Ο Προφήτης Ηλίας
Ο Ηλίας έζησε ασκητικά και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος επαίνεσε τη σοφία και τον ζήλο του για τον Θεό. Αντιμετώπισε την απιστία του βασιλιά Αχαάβ και προανήγγειλε ανομβρία που θα τελείωνε μόνο με τον λόγο του.
Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown author · Public domain
Διαβάστε τον βίο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.
Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 39 παράγραφοι
Αν και ο Προφήτης Ηλίας συγκαταλέγεται μεταξύ των σπουδαιότερων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, επειδή έζησε κατά τον ένατο αιώνα, δεν άφησε γραπτά κείμενα. Όμως τα σχετικά με την καταγωγή και τη δράση του μας είναι γνωστά, έχουν δε ως εξής.
Πατέρας του ήταν ο Σοβάκ. Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είδε σε οπτασία άντρες λευκοφορεμένους να δίνουν στο βρέφος, το οποίο στα εβραϊκά έχει τη σημασία του Θεού, να το σπαργανώνουν με φωτιά και να του δίνουν να φάει επίσης με φωτιά.
Η οπτασία, όπως του εξήγησαν οι ιερείς, σήμαινε ότι η κατοίκηση του τέκνου θα είναι φως, ο λόγος του απόφαση, η ζωή του κατά Κύριον και ο ζήλος του θα φανεί ευάρεστος εις τον Θεό και θέλει κρίνη τον Ισραήλ δια πυρός και μαχαίρας.
Οι αγιογραφικές πληροφορίες για τον προφήτη Ηλία αναφέρουν ότι φορούσε ρούχο από προβιά και στη μέση του είχε δερμάτινη ζώνη, ζούσε αυστηρή και ασκητική ζωή. Ο Ιερός Χρυσόστομος, σκιαγραφώντας την προσωπικότητα του προφήτη Ηλία, επισημαίνει ότι στον Άγιο συνυπήρχαν αντίθετες ιδιότητες.
Ήταν φτωχός αλλά ταυτόχρονα και πλούσιος, απαίδευτος και σοφός. Ενώ ήταν ακτήμων, μπορούσε να φέρει βροχή ή ανομβρία, αφού ο Θεός εισήκουε την προσευχή του. Η προφητική αποστολή του Ηλία αναπτύχθηκε στα χρόνια της βασιλείας του Αχαάβ και του διαδόχου του Οχοζία.
Στο βιβλίο Βασιλειών Γ΄ της Παλαιάς Διαθήκης περιγράφεται με ζωηρά χρώματα το μέγεθος της ασέβειας του Αχαάβ και της Ιεζάβελ. Ό,τι δυσαρεστεί τον Κύριο, ξεπερνώντας όλους τους προκατόχους, είχε φτάσει πλέον η στιγμή να δράσει ο προφήτης Ηλίας.
Εμφανίζεται στον βασιλιά Αχαάβ και του λέει: Ορκίζομαι στον Κύριο που υπηρετώ, τον αληθινό Θεό του Ισραήλ, ότι τα επόμενα χρόνια δεν θα πέσει στη γη βροσιά ούτε βροχή παρά μόνο με προσταγή δική μου. Η κατηγορηματική αυτή προαγγελία του προφήτη, τον οποίον σεβόταν ο λαός και επομένως υπολόγιζε ο βασιλιάς, ήταν επόμενο να εξαγριώσει τη βασιλική αυλή. Για να μην κινδυνεύει, λοιπόν, ο Ηλίας, ο Θεός έλαβε πρόνοια γι' αυτό.
Ο Κύριος είπε στον Ηλία: «Φύγε από εδώ και πήγαινε προς τα ανατολικά να κρυφτείς κοντά στον χείμαρρο Χορράθ, ανατολικά του Ιορδάνη». Θα πίνεις νερό από τον χείμαρρο και εγώ θα δώσω προσταγή στους κόρακες να φροντίζουν για την τροφή σου εκεί.
Η τριετής ξηρασία στην Ιουδαϊκή αρχαιολογία άρχισε. Κρυβόταν στο μέρος που του είχε υποδειχθεί από τον Θεό. Εκεί οι κόρακες του έφερναν ψωμί και κρέας και έπινε νερό από τον χείμαρρο. Μετά όμως από μερικές μέρες ξεράθηκε ο χείμαρρος, γιατί υπήρχε ανομβρία στη χώρα.
Τότε παίρνει και πάλι νέα εντολή από τον Κύριο, που του είπε: «Πήγαινε στη Σαρεπτά, στην περιοχή της Σιδώνας». Όταν έφτασε στην πύλη της πόλης, είδε μία γυναίκα που μάζευε ξύλα. Της φώναξε και της είπε: «Φέρε μου, σε παρακαλώ, λίγο νερό σε ένα κύπελλο για να πιω».
Η απάντηση της γυναίκας, που ήταν χήρα, είναι συγκλονιστική. Μα τον αληθινό Θεό, τον Θεό σου, δεν έχω καθόλου ψωμί παρά μόνο μια χούφτα αλεύρι στο πιθάρι και λίγο λάδι στο δοχείο. Ήρθα εδώ για να μαζέψω λίγα ξύλα, να πάω, να ετοιμάσω για μένα και το γιο μου ό,τι έχει απομείνει, να το φάμε και μετά να πεθάνουμε.
Ο προφήτης Ηλίας επέμεινε, της ζήτησε όμως να φτιάξει μία μικρή λαγάνα για εκείνον από το λίγο αλεύρι της και να του τη φέρει, έπειτα να φτιάξει για την ίδια και το γιο της. Γιατί ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, λέει: Το πιθάρι με το αλεύρι δεν θα αδειάσει και το λάδι στο δοχείο δεν θα λιγοστέψει ως τη μέρα που ο Κύριος θα στείλει βροχή.
Η γυναίκα έκανε όπως της είπε ο προφήτης. Με αποτέλεσμα ούτε το αλεύρι ούτε το λάδι να τελειώνουν για πολλές ημέρες. Σχολιάζοντας ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την ανομβρία και τη φιλοξενία της χήρας, λέει τα επόμενα στον λόγο του «Εις τον Πέτρον, τον Απόστολον και Ηλίαν τον Προφήτην».
Ήταν τόσο αυστηρός με τους αμαρτάνοντες, ώστε προσευχήθηκε κάποτε να μην πέσει η βροχή. Κι αυτό το έκανε κινούμενος από πολύ μεγάλο ζήλο. Μόνο ο Ηλίας είχε αναμμένο το λυχνάρι της αρετής. Τα πάντα ερημώνονταν και εξαφανίζονταν.
Όλοι πέθαιναν εξαιτίας της αβροχίας. Αλλά για τίποτα δεν τον ένοιαζε τον Ηλία, που ήταν μεθυσμένος από τον ιερό ζήλο. Τι κάνεις, Ηλία; Έστω οι νέοι αμάρτησαν, γιατί τιμωρούνται τα παιδιά; Έστω αμάρτησαν οι άνθρωποι, γιατί μαζί τους πεθαίνουν και τα ζώα;
Τόση μεγάλη ασπλαχνία έχεις; Καθόλου δεν σε μέλει για τους ανθρώπους; Αδιαφορείς για αυτούς που χάνονται; Τι του λέει λοιπόν ο Θεός; Και θα διατάξω κόρακα να σου φέρνει τροφή. Πώς τρεφόταν από κόρακα, αφού ο κόρακας κατά το Μωσαϊκό νόμο είναι ακάθαρτος;
Κι ο Ηλίας τρεφόταν από κόρακα, πιστεύοντας ότι τίποτα δεν είναι ακάθαρτο αφού δημιουργήθηκε από τον Κύριο. Ο Ηλίας δεν ήξερε τα όσα είχαν συμβεί και τη γενική συμφορά. Τον στέλνει ο Θεός, ώστε, αφού δει και ο Ηλίας τι είχε συμβεί, να ζητήσει επίμονα από τον Κύριο να δώσει βροχή.
Δεν είπε στον Θεό: «Σε ποιον με στέλνεις; Μήπως δεν υπάρχουν άλλοι άνθρωποι πλουσιότεροι που μπορούν να παρηγορήσουν την πείνα μου;» Δεν ξέρω πώς να επαινέσω τη χήρα, πώς περιφρόνησε το γιο της και άνοιξε το σπίτι της να φιλοξενήσει.
Έσπειρε φιλοξενία η χήρα και αμέσως θέρισε το καρπερό στάχυ της φιλοξενίας. Διότι τι της είπε ο Ηλίας; Ζει ο Κύριος, το πιθάρι με το αλεύρι δεν θα αδειάσει και το δοχείο με το λάδι δεν θα μειωθεί. Ύστερα από τα γεγονότα αυτά αρρώστησε βαριά και πέθανε ο γιος της χήρας που φιλοξενούσε τον προφήτη.
Τότε η γυναίκα είπε στον προφήτη: «Τι σου έκανα, άνθρωπε του Θεού; Ήρθες στο σπίτι μου για να μου υπενθυμίσεις την αμαρτία μου και να κάνεις να πεθάνει ο γιος μου;» Εκείνος όμως το πήρε από την αγκαλιά της, το ανέβασε στο ανώγειο όπου έμενε ο ίδιος και προσευχήθηκε στον Κύριο λέγοντας: «Γιατί έκανες κακό στη χήρα που με φιλοξενεί, αφήνοντας να πεθάνει ο γιος της;» Και παρακαλώντας να επιστρέψει η ψυχή του, εισακούστηκε η προσευχή του και ανέστησε το παιδί.
Το πήρε ο προφήτης Ηλίας και το κατέβασε από το ανώγειο. Το παρέδωσε στη μητέρα του λέγοντας: «Να, ο γιος σου είναι ζωντανός». Και εκείνη του απάντησε: «Τώρα κατάλαβα ότι εσύ είσαι άνθρωπος του Θεού και ό,τι προφητεύει το στόμα σου είναι πραγματικά λόγος».
Ήταν ήδη ο τρίτος χρόνος της φοβερής ξηρασίας όταν ο Θεός μίλησε στον προφήτη και του είπε: «Πήγαινε να παρουσιαστείς στον Αχάβ και εγώ θα στείλω βροχή στη γη». Η πείνα είχε επιδεινωθεί στη Σαμάρεια. Όταν έγινε η συνάντηση του Ηλία με τον βασιλιά Αχάβ, εκείνος είπε στον προφήτη: «Εσύ είσαι που αναστατώνεις το Ισραήλ», για να πάρει τη γεμάτη παρρησία απάντηση.
Δεν αναστατώνω εγώ το Ισραήλ, αλλά εσύ και η οικογένειά σου, επειδή αρνηθήκατε να υπακούετε. Μάλιστα, να δώσει εντολή να συγκεντρωθούν όλοι οι Ισραηλίτες στο όρος Κάρμηλος μαζί με τους 450 προφήτες του Βάαλ και τους 400 προφήτες της Αστάρτης, που ήταν προστατευόμενοι της βασίλισσας Ιεζάβελ.
Όταν έγινε αυτή η συγκέντρωση λαού και προφητών, ο Ηλίας απευθύνθηκε στους Ισραηλίτες και με πύρινο λόγο τους έλεγξε για την πίστη τους. «Ως πότε θα αμφιταλαντεύεστε; Αν ο Κύριος είναι Θεός, ακολουθήστε Τον, και αν είναι ο Βάαλ, ακολουθήστε εκείνον».
Και ενώ ο λαός έμενε σιωπηλός, ο προφήτης του Θεού συνέχισε: «Εγώ απέμεινα μόνος προφήτης του Κυρίου, ενώ οι προφήτες του Βάαλ είναι τετρακόσιοι πενήντα».
Εννήντα, ας διαλέξουν το ένα για τον εαυτό τους, ας το κομματιάσουν και ας το βάλουν πάνω στα ξύλα.
Φωτιά όμως να μην βάλουν. Εγώ θα πάρω το άλλο μοσχάρι και θα το βάλω πάνω στα ξύλα και δεν θα βάλω φωτιά. Ας επικαλεστούν αυτοί το όνομα του θεού τους και θα επικαλεστώ κι εγώ το όνομα του Κυρίου. Όποιος Θεός απαντήσει με φωτιά, αυτός θα είναι ο αληθινός Θεός.
Και ο λαός απάντησε: Σωστά μίλησε Οι 450 προφήτες του Βάαλ προσεύχονταν στον θεό τους από το πρωί ως το μεσημέρι, αλλά καμία φωνή και καμία απάντηση δεν έπαιρναν από τον θεό τους. Στο μεσημέρι, ο Ηλίας άρχισε να τους περιπαίζει, λέγοντάς τους: «Φωνάξτε πιο δυνατά. Θεός είναι και μπορεί να είναι βυθισμένος σε σκέψεις.
Μπορεί να είναι κάπου απασχολημένος ή να ταξιδεύει. Ίσως κοιμάται και πρέπει να ξυπνήσει». Εις μάτην όμως: καμία φωνή, κανένα σημάδι ότι ο θεός τους είχε ακούσει τις ικεσίες τους. Νωρίς το απόγευμα, ο προφήτης κάλεσε κοντά του τον λαό, που πλησίασε στο θυσιαστήριο του Κυρίου, έβαλε πάνω στο θυσιαστήριο ξύλα, κομμάτιασε το μοσχάρι και το τοποθέτησε πάνω τους.
Έπειτα ζήτησε τέσσερις κάδους νερό και έδωσε εντολή να το χύσουν πάνω στο ολοκαύτωμα και τα ξύλα. Στη συνέχεια πλησίασε το θυσιαστήριο και προσευχήθηκε: «Κύριε Θεέ του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, ας μάθουν όλοι σήμερα ότι εσύ είσαι Θεός στο Ισραήλ και εγώ δούλος σου και ότι εγώ έκανα όλα αυτά τα πράγματα σύμφωνα με τον λόγο σου, ώστε να μάθει ο λαός σου αυτός ότι εσύ είσαι ο Κύριος, ο Θεός, και ότι εσύ θα ξαναφέρεις τον λαό σου κοντά σου».
Τότε λοιπόν έπεσε φωτιά από τον ουρανό και έκαψε εντελώς τα κομμάτια του μοσχαριού, ακόμα και τις πέτρες και το χώμα. Έκπληκτοι όλοι! Μετά το γεγονός αυτό, τα σύννεφα σκοτείνιασαν τον ουρανό και ξέσπασε θύελλα και δυνατή βροχή.
Ο βασιλιάς, επιστρέφοντας στο παλάτι, διηγήθηκε στη γυναίκα του Ιεζάβελ όλα όσα έκανε ο προφήτης Ηλίας και πώς εξολόθρευσε τους προφήτες του Βάαλ. Η Ιεζάβελ, οργισμένη, έστειλε με αγγελιοφόρο μήνυμα στον Ηλία: «Να με τιμωρήσουν οι θεοί αν αύριο τέτοια ώρα δεν σου κάνω ό,τι έκανες εσύ στους προφήτες».
Όταν ο προφήτης πήρε το μήνυμα, φοβήθηκε, φοβήθηκε και σηκώθηκε και έφυγε για να σώσει τη ζωή του. Στο Τρίτο Βασιλειών περιγράφεται με ενάργεια το περιστατικό. Φεύγοντας, πήγε στη Βέρσεβα, που ανήκει στο βασίλειο του Ιούδα.
Άφησε εκεί τον υπηρέτη του και ο ίδιος προχώρησε μιας που παρακαλούσε να πεθάνει. «Αρκετά ως εδώ, Κύριε, ότι εγώ δεν είμαι καλύτερος από τους προγόνους μου». Ξάπλωσε και τον πήρε ο ύπνος. Άγγελος Κυρίου όμως τον άγγιξε και του είπε: «Σήκω και φάγε».
Γυρίζοντας ο Ηλίας το κεφάλι του, είδε μια λαγάνα ψωμί σε καυτές πέτρες και μια κανάτα νερό. Ο Προφήτης συμμορφώθηκε και με τη δύναμη εκείνης της τροφής βάδισε σαράντα μερόνυχτα ως το Χωρήβ, το βουνό του Θεού.
Μπήκε σε μια σπηλιά όπου πέρασε τη νύχτα. Τότε ο Κύριος τον ρώτησε: «Τι ζητάς εδώ, Ηλία;» και ο Προφήτης απάντησε: «Εγώ αγωνίστηκα με μεγάλο ζήλο για σένα,
Θεέ του Σύμπαντος, αλλά οι Ισραηλίτες αθέτησαν τη Διαθήκη σου, γκρέμισαν τα θυσιαστήριά σου και κατέσφαξαν τους προφήτες σου. Μόνον εγώ απέμεινα και ζητούν κι εμένα να θανατώσουν». Ο Κύριος στη συνέχεια εμφανίστηκε στον Ηλία όχι ως μεγάλος και δυνατός άνεμος που έσχιζε τα βουνά και σύντριβε τους βράχους στο πέρασμά του, ούτε σαν σεισμός ή φωτιά, αλλά ως ένας ήχος από ελαφρύ αεράκι και έδωσε εντολή στον προφήτη του να πάει στη Δαμασκό για να χρίσει τον νέο βασιλιά των Συρίων, ύστερα τον νέο βασιλιά του Ισραήλ και στη συνέχεια να χρίσει διάδοχό του προφήτη τον Ελισσαίο, πράγμα που έκανε ο Ηλίας.
Αφού ο Προφήτης Ηλίας έζησε και έδρασε κατά το θέλημα του Κυρίου, έφτασε ο καιρός να τον πάρει ο Θεός στους ουρανούς. Το θαυμαστό γεγονός περιγράφεται πολύ παραστατικά στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου Βασιλειών Τέταρτο.
Ο προφήτης Ηλίας έδειξε ένθερμο ζήλο για το νόμο του Θεού και γι' αυτό ανελήφθη στον ουρανό.
Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 39 παράγραφοι
Although the Prophet Elijah is counted among the greatest prophets of the Old Testament, he left no writings, having lived in the ninth century before Christ. What we know of his origins and deeds is as follows.
His father was Sobach. When Elijah was born, his father saw a vision of men dressed in white swaddling the infant in fire and feeding him with fire. Elijah’s name in Hebrew refers to God.
The priests explained the vision to him: the child’s dwelling would be light, his word would carry authority, his life would be devoted to the Lord, and his zeal would be pleasing to God. He would judge Israel by fire and sword.
Holy Scripture tells us that the Prophet Elijah wore a garment of sheepskin with a leather belt around his waist, and lived a strict, ascetic life. John Chrysostom, describing Elijah’s character, points out that seemingly opposite qualities came together in him.
He was poor and yet rich, uneducated and yet wise. Though he owned nothing, he could bring rain or drought, because God heard his prayer. Elijah carried out his prophetic mission during the reigns of Ahab and his successor, Ahaziah.
The Third Book of Kingdoms in the Old Testament vividly describes the depth of Ahab and Jezebel’s impiety. Ahab had done what displeased the Lord more than any of his predecessors. The time had come for the Prophet Elijah to act.
He appeared before King Ahab and said, “As the Lord, the true God of Israel whom I serve, lives, there will be neither dew nor rain in the coming years except at my word.” Such a firm declaration from a prophet whom the people respected, and whom the king therefore had to take seriously, was bound to enrage the royal court. So God took care to protect Elijah.
The Lord said to Elijah, “Leave this place and go east. Hide beside the Cherith Brook, east of the Jordan. You will drink from the brook, and I will command the ravens to bring you food there.”
The three-year drought described in Jewish Antiquities began. Elijah hid in the place God had shown him. There the ravens brought him bread and meat, and he drank water from the brook. After a few days, however, the brook dried up because there was no rain in the land.
Then the Lord gave him another command: “Go to Zarephath, in the region of Sidon.” When Elijah reached the city gate, he saw a woman gathering sticks. He called to her, “Please bring me a little water in a cup to drink.”
The woman’s reply is heartbreaking. She was a widow, and she said, “As the Lord your God lives, I have no bread at all—only a handful of flour in the jar and a little oil in the jug. I came to gather a few sticks so I could prepare what remains for myself and my son. We will eat it, and then we will die.”
The Prophet Elijah persisted. He asked her to make a small loaf for him from her little flour and bring it to him, then make something for herself and her son. For, he said, the Lord, the God of Israel, had promised: “The jar of flour will not run empty, and the oil in the jug will not run low until the day the Lord sends rain.”
The woman did as the prophet told her. For many days, neither the flour nor the oil ran out. Commenting on the drought and the widow’s hospitality, Saint John Chrysostom says the following in his homily “On Peter the Apostle and Elijah the Prophet.”
Elijah was so stern toward those who sinned that he once prayed for the rain to cease. He did this out of tremendous zeal. Elijah alone kept the lamp of virtue burning. Everything around him was becoming desolate and perishing.
People were dying everywhere because there was no rain. Yet Elijah, overcome with holy zeal, seemed unmoved. “What are you doing, Elijah? Suppose the young people sinned—why are the children punished? Suppose people sinned—why must the animals die with them?”
“Can you be so lacking in compassion? Do you have no care for the people? Are you indifferent to those who are dying?” So what does God say to him? “I will command a raven to bring you food.” How could a raven feed him when, under the Law of Moses, the raven is unclean?
Elijah accepted food from a raven, trusting that nothing created by the Lord is unclean. Elijah did not know the full extent of what had happened or of the suffering throughout the land. God sent him out so that, when he saw it for himself, he would earnestly ask the Lord to send rain.
Elijah did not say to God, “To whom are You sending me? Are there no wealthier people who could relieve my hunger?” And how can I praise the widow enough? She put aside her concern for her son and opened her home to offer hospitality.
The widow sowed hospitality and at once reaped its fruitful harvest. For what did Elijah tell her? “As the Lord lives, the jar of flour will not run empty, and the oil in the jug will not run low.” After these events, the son of the widow who had welcomed the prophet became gravely ill and died.
Then the woman said to the prophet, “What have I done to you, man of God? Have you come into my home to remind me of my sin and cause my son to die?” Elijah took the boy from her arms and carried him upstairs to the room where he was staying. He prayed to the Lord, saying, “Why have You brought harm upon the widow who has welcomed me by letting her son die?” He pleaded for the boy’s soul to return. The Lord heard his prayer, and Elijah raised the child to life.
The Prophet Elijah took the child downstairs from the upper room and gave him to his mother, saying, “Look, your son is alive.” She answered, “Now I know that you are a man of God, and that what you speak in prophecy is truly the word of the Lord.”
It was already the third year of the terrible drought when God spoke to the Prophet: “Go and present yourself to Ahab, and I will send rain upon the earth.” The famine had grown worse in Samaria. When Elijah met King Ahab, the king said to him, “Are you the one who is troubling Israel?” Elijah answered him boldly.
“I am not troubling Israel. You and your family are, because you have refused to obey the Lord.” Elijah then told Ahab to gather all the Israelites on Mount Carmel, along with the 450 prophets of Baal and the 400 prophets of Ashtoreth, who were under Queen Jezebel’s protection.
When the people and the prophets had gathered, Elijah addressed the Israelites. With fiery words, he challenged their divided loyalty: “How long will you waver? If the Lord is God, follow Him. But if Baal is god, follow him.”
The people remained silent, and the prophet of God continued: “I alone am left as a prophet of the Lord, while Baal has 450 prophets.”
Ninety. Let them choose one for themselves, cut it into pieces, and lay it on the wood.
“But they must not light a fire. I will take the other young bull, place it on the wood, and light no fire. Let them call on the name of their god, and I will call on the name of the Lord. The God who answers by fire is the true God.”
And the people answered, “You have spoken well.” The 450 prophets of Baal called upon their god from morning until noon, but there was no voice and no answer. At noon, Elijah began to mock them: “Shout louder! He is a god. Perhaps he is deep in thought.”
“Perhaps he is busy somewhere, or traveling. Maybe he is asleep and needs to be awakened.” But it was in vain. There was no voice, no sign that their god had heard their pleas. Early in the afternoon, the Prophet called the people to him. They came near the altar of the Lord, and Elijah laid wood upon it, cut the young bull into pieces, and placed it on the wood.
Then he asked for four buckets of water and told them to pour it over the burnt offering and the wood. He came near the altar and prayed: “O Lord, God of Abraham, Isaac, and Jacob, let everyone know today that You are God in Israel, that I am Your servant, and that I have done all these things according to Your word. Let Your people know that You are the Lord God, and that You will bring them back to Yourself.”
Then fire fell from heaven and completely consumed the pieces of the young bull, even the stones and the earth. Everyone stood in amazement. Afterward, clouds darkened the sky, a storm broke out, and heavy rain began to fall.
When the king returned to the palace, he told his wife Jezebel everything the Prophet Elijah had done, including how he had put the prophets of Baal to death. Furious, Jezebel sent a messenger to Elijah with this threat: “May the gods punish me if, by this time tomorrow, I have not done to you what you did to the prophets.”
When the Prophet received the message, he was afraid. He got up and fled to save his life. The Third Book of Kings describes the event vividly. Elijah went to Beersheba, in the kingdom of Judah.
He left his servant there and went on alone, praying that he might die. “Enough, Lord. I am no better than my ancestors.” He lay down and fell asleep. But an angel of the Lord touched him and said, “Get up and eat.”
Elijah turned his head and saw a flatbread baking on hot stones and a jug of water. The Prophet ate, and strengthened by that food, he walked for forty days and forty nights until he reached Horeb, the mountain of God.
He entered a cave and spent the night there. Then the Lord asked him, “What are you doing here, Elijah?” The Prophet answered, “I have been filled with great zeal for You,
God of all creation. But the Israelites have broken Your covenant, torn down Your altars, and slaughtered Your prophets. I alone am left, and they are seeking to kill me too.” Then the Lord made Himself known to Elijah, neither in the great and powerful wind that split the mountains and shattered the rocks, nor in an earthquake or fire, but in the sound of a gentle breeze. He told His prophet to go to Damascus and anoint the new king of Syria, then the new king of Israel, and finally Elisha as the prophet who would succeed him. Elijah did as he was told.
After the Prophet Elijah had lived and served according to the will of the Lord, the time came for God to take him up into heaven. This wondrous event is described vividly in the second chapter of the Fourth Book of Kings.
The Prophet Elijah showed fervent zeal for the law of God, and for this he was taken up into heaven.