Theophonia the divine voice
Βίοι των Αγίων

Ο Άγιος Παΐσιος

Ο Άγιος Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας και βαπτίστηκε Αρσένιος από τον Άγιο Αρσένιο, λίγο πριν η οικογένειά του εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Μεγάλωσε στην Κόνιτσα, αφοσιώθηκε στην προσευχή και τη νηστεία, έμαθε την τέχνη του ξυλουργού και αργότερα υπηρέτησε στον στρατό ως ασυρματιστής.

Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο

Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα: Ο Άγιος Παΐσιος
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.

Πηγή και στοιχεία εικόναςRussian Orthodox Cathedral of St John the Baptist from Washington DC, United States · CC BY-SA 2.0

Διαβάστε τον βίο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.

Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 70 παράγραφοι

Ο Άγιος Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καπαδοκίας της Μικράς Ασίας στις 25 Ιουλίου 1924 από τον Πρόδρομο, πατέρα του, και την Ευλαμπία Εζνεπίδη, μητέρα του. Οι γονείς του απέκτησαν δέκα παιδιά. Τα δύο πρώτα αδελφάκια του πέθαναν μικρά.

Στα πλαίσια της ανταλλαγής των πληθυσμών, που ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές εστίες τους οι χριστιανοί της Μικράς Ασίας, μία εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Άγιος βαπτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο, ο οποίος, προβλέποντας τη μελλοντική του προκοπή στα πνευματικά, θέλησε να του δώσει το όνομά του, Αρσένιος.

Μαζί με όλη την οικογένεια του νεοφώτιστου βρέφους, το οποίο ήταν 40 ημερών, έμειναν για λίγο εκεί και μεταφέρθηκαν στο κάστρο της Κέρκυρας, όπου εκοιμήθη και ετάφη ο Όσιος Αρσένιος. Μετά από 1,5 χρόνο πήγαν στην Ηγουμενίτσα και εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Κόνιτσα, όπου τελείωσε το δημοτικό σχολείο ο μικρός Αρσένιος.

Από αυτή την ηλικία διάβαζε θρησκευτικά βιβλία, απομονωνόταν και προσευχόταν πολύ. Δεν έπαιζε όπως τα άλλα παιδιά. Μάλιστα, νήστευε αυστηρά, με αξιοθαύμαστο ζήλο, και ήταν το πιο αγαπητό από όλα τα παιδιά της οικογένειας.

Ήταν καλός μαθητής, έξυπνος, εύστροφος, και αποφάσισε και έγινε ξυλουργός ο μικρός Αρσένιος, διότι δεν υπήρχε στην Κόνιτσα γυμνάσιο. Σκεπτόταν και πολύ σοβαρά να γίνει μοναχός.

Ο Μοναχός είχε υψηλή ιδέα για τον μοναχισμό και προετοιμαζόταν όσο το δυνατόν καλύτερα. Με τις συμβουλές του και με την προσεκτική ζωή που έκανε, βοηθούσε πνευματικά και άλλα παιδιά της ηλικίας του, είτε και μικρότερα από αυτόν. Στις 20 Απριλίου 1948 παρουσιάστηκε στρατιώτης και υπηρέτησε με την...

με την ειδικότητα του ασυρματιστού, κάτι που τον διαφύλαξε από το να φονεύσει άνθρωπο, αφού γινόντουσαν πολεμικές επιχειρήσεις. Στις 21 Μαρτίου 1950 τελείωσε τη στρατιωτική του θητεία και άρχισε πάλι να εργάζεται ως ξυλουργός.

Το 1953 επιλέγει να πάει στο Άγιον Όρος και μετά από ένα χρόνο δοκιμασιών, διακονημάτων και ασκήσεων, εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου, έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Αρνήθηκε όμως να λάβει το μεγάλο σχήμα από τον ηγούμενο εξαιτίας της αγάπης του για την ησυχαστική ζωή που επιθυμούσε.

Έλαβε ευλογία να αναχωρήσει από τη Μονή για λόγους ηρεμίας, ησυχίας και κατά συμβουλή ενός ενάρετου γέροντα που ασκείται στην Καλύβη Εισοδίων, του Παπακύριλλου, κατευθύνεται στην ιδιόρρυθμη τότε Ιερά Μονή Φιλοθέου για να συναντήσει ένα μακρινό συγγενή του και συμπατριώτη του, τον Παπα-Συμεών.

Η συνάντησή του αυτή με τον Γέροντα θα ήταν καταλυτική για την πορεία και τη διαμόρφωση. 12 Μαρτίου 1956, εκάρη μοναχός και πήρε το όνομα Παΐσιος, προς τιμή του συμπατριώτη του Μητροπολίτη Καισαρείας Παϊσίου του Δευτέρου.

Κατά το σύντομο διάστημα της παραμονής του στη Φιλοθέου δεν έπαψε να σκέπτεται την έρημο. Η Παναγία όμως επιθυμούσε κατ' εντολήν της να βρεθεί και να βρίσκεται σε μοναστήρι. Το 1958, με θεϊκή αποκάλυψη, βρέθηκε ο Άγιος στο ήσυχο μοναστήρι του Στομίου της επαρχίας Κονίτσης.

Άρχισε την ανακαίνιση του καμένου μοναστηριού χωρίς να έχει ούτε τα απαραίτητα χρήματα και τα υλικά. Εκεί διέμεινε τέσσερα χρόνια και, εκτός από την ανακαίνιση του μοναστηριού, διακονούσε υλικά και πνευματικά τους συνανθρώπους του, εδραιώνοντας το ορθόδοξο φρόνημα των κατοίκων της περιοχής.

Είχαν ήδη εμφανιστεί στην Κόνιτσα αιρετικοί Ευαγγελικοί που έκαναν προσηλυτισμό και συνεχώς εξαπλώνονταν. Συμβούλευε όσους είχαν παρακολουθήσει τα αιρετικά κηρύγματα και τους έπειθε να διακόψουν τη σχέση τους με την αιρετική αυτή οργάνωση.

Είχε όμως ενδιαφερθεί και για τους μουσουλμάνους της Κόνιτσας, που τους περιέβαλε με αγάπη και ενδιαφέρον. Μέσα από τη βοήθειά του, αρκετοί σήμερα έχουν γίνει χριστιανοί και έχουν βαπτιστεί. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1962, όταν τελείωσε την αποστολή του στην Ιερά Μονή Στομίου και αφού είχε λάβει θετική απάντηση στην αλληλογραφία του, αναχώρησε για το θεοβάδιστο όρος Σινά, διανυχτέρευσε στην όαση Φαράν και το επόμενο μεσημέρι οδηγήθηκε στο κελί του, κατά μαρτυρία συνεπιβατών του.

Το χρονικό διάστημα που ακολούθησε, έχοντας γνώσεις και επιδεξιότητα στις εφαρμογές του ξύλου, βοήθησε στις ξυλουργικές ανάγκες των εργασιών συντηρήσεως φορητών κειμηλιακών εικόνων του Σινά. Μετά το πέρας των εργασιών αυτών, ο Άγιος ζήτησε ευλογία να μείνει μόνος στην έρημο και εγκαταστάθηκε στο ασκητήριο των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, απέναντι ακριβώς από την Αγία Κορυφή και λιγότερο από μία ώρα από το μοναστήρι.

Το τυπικό του εκεί ήταν ευχή και εργόχειρο και τη νύχτα μερικές ώρες μετάνοιες. Το πρωί, όταν χάραζε, ξεκουραζόταν λίγο, απλοποίησε πάρα πολύ τη ζωή του και επιδόθηκε στην άσκηση με όση δύναμη διέθετε και χωρίς περισπασμούς αδιάκοπα.

Αργότερα, με λέξεις γεμάτες νοσταλγία, έλεγε ότι η έρημος ερημώνει τα πάθη. Στο μοναστήρι κατέβαινε κάθε Κυριακή ή κάθε 15 ημέρες, κοινωνούσε, βοηθούσε στην ακολουθία, σε ξυλουργικές εργασίες. Δεν επιβάρυνε το μοναστήρι και από την πείρα του και τη διάκρισή του ωφελούνταν και έπαιρναν τη συμβουλή του μερικοί πατέρες.

Το εργόχειρό του ήταν εικόνες σκαλιστές σε ξύλο και με τα χρήματα από το εργόχειρό του βοηθούσε και έστελνε σε ορφανά στην Ελλάδα αλλά και σε μικρά παιδιά Βεδουίνων. Η υγεία του όμως όλο και χειροτέρευε και επιδεινωνόταν από την έλλειψη οξυγόνου λόγω υψομέτρου.

Θέλησε αναγκαστικά να μετακομίσει στο μοναστήρι που ήταν 400 μέτρα πιο χαμηλά, αλλά το άσθμα που ήδη του είχε παρουσιαστεί έκανε αδύνατη και την παραμονή του εκεί.

Έτσι επέστρεψε στην πατρίδα και στο Άγιον Όρος. Μία καλύβη των Αρχαγγέλων στην ερημωμένη σκήτη των Ιβήρων διάλεξε σαν πρώτη του κατοικία επανακάμπτοντας στο Άγιον Όρος. Εκεί είχε όλες τις προϋποθέσεις για μία ησυχαστική ζωή.

Τους τρεις πρώτους μήνες εργάστηκε πολύ σκληρά για να επιδιορθώσει την ετοιμόρροπη καλύβη, ώστε να μπορεί να δέχεται και κάποιους άλλους που να θέλουν να μείνουν μαζί του, σύμφωνα με τον πνευματικό του, τον Πάτερ Τίχωνα, τον Ρώσο ερημίτη. Έκανε αμέτρητες μετάνοιες κάθε νύχτα στην αγρυπνία και πολλά κομποσχοίνια, έχοντας την προσευχή κύριο έργο του.

Και ενώ η υγεία του ήταν κλονισμένη, νήστευε μέχρι εξαντλήσεως. Ανέλαβε και διακονίες στη σκήτη, έχοντας ακόμη περισσότερες έγνοιες και φροντίδες για τους προσκυνητές, για τη σωματική και πνευματική τους ανάπαυση.

Ανέλαβε και διακονίες στη σκήτη, έχοντας ακόμη περισσότερες έγνοιες και φροντίδες για τους προσκυνητές, για τη σωματική και πνευματική τους ανάπαυση. Ο Άγιος είχε γνωρίσει τον Παπα-Τύχωνα τον Ρώσο από την εποχή που ήταν στην Εσφιγμένου.

Τώρα τον έκανε γέροντά του και μετέβαινε συχνά στο κελί του για να τον βλέπει και να τον συμβουλεύεται. Μετά από παροτρύνσεις του γέροντα, ο Άγιος δέχθηκε να γίνει η κουρά του και έλαβε το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα στις 11 Ιανουαρίου 1966.

Το πρόβλημα όμως της υγείας του που τον συνόδευε από την Εσφιγμένου ακόμη, με αιμοπτύσεις και εσωτερικές αιμορραγίες, από τη Φιλοθέου που βγήκε στον κόσμο για θεραπεία, από το Σινά που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει με λανθασμένη διάγνωση για φυματίωση, δεν έλεγε να τον απαλλάξει. Έπασχε τελικώς από βρογχεκτασία και οι εξετάσεις έδειχναν κατεπείγουσα εγχείρηση.

Του αφαιρέθηκε σχεδόν ολόκληρος ο αριστερός πνεύμονας αλλά και δύο πλευρά και η επέμβαση έγινε στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδος. Κατά τη διάρκεια της τετράμηνης νοσηλείας του στο σανατόριο Ασβεστοχωρίου, επληροφορήθη ότι εκοιμήθη και ο κατά σάρκα πατέρας του.

Εγχειρισμένος πλέον θα έπρεπε να συνεχίσει την ασκητική ζωή του σε μέρος με ξηρό κλίμα. Κατά συμβουλή λοιπόν του Παπα-Τύχωνα ανεχώρησε για τα Κατουνάκια. Εξ αφορμής της κλονισμένης του υγείας αλλά και χάριν της αγαπημένης του ησυχίας, ο Άγιος παίρνει την καλύβη του Υπατίου στα λεγόμενα Βλάχικα, πιο ψηλά από τους Δανιηλαίους στα Κατουνάκια.

Η ζωή εκεί ήταν ήσυχη, απερίσπαστη και πολύ πτωχική. Συνέχιζε το ξυλόγλυπτο εργόχειρό του, άλλοτε πουλώντας για να συντηρείται, ενώ τα περισσότερα μοίραζε. Του Γέροντος Υπατίου του Ρουμάνου και γνώρισε και άλλους πνευματικούς πατέρες, ασκητές και μοναχούς με ανεπτυγμένο το πατερικό φρόνημα.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο νοσοκομείο συνδέθηκε πνευματικά με κάποιες ευλαβείς φιλομόναχες νέες κοπέλες. Αυτές έδωσαν αίμα για τις ανάγκες της εγχείρησης, αλλά και ο γέροντας τις βοήθησε πνευματικά με κάθε τρόπο. Το καλό που του έκαναν, βρήκε τρόπο να το ανταποδώσει.

Τις βοήθησε να βρουν τόπο να μονάσουν και έτσι ιδρύθηκε το γνωστό σε όλους μας ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Εκεί είναι το πολυπαθές λείψανό του, αφού έως την κοίμησή του τις κατηύθυνε πνευματικά.

Έχει περάσει ένας χρόνος παραμονής και ασκήσεως στα Κατουνάκια. Και στις 12 Αυγούστου 1968 ο Άγιος ήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, που έπασχε από λειψανδρία. Και αφού μπήκε κάποια σειρά στη νεοσύστατη αδελφότητα, ο Άγιος εγκαταστάθηκε στην καλύβη του Τιμίου Σταυρού έξι μήνες περίπου από την κοίμηση του Ρώσου Γέροντά του, Παπα-Τίχωνα.

Το μικρό καλυβάκι του Τιμίου Σταυρού δεν είχε πολλές δυνατότητες φιλοξενίας και ο Άγιος με το ησυχαστικό του τυπικό φιλοξενούσε με διάκριση όταν έκρινε ότι υπήρχε ανάγκη. Οι επισκέπτες όμως επλήθαιναν και ο Άγιος βρέθηκε σε δίλημμα αν θα παρέμενε εκεί ή θα πήγαινε κάπου αλλού για ησυχία.

Σε αυτό το μικρό καψαλιώτικο καλύβι ασκείτο ο Άγιος με αδιάλειπτη προσευχή, μόνος με τον Θεό, πάμπτωχος από υλικά και ανέσεις αλλά πλούσιος από αρετές και άσκηση, από τη χάρη του Θεού βέβαια. Το 1971, στις 21 Φεβρουαρίου, ενώ ο Άγιος διάβαζε το χειρόγραφό του στην αυλή της καλύβης του για τον βίο του εκ Καππαδοκίας Αγίου Αρσενίου, τον επεσκέφθη ο Άγιος Αρσένιος με μια γλυκύτητα ανέκφραστη και ουράνια αγαλλίαση.

Κατά τις οδηγίες του Αγίου, την εμφάνιση αυτή του Αγίου Αρσενίου στον Άγιο Γέροντα την κατέγραψαν και εικονογράφησαν αργότερα οι αδελφές αγιογράφοι στο μοναστήρι της Σουρωτής. Αποδίδει πλήρως τα χαρακτηριστικά του Αγίου Αρσενίου.

Ο Άγιος διηγείται ακόμη σε κάποιο πνευματικό του τέκνο ένα θαύμα που του συνέβη όταν ήταν στο κελί του. Τον επισκέφθηκε η Αγία Ευφημία, της οποίας τον βίο δεν γνώριζε, αλλά εκείνη του διηγήθηκε τα μαρτύριά της.

Ήταν δε τόσο μικροκαμωμένη και αδύνατη και του έκανε μεγάλη εντύπωση που, ενώ ήταν τόσο μικροκαμωμένη και αδύνατη, είχε αντέξει όλα αυτά τα πάθη. Το γεγονός αυτό ο Άγιος το συνέδεσε με ένα θέμα που τον απασχολούσε εκείνο τον καιρό και είχε να κάνει με την κατάσταση της Εκκλησίας.

Παρά τη συνήθειά του βγήκε πάλι στη Σουρωτή, ενημέρωσε τις αδελφές μοναχές και με τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία όπως του εμφανίστηκε. Το 1977 επισκέφθηκε την Αυστραλία μαζί με τον ηγούμενο της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα, Πάτερ Βασίλειο, για να βοηθήσει πνευματικά τους ομογενείς της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Και εκεί, όπως πάντοτε συνήθιζε, συμβούλευε, νουθετούσε, εξομολογούσε και ζητούσε από τους ομογενείς να είναι ταπεινοί, να προσεύχονται και να ζητούν από τον Θεό να δίνει λύσεις στα προβλήματά τους. Το βράδυ του Τιμίου Προδρόμου, στις 26 Μαΐου 1977, είδε μέσα σε φως τον Χριστό, όχι με τα σωματικά του μάτια αλλά με τα μάτια της ψυχής.

Θεωρούσε δε ότι ήταν ένα δώρο από τον Παπα-Τίχωνα προς αυτόν, αφού είχε παραμείνει άγρυπνος για να γράψει σημειώσεις για αυτόν και να τις δώσει στις αδελφές στη Σουρωτή.

Οι αδελφές αγιογράφησαν τη μορφή του Κυρίου ακριβώς όπως περιέγραψε ο Άγιος. Στο καλύβι του Τιμίου Σταυρού ο Άγιος πέρασε 11 χρόνια αγώνων και προσφοράς και για κάποιο πνευματικό λόγο αποφάσισε να αναχωρήσει από αυτό.

Στις 27 Φεβρουαρίου 1979, καθ' υπόδειξη του Πατρός Ιωακείμ, ζήτησε από την Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου να εγκατασταθεί στην Παναγούδα, μια αμπελικιά. Ήταν πάλι η ίδια ημερομηνία όπως τότε που του είχε εμφανιστεί η Αγία Ευφημία, την οποία πολύ συγκινημένος ευχαρίστησε για την πρόνοιά της.

Αλλά και οι πατέρες της Μονής, πολύ πρόθυμα και ενθουσιασμένοι, απεδέχθησαν την αίτηση του Αγίου. Η καλύβη της Παναγούδας βρίσκεται κοντά στο μονοπάτι που συνδέει τις Καρυές με την Ιβήρων και απέναντι από τη σκήτη του Αγίου, δηλαδή Μικρή Παναγιά και τη Βασιλεία.

Ο Άγιος, αν και πάντοτε επιζητούσε ησυχαστικό κελί, έκανε θυσία προς χάριν των προσκυνητών να βρίσκεται σε μέρος προσιτό για αυτούς, έτσι ώστε να διανυχτερεύουν και εκείνοι σε κοντινά μοναστήρια, χωρίς να πέφτει το βάρος της φιλοξενίας σε ένα μόνο μοναστήρι.

Το καλύβι είχε βασικές ελλείψεις γιατί ήταν παλαιό και εγκαταλελειμμένο. Και πάλι με την προσωπική εργασία αλλά και με τη βοήθεια των πατέρων της Μονής, τακτοποίησε το εκκλησάκι του και μετά το κελάκι του για να μπορεί να αναπαύεται από την ολοήμερη και κοπιαστική εργασία,

Η διακονία είχε και τον κόσμο. Όλη την ημέρα δεχόταν προσκυνητές, άκουγε τα προβλήματά τους, τους συμβούλευε χωρίς να υπολογίζει τη δική του κατάσταση. Όταν λιγόστευε η απερίσπαστη προσευχή του, η γεμάτη αγάπη καρδιά του δεν του επέτρεπε να τους αφήνει απαρηγόρητους. Σιγά σιγά όμως, επέτυχε με διάκριση να συμβιβάσει άριστα τη διακονία με την προσευχή.

διακονία προς τους κοπιώντας και πεφορτισμένους συνανθρώπους και την ησυχαστική ζωή. Με τη χαρισματική του διόραση διερευνούσε τη σοβαρότητα των προβλημάτων των προσερχομένων, αλλά καθώς ο αριθμός των επισκεπτών αυξανόταν υπερβολικά, ξεπερνούσε τα όριά του.

Ένα βράδυ είδε στον ύπνο του την Παναγία και έλαβε με εντολή της το διακόνημα της παρηγοριάς των πονεμένων. Ο Θεός και οι πονεμένοι έγιναν τώρα οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ζωή του όλη.

Το 1982 ο Άγιος ταξίδεψε στους Αγίους Τόπους, που ήταν εκεί η πρώτη και μοναδική του επίσκεψη. Θαύμασε τη μεγάλη χάρη και ευλογία που έχει ο Γολγοθάς και ο Πανάγιος Τάφος. Όταν δε επήγε με τους Αγιοταφίτες στο Όρος των Ελαιών, τους παρακάλεσε να του επιτρέψουν να προσευχηθεί γονατιστός στην πέτρα που προσευχήθηκε και ο Κύριος, όπως και έγινε.

Στη συνέχεια μετέβη στο Σινά για να βοηθήσει το μοναστήρι, ήθελε να θυμηθεί τα παλαιά και βρήκε κατάλληλο τόπο διαμονής σε ένα κάθισμα ερημικό στην Αγία Σκέπη. Στην πατρίδα πήγε και στα Ιεροσόλυμα όπου προσκύνησε και εκεί.

Οι εντυπώσεις του όμως τώρα από την παλαιότερη παραμονή του εκεί ήταν ότι βρίσκει κανείς μέσα στο μοναστήρι περισσότερη ησυχία παρά έξω στην έρημο. Κάποια ημέρα που έκανε εικονάκια στην πρέσα, έπαθε κήλη από την πίεση και το σφίξιμο, στο κελί του στο Άγιον Όρος.

Παρά τις προσπάθειες και τις παρακλήσεις γνωστών του ιατρών και πνευματικών του τέκνων, αρνείτο να εγχειριστεί. Συντηρούσε την κατάστασή του με δικούς του πρακτικούς τρόπους. Αυτό διήρκησε λίγα χρόνια και ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα.

Στις 12 Νοεμβρίου 1987, στο τέλος, εισήλθε στο Θεαγένειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης για εγχείρηση βουβονοκήλης. Εξήλθε σε βελτίωση και πριν μπει στο Όρος, πήγε για λίγο στο Σινά. Ο Άγιος είχε ιδιαίτερη πνευματική σχέση με τους νέους. Τους αγαπούσε και τους αισθανόταν σαν πραγματικά του παιδιά.

Ενδιαφερόταν να βρουν το δρόμο τους και προσευχόταν για αυτούς. Τους βοηθούσε να υπερβούν τις δυσκολίες και τα προβλήματά τους, συνέπασχε και συμπονούσε μαζί τους. Αλλά και οι νέοι, διαισθανόμενοι τη μεγάλη του αγάπη, του είχαν απεριόριστη εμπιστοσύνη και έκαναν υπακοή και κυριολεκτικά τον λάτρευαν.

Και αφού με τις συμβουλές του Αγίου μετανοούσαν και συνέρχονταν, τον επισκέπτονταν με άλλους φίλους τους, που και εκείνοι χρειάζονταν τις νουθεσίες του, τονίζοντας ιδιαίτερα την αξία της αγνότητας. Ο Άγιος στην επίγεια ζωή του δοκιμάστηκε με διάφορες ασθένειες.

Ο πόνος και οι επώδυνες αρρώστιες του είχαν γίνει σχεδόν μόνιμη κατάσταση. Είχε τη δύναμη όμως, μπορούσε να παραβλέπει τον πόνο του και παρηγορούσε τους πονεμένους. Από την αρχή της μοναχικής του ζωής, ταλαιπωρήθηκε για πολλά χρόνια από τη βρογχεκτασία, τη λανθασμένη διάγνωση και θεραπεία, τις αιμοπτύσεις και τη δύσκολη εγχείρηση στους πνεύμονες.

Είχε πολύ μεγάλη ευαισθησία και με το παράμικρο κρυολόγημα είχε ενοχλήσεις. Αυτή την κατάσταση ο Άγιος την υπέμεινε με δοξολογία και δεν ζητούσε από τον Θεό να άρει τις παθήσεις. Υπέφερε και από δυσκοπάθεια που τον έπιασε στο Σινά, αλλά και η αιμορραγία στα έντερα σταδιακά αύξανε.

Ο Άγιος δεν ήθελε να κάνει εξετάσεις και οι γιατροί δεν μπορούσαν να διαγνώσουν πού ακριβώς οφείλετο η αιμορραγία. Συνέχιζε όμως να δέχεται τον κόσμο και να τηρεί με συνέπεια το ασκητικό του τυπικό. Η ασθένειά του επιδεινωνόταν και η αιμορραγία δεν αναχαιτιζόταν.

Είχε τάσεις λιποθυμίας από καιρό εις καιρόν, αλλά αδιαφορούσε για τη δική του κρίσιμη κατάσταση, με την έγνοιά του να περιποιηθεί τους παρευρισκόμενους επισκέπτες του. Ήξερε ο ίδιος καλύτερα απ' τον καθένα και για την ασθένεια και για το τέλος του.

που αισθανόταν να πλησιάζει αλλά δεν το έλεγε σε όλους. Ήταν στα όρια της αντοχής του αλλά και σε όλη του τη ζωή μελετούσε για το θάνατο. Άλλοι θαύμαζαν την καρτερία και την γενναιότητα με την οποία αντιμετώπιζε τις δοκιμασίες και πολλοί ωφελήθηκαν και παρηγορήθηκαν όταν μάθαιναν ότι ο Άγιος ασθενεί και υπομένει. Στις 22 Οκτωβρίου 1993 βγήκε από το Άγιον Όρος όπως συνήθιζε τα τελευταία χρόνια για την αγρυπνία του Οσίου Αρσενίου στη Σουρωτή. Αυτή όμως επρόκειτο να είναι και η τελευταία εξοδός του. Έπαθε ειλεό. Έφραξαν για λίγο τα έντερα και μαζί σταμάτησε και η αιμορραγία. Στο νοσοκομείο Θεαγένειο διαπιστώθηκε.

Διαπιστώθηκε η ύπαρξη προχωρημένου καρκίνου τουλάχιστον επί έξι έτη, αλλά χωρίς μεταστάσεις. Προετοιμάστηκε κατόπιν επίμονων υποδείξεων των ιατρών για την αφαίρεση του όγκου του παχέος εντέρου. Στις 4 Φεβρουαρίου 1994 έγινε η εγχείρηση, αλλά διαπιστώθησαν μεταστάσεις στο ήπαρ και στους πνεύμονες.

Ακολούθησε αξονική τομογραφία και χημειοθεραπείες. Παράλληλα όμως παρηγορούσε και ανακούφιζε όποιον πήγαινε κοντά του. Έκανε και συνάξεις στις αδελφές της Μονής της Σουρωτής, που θυσιάζονταν να τον ανακουφίσουν, τις νουθετούσε και έδινε τις τελευταίες συμβουλές.

Κάποια ημέρα κάλεσε τον ιατρό και του ζήτησε να σταματήσουν τη θεραπεία, καθώς θεωρούσε ότι έληξε η αποστολή του. Έκανε μόνον κάποτε κάποτε καμία κορτιζόνη για να μπορεί να αυτοεξυπηρετείται. Ήθελε πάρα πολύ να επιστρέψει στο Άγιον Όρος και να ταφεί στο περιβόλι της Παναγίας.

Αλλά η κατάσταση της υγείας του δεν επιδεχόταν ούτε την παραμικρή μετακίνηση. Έτσι αποφάσισε να μείνει και να ταφεί στο μοναστήρι στη Σουρωτή, κοντά στον Άγιο του

και νοερός στα μαρτύρια.

Πατήρια των Αγίων. Είχε σταματήσει να βλέπει κόσμο, ούτε και τις αδελφές δεν ήθελε να μπαίνουν στο κελί του. Εξυπηρετεί το μόνος του μέχρι τέλους, μέχρι τέλους σε ταλαιπωρεί το αφάνταστα, αλλά ήταν ειρηνικός και χαρούμενος.

Στις 11 Ιουλίου 1994, στην εορτή της Αγίας Εφημίας, κοινώνησε για τελευταία φορά, γονατιστός στο κρεβάτι του, αφού δεν ήταν δυνατό να μεταβεί στην εκκλησία.

Εκκλησία. Πέρασε την τελευταία νύχτα μαρτυρικά για περίπου δύο ώρες. Είχε χάσει τις αισθήσεις του. Ο σφυγμός του ήταν σχεδόν ανύπαρκτος και μόνον από την ανάσα του φαινόταν πως ζει. Πίσω από το ναό του Οσίου Αρσενίου, χωρίς να μάθει και χωρίς να κληθεί κανείς στην κηδεία του, σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία.

Μετά από τρεις ημέρες έγινε γνωστή η κοίμησή του. Ακολούθησε κοσμοσυρροή από όλα τα μέρη προσκυνητών στον τάφο του, με αυθόρμητες εκδηλώσεις αγάπης και ευλάβειας. Τα ίδια φαινόμενα και στο κελί του, στο Άγιον Όρος, στην Παναγούδα, και τα δύο μέρη έγιναν πανορθόδοξο προσκύνημα.

Κάθε χρόνο στην επέτειο της κοίμησής του, τελείται αγρυπνία με συμμετοχή χιλιάδων πιστών. Θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες μορφές της σύγχρονης Ορθόδοξης Εκκλησίας, λόγω της ιδιαίτερης προσωπικότητας και πνευματικότητάς του και των χαρισμάτων που διέθετε.

Απήλθε λοιπόν προς τον Κύριον, υπέρ του οποίου ολοψύχως αγωνίστηκε και προσετέθη εις τους μακάριους πατέρες ημών, μετά των οποίων αδιαλείπτως πρεσβεύει προς Αυτόν. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 70 παράγραφοι

Saint Paisios was born in Farasa, Cappadocia, in Asia Minor on July 25, 1924. His father was Prodromos and his mother was Evlampia Eznepidis. They had ten children; their first two died young.

During the population exchange, when the Christians of Asia Minor were uprooted from their ancestral homes, Saint Paisios was baptized by Saint Arsenios just one week before the people of Farasa left for Greece. Foreseeing the child's spiritual growth, Saint Arsenios wanted to give him his own name, Arsenios.

The newly baptized child was forty days old when his family left. They stayed there briefly and were then taken to the castle on Corfu, where Saint Arsenios reposed and was buried. A year and a half later, they went to Igoumenitsa and then settled permanently in Konitsa, where young Arsenios finished primary school.

Even at that age, he read religious books, sought solitude, and prayed a great deal. He did not play like the other children. He also fasted strictly, with remarkable zeal, and was the most beloved of the children in the family.

Young Arsenios was a good student, bright and quick-witted. Since there was no secondary school in Konitsa, he decided to become a carpenter. He was also seriously considering becoming a monk.

The future monk held monastic life in high regard and prepared for it as well as he could. Through his advice and the careful way he lived, he also helped children his own age, and even younger ones, grow spiritually. On April 20, 1948, he reported for military service.

He served as a radio operator, which spared him from having to kill anyone during the military operations. He completed his military service on March 21, 1950, and began working as a carpenter again.

In 1953, he chose to go to the Holy Mountain. After a year of testing, duties, and ascetic discipline, he was tonsured a monk at Esphigmenou Monastery. He received the rassophore tonsure and the name Averky. He declined the abbot's offer to receive the Great Schema, however, because he longed for a life of hesychia, of inner stillness.

He received a blessing to leave the monastery in search of peace and hesychia, or inner stillness. On the advice of Father Kyrillos, a virtuous elder living as an ascetic at the hut of the Entry of the Theotokos into the Temple, he went to Philotheou Monastery, which at that time followed an idiorrhythmic way of life. There he hoped to meet Father Symeon, a distant relative and fellow countryman.

That meeting with the elder would profoundly shape his path. On March 12, 1956, he was tonsured a monk and received the name Paisios in honor of his fellow countryman, Metropolitan Paisios II of Caesarea.

During his short stay at Philotheou, he never stopped thinking about the desert. But the Most Holy Theotokos wanted him to be in a monastery and directed him there. In 1958, through a divine revelation, Saint Paisios came to the quiet Stomio Monastery in the region of Konitsa.

He began restoring the fire-damaged monastery, though he lacked even the necessary money and materials. He stayed there for four years. Alongside the restoration, he served his neighbors in both practical and spiritual ways, strengthening the Orthodox faith of the people in the area.

Evangelical groups whom he regarded as heretical had already appeared in Konitsa. They were seeking converts and steadily expanding. He counseled people who had listened to their preaching and persuaded them to break their ties with the group.

He also cared deeply for the Muslims of Konitsa, treating them with love and concern. Through his help, a number of them later became Christians and were baptized. On September 30, 1962, having completed his work at Stomio Monastery and received a favorable reply to his correspondence, he left for Mount Sinai, where God had walked. He spent the night at the oasis of Faran and was led to his cell the following afternoon, according to his fellow travelers.

In the period that followed, his woodworking skills helped with the carpentry needed to conserve Sinai's treasured portable icons. When that work was done, Saint Paisios asked for a blessing to live alone in the desert. He settled at the hermitage of Saints Galaktion and Episteme, directly across from the Holy Summit and less than an hour from the monastery.

His daily rule there centered on the Jesus Prayer and his handiwork, with several hours of prostrations at night. At dawn he rested a little. He made his life very simple and gave himself continuously to ascetic discipline, with all his strength and without distractions.

Later, he would say with longing that the desert empties us of the passions. He went down to the monastery every Sunday or every two weeks to receive Holy Communion and help with the service and the carpentry. He placed no burden on the monastery. Some of the fathers were edified by his experience and discernment and sought his advice.

He carved icons in wood and used the money from his handiwork to help orphans in Greece and young Bedouin children. But his health kept worsening, aggravated by the thinner air at that altitude.

He felt compelled to move to the monastery, which was four hundred meters lower, but the asthma he had developed made it impossible for him to remain even there.

So he returned to his homeland and to the Holy Mountain. On his return, he chose a hut dedicated to the Archangels in the deserted Skete of Iviron as his first home. It offered everything he needed for a life of hesychia, or inner stillness.

For the first three months, he worked very hard to repair the hut, which was close to collapse, so that he could also receive anyone who wished to live with him. This was in keeping with the guidance of his spiritual father, Father Tikhon, the Russian hermit. Each night during his vigil, he made countless prostrations and prayed many rounds on his prayer rope. Prayer was his main work.

Though his health was fragile, he fasted to the point of exhaustion. He also took on duties in the skete, adding to his cares as he looked after the pilgrims and their physical and spiritual rest.

Saint Paisios had known Father Tikhon the Russian since his days at Esphigmenou.

He now took Father Tikhon as his elder and often went to his cell to visit him and seek his counsel. At the elder’s urging, Saint Paisios agreed to be tonsured by him and received the Great and Angelic Schema on January 11, 1966.

But the illness that had troubled him since Esphigmenou would not leave him. He had coughed up blood and suffered internal bleeding. While at Philotheou he had gone out for treatment, and he had been forced to leave Sinai after an incorrect diagnosis of tuberculosis. In the end, he was found to have bronchiectasis, and tests showed that he urgently needed surgery.

Almost his entire left lung and two ribs were removed in an operation at the Northern Greece Center for Chest Diseases. During his four months in the Asvestochori sanatorium, he learned that his father had also fallen asleep in the Lord.

After the operation, he needed a dry climate to continue his ascetic life. On Father Tikhon’s advice, he left for Katounakia. Because of his weakened health and his love of stillness, Saint Paisios settled in the hut of Hypatios at the place called Vlachika, above the Daniilei brotherhood in Katounakia.

Life there was quiet, free from distractions, and very poor. He continued carving wood, sometimes selling his work to support himself, though he gave most of it away. There he came to know Elder Hypatios the Romanian and other spiritual fathers, ascetics, and monks steeped in the mind of the Fathers.

During his stay in the hospital, he formed a spiritual bond with several devout young women who loved the monastic life. They gave blood for his operation, and the elder helped them spiritually in every way he could. He found a way to repay their kindness.

He helped them find a place to become nuns, and so the well-known hesychasterion, or hermitage, of Saint John the Theologian was founded at Souroti, near Thessaloniki. His much-suffering body rests there, for he guided the sisters spiritually until he fell asleep in the Lord.

After a year of ascetic life in Katounakia, Saint Paisios came to Stavronikita Monastery on August 12, 1968, when it was short of monks. Once the newly formed brotherhood had found its footing, he moved into the hut of the Precious Cross, about six months after the repose of his Russian elder, Father Tikhon.

The little hut of the Precious Cross had little room for guests. Saint Paisios, following his rule of life in stillness, offered hospitality when he discerned a need. But visitors kept increasing, and he wondered whether to stay there or go elsewhere for quiet.

In that little hut in Kapsala, the Saint lived in ascetic struggle and unceasing prayer, alone with God. He was poor in possessions and comforts, but rich in virtue and ascetic discipline through the grace of God. On February 21, 1971, while reading his manuscript on the life of Saint Arsenios of Cappadocia in the hut’s courtyard, Saint Arsenios appeared to him, bringing indescribable sweetness and heavenly joy.

Following Saint Paisios’s instructions, the sister iconographers at the monastery in Souroti later recorded the appearance of Saint Arsenios and painted it. Their icon faithfully captures Saint Arsenios’s features.

The Saint also told one of his spiritual children about a miracle that happened in his cell. Saint Euphemia visited him. He had not known her life, but she told him about her martyrdom.

She was so small and slight that he marveled at how she had endured such suffering. Saint Paisios connected her endurance with a matter that was troubling him at the time concerning the state of the Church.

Though it was unusual for him, he went back to Souroti, told the nuns what had happened, and guided them as they painted Saint Euphemia as she had appeared to him. In 1977, he visited Australia with Father Vasileios, the abbot of Stavronikita Monastery, to offer spiritual help to fellow Greeks of the Orthodox Church.

There, as always, he gave counsel, offered guidance, and heard confessions. He urged his fellow Greeks to be humble, to pray, and to ask God for solutions to their problems. On the evening of the feast of the Honorable Forerunner, May 26, 1977, he saw Christ in a light—not with his bodily eyes, but with the eyes of his soul.

He believed this vision was a gift to him from Father Tikhon, for he had stayed awake writing notes about his elder to give to the sisters in Souroti.

The sisters painted an icon of the Lord exactly as the Saint described Him. Saint Paisios spent eleven years in the hut of the Precious Cross, years of struggle and service. Then, for a spiritual reason, he decided to leave.

On February 27, 1979, at Father Joachim’s suggestion, he asked Koutloumousiou Monastery for permission to settle at Panagouda, a little vineyard. It was the same date on which Saint Euphemia had appeared to him. Deeply moved, he thanked her for her care.

The fathers of the monastery gladly accepted the Saint’s request. The hut at Panagouda stood near the path linking Karyes and Iviron, opposite the skete of Saint Panteleimon. Its name means “Little Panagia,” and it is dedicated to the Nativity of the Theotokos.

Although the Saint always sought a quiet cell for prayer, he made a sacrifice for the pilgrims by living somewhere they could reach easily. They could stay overnight at nearby monasteries, so the burden of hosting them would not fall on one monastery alone.

The old, abandoned hut lacked basic necessities. Once again, through his own work and with help from the monastery’s fathers, he put its little chapel in order, then his cell, where he could rest after a full day of hard work.

His ministry also included caring for the people who came to him. All day long he welcomed pilgrims, listened to their troubles, and offered counsel, without regard for his own condition. Even when this left him less time for undistracted prayer, his heart, full of love, would not let him send them away without comfort. Little by little, with discernment, he found a way to bring his ministry and his prayer into harmony.

He served people who were weary and burdened while continuing his life of prayer in stillness. Through his gift of spiritual insight, he could discern how serious each visitor’s troubles were. But as the number of visitors grew so great, he pushed himself beyond his limits.

One night he saw the Most Holy Theotokos in a dream, and she charged him with the work of comforting those in pain. From then on, God and those who suffered became the two centers of his whole life.

In 1982 the Saint made his first and only visit to the Holy Land. He marveled at the great grace and blessing of Golgotha and the Most Holy Sepulchre. When he went with the brethren of the Holy Sepulchre to the Mount of Olives, he asked to kneel and pray on the stone where the Lord had prayed. They let him do so.

He then went to Sinai to help the monastery and to revisit the place he had known before. He found a place to stay at a secluded hermitage at Agia Skepi. He also went to his homeland and to Jerusalem, where he venerated the holy sites.

This time, though, his impression was that one could find more stillness inside the monastery than out in the desert. One day, while using a press to make small icons in his cell on the Holy Mountain, the strain gave him a hernia.

Despite the efforts and pleas of doctors he knew and of his spiritual children, he refused surgery. He managed the condition in his own practical ways. This went on for several years and caused him immense suffering.

Finally, on November 12, 1987, he entered Theageneio Hospital in Thessaloniki for surgery on an inguinal hernia. His condition improved, and before returning to the Holy Mountain he spent a short time on Sinai. The Saint had a special spiritual bond with young people. He loved them and felt they were truly his children.

He cared about helping them find their way and prayed for them. He helped them through their difficulties, sharing their pain and showing them compassion. The young people sensed his great love. They trusted him completely, followed his guidance, and loved him dearly.

His counsel led them to metanoia, to repentance, and helped them regain their bearings. They would then return with friends who also needed his guidance. He placed particular emphasis on the value of purity. Throughout his earthly life, the Saint was tried by many illnesses.

Pain and serious illness had become an almost constant part of his life. Yet he found the strength to set his own pain aside and comfort others who suffered. From the beginning of his monastic life, he endured years of bronchiectasis, a mistaken diagnosis and treatment, coughing up blood, and a difficult operation on his lungs.

His health was so fragile that even a slight cold caused him trouble. The Saint bore it all with praise to God and did not ask God to take away his illnesses. He also suffered from a painful condition that had begun on Sinai, while bleeding from his intestines gradually increased.

The Saint did not want medical tests, and the doctors could not determine exactly what was causing the bleeding. Still, he continued to receive visitors and faithfully kept his ascetic rule. His illness worsened, and the bleeding could not be stopped.

From time to time he felt faint, but he paid little attention to his own critical condition. His concern was to care for the visitors around him. He himself understood his illness and his approaching end better than anyone.

He felt his end drawing near, though he did not tell everyone. He was at the limit of his strength, yet throughout his life he had contemplated death. People marveled at the endurance and courage with which he faced his trials. Many were edified and comforted when they learned that the Saint was ill and bearing it with patient endurance. On October 22, 1993, he left the Holy Mountain, as he had done in recent years, to attend the vigil for Saint Arsenios at Souroti. This would be his last journey away from the Holy Mountain. He developed a bowel obstruction. For a short time, his intestines were blocked, and the bleeding stopped as well.

Doctors found advanced cancer that had been present for at least six years, though they found no spread at that point. After repeated urging from the doctors, he prepared for surgery to remove the tumor in his colon. The operation took place on February 4, 1994, and revealed that the cancer had spread to his liver and lungs.

A CT scan and chemotherapy followed. Even then, he comforted and brought relief to everyone who came to him. He also held gatherings with the sisters of the monastery at Souroti. They gave themselves tirelessly to easing his suffering, while he guided them and offered his final counsel.

One day he called the doctor and asked for the treatment to stop, because he believed his work was finished. Now and then he would take a little cortisone so he could care for himself. He longed to return to the Holy Mountain and be buried in the garden of the Most Holy Theotokos.

But his health would not bear even the slightest journey. So he decided to remain and be buried at the monastery in Souroti, near the saint so dear to him.

Perhaps it was God's will. He sent word, and they brought him the Great Schema and monastic hood. He chose the place for his grave and gave instructions for his funeral. He received Holy Communion regularly, though he went to church by himself with pain and difficulty. Throughout his life he had grown accustomed to pain, and now he shuddered inwardly at the martyrdoms

of the saints. He had stopped receiving visitors and did not even want the sisters to enter his cell. He cared for himself until the end. Though he suffered terribly, he remained peaceful and joyful.

On July 11, 1994, the feast of Saint Euphemia, he received Holy Communion for the last time, kneeling on his bed because he could no longer go to the church.

He spent about two hours of his final night in agony. He had lost consciousness. His pulse was almost imperceptible, and only his breathing showed that he was still alive. He was buried behind the church of Saint Arsenios, with no one informed or invited to his funeral, in accordance with his final wish.

Three days later, news of his falling asleep became known. Pilgrims came from everywhere to his grave in great numbers, showing their love and reverence. The same happened at his cell in Panagouda on the Holy Mountain. Both places became pilgrimage sites for Orthodox Christians from far and wide.

Every year, on the anniversary of his falling asleep, a vigil is held with thousands of the faithful taking part. He is regarded as one of the greatest figures of the modern Orthodox Church because of his distinctive character, his spiritual life, and the gifts of grace he possessed.

So he departed to the Lord, for whom he had struggled with all his heart, and was joined to our blessed fathers. With them, he intercedes before the Lord without ceasing. To the Lord belong all glory, honor, and worship, now and ever, and unto the ages of ages.

Όλοι οι βίοι