Theophonia the divine voice
Βίοι των Αγίων

Ο Άγιος Νεκτάριος

Ο Άγιος Νεκτάριος επέλεξε την Αίγινα για τη μονή του λόγω της παλαιότερης μοναστικής ιστορίας της και της σχέσης της με την Αγία Αθανασία. Γεννημένος στη Θράκη, έμαθε από παιδί να προσεύχεται. Αργότερα εργάστηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ένας γείτονας απάντησε στην επιστολή του με την οποία ζητούσε βοήθεια από τον Χριστό.

Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο

Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα: Ο Άγιος Νεκτάριος
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown author · Public domain

Διαβάστε τον βίο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.

Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 55 παράγραφοι

Βρισκόμαστε στα ιερά σκηνώματα του Αγίου Νεκταρίου, ενός λαοφιλεστάτου Αγίου, διότι αυτά τα σκηνώματα εδώ είναι αγιοβάδιστα, αγιόκτιστα, και το λέμε αυτό διότι ο Άγιός μας έζησε εδώ και έκτισε με προσωπική του εργασία αυτά τα χώματα τα οποία εμείς πατάμε.

Ο Άγιός μας ήλθε εδώ περίπου το 1908 για να εγκατασταθεί μόνιμα. Προηγουμένως, βέβαια, είχε διαλέξει αυτόν τον τόπο μετά από επισκέψεις που είχε κάνει όχι μόνο εδώ στην Αίγινα αλλά και σε άλλα μέρη, όπως τη Σκόπελο, όπως τα Κύθηρα.

Όμως επέλεξε αυτόν τον χώρο εδώ διότι βρισκόταν παλαιότερα μονή της Ζωοδόχου Πηγής και ήταν και το ασκητήριο της οσίας Αθανασίας της Αιγινίτιδος, η οποία ασκήτευσε στη Θεσσαλονίκη. Επέλεξε, λοιπόν, αυτό τον χώρο για αυτούς ακριβώς τους λόγους.

Ο Άγιός μας εγεννήθηκε στη Σηλυβρία της Θράκης την 1η Οκτωβρίου. Ήταν γόνος πολύτεκνης οικογένειας, μάλιστα ήταν το πέμπτο παιδί από τα επτά αδέλφια τα οποία είχε. Τον πατέρα του τον λέγαν Δήμο και τη μητέρα του Βασιλική.

Σε ηλικία 14 ετών φεύγει ο Άγιός μας για να πάει στην Κωνσταντινούπολη να εργαστεί,

με σκοπό όχι μόνο να ζήσει ο ίδιος, αλλά να φέρει και χρήματα στην οικογένειά του, που είπαμε ότι ήταν υπερπολύτεκνη. Δυστυχώς όμως ο άνθρωπος στον οποίο εργαζόταν, αν και μακρινός συγγενής του, όχι μόνο δεν του έδιδε τα έξοδά του, αλλά και το μισθό τον οποίο έπρεπε να πάρει, αλλά πολλές φορές του αντιμιλούσε, τον μάλωνε και δεν του φερόταν όπως έπρεπε. Δυστυχώς ο Άγιος μας δεν είχε ούτε χρήματα, εφόσον είπαμε ότι δεν τον πλήρωνε καλά ο άνθρωπος αυτός, για να αγοράσει παπούτσια.

να αγοράσει παπούτσια, να αγοράσει ρούχα, και έτσι λοιπόν έκανε αυτό το οποίο τον είχε μάθει η μητέρα του και η γιαγιά του να κάνει, να καταφεύγει πάντοτε στον Θεό. Πρέπει να συμπληρώσουμε εδώ ότι σε ηλικία τριών περίπου ετών, τεσσάρων, ο Άγιός μας δεν άκουγε παραμύθια από τη μητέρα του και από τη γιαγιά του, αλλά του άρεσαν πολύ οι προσευχές. Έτσι λοιπόν ο Άγιός μας μάθαινε από τη γιαγιά του τον Πεντηκοστό Ψαλμό.

Μάλιστα, όπως λένε οι παλαιότερες αδελφές, το οποίο είχε πει, το γεγονός αυτό, ο Άγιος, έκλεινε με το στόμα της γιαγιάς του και επαναλάμβανε πολλές φορές τον στίχο που μας λέει «Διδάξω ανόμους τας οδούς σου και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι».

Σημάδι της κλίσης που είχε από τον Άγιο Θεό να γίνει κήρυκας του Ευαγγελίου. Κατέφυγε στον Θεό, λοιπόν, και ζήτησε από εκείνον να τον βοηθήσει τόσο ώστε να αποκτήσει καινούργια παπούτσια και ρούχα. Έγραψε ένα γράμμα με αποστολέα τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, διεύθυνση στον Ουρανό, και του έγραφε τα εξής: «Θεέ μου, σε παρακαλώ πολύ, στείλε μου χρήματα ώστε να αγοράσω παπούτσια και ρούχα, διότι είναι χειμώνας και κρυώνω».

Έβαλε αυτό λοιπόν το γράμμα σε ένα φάκελο και πήγαινε προς το ταχυδρομείο. Στον δρόμο, λοιπόν, συνάντησε έναν άνθρωπο ο οποίος είχε κατάστημα δίπλα από αυτό στο οποίο εργαζόταν ο Αναστάσιος, έτσι ήταν το βαπτιστικό του όνομα, και του λέει: «Αναστάση, πού πας;» Λέει: «Πηγαίνω στο ταχυδρομείο να στείλω ένα γράμμα στον Θεό».

Ο Θεός όταν άκουσε έτσι, ο άνθρωπος αυτός παραξενεύτηκε και του είπε ότι επειδή πάω και τη δική μου αλληλογραφία, δώσε μου και το δικό σου γράμμα να το στείλω. Πράγματι, το έδωσε ο Άγιος Νεκτάριος το γράμμα του και ο άνθρωπος αυτός από περιέργεια άνοιξε το γράμμα αυτό και θέλησε να διαβάσει τι γράφει το παιδί αυτό.

Το παιδί αυτό των 14 ετών. Όταν είδε, λοιπόν, αυτά που έγραφε, συγκινήθηκε τόσο πολύ και αποφάσισε να βοηθήσει εκείνος και να απαντήσει ο ίδιος αντί για τον Θεό, όπως περίμενε ο Άγιος Νεκτάριος. Σκεφτείτε, λοιπόν, τι χαρά έκανε ο Άγιος όταν άνοιξε το γράμμα αυτό και βρήκε μέσα τα χρήματα με αποστολέα τον Θεό, όπως έλεγε, τον Κύριό του τον Ιησού Χριστό. Πήγε, λοιπόν, στην αγορά της Κωνσταντινούπολης, αγόρασε καινούργια παπούτσια και ρούχα και ήρθε χαρούμενος έτσι στο μαγαζί. Όμως, βλέποντάς τον τ' αφεντικό του, νόμιζε ότι είχε κλέψει τα χρήματα από το ταμείο και άρχισε να τον χτυπάει και να τον βρίζει αλύπητα.

Άκουσε, λοιπόν, τις φωνές του ο άνθρωπος αυτός ο οποίος είχε στείλει τα χρήματα και επενέβη, λοιπόν, και έτσι μόνο γλίτωσε από τα χέρια του ο Αναστάσιος. Σε ηλικία 18 ετών ο Άγιός μας βρίσκεται στο μετόχιο του Παναγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη, στο αλληλοδιδακτικό σχολείο, όπου εκεί διδάσκει στις μικρότερες τάξεις και διδάσκεται ο ίδιος στις μεγαλύτερες.

Μάλιστα, γίνεται και διευθυντής του οικοτροφείου εκεί, του σχολείου αυτού. Σε ηλικία 20 ετών φεύγει, πηγαίνει στο Λιθί της Χίου, όπου εκεί διορίζεται διδάσκαλος και μένει επτά ολόκληρα χρόνια ως διδάσκαλος και έπειτα γίνεται μοναχός με το όνομα Λάζαρος στη Νέα Μονή της Χίου.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός αυτό ότι πριν δύο περίπου χρόνια ήρθαν δύο γονείς από το Λιθί της Χίου, όπου έμεναν, και μας είπαν ότι το παιδί τους είδε τον Άγιο και μάλιστα όχι μόνο τον είδε αλλά τον μετέφερε και με το αυτοκίνητο.

Επειδή λοιπόν εργαζόταν σε μια εργολαβία της ΔΕΗ το παιδί αυτό, πηγαίνοντας από τη Χώρα της Χίου προς το άλλο μέρος της Χίου και περνώντας από το Λιθί, συνάντησε έναν νέο, όπως μας έλεγε, ο οποίος ζήτησε να τον μεταφέρει στο Λιθί, διότι εκεί ήταν δάσκαλος, όπως του είπε.

όπως του είπε. Τον ρώτησε λοιπόν πώς λεγόταν και του είπε ότι λεγόταν Αναστάσιος Κεφαλάς. Κάτι του θύμισε το όνομα, αλλά δεν έδωσε πολύ μεγάλη σημασία το παιδί. Όταν έφτασαν βέβαια στο Λιθί και κατέβηκε αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο νέος περίπου 22-23 ετών, αμέσως ο άνθρωπος παραξενεύτηκε και άνοιξε το ντουλάπι. Είδε μια φωτογραφία του Αγίου Νεκταρίου που έγραφε από κάτω «Αναστάσιος Κεφαλάς κατά κόσμο». Γύρισε λοιπόν να δει το νέο τον οποίο άφησε, αλλά είχε εξαφανιστεί, και αυτό μας πιστοποιεί ότι η παρουσία του Αγίου βρίσκεται στα νερά.

Βρίσκεται στα μέρη στα οποία έχει ζήσει. Με το όνομα λοιπόν Λάζαρος γίνεται μοναχός στη Νέα Μονή της Χίου. Αργότερα από τον Μητροπολίτη Χίου, τον Γρηγόριο, χειροτονείται Διάκονος με το όνομα Νεκτάριος, όπου πλέον θα τον γνωρίσει όλη η οικουμένη.

Παράλληλα παρουσιάζεται ένας εύπορος άνθρωπος Χιώτης, ο οποίος λεγόταν Ιωάννης Χορέμης και λέει στον ηγούμενο της Μονής.

...της Μονής ότι θα ήθελα να χρηματοδοτήσω κάποιον νέον ο οποίος έχει έφεση στα Ιερά Γράμματα. Ο Παχώμιος αμέσως διαλέγει τον Νεκτάριο και τον στέλνει στην Αθήνα με την χορηγία, είπαμε, του Ιωάννη του Χορέμου για να τελειώσει τις γυμνασιακές του σπουδές με σκοπό να σπουδάσει την θεολογία, την επιστήμη της θεολογίας. Ο Άγιος μας τελειώνει με άριστα το γυμνάσιο και με υποτροφία μπαίνει στην θεολογική.

Ευχαριστώ.

Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών παρουσιάζονται, σε συνεννόηση με τον Γρηγόρη, τον Μητροπολίτη Χίου, άνθρωποι από το Πατριαρχείο Αλεξανδρίας, όπου τον χρηματοδοτούν στις σπουδές του και παράλληλα με την υπόσχεση παράλληλα του Αγίου μας, όταν τελειώσει τις σπουδές του, να κατέβει στην Αλεξάνδρεια να βοηθήσει το έργο και της Εκκλησίας. Ο Άγιός μας μετά από τρία χρόνια παίρνει το πτυχίο και πράγματι κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια. Με προσωπική του εργασία γίνονται έρανοι.

Γίνονται έρανοι και αγιογραφείται ο Ναός του Αγίου Νικολάου στο Κάιρο και βλέποντας αυτό το μεγάλο έργο το οποίο είχε αναπτύξει ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, τον χειροτονεί Αρχιμανδρίτη και πλέον ο Άγιος μας τώρα δίδεται περισσότερο στο έργο αυτό το οποίο είχε αναλάβει.

Το έργο του εκτιμήθηκε εν συνεχεία πάλι από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο και τον χειροτονεί Επίσκοπο με τον τίτλο του Μητροπολίτη Πενταπόλεως. Ο Άγιος πλέον, έχοντας αρχιερατικά καθήκοντα και μεγαλύτερες εξουσίες από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, επιδίδεται στο φιλανθρωπικό έργο, οι άνθρωποι συνεχώς τον παρακαλούν να δέεται για αυτούς, βλέπουν θαυμαστά πράγματα στη ζωή τους και έτσι έχει αναπτύξει ένα μεγάλο ποιμαντικό έργο και ένα φιλανθρωπικό έργο.

Όμως ο διάβολος και γενικότερα οι άνθρωποι φθονούν τα καλά έργα και έτσι κατηγορείται ο Άγιος, επειδή είχε μεγάλη, θα λέγαμε, απήχηση από τον κόσμο, ότι δήθεν ήθελε να πάρει τον πατριαρχικό θρόνο από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο.

Ο Πατριάρχης, γέροντας ων και μην μπορώντας να παρακολουθεί εάν αυτές οι συκοφαντίες αληθεύουν, κάποια στιγμή τις πιστεύει και έτσι διώχνει τον Άγιο από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας.

Αλεξανδρίας, χωρίς καμία κατηγορία και χωρίς καμία αιτία. Ο Άγιος μας, πικραμένος πραγματικά, διότι δεν κατηγορήθηκε για τίποτα, δεν έφταιξε για τίποτα, παρά πρόσφερε τη ζωή του ακόμα για το έργο της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, φεύγει και έρχεται στην Αθήνα, όπου εδώ που έρχεται διορίζεται, αν και αρχιερεύς, ως απλός ιεροκήρυκας και στα μέρη της Λαμίας, της Χαλκίδος και της Βοιωτίας. Έτσι, με το έργο του αυτό αναπτύσσει κηρυκτική δράση σε όλα τα μέρη αυτά και ο κόσμος συρρέει κοντά του κατά χιλιάδες, κυρίως οι νέοι, και μάλιστα ο Σακόπουλος, ένα μικρό παιδί της εποχής εκείνης, στρατεύεται δίπλα του και μέχρι που να κοιμηθεί ο Άγιος μας ήταν μαζί του, δίπλα του, και τον βοηθούσε στο έργο του. Και η μόρφωση του Αγίου αναγνωρίστηκε και από την πολιτεία και τον προσκαλούν να γίνει διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής στην Αθήνα το 1896.

Ο Άγιος έμεινε στη Ριζάρειο 14 ολόκληρα χρόνια και η Ριζάρειος επί της εποχής του άρχισε να ακτινοβολεί όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλο το γνωστό τότε κόσμο για τη μεγάλη σοφία την οποία είχε αναπτύξει προς τους μαθητές της.

Παράλληλα, είπαμε, ο Άγιος έψαχνε και έναν τόπο για να μονάσει και αυτός και τα πνευματικά του τέκνα τα οποία τον ακολουθούσαν.

Είπαμε τους λόγους για τον οποίο διάλεξε το μέρος εδώ που το οποίο βρισκόμαστε. Έτσι, από το 1904 ο Άγιος έρχεται εδώ, αρχίζει και κτίζει, είπαμε, το μοναστήρι πάνω στην παλαιότερη μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Γι' αυτό και στο τέμπλο επάνω στο καθολικό της μονής, δίπλα από την Παναγία μας, υπάρχει εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής εις ανάμνηση της παλαιάς μονής, και αφιερώνει τον καινούριο ναό στην Αγία Τριάδα, όπου πλέον, τελειώνοντας τα έργα, ο Άγιος μας συγκινείται διότι βασανίστηκε πολύ να χτίσει.

Ήταν πολύ να χτίσει αυτό το μοναστήρι χωρίς χρήματα και όταν κρεμούσαν τον πολυέλαιο ο οποίος βρίσκεται στο κεντρικό μέρος του Καθολικού, ήταν τέτοια η συγκίνησή του, όπου παρακάλεσε τον Θεό, όποιος κάθεται κάτω από αυτόν τον πολυέλαιο και προσεύχεται, αμέσως ο Θεός να του πραγματοποιεί αυτό το οποίο ζητάει.

Ο οποίος ζητάει. Ο Άγιός μας ήλθε πλέον και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αίγινα το 1908, που παρετήθηκε από το Ριζάρειο Σχολείο, που ήταν, είπαμε, διευθυντής. Μόνος του εδώ καλλιεργούσε τα κτήματα της μονής, μόνος του εδώ έκτιζε και έφτιαχνε τα παπούτσια των μοναχών. Και μάλιστα, κάποτε ένας φοιτητής, όταν ήλθε εδώ, τον παρακάλεσε να του δώσει χρήματα για να αγοράσει παπούτσια. Εκείνος βέβαια δεν είχε χρήματα και του έδωσε τα δικά του, και αυτός εκινείτο, μέχρι να κατασκευάσει ο ίδιος καινούργια, με τις παντόφλες του.

Οικονόμο την Παναγία, πάντοτε στην Παναγία μας απευθυνόταν στον πληθυντικό αριθμό της ευγενείας και ποτέ στον ενικό. Όποτε λοιπόν είχε κάποια οικονομική δυσκολία, ανέβαινε στο κελί του και παρακαλούσε την Παναγία, πάντοτε στον πληθυντικό αριθμό, όπως είπαμε, και της έλεγε: «Παρακαλώ, Δέσποινα Θεοτόκε, μητέρα του Κυρίου μας, αποστείλετε, σας παρακαλώ πολύ, 20.000 δραχμές ή 10 ή 30, ανάλογα την ανάγκη την οποία είχε».

Όταν κατέβαινε λοιπόν από τα σκαλιά του κελιού του, κάποιος δωρητής ή κάποια δωρήτρια, πάντοτε μετά από αυτήν την προσευχή, τον περίμενε και του έδιδε σε φάκελο αυτά τα χρήματα τα οποία είχε ζητήσει. Γι' αυτό λοιπόν θεωρούσε ταμία της Μονής την Παναγία μας.

Ο Άγιος έζησε μέχρι το 1920 στον χώρο αυτό, τα τελευταία δηλαδή χρόνια της ζωής του. Γι' αυτό λέμε ότι είναι αγιοβάδιστος ο χώρος αυτός και είναι το σπίτι του Αγίου μας. Ο Άγιός μας ζει ακόμα μέσα σε αυτόν τον χώρο.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι πριν 1,5 περίπου έτη, όταν ήλθε μια οικογένεια εδώ στο ναό και ανέβηκε και στο μοναστήρι και μπήκε στο δωμάτιο του Αγίου μας να προσκυνήσει, το παιδάκι τους, ηλικίας 12 ετών, θέλησε να καθίσει στο κρεβάτι που υπάρχει μέσα στο δωμάτιο του Αγίου μας και το οποίο είναι δώρο της μητέρας του, είναι πολύ παλαιό.

Πολύ παλαιό. Εμείς βέβαια δεν αφήνουμε κανέναν να κάθεται, παρά μόνο να προσκυνά το κρεβάτι του Αγίου μας. Αυτό το παιδί κάθισε πάνω στο κρεβάτι του Αγίου μας και αμέσως εμείς θελήσαμε να το σηκώσουμε για να μην υπάρχει αυτή η φθορά. Το παιδί με μια απορία λέει: «Γιατί με σηκώνετε εσείς, όταν ο γέροντας που κάθεται εκεί μου είπε να καθίσω;» Έβλεπε δηλαδή τον Άγιο Νεκτάριο στο χώρο που του άρεσε να κάθεται, τραπεζάκι αν θα πάτε.

Και αν θα πάτε πάνω στο μοναστήρι, αν θέλετε, θα το δείτε, όπου το τραπεζάκι αυτό ήταν κατασκευή για τον χώρο αυτό επειδή ήταν στενός ο χώρος αυτός και καθόταν λοιπόν εκεί ο Άγιος και διάβαζε. Έτσι λοιπόν το παιδάκι το ρωτήσαμε: «Ποιος είναι αυτός ο γέροντας και τι σου έκανε;» «Ναι, ναι, ο γέροντας είναι αυτός», που μας έδειξε την εικόνα του Αγίου, «και μου είπε», λέει, «κάθισε και μου έκανε το χέρι του έτσι».

Βλέπουμε λοιπόν ότι η παρουσία του Αγίου είναι μόνιμα εδώ στο μοναστήρι και ζει ο Άγιος ακόμα και κινείται εδώ για να ακούει και να παρακαλεί τον Θεό για όλους τους ανθρώπους οι οποίοι έρχονται εδώ να Του ζητήσουν τη βοήθειά Του.

Ο Άγιος μας πέθανε, κοιμήθη μάλλον, την 8η προς 9η Νοεμβρίου στο Αρεταίειο Νοσοκομείο των Αθηνών από χρόνια ασθένεια. Είπαμε, το πρώτο θαύμα το οποίο έκανε είναι, ήταν όταν οι ιερείς, οι οποίοι τον έντυναν με τα αρχιερατικά του άμφια για να τον ετοιμάσουν δια την ακολουθία, τη νεκρώσιμη ακολουθία, έβγαλαν τη φανέλα του και την απέθεσαν στον διπλανό συνασθενή, ο οποίος ήταν παραλυτικός. Αμέσως αυτός ο άνθρωπος σηκώθηκε και περπάτησε. Ήταν το πρώτο θαύμα του Αγίου μας μετά το θάνατό του.

Όταν ήρθε λοιπόν εδώ στην Αίγινα και ετοιμάστηκε ο ενταφιασμός του, κατά την ώρα της ακολουθίας και από τη στιγμή μάλλον που ήρθε εδώ στην Αίγινα μέχρι να ανέβει πάνω στο μοναστήρι με τα πόδια, ήταν η ευωδία τέτοια, την οποία έβγαζε το ιερό σκήνωμά του.

Αρκετοί οι οποίοι πήγαιναν στην Αγία Μαρίνα, περνώντας από αυτό το χώρο, από την ευωδία την οποία αισθάνονταν, ανέβαιναν στο μοναστήρι επάνω για να δουν τι είναι εκείνο το οποίο ευωδιάζει έτσι. Μετά από 6 μήνες από τον ενταφιασμό του Αγίου μας, η Ριζάρειος Σχολή, τιμής ένεκεν στον προηγούμενο διευθυντή της, θέλησε να κάνει δωρεά τα μάρμαρα του τάφου.

Όμως κανένας τεχνίτης δεν αναλάμβανε την τοποθέτηση αυτών των μαρμάρων, εάν και εφόσον δεν έβγαινε το φέρετρο πάλι έξω.

...έξω. Όμως οι ηγούμενοι, οι ξένοι σκέφτονται ότι μετά από 6 μήνες, αν βγάλουν ένα νεκρό έξω από το μνημείο, μήπως μυρίζει, διότι το ανθρώπινο σώμα αμέσως μετά το θάνατο οπωσδήποτε αρχίζει η σήψη. Σε εκείνο το βράδυ, λοιπόν, εμφανίζεται ο Άγιος στη μοναχή τη Νεκταρία και της λέει: «Έλα, Νεκταρία, να σε ευλογήσω». Ο Άγιος μας σταύρωνε και ευλογούσε τις μοναχές εδώ στο μέτωπο. Τον πλησίασε, λοιπόν, η μοναχή, όπως η ίδια είπε μετά στην ηγουμένη, και την ευλόγησε ο Άγιος γιατί της είπε: «Μυρίζω;» Λέει: «Γέροντα, ποιος είπε κάτι τέτοιο; Βρωμάω;»

«Βρωμάω», της είπε έτσι για να καταλάβει. Λέει Γιώργα ποιος λέει ότι βρωμάται, το λέει η Ιγουμένη να απάντησε το πείς. Το πρωί λοιπόν το πρώτο μέλημα της μοναχής Νεκταρίας ήταν να πάει στην Ηγουμένη και να πει αυτό το γεγονός το οποίο της είπε ο Άγιος.

Μάλλον έζησε εκείνη τη νύχτα. Έτσι η μοναχή, η Ηγουμένη, χωρίς να ξέρει κανένας άλλος τη σκέψη της παρά μόνο εκείνη. Θεώρησε αυτό ήταν απάντηση του Αγίου. Πράγματι, λοιπόν, κατόπιν των ενεργειών που έπρεπε να γίνουν, δίδει εντολή η Ηγουμένη για να βγει το σκήνωμα του Αγίου μας έξω.

Πράγματι, βγαίνει το σκήνωμα του Αγίου μας έξω και ήταν ιδρωμένος ο Άγιος. Και αυτός ο ιδρώτας ήταν πραγματικά ευωδία. Ήταν το μύρο το οποίο ανέβη ο Άγιος μας. Γι' αυτό λέμε και ο Άγιος μας είναι και μυροβλύτης.

Και συνέβη το γεγονός αυτό που έχει συμβεί και πριν έξι μήνες κατά τον ενταφιασμό του, δηλαδή αρκετοί οι οποίοι πήγαιναν προς την Αγία Μαρίνα, η ευωδία η οποία έχει απλωθεί σε όλο το σημείο εδώ του μοναστηριού, τους οδηγούσε επάνω στο μοναστήρι για να δουν και να θαυμάσουν αυτό το μεγάλο θαύμα της αγιότητας του Αγίου μας.

του Αγίου μας. Έμεινε ο Άγιος μας 48 ολόκληρες ώρες εκτός του τάφου, μέχρι να γίνει το καινούριο μνημείο με τα μάρμαρα, όπως είπαμε, της Ριζαρείου Σχολής, της δωρεάς της Ριζαρείου Σχολής. Η πρώτη σειρά, η πρώτη μάλλον απόπειρα ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου μας έγινε το 1940, που ο Άγιος μας βγήκε αναλλοίωτος και έτσι λοιπόν ξαναενταφιάστηκε. Ο Άγιος μας πλέον έγινε η ανακομιδή του λειψάνου την 3η Σεπτεμβρίου του 1953, όπου πλέον ο Άγιος μας είχε διαλυθεί και τα Ιερά του Λείψανα τα έχουμε επάνω στη Μονή και είναι και αρκετά τα οποία έχουν δοθεί τότε ως ευλογία σε διάφορα μέρη της Ελλάδος. Υπάρχει η Αγία Κάρα επάνω και τα υπόλοιπα Λείψανα του Αγίου μας δίπλα, πλην της δεξιάς χειρός, η οποία βρίσκεται σε αυτό το χώρο εδώ, το παρεκκλήσιο των Ιερών Λειψάνων του Αγίου μας, όπως λέγεται, ο οποίος εγκαινιάστηκε, αυτός ο Ναός αλλά και το παρεκκλήσιο, την 21η Μαΐου του 1994 και έτσι εορτάζουμε την ανάμνηση πάντοτε των εγκαινίων αυτή την ημέρα με μεγάλη Θεία Λειτουργία εδώ, ως Μεγάλη Πανήγυρη της Ιεράς Μονής. Τα θαύματα που έχει επιτελέσει ο Άγιος μας είναι αναρίθμητα. Χρειάζεται αρκετό χρόνο να πούμε θαύματα συγκλονιστικά του Αγίου μας. Θα αναφέρουμε έτσι μερικά για να θαυμάσουμε και την αγιότητα του Αγίου μας αλλά περισσότερο την πίστη των ανθρώπων, διότι πρέπει να πούμε ότι τα θαύματα δεν γίνονται για να πιστέψουμε αλλά γίνονται για να δυναμώσει η πίστη μας. Αν τα θαύματα γινόταν για να πιστέψουμε, τότε δεν θα είχαμε έναν Θεό αγάπης, θα είχαμε έναν Θεό τύραννο, ο οποίος θα μας υποχρέωνε να τον πιστέψουμε κάνοντας θαύματα. Άλλωστε κανένας, όσοι και να λένε και όποιοι και να λένε ότι να γίνει ένα θαύμα για να πιστέψουμε, είναι σίγουρο ότι δεν το πιστεύουν αυτό το οποίο λένε, διότι αν ήταν έτσι και κατά την εποχή που ο Κύριός μας έκανε θαύματα θα πίστευαν όλοι και κυρίως οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, οι οποίοι γνώριζαν το νόμο, γνώριζαν το τι έλεγε η Παλαιά Διαθήκη. Ο Άγιος μας λοιπόν έχει κάνει αναρίθμητα θαύματα και βλέπουμε τα καντήλια τα οποία βρίσκονται πάνω στο παρεκκλήσιο δίπλα από το καθολικό της Μονής, αντιπροσωπεύουν και ένα θαύμα του Αγίου μας και είναι πάρα πολλά τα οποία δεν μπορούν βέβαια να χωρέσουν σε αυτό το μικρό χώρο. Ο ναός αυτός εκτίστηκε, είπαμε, θεμελιώθηκε το 1970 και εκτίστηκε μέσα σε 20 περίπου χρόνια, όπου τα εγκαίνιά του έγιναν το 1994. Ο χώρος αυτός λοιπόν είναι ένα θαύμα του Αγίου. Έγινε τόσο μεγάλος ο ναός αυτός και ίσως απορούν ορισμένοι γιατί έχει γίνει τόσο μεγάλος ο ναός. Πρέπει να πούμε ότι ο κόσμος ο οποίος συρρέει εδώ είναι κατά χιλιάδες κάθε μέρα

Κάθε μέρα είναι αναρίθμητος ο κόσμος ο οποίος συρρέει εδώ στον Άγιο για να ζητήσει την προστασία, τη βοήθειά του και μια απάντηση στα προβλήματά του. Για να στεγαστεί λοιπόν αυτός όλος ο κόσμος, ειδικά στα δύο πανηγύρια του Αγίου μας και κυρίως το Νοέμβριο, που είναι το πανηγύρι του, που είναι οι συνθήκες αντίξοες και τις περισσότερες φορές ο καιρός είναι βροχερός αλλά κάνει αρκετό κρύο, χρειάστηκε να γίνει αυτός ο μεγάλος ναός ο οποίος είναι συγκλονιστικό ότι όχι μόνο γεμίζει αλλά είναι ακόμα και έξω κατά την ημέρα εκείνη κόσμος από αυτό το ναό.

Άρα λοιπόν αυτός ο ναός ήταν απαραίτητος να γίνει τόσο μεγάλος για να χωράει αυτός ο κόσμος ο οποίος έρχεται εδώ πέρα να ζητήσει τη βοήθεια του Αγίου μας. Γίνονται και άλλα έργα πάνω στο μοναστήρι μας, γίνονται καινούργιοι ξενώνες οι οποίοι θα στεγάσουν τον κόσμο αυτόν των οποίων,

τον άπορο κυρίως κόσμο, ο οποίος έρχεται εδώ για να ζητήσει και να μείνει ένα βράδυ στο μοναστήρι του Αγίου μας, για να λειτουργηθεί το πρωί. Τα έργα λοιπόν του μοναστηριού αυτά είναι τώρα τελευταία, διότι το φιλανθρωπικό έργο της Μονής δεν είχε αφήσει τόσα χρόνια το μοναστήρι μας να μπορέσει να ανακαινιστεί, να μπορέσει έτσι να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στα έργα αυτά και να μπορέσει έτσι να είναι η ξενία, η περιποίηση δηλαδή του κόσμου, πιο καλύτερη, διότι τα περισσότερα χρήματα φεύγουν σε φιλανθρωπίες και για να απαλύνουν τον πόνο των ανθρώπων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι είχαμε κάποιους προσκυνητές από τη Σεούλ, οι οποίοι ήλθαν εδώ για να προσκυνήσουν τον Άγιο, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά διότι στην εκκλησία την οποία έχουν εκεί στη Σεούλ για να θεραπεύει τις ανάγκες, τις θρησκευτικές ανάγκες 200 περίπου οικογενειών, τους έκανε μεγάλη εντύπωση η εικόνα του Αγίου Νεκταρίου που υπήρχε και δεν υπήρχε η εικόνα του Αγίου στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο ναός.

Και αυτό λοιπόν τους συγκλόνισε και θέλανε να έρθουν εδώ από τη Σεούλ για να δούνε ποιος είναι αυτός ο Άγιος ο οποίος είναι τόσο πολύ συνδεδεμένος με την πορεία εκεί της Σεούλ. Μάλιστα ήταν και Ελληνοαμερικάνοι από την Αμερική ή από την Ατλάντα κυρίως, οι οποίοι έκαναν μια κοινότητα καινούργια σε ένα μέρος της Ατλάντας και θέλησαν να αφιερώσουν λοιπόν την εκκλησία τους στον Άγιο Νεκτάριο.

Ο Επίσκοπος, όταν πήγε λοιπόν, από ό,τι μας έλεγε ο ίδιος, για να συζητήσει με την κοινότητα την ονοματοδοσία του καινούριου ναού, δεν είχε και αυτό στη σκέψη του. Και έτσι, με μια φωνή λοιπόν, και οι δύο, χωρίς ο ένας να έχει συνεννοηθεί μαζί με τον άλλον, είπαν ότι καλό θα είναι να αφιερώσουν λοιπόν το καινούριο ναό στον Άγιο Νεκτάριο.

Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 55 παράγραφοι

We are standing on the sacred grounds of Saint Nektarios, a saint dearly loved by the people. These grounds were walked on and built up by a saint: he lived here and worked with his own hands on the very ground beneath our feet.

Our saint came here around 1908 to settle permanently. He had chosen this place after visiting Aegina and other places, including Skopelos and Kythera.

He chose this site because a monastery of the Life-Giving Spring had once stood here. It was also the hermitage of Saint Athanasia of Aegina, who lived an ascetic life in Thessaloniki. Those were the reasons he chose it.

Our saint was born in Selymbria in Thrace on October 1. He came from a large family: he was the fifth of seven children. His father was named Demos, and his mother Vasiliki.

At fourteen, our saint left for Constantinople to work.

He hoped not only to support himself but also to send money to his family, which, as we said, had many children. Sadly, the man he worked for, though a distant relative, neither covered his expenses nor paid him the wages he was owed. He often spoke harshly to him, scolded him, and treated him badly. As we said, the man paid our saint so poorly that he did not even have enough money to buy shoes.

He also had no money to buy clothes. He did what his mother and grandmother had taught him: he always turned to God. We should add that when he was about three or four, he preferred prayers to the stories his mother and grandmother told him. His grandmother taught him Psalm 50.

As the older sisters tell it, the saint himself recalled how he would join his grandmother and repeat this verse again and again: “I will teach transgressors Your ways, and the ungodly shall turn back to You.”

This was a sign of his calling from God to become a preacher of the Gospel. So he turned to God and asked for help getting new shoes and clothes. He wrote a letter addressed to our Lord Jesus Christ in Heaven: “My God, please send me money to buy shoes and clothes, because it is winter and I am cold.”

He put the letter in an envelope and set off for the post office. On the way, he met a man who owned a shop beside the one where Anastasios worked—that was the saint’s baptismal name. “Anastasios, where are you going?” the man asked. “I’m going to the post office to send a letter to God,” he replied.

When the man heard him say he was sending a letter to God, he was surprised. He said, “I’m taking my own mail to the post office, so give me your letter and I’ll send it too.” Saint Nektarios of Aegina gave him the letter. Out of curiosity, the man opened it to see what the boy had written.

He was only fourteen. When the man read the letter, he was deeply moved. He decided to help the boy and answer it himself, as Saint Nektarios was hoping God would. Imagine the saint’s joy when he opened the reply and found money inside, sent, as the letter said, by God, his Lord Jesus Christ. He went to the market in Constantinople, bought new shoes and clothes, and returned happily to the shop. But when his employer saw him, he thought Anastasios had stolen the money from the till. He began to beat and curse him mercilessly.

The man who had sent the money heard the shouting and intervened. That was how Anastasios escaped his employer’s hands. At eighteen, our saint was at the school of the metochion of the Holy Sepulchre in Constantinople, where he taught the younger classes while studying in the older ones.

He also became director of the school’s boarding house. At twenty, he left for Lithi on Chios, where he was appointed a teacher. He taught there for seven full years, then became a monk at Nea Moni of Chios, taking the name Lazaros.

I remember something striking. About two years ago, two parents from Lithi on Chios came here and told us that their son had seen the saint. He had even given him a ride in his car.

Their son was working on a contract for the Public Power Corporation. As he drove from the main town of Chios toward another part of the island, passing through Lithi, he met a young man, as he described him. The young man asked for a ride to Lithi, saying that he was a teacher there.

That is what he told him. So the young man asked his name, and he said it was Anastasios Kephalas. The name sounded familiar, but the young man thought little of it. When they reached Lithi and his passenger got out—a young man of about twenty-two or twenty-three—he suddenly felt puzzled and opened the glove compartment. There he saw a photograph of Saint Nektarios of Aegina, with the words beneath it: “Anastasios Kephalas, his name in the world.” He turned to look for the young man he had just dropped off, but he had vanished. This confirms for us that the saint’s presence is there in those waters.

The saint appears in places where he once lived. So, under the name Lazaros, he became a monk at Nea Moni of Chios. Later, Gregory, the Metropolitan of Chios, ordained him a deacon and gave him the name Nektarios—the name by which the whole world would come to know him.

Around that time, a wealthy man from Chios named Ioannis Choremis came to the monastery and said to its abbot:

“I would like to support a young man with a gift for sacred studies.” Pachomios immediately chooses Nektarios and sends him to Athens, funded, as we said, by Ioannis Choremis. There he completes his secondary education with the aim of studying theology. Our saint graduates with top marks and enters the theological school on a scholarship.

Thank you.

At the University of Athens, representatives of the Patriarchate of Alexandria approach him in consultation with Gregory, the Metropolitan of Chios. They fund his studies, and our saint promises that when he finishes, he will go to Alexandria to help with the Church’s work. Three years later, he earns his degree and does indeed go to Alexandria. Through his personal efforts, fundraising collections are held.

Funds were raised, and the Church of Saint Nicholas in Cairo was adorned with icons. Patriarch Sophronios, seeing the great work he had developed, ordained Nektarios an archimandrite. Our saint then devoted himself still more fully to that work.

Patriarch Sophronios continued to value his work and ordained him a bishop with the title Metropolitan of Pentapolis. With the duties of a bishop and the greater authority entrusted to him by the Patriarch, the saint devoted himself to charitable work. People constantly asked him to pray for them and saw wondrous things happen in their lives. In this way, his pastoral and charitable ministry grew greatly.

But the devil, and people moved by envy, resent good works. Because the saint was so beloved by the people, he was accused of supposedly wanting to take the patriarchal throne from Patriarch Sophronios.

The Patriarch was elderly and unable to investigate whether these slanders were true. In time, he believed them and expelled the Saint from the Patriarchate of Alexandria.

He was driven from the Patriarchate of Alexandria without any charge or reason. Our saint was deeply hurt. He had done nothing wrong; he had devoted his very life to the work of the Church of Alexandria. He left for Athens, where, although he was a bishop, he was appointed a simple preacher in the regions of Lamia, Chalkida, and Boeotia. He preached throughout those regions, and people came to hear him by the thousands, especially young people. One of them was Sakopoulos, a young boy at the time. He stayed by the saint’s side, helping him in his work until the saint reposed. The state also recognized the saint’s learning, and in 1896 he was invited to become director of the Rizareios Ecclesiastical School in Athens.

The Saint spent fourteen full years at the Rizarios Ecclesiastical School. During his time there, the school became renowned not only in Greece but throughout the world then known to them, for the great wisdom it imparted to its students.

At the same time, as we said, the Saint was looking for a place where he and the spiritual children who followed him could live the monastic life.

We spoke about why the Saint chose this place where we are now. In 1904, he came here and began building the monastery on the site of the older Monastery of the Life-Giving Spring. That is why, on the iconostasis of the monastery’s main church, beside the icon of our Most Holy Theotokos, there is an icon of the Life-Giving Spring in memory of the old monastery. He dedicated the new church to the Holy Trinity. When the building work was finished, the Saint was deeply moved, because he had struggled so much to build it.

It was a tremendous undertaking to build this monastery without money. When they hung the chandelier in the center of the main church, he was so moved that he prayed to God to immediately grant the request of anyone who sat beneath it and prayed.

Our saint came and settled permanently on Aegina in 1908, when he resigned as head of the Rizareios School, as we said. Here he cultivated the monastery’s land himself, worked on its buildings, and made the monks’ shoes. Once, a student came and asked him for money to buy shoes. He had no money, so he gave the student his own shoes. Until he could make himself a new pair, he went about in his slippers.

He regarded the Most Holy Theotokos as the monastery's steward. He always addressed her with the respectful plural form, never the familiar singular. Whenever he faced a financial difficulty, he would go up to his cell and say, 'Please, Lady Theotokos, Mother of our Lord, send us, I beg you, twenty thousand drachmas, or ten or thirty thousand,' according to what was needed.

Then, as he came down the stairs from his cell, a donor would be waiting for him and would hand him an envelope containing the very amount he had asked for. This happened whenever he prayed in this way. That is why he considered the Most Holy Theotokos the monastery's treasurer.

The Saint lived here until 1920, through the last years of his life. That is why we say this ground has been walked by a saint: this is our Saint's home. He still lives here among us.

About a year and a half ago, a family came to the church, went up to the monastery, and entered our Saint's room to venerate it. Their twelve-year-old child wanted to sit on the bed in his room, an old bed that had been a gift from his mother.

Of course, we do not let anyone sit on it; people may only venerate our saint’s bed. But this child sat down on it, and we immediately tried to get him up to keep the bed from being worn. The child asked, puzzled, “Why are you making me get up when the elder sitting over there told me to sit down?” He could see Saint Nektarios of Aegina in the place where the saint liked to sit, by the little table you will see if you go there.

If you go up to the monastery, you can see it. The little table there was made to fit that narrow room, and the Saint used to sit there and read. So we asked the child, 'Who was that elder, that spiritual father, and what did he do?' The child pointed to the Saint's icon and said, 'Yes, yes, that's the elder. He told me to sit down and made a gesture with his hand like this.'

So we see that the Saint remains here in the monastery. He still lives and moves among us, listening and praying to God for all who come here to ask for His help.

Our Saint died—or rather, fell asleep in the Lord—on the night of November 8 to 9, at the Aretaieio Hospital in Athens, after a long illness. As we said, his first miracle happened when the priests were dressing him in his bishop's vestments for the funeral service. They took off his undershirt and laid it on the patient in the next bed, who was paralyzed. At once the man stood up and walked. This was our Saint's first miracle after his death.

When his body was brought here to Aegina and preparations were made for his burial, a fragrance came from his holy remains. It was there throughout the service and from the time he arrived in Aegina until they carried him up to the monastery on foot.

Many people on their way to Agia Marina passed by here, caught that fragrance, and climbed up to the monastery to find out where it was coming from. Six months after our Saint's burial, the Rizarios School wished to honor its former director by donating marble for his tomb.

But no craftsman would agree to install the marble unless the coffin was taken out again.

But the abbots and the visitors wondered: if they took the deceased out of the tomb after six months, would there be a smell? The human body inevitably begins to decay as soon as death occurs. That night, the Saint appeared to the nun Nektaria and said, “Come, Nektaria, let me bless you.” Our Saint used to make the sign of the Cross over the nuns and bless them on the forehead. So she went up to him, as she later told the abbess, and he blessed her. Then he asked, “Do I smell?” She replied, “Geronta, who said such a thing?” “Do I stink?” he asked.

“I stink,” he said, so that she would understand. “Elder, who says you stink?” she asked. “The abbess does,” he replied. “Go and tell her.” The next morning, the first thing Nun Nektaria did was go to the abbess and tell her what the Saint had said.

Or rather, what she had experienced that night. The abbess, whose thoughts no one else knew, took this as an answer from the Saint. After the necessary preparations, the abbess gave the order to bring out our Saint’s remains.

And when they brought out our Saint's remains, his body was covered in what looked like sweat. It gave off a beautiful fragrance. It was myrrh flowing from our Saint. That is why we call him a myrrh-streaming saint.

Then the same thing happened as at his burial six months earlier. The fragrance spread all around the monastery, drawing many people on their way to Agia Marina up to see and marvel at this great sign of our Saint's holiness.

Our saint remained out of the grave for a full 48 hours, until the new tomb was built with marble donated by the Rizarios School, as we said. The first attempt to recover his relics took place in 1940. His body was found incorrupt, so he was buried again. His relics were finally recovered on September 3, 1953. By then his body had decomposed. We keep his holy relics here at the monastery, though many were also given as blessings to places throughout Greece. His holy skull and the rest of his relics are kept nearby, apart from his right hand, which is here in the Chapel of his Holy Relics. Both this church and the chapel were consecrated on May 21, 1994. Every year on that day, we celebrate the anniversary of their consecration with a great Divine Liturgy, as a major feast of the monastery. The miracles our saint has worked are countless. It would take a long time to tell you about his most astonishing miracles. We will speak of a few, so that we may marvel at his holiness, but even more at the faith of the people. Miracles do not happen to make us believe; they happen to strengthen our faith. If they were meant to make us believe, God would not be a God of love, but a tyrant forcing us to believe through miracles. People may say, ‘Let a miracle happen, and then we will believe,’ but they do not truly mean it. If that were so, everyone would have believed when the Lord performed miracles, especially the scribes and Pharisees, who knew the Law and what the Old Testament said. Our saint, then, has worked countless miracles. The oil lamps in the chapel beside the monastery’s main church each represent one of them, and there are far too many to fit in this small space. As we said, the foundation of this church was laid in 1970. It took about 20 years to build, and it was consecrated in 1994. This place itself is a miracle of the saint. Some may wonder why the church was built so large. The reason is that thousands of people come here every day.

Every day, countless people come to the Saint to ask for his protection and help, and for answers to their troubles. This large church had to be built to shelter them, especially on his two feast days. The November feast, in particular, often brings rain and considerable cold. Yet on that day the church fills, and people gather outside as well.

So a church this large was needed to hold all the people who come here seeking our Saint's help. Other work is also under way at our monastery, including new guesthouses to accommodate these visitors.

They will mainly accommodate people in need who come here seeking a place to stay for a night at our Saint’s monastery, so they can attend the Divine Liturgy in the morning. These building projects at the monastery are quite recent. For many years, its charitable work left too little money for renovations or for improving the hospitality and care offered to visitors. Most of the money goes to charity and to easing people’s suffering.

It is striking that some pilgrims came here from Seoul to venerate Saint Nektarios. They came because the church that serves the religious needs of about two hundred families there had an icon of him, while it had no icon of the saint to whom the church was dedicated. This made a deep impression on them.

They were so moved that they wanted to come all the way from Seoul to learn who this saint was, so closely connected with the life of their community. There were also Greek Americans, mainly from Atlanta, who formed a new community there and wanted to dedicate their church to Saint Nektarios.

The bishop himself told us that when he went to discuss the name of the new church with the community, he had not been thinking of Saint Nektarios either. Yet, without having discussed it beforehand, the bishop and the community spoke as one: they agreed that the new church should be dedicated to Saint Nektarios.

Όλοι οι βίοι