσουν την ευκαιρία να μιλήσει ξεκάθαρα τι σήμαινε η διδασκαλία του, γι' αυτό τον οδήγησαν στον Άρειο Πάγο, που ήταν κατάλληλος τόπος για συνεδριάσεις.
Άντρες Αθηναίοι, σας βλέπω σαν τους πιο ευλαβείς από τους άλλους ανθρώπους, γιατί καθώς περπατούσα στην πόλη σας και έβλεπα τα ιερά που λατρεύετε, βρήκα και έναν βωμό με την επιγραφή «Τω Αγνώστω Θεώ».
Αυτόν τον άγνωστο σε εσάς Θεό ήλθα να σας κηρύξω και είναι πολύ κοντά μας ο Θεός. Διότι μέσα σ' αυτόν, μέσα στη Θεία Παρουσία Του, ζούμε και κινούμεθα. Οι άνθρωποι που από άγνοια λατρεύουν τα άψυχα είδωλα και ασεβούν στο Δημιουργό, τους παραγγέλλει ο Θεός να εγκαταλείψουν την πλάνη και να πιστέψουν στον ένα αληθινό Θεό.
Ο Δημιουργός Θεός έκανε από ένα αίμα, από το ζεύγος των πρωτοπλάστων, όλα τα έθνη. Είμαστε το γένος του Θεού, πλασμένοι κατ' εικόνα και ομοίωσή Του. Καλούνται όλοι οι άνθρωποι να πιστέψουν στον ένα και αληθινό Θεό.
Πρέπει λοιπόν όλοι να μετανοήσουμε, διότι ο Θεός όρισε ημέρα κρίσεως. Η κρίση του κόσμου θα γίνει με άντρα που όρισε ο Θεός και ως απόδειξη ότι θα είναι εκείνος ο Κριτής έδωσε το μεγαλειώδες γεγονός της Αναστάσεώς Του.
Αυτό είναι μια απόδειξη αμετάβλητη για την Ανάσταση όλων μας. Στα τελευταία αυτά λόγια του Αποστόλου Παύλου για Ανάσταση νεκρών, οι Αθηναίοι τα χάσανε και τον περιγελούσαν.
Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, που έγινε ο πρώτος επίσκοπος της Χριστιανικής Εκκλησίας των Αθηνών, και μια γυναίκα, η Δάμαρις. Στην Κόρινθο ο Παύλος βρήκε δύο νέους συνεργάτες, τον Ακίλα και την Πρίσκιλα.
Φτάσανε και από τη Μακεδονία ο Τιμόθεος και ο Σύλλας και όλοι μαζί εργάζονται εντατικά. Η μεγάλη του δίψα να δει την πίστη του Χριστού να απλώνεται παντού του έδινε δύναμη, αλλά οι Ιουδαίοι αντιδρούσαν.
Ο Απόστολος Παύλος όμως ασταμάτητα εκήρυττε και το φλογερό του κήρυγμα έσωσε πολλούς Κορινθίους που διψούσαν για λύτρωση και σωτηρία. Οι Ιουδαίοι αυτή τη φορά με πιο μεγάλο φανατισμό φέρανε τον Απόστολο Παύλο ενώπιον των δικαστών, μπροστά στη δικαστική έδρα του Γαλλίωνος.
Η κατηγορία ήταν ότι ο Απόστολος Παύλος παρασύρει τους ανθρώπους να λατρεύουν το Θεό με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που λέγει ο νόμος του Μωυσέως. Απέτυχαν όμως, γιατί ο Γαλλίων τον αθώωσε. Μετά από τα γεγονότα αυτά στην Κόρινθο, ο Απόστολος Παύλος αποχαιρέτησε τους αδελφούς χριστιανούς και έφυγε με πλοίο για τη Συρία.
Μαζί του ανεχώρησαν, εκτός από τη συνοδεία του, ο Ακύλας και η Πρίσκυλα και, ενώ το ταξίδι ήταν για τη Συρία, άγνωστο γιατί, αποβιβάστηκαν στην Έφεσο. Εκεί ο Απόστολος Παύλος πήγε στη Συναγωγή, μίλησε με τους Ιουδαίους και, αφού αποχαιρέτησε τους Χριστιανούς, συνέχισε το ταξίδι του αφήνοντας εκεί τον Ακίλα και την Πρίσκυλα και έφτασε τελικά στην Αντιόχεια. Έτσι τελείωσε και η δεύτερη πορεία.
Από την Αντιόχεια ο Απόστολος Παύλος περιοδεύει τη Γαλατική και τη Φρυγία για να στηρίξει τους εκεί πιστούς και συνεχίζει προς τα βορειότερα μέρη της Μικράς Ασίας και έπειτα κατεβαίνει στην Έφεσον. Εκεί ο Απόστολος Παύλος ξεχώρισε όσους πίστεψαν και κήρυττε επί καθημερινής βάσεως σε μια σχολή ρητορικής που του παρεχώρησαν Έλληνες δάσκαλοι.
Έτσι η εξάπλωση του χριστιανισμού ήταν ταχύτατη και έμεινε εκεί δύο χρόνια. Στην Έφεσο ο Απόστολος Παύλος αποχαιρετά τους μαθητάς του και αναχωρεί και φτάνει στη Θεσσαλονίκη. Εδώ απευθύνει βαρυσήμαντο λόγο και πλήθος λαού πιστεύει και βαπτίζεται.
Απόδειξη των πολλών ομιλιών του στη Θεσσαλονίκη μένει μια πέτρα ενσωματωμένη στο δεξιό μέρος του δαπέδου, στο ναό της Μονής των Βλατάδων, κοντά από τη Θεσσαλονίκη. Αφού αποχαιρέτησε τους μαθητάς του, επισκέπτεται τους Φιλίππους, τη Βέρεια και πολλές πόλεις και μιλάει συνεχώς και ακούραστα ενισχύοντας τους πιστούς.
Μετά κατεβαίνει στην Κόρινθο και μένει εκεί τρεις μήνες. Από την Κόρινθο ανεχώρησε για τα Ιεροσόλυμα. Πρώτα στην Τροάδα, μετά στη Μίλητο, μετά το κήρυγμα προσευχήθηκε μαζί με τους Πρεσβυτέρους και τους αποχαιρέτησε.
Με θαλασσινό ταξίδι ο Απόστολος Παύλος και οι συνεργάτες του πηγαίνουν στην Καισάρεια για τρίτη φορά και τους φιλοξενεί ο Φίλιππος. Πριν προλάβουν να περάσουν 7 ημέρες, οι Ιουδαίοι προκάλεσαν ταραχή κατηγορώντας τον ως καταλύτη του Μωσαϊκού νόμου και ο Ρωμαίος Χιλίαρχος διέταξε να τον πάνε στο στρατόπεδο και να τον μαστιγώσουν.
Ο Απόστολος Παύλος ρώτησε το χιλίαρχο: «Επιτρέπετε να μαστιγώνεις Ρωμαίο πολίτη, χωρίς να έχει προηγουμένως προσαχθεί σε δίκη;» Θα σημειώσουμε εδώ ότι υπήρχε νόμος που επέβαλε αυστηρές τιμωρίες στους άρχοντες που θα τιμωρούσαν χωρίς απολογία οποιονδήποτε Ρωμαίο πολίτη.
Ο Χιλίαρχος του έλυσε τα χέρια και του επέτρεψε να μιλήσει στο πλήθος. Μόλις άρχισε το φλογερό του κήρυγμα, εκείνοι δημιούργησαν θόρυβο και ταραχή και ρίχτηκαν πάνω του. Τότε ο Χιλίαρχος φοβήθηκε για τη ζωή του Αποστόλου Παύλου και τον ανέβασε για ασφάλεια στο στρατόπεδο.
Την ίδια νύχτα παρουσιάζεται στον Απόστολο Παύλο ο Κύριος Ιησούς Χριστός και του λέγει ότι θα φτάσει σώος στη Ρώμη. Η είδηση αυτή του έδωσε πολύ θάρρος γιατί ήθελε πολύ να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Την άλλη μέρα ο Χιλίαρχος, κατ' οικονομίαν Θεού, με μια επιστολή και με μεγάλη στρατιωτική δύναμη έστειλε τον Παύλο στην Καισάρεια και τον παρέδωσαν στον ηγεμόνα Φήλικα. Στην επιστολή έγραφε ότι ο άνδρας αυτός συνελήφθη από τους Ιουδαίους και επρόκειτο να φονευθεί. Δεν βρίσκω όμως καμιά κατηγορία.
Έτσι επραγματοποιείτο εκείνο που είπε ο Ιησούς για τους μαθητές και πιστούς του. Επί ηγεμόνων και βασιλέων σταθήσεσθε ένεκεν εμού εις μαρτύριον. Ούτε και ο ηγεμόνας Φήλιξ βρήκε κάποια κατηγορία για τον Παύλο, αλλά τον κράτησε δέσμιο δύο χρόνια και δέσμιο τον άφησε στον διάδοχό του Φήστο.
Και ο Φήστος, αφού εξέτασε τον Απόστολο Παύλο, ούτε και αυτός βρήκε κάποια κατηγορία, αλλά επειδή ο Παύλος ήταν Ρωμαίος πολίτης και είχε επικαλεστεί τον Καίσαρα, τον έστειλε δέσμιο με άλλους φυλακισμένους στη Ρώμη, με τη συνοδεία κάποιου εκατόνταρχου. Έπλευσε από τη Μικρασιατική ακτή απέναντι από τη Λέσβο και έφθασε στη Σιδώνα.
Εκεί ο πλοίαρχος άφησε ελεύθερο τον Παύλο να μιλήσει για το Ευαγγέλιο, δείχνοντας άψογη συμπεριφορά και σεβασμό στον Απόστολο των Εθνών και του συνοδού. Με την αναχώρηση από τη Σιδώνα βρήκαν αντίθετους ανέμους και το ταξίδι έγινε επικίνδυνο.
Το πλοίο έμεινε ακυβέρνητο. Ο Απόστολος Παύλος όμως παίρνει μήνυμα δι' αγγέλου ότι θα σωθούν και τους αναγγέλλει τα ευχάριστα. Την άλλη μέρα, όταν ξημέρωσε, είδαν μπροστά τους μια ακρογιαλιά και αφού βούτηξαν στη θάλασσα βγήκαν όλοι σώοι από αυτή και έμαθαν ότι η γη αυτή ήταν η Μελίτη, η σημερινή Μάλτα.
Μόλις οι ναυαγοί βγήκαν στην ακρογιαλιά, μαζέψανε ξύλα και άναψαν φωτιές να στεγνώσουν και να ζεσταθούν. Ο Απόστολος Παύλος, καθώς έριχνε φρύγανα στη φωτιά, τον δάγκωσε ένα φίδι και όλοι πιστέψανε πως θα πεθάνει.
Εκείνος όμως δεν έπαθε το παραμικρό. Έμειναν εκεί τρεις μήνες και οι νησιώτες τους περιποιήθηκαν προσφέροντάς τους στέγη και τρόφιμα. Όταν έφτιαξε ο καιρός, όλοι οι ναυαγοί φύγανε με αλεξανδρινό καράβι για τη Ρώμη.
Η Εκκλησία της Ρώμης έκανε μεγάλη υποδοχή στον Απόστολο Παύλο. Όλοι οι χριστιανοί που είχαν διαβάσει την προς Ρωμαίους επιστολή που τους είχε στείλει παλαιότερα ο Απόστολος Παύλος, έτρεξαν τώρα να τον προϋπαντήσουν και ο Παύλος ευχαρίστησε τον Θεό γιατί εκπληρώθηκε η μεγάλη του επιθυμία να δει τους χριστιανούς της Ρώμης.
Ο εκατόνταρχος παρέδωσε τους υποδίκους στο στρατόπεδο και στον Παύλο δόθηκε η άδεια να μείνει μόνος του φρουρούμενος από έναν στρατιώτη. Ο Απόστολος Παύλος κάλεσε τους προκρίτους των Ιουδαίων και τους μίλησε για τον εαυτό του.
Αδελφοί, χωρίς να κάνω τίποτε εναντίον του λαού, παραδόθηκα δεμένος από τα Ιεροσόλυμα στα χέρια των Ρωμαίων, οι οποίοι με έκριναν αθώο. Επειδή όμως οι Ιουδαίοι υποστήριζαν τα αντίθετα, αναγκάστηκα να επικαλεστώ τον Καίσαρα για να υποστηρίξω τον εαυτό μου.
Μένω δεμένος στην αλυσίδα, επειδή μένω σταθερός στην πίστη μου. Στη Ρώμη έμεινε ο Απόστολος Παύλος δύο χρόνια σε νοικιασμένο σπίτι. Στο σπίτι αυτό εργαζόταν ως σκηνοποιός για τα έξοδά του και κήρυττε τον λόγο του Θεού σε πολλούς πιστούς που κατέφταναν εκεί για να τον ακούσουν και να προσευχηθούν μαζί του.
Και παρότι το σπίτι ήταν φρουρούμενο, κυριαρχούσε ένας αέρας ειρήνης και η φυλάκισή του τελείωσε το καλοκαίρι του 63 μετά Χριστό με αθωτική απόφαση. Η επίσημη Ρώμη αναγνώρισε ότι ο χριστιανισμός δεν ήταν έγκλημα και ένα πρωινό τον επισκέφθηκε ο εκατόνταρχος και του είπε ότι ο Αυτοκράτορας αναστέλλει την ποινική του δίωξη και είναι ελεύθερος.
Ο Παύλος πήρε τον Τίτο μαζί του και πήγε στην Κρήτη, όπου οργάνωσε την εκκλησία, και αφήνοντας εκεί τον Τίτο έφυγε στην Κόρινθο, μετά στην Έφεσο, όπου άφησε τον Τιμόθεο, και τέλος ήρθε στην Τροάδα και από εκεί στη Μακεδονία.
Το φθινόπωρο του 66 μετά Χριστό, με το Λουκά και μια ομάδα φίλων πήγαν στη Νικόπολη, από όπου έγραψε επιστολή στον Τίτο να αφήσει αντικαταστάτη στην Κρήτη και να έρθει στη Νικόπολη, όπως και έγινε, και πέρασε μαζί του το χειμώνα.
Πότε και πού έπιασαν τον Απόστολο Παύλο δεν γνωρίζουμε. Με δική του πρωτοβουλία ο Απόστολος Παύλος την άνοιξη του 67 μετά Χριστό ήρθε στη Ρώμη και εργάστηκε για την ανοικοδόμηση της εκκλησίας και το σπίτι που έμεινε ήταν κοντά στο νησάκι Τιβέριος.
Σε αυτή τη θέση σήμερα βρίσκεται το εκκλησάκι Σαν Πάολο. Σε αυτό το μέρος έπιασε τον Απόστολο Παύλο, κατά την παράδοση, η ρωμαϊκή αστυνομία γιατί τον θεωρούσε ύποπτο αρχηγό αιρέσεως. Στη δεύτερη φυλάκιση ο Απόστολος Παύλος ήταν σε χειρότερη θέση από την πρώτη.
Ήταν αλυσοδεμένος σαν κακούργος και δεν είχε ούτε φως στη φυλακή. Η υγεία του, όσο προχωρούσε η ηλικία του, παρουσίαζε πιο πολλά προβλήματα. Εγγραφή της Επιστολής της Αιχμαλωσίας. Οι πιο στενοί του φίλοι τον επισκέπτονται με μεγάλη προφύλαξη. Με πόνο ο Παύλος αναφέρει την εγκατάλειψη των στενών φίλων του.
Μόνο ο Λουκάς παραμένει κοντά του και ένας χριστιανός από την Έφεσο, ο Ονησιφόρος, ο οποίος έψαξε πολλές φυλακές. Η πρώτη δίκη απολογήθηκε μόνος του, αλλά η δίκη ανεβλήθη. Η δεύτερη δίκη έγινε το φθινόπωρο του 67 μετά Χριστό και ο Παύλος γνώριζε ότι θα τελειώσει η ζωή του αυτή και θα εισέλθει στην Επουράνια Βασιλεία.
Σε μια επιστολή του έγραψε μια φράση που μοιάζει με επιγραφή για την πλάκα του τάφου του. Εγώ γαρ ήδη σπένδομαι, και ο καιρός της εμής αναλύσεως εφέστηκεν. Παρουσιάζει την εικόνα του αθλητού που αγωνίστηκε μέσα στο στάδιο. Στη δεύτερη δίκη καταδικάζεται σε θάνατο.
Ένα πρωί λοιπόν ο Παύλος οδηγήθηκε από ραβδούχους εκτελεστές σε ένα ερημικό μέρος και με δεμένα τα χέρια γυρίζει προς την Ανατολή και προσεύχεται μεγαλόφωνα και στο σημείο αυτό έπεσε διά ξίφους το κεφάλι του κατά γης.
Με αυτό λοιπόν το φρικτό μαρτύριο άφησε την επίγεια ζωή ο Απόστολος Παύλος που ήταν μια πολύ μεγάλη μορφή, ένας θεόπνευστος θεολόγος που φιλοσόφησε πάνω στα σχέδια του Θεού για τη δική μας σωτηρία. Ιδού γέγονεν καινά τα πάντα. Αυτό είναι το μήνυμα που άφησε στους σημερινούς ανθρώπους και αυτό είναι το σύνθημα του σύγχρονου χριστιανικού κηρύγματος.
Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 91 παράγραφοι
Jesus Christ Himself chose him. After the overwhelming miracle on the road to Damascus, he was called a chosen vessel and the Apostle to the Nations. Filled with the power of the Holy Spirit, he set out to the ends of the known world, proclaiming the salvation of the world through four arduous journeys.
His purpose was to bring the Gospel to the nations. His voice rang out like a trumpet, sowing the seed of Christ’s love and announcing a new world. Through his fiery preaching, he planted faith in Christ deep in people’s hearts.
His Hebrew name was Saul, and in Greek it was Saulos. From his first journey onward, however, he used his Latin name, Paul, because a Roman name would help him bring the Gospel to the Greek and Roman world.
Paul faced persecution, humiliation, and shipwrecks, but they never broke him. Instead, they gave him strength. His message became ever more redemptive and enduring, touching every part of human life. Paul embodied human nature at its most heroic, and he left behind fourteen epistles.
So let us also try, with prayer and humility, to follow in his footsteps. When we have passed through the storms of life, may we gain the eternal Kingdom of God, where the everlasting joy of Paradise reigns.
As we know, the Evangelist Luke first wrote the Gospel according to Luke, recounting the life, the Crucifixion, and the Resurrection of the Lord. He then wrote the Acts of the Apostles. This sacred book tells us much of what the Apostles did to establish and spread the Church.
Most of Acts, however, tells of the work of the two foremost Apostles, Peter and Paul. It tells us more about the Apostle Paul, because Luke accompanied him on his apostolic journeys and wrote about what he saw.
Let us look, then, at the life of the Apostle Paul. He came from Tarsus in Cilicia, and his parents were Israelites of the tribe of Benjamin. He began his studies in his native city.
He was educated in Greek and Hebrew, then continued his studies in Jerusalem under the wise teacher Gamaliel. He also learned the trade of tentmaking and earned his living by it. He belonged to the religious party of the Pharisees, whose hallmark was hypocrisy.
He was steeped in hatred for Christ and His followers, and lived with that hatred in his heart.
Those feelings drove him to act on them, and one day led him from Jerusalem to Damascus to persecute the Christians.
With fierce intent and a troubled soul, Paul went to the high priest in Jerusalem. The high priest and the council held some authority over Jews living beyond Judea. Paul asked for letters to the synagogues in Damascus, so that if he found people there who believed in Christ, he could bring them bound to Jerusalem.
Before he could carry out his plan, divine providence called him in a miraculous way to become a preacher of the Gospel instead of a fierce persecutor of Christ. As he approached Damascus, an overwhelming miracle took place.
A blinding light from heaven shone around him, and he heard a thunderous voice. Filled with fear and amazement, Paul asked, “Who are You, Lord?” The answer shook him: “I am Jesus Christ, whom you are persecuting. But get up and go into the city. There you will learn what you must do.”
His companions then led him into the city, where he remained blind for three days and ate nothing. There Ananias came to him, sent by Jesus Christ. Ananias was one of the Lord’s seventy disciples.
Ananias laid his hands on Paul’s head and face and said, “The Lord has sent me to tell you that you will regain your sight. Your soul will also be filled with the Holy Spirit, and you will receive His gifts.” And the miracle took place.
His bodily sight returned. Then, after receiving the light he could see, he received spiritual light as well: Ananias baptized him in the name of the Father, and of the Son, and of the Holy Spirit. The former persecutor of Christ soon became a fiery preacher of the Gospel.
It did not take long for the Lord’s words to be fulfilled. When He told Ananias to go to Paul and restore his sight, He said, “Go, for he is a chosen vessel of Mine, to bear My name before the nations and kings and the children of Israel.”
So Paul went on preaching and spreading Christianity through danger and hardship. He spent some time in Arabia, then returned to Damascus. Once he had taught hatred of Christ and His followers in the synagogues; now he preached Christ with fire.
The Jewish synagogues soon rose against him, alarmed by the effect of his words in support of Christ.
They even plot to kill him and lie in wait. But the Christians manage to get him out of the city unnoticed. At night, they place him in a large basket and lower him by ropes through a secluded window in the city wall. Now in Jerusalem, the Apostle Paul wants to enjoy a peaceful, quiet life among the followers of Christ.
He was filled with the strength of Christian faith and a deep desire to proclaim all he had seen, so that everyone who had so recently opposed Christ alongside him would hear of it.
There are moments of painful trial, because the Christians hesitate to believe Paul. Only a short time before his conversion, he had been present at the stoning of Stephen, the first martyr, and had even watched over the clothes. For Paul, his part in that event was a haunting memory for the rest of his life.
He reproached himself for having insulted and persecuted the Christians there. At that critical moment, a good Christian named Barnabas came to him with great generosity and selflessness. Barnabas was from Cyprus. He assured the other Christians that Paul had changed and brought him to the Apostles. There, the former persecutor told them of the wondrous things that had happened to him on his way to Damascus, where he had intended to fight the Christians.
At that moment, Barnabas’s friendship is described as a joy sent from heaven. Barnabas introduces Paul to Peter and James, and through that meeting Paul is welcomed into their community. He gains the courage to speak openly, telling them that the Messiah is Jesus Christ.
But the Jews never ceased trying to destroy him. The Christians took great care to bring him down to Caesarea, and from there he went to his hometown of Tarsus.
After the stoning of Stephen, the first martyr, persecution broke out against the Christians. Those who preached the Gospel were scattered beyond Jerusalem, to many cities, even as far as Antioch. God’s power strengthened them, and miracles took place in Antioch. Every day, more and more people came to believe in Christ.
So later, the Christians in Jerusalem sent Barnabas to strengthen the believers there. Barnabas, in turn, brought the Apostle Paul to Antioch, recognizing that he was well suited to the work.
Chosen by the Holy Spirit during a time of fasting, Barnabas and the Apostle Paul set out for Cyprus. From one end of the island to the other, they preached the Word of God, always guided by the Holy Spirit.
On this missionary journey, they had John, Barnabas’s nephew, with them as a helper. The two Apostles worked tirelessly. Starting at Salamis in eastern Cyprus, they crossed the whole island and reached Paphos on the western coast.
Everywhere they went, they proclaimed their message of salvation to the world and brought light to many souls. Then they left to bring others to the faith. Paul and his companions sailed from Cyprus to Pamphylia, and from there went to Perga.
From there, John took another route and returned to Jerusalem. The Apostle Paul and Barnabas traveled many miles and reached Antioch, the city from which they had begun this great journey.
In Antioch, they went straight into the synagogue, where its leaders invited Paul to speak. Filled with divine illumination from the Holy Spirit, the Apostle Paul began to preach. He briefly recounted the history of Israel, reminding them of all God had done for His people and of His promise to send the Messiah.
He stressed that the Messiah is Jesus Christ, who was crucified to save them from sin. His preaching deeply moved those who heard it. He proclaimed the Resurrection of Christ, the cornerstone of our faith.
He proclaimed that the crucified and risen Jesus is the source of salvation. In Christ, a person finds purpose and redemption. Paul’s work bore fruit, and the people flocked to hear him. But when the Jews saw his success, they stirred up trouble with slanders and used every means they could against the Apostle Paul.
Then Paul and Barnabas shook the dust from their feet and left for Iconium. With the help of the Holy Spirit, they preached without ceasing, and many Jews turned from their error and became Christians.
From Iconium, the Apostle Paul and Barnabas went to Lystra and Derbe, following the Lord’s instruction: if you are persecuted in one place, go to another. In Lystra, the Apostle Paul preached with great energy and drew a large crowd.
In the crowd, he noticed a man who could not walk and who had the faith needed to be healed. With the help of the Holy Spirit, the Apostle Paul healed him. The man rose and walked for the first time in his life.
They seized Paul and stoned him. Thinking he was dead, they dragged him outside the city and left him there. But by divine power Paul rose, unharmed, and continued the work God had entrusted to him.
The two Apostles then traveled through Pisidia and Pamphylia, preaching the Word of God. From there they returned to Antioch, the city where they had begun. This time they stayed in Antioch for a long while. When they had completed their work of bringing people to salvation, Barnabas sailed for Cyprus, while Paul took Silas with him and set out on his second missionary journey.
Paul traveled through Syria and Cilicia, strengthening the believers with his fervent preaching. In a divine vision, he was called to go to Macedonia. At once, Paul sought passage on a ship and departed with his companions.
They reached Samothrace on the first day, Neapolis, near present-day Kavala, on the next, and then Philippi. Paul and his coworkers arrived in Philippi without attracting notice. There, a young slave girl with an evil spirit followed the Apostles and hindered them.
Paul grew indignant. Turning to the evil spirit, he commanded it in the name of Christ: “Come out of her.” The men then seized Paul and Silas and brought them before the authorities.
There Paul and Silas were dragged away, beaten savagely with rods, and then taken to prison. But God showed His power in a striking way: a sudden earthquake shook the prison’s foundations, yet none of the prisoners was harmed.
When the jailer saw this miracle, he was terrified. Realizing it had happened for Paul and Silas, he fell at their feet in awe and asked how he could be saved. They answered, “Believe in the Lord Jesus Christ, and you and your household will be saved.” Without delay, that very night, the jailer and his family were baptized in the name of the Father, and of the Son, and of the Holy Spirit.
The next day, the officials who had imprisoned the two Apostles feared the consequences and asked them to leave the city. Persecution did not discourage the Apostle Paul. With his close companions, he made his way to Thessalonica.
In Thessalonica, Paul went to the synagogue, as was his custom, and spoke with the Jews for three weeks. Drawing on the Scriptures, he showed that, as the prophets had foretold, Christ had to be crucified and rise again to fulfill their prophecies.
Several Jews and many others followed the Apostle Paul, coming to believe in the Crucifixion and the Resurrection of Christ. But some hostile Jews resented his success. They stirred up a disturbance and accused the Christians of acting against Caesar’s law.
In Berea, Paul found the Jews more open-minded. They received his preaching without prejudice or fanaticism and searched the Scriptures to see whether it agreed with the prophecies. Many Jews accepted his teaching, and many others believed and were baptized.
But when the Jews of Thessalonica heard that the word of God was being preached in Berea and that great crowds were following the Apostle Paul, they hurried there in hostility and stirred up the people against him.
The Christians who had come to love the Apostle Paul took care to keep him safe and helped him escape to Athens. While he waited there for his two companions, Silas and Timothy, Paul had an opportunity to walk through the city.
What he saw stirred in him a zeal to help the Athenians leave their error behind and embrace the truth. People came up to Paul and spoke with him eagerly. Sensing that he brought a message, they wanted to hear him explain his teaching plainly, so they led him to the Areopagus, a place where people gathered for discussion.
“Men of Athens, I see that you are more devout than other people. As I walked through your city and looked at the places where you worship, I found an altar inscribed, ‘To the Unknown God.’”
“It is this God, unknown to you, whom I have come to proclaim. God is very near to us, for in Him, in His divine presence, we live and move. God calls those who worship lifeless idols in ignorance and dishonor their Creator to turn from error and believe in the one true God.”
God the Creator made every nation from one blood, from the first human pair. We are God’s offspring, made in His image and likeness. All people are called to believe in the one true God.
So we must all repent, for God has appointed a day of judgment. He will judge the world through the man He has chosen, and as proof that this man will be the Judge, God gave the great sign of His Resurrection.
This is an unshakable assurance that we too will rise. But when the Apostle Paul spoke these last words about the resurrection of the dead, the Athenians were taken aback and mocked him.
Among those who believed were Dionysius the Areopagite, who became the first bishop of the Church in Athens, and a woman named Damaris. In Corinth, Paul found two new companions, Aquila and Priscilla.
Timothy and Silas also arrived from Macedonia, and together they worked tirelessly. Paul’s deep longing to see faith in Christ spread everywhere gave him strength, though the Jews opposed him.
The Apostle Paul kept preaching, and his fervent words brought salvation to many Corinthians who longed for deliverance. This time the Jews opposed him with even greater zeal and brought him before the judges, to the judgment seat of Gallio.
They accused the Apostle Paul of persuading people to worship God in a way contrary to the law of Moses. But their case failed, for Gallio acquitted him. After these events in Corinth, Paul said farewell to his fellow Christians and sailed for Syria.
Aquila and Priscilla traveled with him and his companions. Although they were bound for Syria, they disembarked at Ephesus, for reasons we do not know. There Paul went to the synagogue and spoke with the Jews. Then he said farewell to the Christians, left Aquila and Priscilla there, and continued on to Antioch. So his second missionary journey came to an end.
From Antioch, the Apostle Paul traveled through Galatia and Phrygia to strengthen the believers there. He continued into the northern parts of Asia Minor, then went down to Ephesus. There he gathered those who had come to believe and preached every day in a school of rhetoric that Greek teachers had made available to him.
So Christianity spread very quickly, and Paul remained there for two years. In Ephesus, the Apostle Paul said farewell to his disciples and set out for Thessalonica. There he gave an important address, and many people believed and were baptized.
A stone set into the right side of the floor of the church at Vlatadon Monastery, near Thessalonica, remains as a witness to the many times he spoke there. After saying farewell to his disciples, he visited Philippi, Berea, and many other cities, speaking tirelessly and strengthening the faithful.
Then he went down to Corinth and stayed for three months. From Corinth he set out for Jerusalem, stopping first at Troas and then at Miletus. After preaching there, he prayed with the elders and said farewell to them.
The Apostle Paul and his companions traveled by sea to Caesarea for a third time, where Philip welcomed them into his home. Before seven days had passed, the Jews stirred up a disturbance, accusing Paul of undermining the Law of Moses. The Roman commander ordered him taken to the barracks and flogged.
The Apostle Paul asked the commander, “Is it lawful for you to flog a Roman citizen who has not been brought to trial?” We should note here that the law imposed severe penalties on officials who punished a Roman citizen without giving him a chance to defend himself.
The commander had Paul’s hands untied and allowed him to speak to the crowd. But as soon as he began his fervent preaching, they raised an uproar and rushed at him. Fearing for the Apostle Paul’s life, the commander took him back up to the barracks for safety.
That same night, the Lord Jesus Christ appeared to the Apostle Paul and told him he would reach Rome safely. This gave Paul great courage, for he had long wanted to preach the Gospel in the capital of the Roman Empire.
The next day, by God’s providence, the commander sent Paul to Caesarea with a letter and a large military escort. They handed him over to the governor Felix. The letter said that the Jews had seized this man and were about to kill him, but that the commander had found no charge against him.
In this way, what Jesus had said to his disciples and followers was coming to pass: “You will stand before governors and kings for my sake, to bear witness.” Governor Felix also found no charge against Paul, yet he kept him in custody for two years and left him a prisoner for his successor, Festus.
Festus also examined the Apostle Paul and found no charge against him. But because Paul was a Roman citizen and had appealed to Caesar, Festus sent him as a prisoner to Rome with other prisoners, under the guard of a centurion. They sailed from the coast of Asia Minor opposite Lesbos and arrived at Sidon.
There the ship’s captain gave Paul the freedom to speak about the Gospel, treating the Apostle to the Gentiles and his companion with great respect. After they left Sidon, they met contrary winds, and the voyage became dangerous.
The ship was left adrift. But the Apostle Paul received a message through an angel that they would be saved, and he shared the good news with everyone. At daybreak the next morning, they saw a beach ahead. They went into the sea and all reached shore safely. Then they learned that the island was Melite, present-day Malta.
As soon as the shipwrecked travelers reached the shore, they gathered wood and lit fires to dry themselves and get warm. While the Apostle Paul was putting brushwood on the fire, a snake bit him, and everyone thought he would die.
But he suffered no harm at all. They stayed there for three months, and the islanders cared for them, giving them shelter and food. When the weather improved, all the survivors left for Rome on an Alexandrian ship.
The Church in Rome gave the Apostle Paul a warm welcome. The Christians there had read the letter he had sent them earlier, and now they hurried out to meet him. Paul gave thanks to God, for his deep wish to see the Christians of Rome had been fulfilled.
The centurion handed the prisoners over at the barracks, but Paul was given permission to live on his own, guarded by a soldier. The Apostle Paul called together the leading Jews and explained his situation to them.
“Brothers, though I had done nothing against our people, I was handed over in chains from Jerusalem to the Romans, who judged me innocent. But because the Jews objected, I was forced to appeal to Caesar in order to defend myself.”
“I remain in chains because I stand firm in my faith.” The Apostle Paul spent two years in Rome in a rented house. There he made tents to pay his expenses and preached the word of God to the many believers who came to hear him and pray with him.
Although the house was guarded, an atmosphere of peace prevailed. His imprisonment ended in the summer of AD 63 with a decision to acquit him. The Roman authorities recognized that Christianity was not a crime, and one morning the centurion came to tell him that the emperor had ended the prosecution and he was free.
Paul took Titus with him to Crete, where he organized the Church. He left Titus there and went to Corinth, then to Ephesus, where he left Timothy. Finally, he came to Troas and from there went on to Macedonia.
In the autumn of AD 66, Paul went to Nicopolis with Luke and a group of friends. From there he wrote to Titus, asking him to appoint someone to take his place in Crete and come to Nicopolis. Titus did so, and they spent the winter together.
We do not know when or where the Apostle Paul was arrested. In the spring of AD 67, Paul returned to Rome on his own initiative and worked to rebuild the Church there. He stayed in a house near Tiber Island.
The little church of San Paolo stands on that site today. According to tradition, the Roman authorities arrested the Apostle Paul there because they suspected him of leading a sect. His second imprisonment was harsher than the first.
He was chained like a criminal, and there was not even light in his cell. As he grew older, his health gave him more trouble. He wrote an epistle from captivity. His closest friends visited him with great caution. Paul spoke with sorrow of how his close friends had abandoned him.
Only Luke remained near him, along with Onesiphorus, a Christian from Ephesus who searched through many prisons to find him. At his first trial, Paul defended himself alone, but the case was postponed. His second trial took place in the autumn of AD 67, and Paul knew that his earthly life was coming to an end and that he would enter the Heavenly Kingdom.
In one of his letters, he wrote words that could have been inscribed on his gravestone: “For I am already being poured out as a drink offering, and the time of my departure is at hand.” He pictured himself as an athlete who had competed in the stadium. At his second trial, he was sentenced to death.
One morning, Paul was led by the executioners to a deserted place. With his hands bound, he turned toward the East and prayed aloud. There, his head fell to the ground beneath the sword.
Through this terrible martyrdom, the Apostle Paul departed this earthly life. He was a towering figure, a theologian inspired by God who reflected deeply on God’s plan for our salvation. “Behold, all things have become new.” That is the message he left for people today, and it is the watchword of Christian preaching in our time.