Ο Άγιος Σιλβέστρος Ρώμης και η ζωντανή πίστη
Η ανάμνηση της 2ας Ιανουαρίου παρουσιάζει τον Άγιο Σιλβέστρο Πάπα Ρώμης και τη ζωή του ορθόδοξης πίστης, φιλοξενίας και άφοβου κηρύγματος. Χειροτονημένος από τον Άγιο Μιλτιάδη, ο Σιλβέστρος αποδέχθηκε με απροθυμία τον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης και καθοδήγησε την Εκκλησία στη λατρεία και τη διδασκαλία.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η ανάμνηση της 2ας Ιανουαρίου παρουσιάζει τον Άγιο Σιλβέστρο Πάπα Ρώμης και τη ζωή του ορθόδοξης πίστης, φιλοξενίας και άφοβου κηρύγματος.
- Χειροτονημένος από τον Άγιο Μιλτιάδη, ο Σιλβέστρος αποδέχθηκε με απροθυμία τον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης και καθοδήγησε την Εκκλησία στη λατρεία και τη διδασκαλία.
- Κατά τη δίωξη του Μαξεντίου, ο Σιλβέστρος βρήκε καταφύγιο μαζί με άλλους χριστιανούς, έως ότου η νίκη του Κωνσταντίνου έφερε την ελευθερία της λατρείας.
- Η αφήγηση περιγράφει τον Σιλβέστρο να διδάσκει τον Κωνσταντίνο την πίστη και να τον προετοιμάζει για το βάπτισμα.
- Σε δημόσια συζήτηση, ο Σιλβέστρος χρησιμοποίησε τις Εβραϊκές Γραφές για να υπερασπιστεί την Αγία Τριάδα και να εξηγήσει την ενανθρώπιση, τα πάθη και την ανάσταση του Χριστού.
- Η αφήγηση αναφέρει ότι ο Σιλβέστρος ανέστησε με την προσευχή του έναν νεκρό ταύρο, με αποτέλεσμα οι μάρτυρες του θαύματος να ζητήσουν βάπτισμα.
- Η ομιλία κλείνει με προτροπή προς τους πιστούς να αναγνωρίζουν το έργο του Θεού στους αγίους και να μιμούνται την πίστη τους.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 30 παράγραφοι
2 του μηνός Ιανουαρίου η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Σιλβέστρου Πάπα Ρώμης, του Αγίου Ιερομάρτυρος Θεαγένους, της Αγίας Θεοδότης, της μητέρας της πρώτης συζυγίας των Αγίων Αναργύρων, του Οσίου Μάρκου του Κωφού, του Αγίου Μάρτυρος Βασιλείου του από την Άγκυρα, του Αγίου Μάρτυρος Σεργίου, του Αγίου Μάρτυρος Θεοπίστου, του Αγίου Κοσμά Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Θαυματουργού και του Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου Ιζορζή του Κιουρτζή, ο οποίος μαρτύρησε στη Μυτιλήνη το έτος 1770.
Ο εορταζόμενος Άγιος Σίλβεστρος ήταν από τη μεγαλούπολη της Ρώμης. Κατά τη νεότητά του υπήρξε μαθητής κάποιου ιερομονάχου, ονόματι Κυρίωνος, ανθρώπου θεοφιλούς και σοφού και στην πίστη Ορθοδόξου. Ο μακάριος Σίλβεστρος διδάχθηκε από αυτόν και φύλαττε τα ορθά της πίστεώς μας δόγματα και, μιμούμενος τις αρετές του διδασκάλου του, πρόκοβε καθημερινά στην ευσέβεια. Κήρυττε την πίστη χωρίς καθόλου να υπολογίζει τον κίνδυνο από τους ειδωλολάτρες. Ήταν πολύ φιλόξενος και υποδεχόταν και φιλοξενούσε όσους ξένους έβλεπε να έρχονται από άλλους τόπους. Είχε τόση χάρη από τον Θεό, ώστε όχι μόνο οι ευσεβείς, αλλά και οι ειδωλολάτρες τον αγαπούσαν για την αρετή του
τον είχαν σε ευλάβεια. Όταν έγινε τριάντα ετών, τον χειροτόνησε ο τότε επίσκοπος Ρώμης Άγιος Μιλτιάδης, διότι ήταν ταπεινός και καλόγνωμος και γενικώς στολισμένος με ουράνια ήθη. Όχι μόνο κατά την πράξη, αλλά και κατά την εμφάνιση ήταν σαν άγγελος και σε όλα του τα κατορθώματα τέλειος και έλαμπε στο σκοτάδι, επιστρέφοντας πολλούς απίστους στην ευσέβεια. Για την ένθεή του αυτή πολιτεία, μετά την κοίμηση του Αγίου Μιλτιάδου, όλοι οι ευσεβείς τον παρακαλούσαν να τον κάνουν αρχιεπίσκοπο της πόλεως, εκείνος όμως από ταπεινοφροσύνη έλεγε ότι λόγω του νέου της ηλικίας και άλλων λόγων δεν ήταν άξιος για την αρχιερωσύνη. Αλλά όσο εκείνος προσπαθούσε το αξίωμα να αποφύγει, τόσο αυτοί επέμεναν
παρά την επιθυμία του τον χειροτόνησαν και έτσι ο λύχνος, κατά το Ιερό Ευαγγέλιο, τοποθετήθηκε σε τόπο υψηλό για να φωτίζει όλους. Αφού λοιπόν ο θείος Σίλβεστρος έγινε του κορυφαίου Πέτρου στον θρόνο διάδοχος, σπούδαζε να μιμείται τον ζήλο εκείνου και τη θερμότητα, ποιμαίνοντας τα λογικά πρόβατα στις εντολές του Κυρίου να φυλάττουν της Εκκλησίας τα ορθά και άγια δόγματα.
Αυτός έγραψε διαφόρους νόμους, πρώτος από τους άλλους αρχιερείς, προστάζοντας να μην ασχολούνται οι κληρικοί και όλοι οι εκκλησιαστικοί με υλικές υποθέσεις, αλλά μόνο στις προσευχές να επιδίδονται, να μη νηστεύουν όλα τα Σάββατα του έτους, αλλά μόνο το Άγιο και Μέγα Σάββατο, κατά το οποίο ήταν στον τάφο ο Κύριος.
Αυτός μετονόμασε την πρώτη μέρα της εβδομάδος Κυριακή για την Ανάσταση του Κυρίου μας. Όταν έγινε βασιλέας στη Ρώμη ο Μαξέντιος, κίνησε μεγάλο διωγμό κατά των χριστιανών. Πρόσταξε δε όσοι χριστιανοί αρνούνται να θυσιάσουν στα είδωλα, να τιμωρούνται με διάφορα βασανιστήρια. Τότε πολλοί χριστιανοί μαρτυρούσαν και πολλοί, φεύγοντας τη μανία του τυράννου, κρύβονταν στα βουνά. Σ' αυτά κατέφυγαν και ιερείς και άλλοι κληρικοί και εξυπηρετούσαν τους κρυμμένους χριστιανούς. Τότε και ο μακάριος Σίλβεστρος, δίνοντας τόπο στην οργή, αναχώρησε στο βουνό και κρυβόταν, όχι για τον φόβο του θανάτου, αλλά για να φυλάξει το ποίμνιό του. Τις μέρες εκείνες ο Πανάγαθος Θεός απέστειλε λύτρωση στον λαό του,
τον Μέγα Κωνσταντίνο, ο οποίος, ερχόμενος από τα δυτικά μέρη με τα στρατεύματά του, κατανίκησε με τη δύναμη του Σταυρού τα στρατεύματα του Μαξεντίου. Και αυτός δε ο τύραννος Μαξέντιος, αφού νικήθηκε, έπεσε στον Τίβερη ποταμό και πνίγηκε. Όταν πήγε ο Μέγας Κωνσταντίνος στη Ρώμη, ανακηρύχθηκε από όλη τη σύγκλητο και τον στρατό αυτοκράτορας. Τότε ο θεόπροβλητος εκείνος βασιλέας Κωνσταντίνος πρόσταξε να στήσουν τον Ζωοποιό Σταυρό στα κυριότερα μέρη της πόλεως, τους φυλακισμένους χριστιανούς απελευθέρωσε, τους εξόριστους επανέφερε στους τόπους τους, έγραψε νόμους να είναι ελεύθεροι οι χριστιανοί στη λατρεία του Χριστού. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και άλλους δικαίους νόμους θέσπισε προς δόξαν Θεού,
ενίσχυση της ευσεβούς μας πίστεως. Τότε και οι κρυμμένοι χριστιανοί επανήλθαν στην πόλη και οι κληρικοί επέστρεψαν και ο μακάριος Σίλβεστρος κατέβηκε από το βουνό, καθώς κλήθηκε από τον βασιλέα, ο οποίος τον αναζητούσε, διότι είχε δει σε όραμα τους Αγίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο και τον πρόσταξαν να καλέσει τον αρχιερέα Σίλβεστρο. Όταν πήγε ο Άγιος στον βασιλέα, τον δίδαξε για τα μυστήρια της Ορθοδόξου Πίστεως του Χριστού, εκείνος δε ο μακάριος πίστευσε σε όλα με προθυμία και, κλίνοντας την κεφαλή, έκανε ο Άγιος ευχή και τον έκανε κατηχούμενο, τον θεράπευσε δε και από την αρρώστια η οποία τον μάστιζε. Τη δε βάπτιση την ανέβαλε, διότι ο βασιλέας επιθυμούσε να βαπτιστεί στον Ιορδάνη,
όπου ο Κύριος βαπτίστηκε. Πρόσταξε δε ο ευσεβής βασιλέας να κτίσουν και μεγάλο ναό του Σωτήρος Θεού μέσα στα ανάκτορα, του οποίου το σχήμα ο ίδιος ιδιοχείρως σχεδίασε και πρώτος από όλους στα θεμέλια έσκαψε. Έτσι σε λίγες μέρες βαπτίστηκαν, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά, δώδεκα χιλιάδες άνδρες. Έτσι η Εκκλησία του Χριστού αγαλλόταν, διότι λυτρώθηκε από τους άθεους τυράννους και δόξαζε τον Παντοδύναμο Θεό, διότι έπαυσαν οι κατά των αθώων χριστιανών σκληροί διωγμοί και όλη η οικουμένη αγαλλόταν. Μόνο δε ο αρχαίκακος και φθονερός όφις πικραινόταν, ο οποίος, μη υποφέροντας τέτοια θανάσιμη πληγή, ζητούσε τρόπο και μέθοδο να εμποδίσει την ευσέβεια.
Καθώς κάποτε χρησιμοποίησε το φίδι σαν μέσο και όργανο προς την Εύα και τους εξόρισε με τον Αδάμ από τον Παράδεισο, έτσι και τότε δοκίμασε μέσω των Εβραίων εάν μπορούσε να καταπνίξει την ευσέβεια κατά τον ακόλουθο τρόπο. Τον καιρό εκείνο η μητέρα του βασιλέα, Ελένη, βρισκόταν στην επαρχία των Βιθυνών, διότι σε αυτή είχε γεννηθεί. Σε αυτή πήγαν μερικοί Ιουδαίοι και της είπαν: «Έργο καλό έκανε ο βασιλέας να απαρνηθεί τα είδωλα, αλλά έπεσε σε άλλη πλάνη παρόμοια, προσκυνώντας έναν κατάδικο άνθρωπο, τον οποίον ως κακούργο οι πατέρες μας σταύρωσαν. Λοιπόν, εάν αγαπάς αυτόν ως τέκνον σου, συμβούλευσέ τον να προσκυνεί μόνο τον αιώνιο Θεό
να του δώσει μακροημέρευση και να τον δοξάσει και στη μέλλουσα ζωή αιωνίως». Ως γυναίκα, λοιπόν, η βασιλομήτωρ πίστευσε στους λόγους των μιαρών Ιουδαίων και έστειλε ανάλογη επιστολή στον γιο της. Στην επιστολή εκείνη ο βασιλέας απάντησε: «Δέσποινα και μήτερ μου, χαίρε εν Κυρίω. Εκείνος ο οποίος κυβερνά όλο τον κόσμο και ζωοποιεί και διαφυλάττει μας, οικονόμησε και έγινε βασιλεύς και δεν πρέπει να γίνομαι περί των ευεργεσιών αχάριστος. Λάβε λοιπόν τους σοφωτέρους διδασκάλους των Εβραίων και ας έρθουν να διαλεχθούν με τους επισκόπους του Χριστού μπροστά σε μας και τότε θα γνωρίσουμε ακριβώς την αλήθεια και να προσδράμουμε στην Ορθόδοξη πίστη». Τότε οι Εβραίοι
διάλεξαν δώδεκα άνδρες, τους ανώτερους από τους Φαρισαίους και εξαίρετους διδασκάλους. Ένας δε από αυτούς ήταν μάγος και από τους άλλους σοφότερος αλλά και πονηρότερος, ονόματι Ζαμβρής. Αυτοί, αφού πήγαν στη Ρώμη με την Αυγούστα Ελένη, είπαν στον βασιλέα να βρει κι αυτός δώδεκα από τους επισκόπους των χριστιανών, για να συζητήσουν μαζί τους, για να φανερωθεί η αλήθεια. Είπε δε ο Εβραίος προς τον μακάριο Σίλβεστρο: «Αν θέλεις να φανείς άριστος και καλός διδάσκαλος, δεν θέλω να μας αναφέρεις Ευαγγέλιο ούτε άλλα δικά σας βιβλία, αλλά μόνο από τους προφήτες ας είναι η μαρτυρία σου». Του είπε ο Άγιος Σίλβεστρος: «Αυτό είχα κι εγώ κατά νουν, διότι
αν σας νικήσω με τις μαρτυρίες των διδασκάλων σας, τότε δεν θα έχετε πλέον στόμα να απαντήσετε». Του είπε τότε ο Εβραίος: «Ο Παντοκράτωρ Θεός είπε: “Είδετε, είδετε, ότι εγώ είμαι Θεός και ουκ έστιν έτερος πλην εμού”. Λοιπόν, εάν αυτός λέγει ότι ένας μόνο υπάρχει Θεός, γιατί εσείς τολμάτε και ονομάζετε τρεις, ένα εκείνον τον οποίον ομολογούμε εμείς, τον οποίον Πατέρα λέγετε, δεύτερον τον Υιόν, τον οποίον σταύρωσαν οι πατέρες μας, και τρίτον το Πνεύμα το Άγιο;» Του απάντησε ο Άγιος Σίλβεστρος: «Εμείς ένα Θεό ομολογούμε και σεβόμαστε, τον οποίο λέγομεν ότι έχει λόγον, καθώς λέγει ο προφήτης: “Τω λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν”.
Πνεύμα δε λέγομεν, καθώς είπε ο προφήτης: “Και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών”. Υιόν λέγομεν αυτόν εκείνον τον οποίον λέγει ο προφήτης ως εκ προσώπου του Πατρός: “Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε”. Το οποίο σήμερον σημαίνει πάντοτε, διότι εις τον Θεόν δεν χωρεί το χθες ούτε το σήμερον, επειδή είναι υπέρχρονος και άναρχος και γεννά τον Υιόν αεί και πάντοτε. Γι' αυτό λέγει και στη Γένεση: “Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ' εικόνα ημετέραν”. Είπε ο Εβραίος: «Δεν ημπορεί να δεχθεί αυτήν την πίστη νους ανθρώπινος και να ομολογεί Πατέρα, Υιόν και Πνεύμα Άγιον». Του είπε τότε ο Άγιος Σίλβεστρος:
«Το ανέγνωσες εις τον Δαβίδ που λέγει: “Είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου”, “Υιός μου ει συ”; Και πάλι διά το Πνεύμα λέγει: “Το Πνεύμα σου το Άγιον μη αντανέλεις απ' εμού”. Και πάλι: “Τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών”». Είπε ο βασιλέας: «Γνώρισα φανερά με μαρτυρίες δικές σας ότι είναι βέβαια Πατήρ, Υιός και Πνεύμα Άγιον. Λοιπόν, δεν υπάρχει ανάγκη να συζητείτε περισσότερο για αυτή την υπόθεση. Μόνο εάν έχετε άλλη διαφορά, για αυτή συνεχίστε». Είπε ο Εβραίος: «Στο Ευαγγέλιό σας γράφεται ότι ο Ιησούς επρόκοπτε εις την ηλικίαν και σοφίαν και ότι επειράσθη από τον διάβολον, έπειτα τον επρόδωσε ένας μαθητής
τον έδεσαν και τον ενέπαιξαν και, μαστιγώσαντες αυτόν, εσταύρωσαν και απέθανε. Λοιπόν, εάν ήτο Θεός, πώς έπαθεν;» Του είπε ο Άγιος Σίλβεστρος: «Όλα αυτά τα κήρυξαν οι προφήτες και άκουσε. Ο Ησαΐας λέγει για την άσπορη γέννηση του Χριστού: “Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ”». Ομοίως είπε κι άλλες προφητείες ο σοφός Σίλβεστρος για την ανατροφή του Χριστού και για το πάθος και την Ανάσταση. Όπως: «Ο εσθίων άρτους μου εμεγάλυνεν επ' εμέ πτερνισμόν», «διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου», «έδωκαν εις το βρώμα μου χολήν». Στο τέλος δε έφερε το ρητό του Ιερεμίου, ο οποίος λέγει:
«Εν τη ταφή αυτού οι νεκροί ζωοποιηθήσονται», ότι τον καιρό εκείνο που σταυρώθηκε ο Δεσπότης Χριστός και τάφηκε, οι τάφοι ανοίχθηκαν και πολλοί νεκροί αναστήθηκαν. Τότε χάρηκε ο βασιλέας με τα σοφότατα αυτά λόγια του Σιλβέστρου και είπε προς τους Ιουδαίους: «Δεν μπορείτε να αντισταθείτε πλέον σε τίποτε, επειδή οι γραφές σας αυτά εκήρυξαν». Τότε είπαν προς τον επίσκοπο: «Εκείνα όσα είπαν οι προφήτες για άλλους, τα αποδίδετε στον Χριστό ψευδώς». Είπε τότε ο Άγιος Σίλβεστρος: «Βρέστε μου κάποιον άλλον, ο οποίος να γεννήθηκε από παρθένο κόρη και να σταυρώθηκε και να αναστήθηκε την τρίτη μέρα, και τότε θα ομολογήσω κι εγώ ότι δεν τα είπαν για τον Χριστό».
Και άλλα λέγοντος του Αγίου Σιλβέστρου και εναντιουμένου του Ζαμβρή και των λοιπών Ιουδαίων, πέρασε ώρα πολύ. Ο βασιλέας βαρέθηκε τους Εβραίους, διότι έλεγαν κάποια προβλήματα άχρηστα και μάταια, ήθελε δε να δώσει τέλος στη συζήτηση και να λάβει τη νίκη ο Άγιος Σίλβεστρος. Για να μην παραπονεθούν όμως οι Εβραίοι, τους ρώτησε εάν είχαν να πουν κάτι άλλο. Ένας από εκείνους αποκρίθηκε: «Πώς έπαθε ο Χριστός εάν ήταν Θεός; Είναι αδύνατο να μου αποδείξεις», είπε στον Άγιο Σίλβεστρο, «στο ίδιο πρόσωπο δύο ουσίες, η μια να πάσχει και η άλλη να μένει αμέτοχος πάθους και αβλαβής». Ο Άγιος Σίλβεστρος ανέφερε σχετικά παραδείγματα, τελευταίο από τα οποία ήταν το εξής:
Το πυρακτωμένο σίδερο, το οποίο σφυροκοπά ο σιδεράς όταν το βγάλει από τη φωτιά, είναι υπόδειγμα σαφέστατο για να καταπείσει κάθε φιλόνικο ότι η φωτιά δεν παθαίνει τίποτα, αλλά μόνο το σίδερο σφυροκοπείται και κόβεται. Έτσι και η Θεότητα έμεινε απαθής ως άυλος και μόνο η σάρκα του Χριστού έπαθε. Όταν άκουσαν αυτά οι παρεστώτες, όλοι επαίνεσαν τον σοφότατο Σίλβεστρο και πρόσταξε ο βασιλέας να παύσει η συζήτηση. Ο δε Άγιος δεν θέλησε, διότι μόνο με τους δέκα συζήτησε, οι δε άλλοι δύο δεν είχαν πει ακόμη τίποτε. Έτσι, για να μην παραπονεθούν, είπε προς τον ενδέκατο εάν είχε να κάνει κάποια ερώτηση. Εκείνος είπε:
«Πώς υπέμεινε ο Χριστός να πάθει τόσο άσχημο και καταντροπιασμένο θάνατο και δεν λύτρωσε με άλλο τρόπο τον άνθρωπο;» Σε αυτή την ερώτηση ο θείος Σίλβεστρος έδωσε την πρέπουσα απάντηση, την οποία αναφέρουμε με πολλή συντομία. Με αυτή απέδειξε ότι η άκρα δικαιοσύνη του Θεού δεν επέτρεπε να μας ελευθερώσει διαφορετικά, για να είναι η διόρθωση αρμόδια και αντίθετη με την παράβαση. Δηλαδή, καθώς ο δαίμονας απάτησε τον άνθρωπο και τον έβγαλε από τον παράδεισο με το ξύλο της βρώσεως, έτσι και με το ξύλο του σταυρού ο Χριστός νίκησε τον αντίπαλο και ανέστησε τον άνθρωπο και τον έκανε πάλι άξιο του παραδείσου. Ξύλω γαρ έδει το ξύλον ιάσασθαι και πάθει του απαθούς
το ξύλο λύσε τα πάθη του κατακρίτου. Θα μπορούσε ο Θεός να προστάξει έναν άγγελο να σαρκωθεί και να μας λυτρώσει, αλλά αυτός ο Πανάγαθος, όπως μας έπλασε από το μηδέν και μας έφερε στο είναι, αυτός μας έδωσε και το ευ είναι, για να είμαστε όχι σε άγγελο υποχρεωμένοι, αλλά σε αυτόν τον κτίστη, σωτήρα μας, και να φυλάττουμε όλες του τις εντολές. Όταν άκουσαν αυτά οι παρεστώτες, οι μεν χριστιανοί χάρηκαν, οι δε Εβραίοι έμειναν άφωνοι, μη μπορώντας να αντισταθούν πλέον. Ο δε Ζαμβρής, ως πονηρός και πολυμήχανος, έβαλε στο νου του μια πανουργία, η οποία του έγινε αιτία να καταισχυνθεί περισσότερο και να πέσει στο λάκκο τον οποίον ετοίμασε
είπε στον βασιλέα: «Δέσποτα, ο Σίλβεστρος είναι πολυλόγος και μας νικά στη συζήτηση. Αλλά ας αφήσουμε τους λόγους, διότι τα έργα είναι πιστότερα. Πρόσταξε να φέρουν εδώ έναν ταύρο άγριο, και τότε θα γνωρίσετε του Θεού μου τη δύναμη, το όνομα του οποίου είναι τόσο φοβερό, ώστε δεν μπορεί καμιά ακοή να το ακούσει και να μην αποθάνει αμέσως. Ας πει λοιπόν και ο Σίλβεστρος το όνομα του Θεού στο αυτί του ταύρου, και αν τελευτήσει, τότε ο Θεός τον οποίον αυτός σέβεται είναι ο αληθινός. Εάν δε μείνει ζωντανός, να το πω κι εγώ. Κι αν τότε τελευτήσει ο ταύρος, να πιστέψετε σε μένα». Ο δε Άγιος Σίλβεστρος είπε: «Ο Θεός μου δεν δίνει θάνατο,
μάλλον ζωή και μακαριότητα». Όμως παρεκάλεσε τον βασιλέα και όλη τη σύγκλητο να στείλουν ανθρώπους να φέρουν τον αγριότερο ταύρο τον οποίο θα έβρισκαν. Έτσι και έγινε. Τότε ο Ζαμβρής με πολλή υπερηφάνεια πλησίασε τον ταύρο και είπε μυστικά τις μαντείες του και το ζώο έπεσε αμέσως κάτω νεκρό. Οι Ιουδαίοι χάρηκαν και φώναζαν και περιγελούσαν τον Άγιο Σίλβεστρο. Εκείνος δε είπε μεγαλόφωνα προς όλους: «Εγώ κηρύττω τον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος φωτίζει τους τυφλούς, λεπρούς καθαρίζει, παραλύτους εγείρει, νεκρούς ανιστά και ιατρεύει κάθε ασθένεια». Έτσι είναι φανερό ότι ο Ζαμβρής δεν ονόμασε τον Θεό αλλά τον διάβολο
ο οποίος μπορεί να δώσει ως φονέας και ανθρωποκτόνος θάνατο, αλλά να αναστήσει κάποιον δεν μπορεί. Λοιπόν, Ζαμβρή, εάν θέλεις να σε πιστέψουμε, ανάστησε το ζώο καθώς αυτό το θανάτωσες, και τότε όλοι μας να πιστέψουμε στον Θεό σου». Και ο βασιλέας είπε προς τον Εβραίο: «Καλά σου λέγει ο Σίλβεστρος, διότι ο ελεήμων Θεός δίνει ζωή σε όλους και όχι καταστροφή. Λοιπόν, ή ανέστησε τον ταύρο για να πιστέψουμε σε σένα, ή θα σε θανατώσω ως πλάνο και γόητα για να μην παρασύρεις τους ανθρώπους στην απώλεια». Ο Ζαμβρής αποκρίθηκε: «Αυτό, βασιλέα, δεν μπορεί να το κάνει κανένας άνθρωπος». Είπε τότε ο Άγιος Σίλβεστρος: «Αλλά εάν εγώ τον αναστήσω επικαλούμενος
του Δεσπότου Χριστού το ζωοποιό και σωτήριο όνομα, τι θα κάνουμε;» Ο δε Ζαμβρής αποκρίθηκε: «Και αν πετάξεις στα ουράνια, δεν μπορείς να τον αναστήσεις». Τότε ο βασιλέας θύμωσε και είπε: «Θαυμάζω, Ζαμβρή, την αναισχυντία σου. Συ όμως είπες να λείπουν τα λόγια και μόνο έργα να γίνονται και τώρα αυτός υπόσχεται να τον αναστήσει και εσύ λέγεις πως είναι αδύνατον. Αλλά αν κάνει το λόγο έργο και αναστήσει το ζώο, συμφωνείτε να πιστεύσετε στον Χριστό όλοι;» Οι δε Ιουδαίοι, νομίζοντας αυτό αδύνατο, υποσχέθηκαν με όρκο και είπαν ότι «εάν τον νεκρό ταύρο αναστήσει ο Σίλβεστρος, θα γίνουμε χριστιανοί αμέσως». Τότε ο Άγιος, αφού έκλινε στη γη τα γόνατα,
προς τον ουρανό τα χέρια και το βλέμμα και έκανε με δάκρυα μυστικά προς τον Κύριο δέηση, έπειτα σηκώθηκε και είπε μεγαλόφωνα για να τον ακούσουν όλοι: «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, δέομαι και παρακαλώ την αγαθότητά Σου να αναστήσεις αυτό το ζώο, το οποίο ο Ζαμβρής θανάτωσε επικαλούμενος τον διάβολο, να γνωρίσει όλος ο λαός τη μεγάλη δύναμη, να πιστεύσουν στο Πανάγιό Σου όνομα». Μετά φώναξε προς το ζώο λέγοντας: «Εις το όνομα του Δεσπότου Ιησού Χριστού, ο οποίος σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου, έγειρε και στάσου με πάσαν ημερότητα». Και τότε, ω του θαύματος, ο ταύρος σηκώθηκε
αφού πλησίασε ο Άγιος και έλυσε όλα τα σχοινιά με τα οποία ήταν δεμένος, είπε: «Πήγαινε στον τόπο σου ήμερος και μην τολμήσεις να βλάψεις κανέναν ποτέ, ούτε άλλος να σε βλάψει εσένα, ούτε να σε φονεύσουν, αλλά όταν ζήσεις τον διατεταγμένο καιρό, να τελευτήσεις με φυσικό θάνατο». Τότε οι Ιουδαίοι, βλέποντας τέτοιο εξαίσιο θαύμα, έπεσαν στα πόδια του Αγίου και παρακαλούσαν να τους συγχωρέσει την προηγούμενη ασέβεια. Παρόμοια και ο ευσεβέστατος βασιλέας προσκύνησε και εφήμισε τον Άγιο, καθώς και η βασίλισσα και οι υπόλοιποι άρχοντες, ζητώντας και αυτοί το Άγιο Βάπτισμα. Ο δε μακάριος Σίλβεστρος, αφού τους κατήχησε, Ιουδαίους και ειδωλολάτρες,
πρόσταξε να νηστεύσουν κατά την τάξη αρκετές μέρες με ελεημοσύνες και δάκρυα και τότε τους βάπτισε εις το όνομα της Παναγίας Τριάδος.
Ζωντανή είναι η πίστη μας. Έχουμε την ευλογία να πιστεύουμε όχι σε κάποιες θεωρίες ή φιλοσοφίες ανθρώπινες, υποθέσεις, πιθανολογίες, αλλά η πίστη μας είναι κάτι που μας το αποκάλυψε ο ίδιος ο Θεός και της οποίας η αλήθεια φαίνεται στα πράγματα, στην πράξη, από τα γεγονότα. Τις αποδείξεις της αλήθειας τις έχουμε στα θαύματα του Κυρίου, των Αποστόλων, των Αγίων της Εκκλησίας μας. Τις έχουμε στα θαύματα της μετανοίας και της μετατροπής μεγάλων αμαρτωλών σε μεγάλους Αγίους. Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός ημών, ο ποιών θαυμάσια μεγάλα μόνος. Και όμως υπάρχουν και σήμερα άνθρωποι οι οποίοι φαίνεται σαν να μην έχουν καταλάβει τίποτε και στέκονται στην άρνησή τους και πολλές φορές παίρνουν τη στάση του Θεομάχου. Πόσο αδικούν τον εαυτό τους! Γι' αυτούς ισχύουν τα λόγια του Κυρίου: «Και τοις ωσίν βαρέως ήκουσαν και τους οφθαλμούς αυτών εκάμμυσαν. Μήποτε ίδωσιν τοις οφθαλμοίς και τοις ωσίν ακούσωσιν και τη καρδία συνώσιν και επιστρέψωσιν και ιάσωμαι αυτούς». Αλλά και προς εμάς που καταρχάς με καλή και ειλικρινή διάθεση δεχθήκαμε το λόγο της πίστεως, τα συναξάρια, οι Άγιοι αποτελούν για μας διαρκή υπόμνηση,
όπως αναθεωρούντες την έκβαση της αναστροφής, μιμούμεθα την πίστην αυτών και έτσι και σε μας φαίνεται, μέσω ημών καταδεικνύεται η αλήθεια της πίστης μας και δοξάζεται το όνομα του αληθινού και ζωντανού Θεού.
Αγγλική μετάφρασηEN · 30 παράγραφοι
On January 2, our Church commemorates Saint Sylvester, Pope of Rome; the holy hieromartyr Theagenes; Saint Theodote, mother of the first pair of the Holy Unmercenaries; Venerable Mark the Deaf; the holy martyr Basil of Ancyra; the holy martyr Sergius; the holy martyr Theopistos; Saint Cosmas, Archbishop of Constantinople and Wonderworker; and the holy new martyr George Izorzi the Kiourtzi, who was martyred in Mytilene in 1770.
Saint Sylvester, whom we celebrate today, came from the great city of Rome. In his youth he was a disciple of a hieromonk named Kyrion, a man who loved God, was wise, and was Orthodox in his faith. Blessed Sylvester learned from him and held fast to the true doctrines of our faith. He imitated his teacher’s virtues and grew in godliness day by day. He preached the faith without regard for the danger posed by the idolaters. He was deeply hospitable, welcoming and sheltering strangers who came from other places. God had given him such grace that even the idolaters, as well as the faithful, loved him for his virtue
and held him in reverence. When he was thirty years old, Saint Miltiades, then bishop of Rome, ordained him, for he was humble, kindhearted, and adorned with heavenly ways. In his deeds and even in his appearance he was like an angel. He shone in the darkness and brought many unbelievers to the faith. Because of his godly life, after Saint Miltiades reposed, all the faithful urged him to become Archbishop of the city. Out of humility, he said he was unworthy of that high office because of his youth and for other reasons. But the more he tried to avoid it, the more they insisted
and ordained him against his wishes. So, as the Holy Gospel says, the lamp was placed high up to give light to everyone. Having succeeded the foremost Apostle Peter on his throne, the godly Sylvester sought to imitate Peter’s zeal and fervor. He shepherded his spiritual flock, teaching them to keep the Lord’s commandments and hold fast to the true and holy doctrines of the Church.
He was the first of the chief bishops to set down various rules. He instructed clergy and all who served the Church to leave worldly affairs aside and devote themselves to prayer. He also instructed them not to fast on every Saturday of the year, but only on Holy and Great Saturday, when the Lord lay in the tomb.
He gave the first day of the week the name the Lord’s Day in honor of our Lord’s Resurrection. When Maxentius became ruler in Rome, he began a great persecution of Christians. He ordered that Christians who refused to sacrifice to idols be subjected to various tortures. Many were martyred, while others fled the tyrant’s fury and hid in the mountains. Priests and other clergy went there too, to care for the Christians in hiding. At that time blessed Sylvester also withdrew to the mountains. He hid there out of concern for his flock, not out of fear of death. In those days, the all-good God sent deliverance to His people
in the person of Constantine the Great. Coming from the west with his armies, Constantine defeated the forces of Maxentius through the power of the Cross. The tyrant Maxentius himself fell into the Tiber River and drowned. When Constantine entered Rome, the whole Senate and army proclaimed him emperor. Then Constantine, that God-appointed ruler, ordered the life-giving Cross to be raised in the city’s most prominent places. He freed imprisoned Christians, brought exiles home, and enacted laws giving Christians freedom to worship Christ. He also established other just laws for the glory of God
and the strengthening of our devout faith. The Christians in hiding returned to the city, and the clergy came back as well. Blessed Sylvester came down from the mountain at the emperor’s summons. Constantine had been looking for him after seeing the holy Apostles Peter and Paul in a vision; they had told him to call for Archbishop Sylvester. When the Saint came, he taught the emperor the Mysteries of the Orthodox faith in Christ. Constantine readily believed all he was taught. He bowed his head, and the Saint said a prayer over him and made him a catechumen. Sylvester also healed him of the illness that had afflicted him. Baptism was postponed because the emperor wished to be baptized in the Jordan
where the Lord had been baptized. The devout emperor ordered a great church dedicated to God our Savior to be built within the palace. He drew its plan with his own hand and was the first to dig at its foundations. Within a few days, twelve thousand men were baptized, besides women and children. The Church of Christ rejoiced in its deliverance from godless tyrants and glorified Almighty God, for the cruel persecutions of innocent Christians had ceased. The whole world rejoiced. Only the ancient, evil, envious serpent was bitter. Unable to bear so grievous a wound, he sought a way to hinder the faith.
Just as he had once used the serpent as his instrument to deceive Eve and drive her and Adam out of Paradise, he now tried to use the Jews to suppress the faith. This is how it happened. At that time the emperor’s mother, Helena, was in the province of Bithynia, where she had been born. Some Jews went to her and said, ‘The emperor did well to renounce idols, but he has fallen into another error just as bad: he worships a condemned man whom our fathers crucified as a criminal. If you love him as your son, advise him to worship only the eternal God
so that God may grant him a long life and glorify him eternally in the life to come.’ The emperor’s mother believed the words of those impious men and sent her son a letter to that effect. The emperor replied: ‘My lady and mother, greetings in the Lord. He who governs the whole world and gives us life and protection has, in His providence, become our king. I must not be ungrateful for His blessings. So bring the wisest teachers of the Jews to debate with the bishops of Christ before us. Then we shall know the truth clearly and turn to the Orthodox faith.’ At that, the Jews
chose twelve men, the foremost among the Pharisees and distinguished teachers. One of them, named Zambri, was a sorcerer, wiser than the others but more cunning too. They came to Rome with Augusta Helena and asked the emperor to summon twelve Christian bishops to debate them, so that the truth might be made known. One of the Jews said to blessed Sylvester, ‘If you want to show that you are an excellent teacher, do not cite your Gospel or any of your other books. Let your evidence come only from the prophets.’ Saint Sylvester answered, ‘That is exactly what I had in mind, for
if I overcome your arguments with the testimony of your own teachers, you will have nothing left to say.’ Then the Jew said, ‘God Almighty has said, “See now that I am God, and there is no other besides Me.” If He says there is only one God, why do you dare to name three: first, the one we confess, whom you call the Father; second, the Son, whom our fathers crucified; and third, the Holy Spirit?’ Saint Sylvester replied, ‘We confess and worship one God, who has His Word, as the prophet says: “By the Word of the Lord the heavens were established.”
‘We also speak of the Spirit, as the prophet says: “And by the Spirit of His mouth all their power.” We call Him the Son of whom the prophet speaks in the Father’s voice: “You are My Son; today I have begotten You.” Here “today” means always, for with God there is no yesterday or today. He is beyond time and without beginning, and He begets the Son eternally. That is why He says in Genesis, “Let Us make man in Our image.”’ The Jew said, ‘The human mind cannot accept this faith or confess Father, Son, and Holy Spirit.’ Saint Sylvester then answered:
‘Have you read what David says: “The Lord said to my Lord, Sit at My right hand,” and “You are My Son”? And of the Spirit he says, “Do not take Your Holy Spirit from me.” And again, “By the Spirit of His mouth all their power.”’ The emperor said, ‘Your own Scriptures have shown me clearly that there are indeed Father, Son, and Holy Spirit. There is no need to discuss this any further. If you have another disagreement, speak about that.’ The Jew said, ‘Your Gospel says that Jesus grew in age and wisdom, that the devil tempted Him, and that one of His disciples betrayed Him.’
‘He was bound, mocked, scourged, and crucified, and He died. If He was God, how could He suffer?’ Saint Sylvester replied, ‘The prophets foretold all these things. Listen. Isaiah says of Christ’s birth without a human father: “Behold, the virgin shall conceive and bear a son, and they shall call His name Emmanuel.”’ Wise Sylvester also cited other prophecies about Christ’s upbringing, His suffering, and His Resurrection, including: ‘He who ate my bread lifted his heel against me’; ‘They divided my garments among them’; and ‘They gave me gall for food.’ Finally, he quoted the words of Jeremiah:
‘“At His burial the dead shall be brought to life.” For when Christ the Master was crucified and buried, the tombs were opened and many of the dead rose.’ The emperor rejoiced at Sylvester’s wise words and told the Jews, ‘You have no answer to this, for your own Scriptures proclaimed these things.’ They said to the bishop, ‘You falsely apply to Christ what the prophets said about others.’ Saint Sylvester answered, ‘Show me another who was born of a virgin, was crucified, and rose on the third day. Then I too will admit that the prophets were not speaking of Christ.’
Saint Sylvester continued speaking, while Zambri and the other Jews argued against him, and much time passed. The emperor grew weary of their pointless objections. He wanted to end the debate and declare Saint Sylvester the victor, but first asked the Jews whether they had anything more to say. One of them replied, ‘How could Christ suffer if He was God? You cannot prove to me that in one person there are two natures: one that suffers and another that remains free from suffering and unharmed.’ Saint Sylvester gave several examples in reply. His last was this:
‘Think of a piece of red-hot iron that a blacksmith hammers after taking it from the fire. It shows even the most argumentative person that the fire is unharmed; it is only the iron that is hammered and cut. In the same way, Christ’s divinity, being immaterial, remained free from suffering. It was His flesh alone that suffered.’ Everyone present praised the wise Sylvester, and the emperor ordered the debate to end. But the Saint did not want it to end yet: he had debated only ten of the twelve, and the remaining two had not spoken. So that they would have no cause to complain, he asked the eleventh man whether he had a question. The man said:
‘Why did Christ endure such a shameful and humiliating death? Could He not have delivered humanity in another way?’ The godly Sylvester gave the fitting answer, which we shall relate briefly. He showed that God’s perfect justice called for our deliverance to answer the way we had fallen. The demon had deceived humanity through the tree from which Adam and Eve ate and driven them out of Paradise. So, through the wood of the Cross, Christ overcame the adversary, raised humanity up, and made us worthy of Paradise once more. For wood had to be healed by wood, and through the suffering of the One who cannot suffer
The wood of the Cross freed the condemned from their passions. God could have commanded an angel to take flesh and redeem us. But the All-Good One who made us from nothing and brought us into being also gave us the way to live well, so that we would owe our salvation to Him, our Creator and Savior, and keep all His commandments. When those present heard this, the Christians rejoiced, while the Jews fell silent, unable to argue any further. But Zambri, cunning and resourceful, thought up a trick. It only brought him greater shame and caused him to fall into the pit he had prepared.
He said to the emperor, “Master, Sylvester is a man of many words, and he defeats us in debate. But let us leave words aside, for deeds are more convincing. Order a wild bull to be brought here, and you will see the power of my God. His name is so fearsome that no creature can hear it without dying at once. Let Sylvester speak the name of his God into the bull’s ear. If the bull dies, then the God he worships is the true God. If it stays alive, I will speak the name of mine. And if the bull then dies, believe me.” Saint Sylvester said, “My God does not bring death.”
“He gives life and blessedness.” He then asked the emperor and the whole senate to send men to find the wildest bull they could, and they did. Zambri approached the bull with great pride and whispered his incantations. The animal immediately fell dead. The Jews rejoiced, shouting and mocking Saint Sylvester. But the saint said aloud to everyone, “I proclaim Christ the Master, who gives sight to the blind, cleanses lepers, raises the paralyzed, brings the dead to life, and heals every disease. So it is clear that Zambri invoked the devil, and not God.”
“The devil can bring death, for he is a murderer, but he cannot raise anyone from the dead. So, Zambri, if you want us to believe you, bring the animal back to life as you killed it. Then we will all believe in your god.” The emperor said to Zambri, “Sylvester speaks rightly. The merciful God gives life to all, not destruction. Raise the bull, then, so that we may believe you. Otherwise, I will put you to death as a deceiver and sorcerer, so that you cannot lead people to ruin.” Zambri answered, “No human being can do that, O emperor.” Saint Sylvester then said, “But what if I raise it by calling upon…”
“…the life-giving and saving name of Christ the Master?” Zambri replied, “Even if you flew up to heaven, you could not raise it.” The emperor grew angry and said, “Your shamelessness amazes me, Zambri. You yourself said we should leave words aside and judge by deeds. Now Sylvester promises to raise the bull, and you say it is impossible. If he does what he says and raises the animal, do you all agree to believe in Christ?” Thinking this impossible, the Jews swore, “If Sylvester raises the dead bull, we will become Christians at once.” Then the saint knelt on the ground,
lifted his hands and eyes toward heaven, and prayed to the Lord in secret with tears. Then he rose and said aloud for everyone to hear, “Master, Lord Jesus Christ, Son of God, I beg You in Your goodness to raise this animal, which Zambri killed by calling upon the devil, so that all the people may know Your great power and believe in Your most holy name.” Then he called to the animal, “In the name of the Master, Jesus Christ, who was crucified under Pontius Pilate, rise and stand, completely gentle.” And at once, what a wonder, the bull stood up.
The saint went over and untied all the ropes that bound it. He said, “Go back to your place in peace. Never harm anyone, and let no one harm or kill you. When you have lived out your appointed time, die a natural death.” Seeing such an astonishing miracle, the Jews fell at the saint’s feet and begged him to forgive their former impiety. The devout emperor likewise bowed before the saint and praised him, as did the empress and the other rulers. They too asked for Holy Baptism. Blessed Sylvester instructed them all, Jews and pagans alike,
and told them to fast for several days according to the Church’s order, giving alms and shedding tears. Then he baptized them in the name of the Holy Trinity.
Our faith is alive. We are blessed to believe in something God Himself has revealed to us. Its truth can be seen in deeds and events, beyond human theories, philosophies, guesses, or speculation. We have evidence of that truth in the miracles of the Lord, the Apostles, and the saints of our Church. We see it too in the miracles of metanoia, repentance, when great sinners become great saints. “Who is a great God like our God? You are our God, who alone works great wonders.” Yet even today, some people seem to have understood nothing. They persist in their refusal and often set themselves against God. How much they wrong themselves! The Lord’s words apply to them: “Their ears have grown dull of hearing, and they have closed their eyes, lest they should see with their eyes and hear with their ears and understand with their heart and turn, and I should heal them.” And for us, too, who first received the word of faith with a good and sincere heart, the lives of the saints and the saints themselves are a constant reminder:
as we consider the outcome of their way of life, we should imitate their faith. Then the truth of our faith becomes visible in us and through us, and the name of the true and living God is glorified.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\02 01.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.