Theophonia the divine voice
Βίοι των Αγίων

Η Αγία Μαρκέλλα

Η Μαρκέλλα γεννήθηκε στη Βολισσό της Χίου, έχασε μικρή τη μητέρα της και ανατράφηκε από τον εύπορο πατέρα της. Αφιερώθηκε στην προσευχή, την αγνότητα και τη βοήθεια προς τους φτωχούς, επιθυμώντας να γίνει νύμφη του Χριστού.

Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο

Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα: Η Αγία Μαρκέλλα
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown author · Public domain

Διαβάστε τον βίο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.

Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 38 παράγραφοι

Η Αγία Μαρκέλα, στολισμένη με τις αρετές. Η Αγία Μαρκέλα γεννήθηκε περί των 300 μ.Χ. στο νησί της Μυροβόλου Χίου, σε ένα χωριό του επάνω μέρους της νήσου που λεγόταν Βολισός. Οι γονείς της Αγίας ήταν οι πλουσιότεροι και οι επισημότεροι από τους άλλους κατοίκους του χωριού.

Η μητέρα της πέθανε όμως νωρίς και την άφησε πολύ νέα ορφανή, γι' αυτό είχε αναλάβει την ανατροφή της ο πατέρας. Από την μικρή της ηλικία η Μαρκέλα ήταν πολύ σεμνή και ευλαβής, προπαντός επρόσεχε την αγνότητά της.

Ένα σκοπό είχε βάλει στη ζωή της, να στολιστεί με τις αρετές και να είναι νύμφη του Χριστού αμόλυντη. Στο τέλος δε, να αξιωθεί να μπει στη Βασιλεία του Θεού. Όσο όμως μεγάλωνε η Αγία στα χρόνια, τόσο αυξάνονταν και οι αρετές της.

Τον περισσότερο καιρό τον περνούσε λατρεύοντας τον Θεό, βοηθούσε τους φτωχούς και προσπαθούσε να φέρει και άλλους στο δρόμο του Θεού. Η Μαρκέλα είχε μεγαλώσει και είχε γίνει γυναίκα. Η ομορφιά της, η σωματική της διάπλαση μαζί με τα ψυχικά της χαρίσματα και τις αρετές της την έκαναν να μοιάζει με επίγειον άγγελο.

Πάντα στα χείλη της και η καλοσύνη της σκλάβωνε κάθε συγχωριανό της, ένιωθε ευτυχισμένη στη ζωή της και ο πόνος της ορφάνιας είχε απομακρυνθεί από κοντά της. Την αρετή όμως της Μαρκέλλας, της σεμνής Παρθένου, βλέποντας ο Εωσφόρος, την φθόνησε. Θέλησε να πολεμήσει την κόρη αυτή και να την ρίξει στην αμαρτία της ανηθικότητος.

Δεν μπορούσε να υποφέρει το ότι περιφρονούσε την δύναμή του μια απλοϊκή και αγράμματη κοπέλα που δεν ήξερε τίποτε άλλο παρά να πιστεύει στο Χριστό. Απέτυχε όμως η προσπάθειά του γιατί η νέα είχε σταθερή γνώμη και μεγάλη πίστη και αντιστεκόταν, πολεμούσε καλά στον πνευματικό αγώνα και έδιωχνε όλες τις κακές σκέψεις.

Βλέποντας ο Εωσφόρος ότι δεν μπορούσε να τραβήξει έτσι την Αγία μακριά, την ωραιότητα, τα πλούτη και τις σαρκικές ηδονές, μηχανεύθηκε άλλον τρόπο για να την παρασύρει στην αμαρτία. Ένα τρόπο πιο σατανικό.

Βάζει λοιπόν στο νου του πατέρα της τα φαρμακερά βέλη του σαρκικού πάθους, τις πονηρές σκέψεις γι' αυτήν, την ίδια την θυγατέρα του. Έγινε σκληρός απέναντί της και άρχισε να της λέγει πικρόχολα λόγια.

Κλειδωνόταν στο δωμάτιό της και ξεσπούσε στο κλάμα. Τόσο μάλιστα φοβήθηκε, μήπως ο άθλιος πατέρας της μεταχειριστεί βία, ώστε έφυγε από το σπίτι της και το χωριό της και πήγε στα βουνά. Κρυβόταν εκεί και ζούσε με χόρτα, παρακαλούσε τον Κύριο νύχτα και ημέρα να την προστατεύσει από την ατίμωση και να την φυλάξει αγνή και αμόλυτη.

Αλλά μήπως ο ανόητος πατέρας της συνετίστηκε και ντράπηκε για αυτή του τη διαγωγή; Κάθε άλλο. Όχι μόνον αυτό δεν έγινε, αλλά βλέποντας να ναυαγούν όλα τα αμαρτωλά σχέδιά του, έχασε τελείως τα φρένα του.

Ένιωθε τον εαυτό του να φλέγεται από τον σατανικό έρωτα. Γι' αυτό βγήκε στα βουνά αναζητώντας την κόρη του. Όχι, δυστυχώς, μετανιωμένος, ούτε για να ζητήσει συγχώρηση, αλλά μόνο για να μπορέσει να ικανοποιήσει το πάθος του.

Στην ακροθαλασσιά, κοντά στο ακρωτήρι, ένας τσοπάνος οδηγούσε τα πρόβατά του στο μαντρί για να τα προφυλάξει από τον καυτερό ήλιο του Ιουλίου. Κάπου κοντά του βρισκόταν και ένα πηγαδάκι με νερό. Ο βοσκός ήταν έτοιμος να ξαπλώσει, όταν κάποιος θόρυβος τον έκαμε να γυρίσει το κεφάλι του προς τα βορεινά.

Ένα κορίτσι έτρεχε, ξυπόλυτο, αναμαλλιασμένο, με τα φορέματα καταξεσχισμένα. Έφτασε κοντά του και κρύφθηκε μέσα στη βάτο τη μεγάλη. Και ο τσοπάνος: «Ποιος να κυνηγά το φτωχό αυτό κορίτσι;» Μα να, ακούστηκε καλπασμός αλόγου.

Σε λίγο βρισκόταν κοντά του ο πατέρας της Μαρκέλλας, ο γνωστός προύχοντας του χωριού. «Μήπως είδες την κόρη μου;» τον ρωτά άγρια. «Πες μου, πέρασε από εδώ η Μαρκέλα;» Ο άθλιος βοσκός, για να φανεί καλός στον άρχοντα, του λέγει: «Όχι, δεν την είδα», αλλά την ίδια στιγμή με το χέρι του έδειχνε τη βάτο που ήταν κρυμμένη η νέα.

Εκείνος κατέβηκε από το άλογο και έτρεξε στη βάτο φωνάζοντας. Εκείνη όμως δεν του απαντούσε. Μη μπορώντας αυτός να μπει μέσα στη μεγάλη βάτο, έβαλε φωτιά για να την αναγκάσει να βγει έξω ή να καεί εκεί μέσα.

Όταν οι φλόγες κύκλωναν την κόρη, τότε αυτή, αψηφώντας τα αγκάθια, πέρασε καταματωμένη από το άλλο μέρος και πριν προλάβει ο πατέρας της, άρχισε να τρέχει πάλι στα κοφτερά βράχια της ακροθαλασσιάς. Έτρεχε απελπισμένα για να φυλάξει την παρθενία της.

«Παναγία μου», φωνάζει κάθε τόσο, «Παναγία μου». Το αίμα τρέχει από το πρόσωπό της, τα χέρια της, απ' όλο της το σώμα. Τα αγκάθια της βάτου της είχαν καταξεσχίσει το πρόσωπο, τα χέρια, τα πόδια. Ο ασεβής πατέρας της την κυνηγούσε. Όταν είδε ότι του έφυγε, της έριξε μια σαϊτιά, ένα βέλος, και την πλήγωσε.

Ξαφνικά η αξιοθαύμαστη Μαρκέλα σταματά για λίγο, βγάζει το βέλος που την κάρφωσε ο πατέρας της, παίρνει μια βαθιά ανάσα και αρχίζει πάλι το τρέξιμο. Αισθάνεται να την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της, τα βράχια κοκκίνισαν από το αίμα της παρθένου.

Ο κακούργος την καταδίωκε και η παρθένος φοβόταν μήπως αμαρτήσει εκείνος. «Παναγία μου», φωνάζει, «Παναγία μου, δεν αντέχω». Ας ανοίξει καλύτερα η γη να με καταπιεί. Φύλαξέ με, Χριστέ μου, άκουσε την προσευχή μου, σώσε με, σώσε την τιμή μου.

Κάμε το θαύμα σου. Ο βράχος χώρισε στα δυο και έκρυψε το παρθενικό σώμα της κόρης ως τους μαστούς. Ο πατέρας της κόβει τα στήθη, βγάζει τώρα αφρούς από το στόμα του. Τα μάτια του είναι κατακόκκινα, δαιμονισμένα. Απεγνωσμένα προσπαθεί να τραβήξει έξω από το βράχο τη Μαρκέλλα.

Ο βράχος όμως αντιστέκεται, την κρατάει σφιχτά, είναι πιο στοργικός από την καρδιά του άσπλαχνου πατέρα και δεν του παραδίδει την κόρη. Αίμα χύθηκε από το στήθος της κόρης του και τον έλουσε από επάνω έως κάτω.

Μέθυσε ο δυστυχής από το έγκλημα και θέλει να αποτελειώσει το έργο του. Την αρπάζει απ' τα μαλλιά και της κόβει το κεφάλι, το πετάει στη θάλασσα. Έτσι λοιπόν η Αγία Μαρκέλλα, θα μπορούσε βέβαια η θεία δύναμις να την φυλάξει ζωντανή, την άφησε όμως για να πάει μπροστά στον Κύριο όχι μόνο με το καθαρό φόρεμα της παρθενίας αλλά και της μαρτυρίας.

Της, εφύλαξε την αγνότητά της, εφύλαξε τους θείους νόμους, έμεινε παρθένος. Σαν ανταμοιβή, έλαβε από τον Νυμφίον της Χριστόν την αιώνιο ζωή, γιατί η πέτρα που άνοιξε και την έκρυψε μέσα της, από τότε αναβλύζει νερό θαυματουργό, που γιατρεύει κάθε νόσημα και αρρώστια.

Η δε πέτρα, η οποία έκρυψε το παρθενικό σώμα της και έως την σήμερον το σκεπάζει, είναι εις το χείλος της θαλάσσης, όχι πολύ μεγάλη, ουδέ φαίνεται σαν ριζωμένη, αλλά ως να εκυλίσθη από το βουνό και εκεί ανέβλυσε και αναβλύζει αενάως ύδωρ τερατουργόν, ιαματικόν παντός πάθους και πάσης ασθενείας.

Χιλιάδες τρέχουν οι προσκυνητές από όλη την Χίο.

Ακόμη και από τα ξένα και να θεραπευθούν από διάφορες αρρώστιες. Το ήσυχο εκείνο νερό πάνω στο βράχο, μόλις ο ιερεύς αρχίζει να διαβάζει την παράκληση της Αγίας, αρχίζουν να γίνονται φυσαλίδες και το ύδωρ γίνεται θερμόν, οπότε λαμβάνωσιν εξ αυτού οι χριστιανοί επικαλούμενοι την βοήθεια της Αγίας Μαρκέλλας. Οι χριστιανοί έκτισαν στον τόπο της Βάτου εκκλησία εις μνήμη της Αγίας Μαρκέλλας. Την εορτάζουν ευλαβικά κάθε χρόνο. Τρέχουν εκεί όσοι υποφέρουν από αρρώστιες με μεγάλη πίστη. Γιατρεύονται με το αγιασμένο νερό. Η Αγία Μαρκέλα εορτάζεται στις 22 Ιουλίου. Ναός της Αγίας Μαρκέλλας υπήρχε και στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας.

Επίσης, ναοί της Αγίας είναι στην Αθήνα και αλλαχού. Στην Αμερική, στην Αστόρια της Νέας Υόρκης, ο Επίσκοπος Αστορίας Πέτρος ανήγειρε το 1960 ναό της Αγίας Μαρκέλλας. Είναι αδύνατον να απαριθμίσει κανείς τα θαύματα που επιτελεί η Αγία σε όσους με πίστη επικαλούνται τη βοήθειά της.

Τα αφιερώματα που βρίσκονται εις το μαρτύριό της, εις την Χίον, μαρτυρούν περί αυτού. Το 1782 μετά Χριστόν, ένας ιερέας από την Βολισσό, που είχε το παιδί του άρρωστο, θέλει να πάει και να το πλύνει με το αγίασμα της Αγίας Μαρκέλλας.

Εκείνος δεν είχε όμως βαθιά πίστη. Η Αγία, θέλοντας να δείξει τη θαυματουργική της δύναμη, παρουσιάστηκε στον ολιγόπιστο ιερέα ως εξής. Όταν λοιπόν εκείνη την ημέρα ο ιερεύς έπεσε να κοιμηθεί, είδε στον ύπνο του πως βρέθηκε στον τόπο του μαρτύριου και τον ήλεγξε για την απιστία του, λέγοντάς του: «Το παιδί σου θα γίνει καλά».

Ο φτωχός ιερεύς τόσον ετρόμαξε από το ολοζώντανο τούτο όνειρο, ώστε αμέσως εξύπνησε και έμεινε άφωνος τελείως για πολλή ώρα και μόνον όταν μετενόησε για την απιστία των σκέψεών του, τότε λύθηκε η γλώσσα του. Ακριβώς δε τη στιγμή που μίλησε αυτός, ξαναβρήκε το παιδί του την υγεία του.

Κατά τον ίδιο χρόνο, άλλος ιερεύς από τον ίδιο τόπο με το όνομα Μιχαήλ είχε και αυτός άρρωστο παιδί. Το έλεγαν Νικόλαο. Από πολλών χρόνων δεν βρισκόταν τρόπος να γιατρευτεί. Ζήτησε λοιπόν την βοήθεια της Αγίας Μαρκέλλας με θερμή πίστη.

Την δεύτερη νύχτα του φάνηκε στον ύπνο του πως την είδε και επήγαινε στο σπίτι του όπου ήταν άρρωστο το παιδί του. Αμέσως ξύπνησε και τον μικρόν Νικόλαον τελείως υγιή και εδόξασε τον Θεό και την Αγία Μαρκέλλα.

Τον χειμώνα του 1785 μερικοί χωρικοί ξεκίνησαν από την Χώρα για να πάνε στην Βολισσό. Στον δρόμο όμως τους έπιασε μεγάλη βροχή σε τόπο μάλιστα ακατοίκητο και έρημο, ώστε μια γυναίκα από την συντροφιά έπεσε στη γη σαν πεθαμένη.

Οι άλλοι που δεν μπορούσαν να την βοηθήσουν, την εσήκωσαν και την μετέφεραν σε ένα κελί της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου που βρισκόταν στην περιοχή που λέγεται Φλώρη. Όπως ήταν και κατόρθωσαν με κίνδυνο τη ζωή τους να φτάσουν στη Βολισσό.

Εκεί ανέφεραν στο σύζυγο της γυναίκας τα όσα είχαν συμβεί. Αυτός, μην μπορώντας να κάνει τίποτε άλλο, προσευχήθηκε και ζήτησε την βοήθεια της Αγίας Μαρκέλλας να σώσει την γυναίκα του από τον θάνατο. Η Αγία όμως άκουσε τη θερμή προσευχή του και αμέσως η γυναίκα που χαροπάλευε οραματίστηκε την Αγία ότι την έπιασε από το χέρι και την έβαλε σε μία γωνιά του κελιού και της έδωσε να πιει ένα ποτήρι νερό.

Όταν αργότερα που ο καιρός καλυτέρευσε λίγο και πήγαν να τη θάψουν, την βρήκαν καλά και δυναμωμένη από το νερό που της έδωσε η Αγία. Διηγόταν συγχρόνως τα όσα είδε και άκουσε από την Αγία και εδόξαζε το όνομά της. Ο κάποιος άλλος που είχε το παιδί του τυφλό επήγε και έπλυνε τα μάτια του.

Τα μάτια του παιδιού του με το αγίασμα και αμέσως το παιδί βρήκε το φως του. Διηγείται η Κυριακούλα Κούβακα από την Αστόρια ότι μια νύχτα είδε στον ύπνο της πως χτυπούσαν την πόρτα της. Άνοιξε και είδε μπροστά της μια κόρη νέα γνωστή της από το κάστρο της Χίου που την έλεγαν Μαρκέλα.

Πώς δεν το έμαθες; της απαντά. Δεν είναι πολύς καιρός που ήλθα και κάθομαι εδώ στους 26 δρόμους της Αστόρια. Οδηγημένη από το όνειρο, ήλθε στους 26 δρόμους και βρήκε την εκκλησία της Αγίας Μαρκέλλας. Αυτά είναι λίγα από τα πολλά θαύματα που έκαμε η Αγία σε όσους ζήτησαν με πίστη τη βοήθειά της.

Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 38 παράγραφοι

Saint Markella, adorned with virtues. Saint Markella was born around AD 300 on the fragrant island of Chios, in a village in the upper part of the island called Volissos. Her parents were the wealthiest and most prominent people in the village.

Her mother died early, leaving her an orphan while she was still very young, so her father took charge of raising her. From childhood, Markella was modest and devout. Above all, she guarded her chastity.

She had one aim in life: to adorn herself with virtues and be a spotless bride of Christ, and at last to be counted worthy to enter the Kingdom of God. As Saint Markella grew older, her virtues grew too.

She spent most of her time worshipping God. She helped the poor and tried to lead others onto God’s path. Markella grew into a woman whose beauty and bearing, together with her gifts of soul and her virtues, made her seem like an angel on earth.

Her kindness won the hearts of everyone in her village. She was happy, and the pain of losing her mother had faded. But when Lucifer saw the virtue of Markella, this modest virgin, he envied her. He wanted to fight against her and draw her into sexual sin.

He could not bear that a simple, uneducated girl, who knew nothing but to believe in Christ, should scorn his power. But his attempt failed. The young woman was firm in her resolve and strong in faith. She resisted him, fought bravely in the spiritual struggle, and drove away every evil thought.

Seeing that beauty, wealth, and pleasures of the flesh could not draw the Saint away from God, Lucifer devised another way to lead her into sin, an even more satanic way.

He planted the poisoned arrows of fleshly passion in her father’s mind: wicked thoughts about his own daughter. Her father became harsh toward her and began speaking to her bitterly.

She would lock herself in her room and burst into tears. She became so afraid that her wretched father might use force that she fled her home and village and went into the mountains. There she hid and lived on wild greens, begging the Lord day and night to protect her from dishonor and keep her pure and undefiled.

Did her foolish father come to his senses and feel ashamed of his behavior? Far from it. As he saw all his sinful plans fail, he lost all self-control.

He felt himself burning with a satanic desire, so he went into the mountains to search for his daughter. Sadly, he went neither in repentance nor to ask forgiveness, but only to satisfy his passion.

On the shore near the headland, a shepherd was leading his sheep into their pen to shelter them from the fierce July sun. A small well stood nearby. He was about to lie down when a noise made him turn his head toward the north.

A girl was running toward him, barefoot, with tangled hair and torn clothes. When she reached him, she hid in a large bramble bush. The shepherd wondered, “Who could be chasing this poor girl?” Then he heard a horse galloping.

Soon Markella’s father, a prominent man from the village, reached him. “Have you seen my daughter?” he asked fiercely. “Tell me, did Markella pass this way?” The wretched shepherd wanted to win the man’s favor. “No, I haven’t seen her,” he said, while pointing with his hand to the bramble bush where the young woman was hiding.

Her father dismounted and ran toward the bush, shouting, but she did not answer him. Unable to get through the thick brambles, he set them on fire to force her out or leave her to burn inside.

As the flames closed around her, she pushed through the thorns and emerged on the other side covered in blood. Before her father could reach her, she ran again across the sharp rocks along the shore. She ran desperately to preserve her virginity.

“Most Holy Theotokos,” she cried again and again, “Most Holy Theotokos!” Blood flowed from her face, her hands, and all over her body. The brambles had torn her face, arms, and legs. Her godless father pursued her. When he saw her escaping, he shot an arrow and wounded her.

Suddenly, the courageous Markella stopped for a moment, pulled out the arrow her father had struck her with, took a deep breath, and began to run again. She felt her strength leaving her. The rocks turned red with the virgin’s blood.

The wicked man kept chasing her, and the maiden feared the sin he might commit against her. “Most Holy Theotokos,” she cried, “Most Holy Theotokos, I can’t go on. Better that the earth open up and swallow me. Protect me, my Christ. Hear my prayer. Save me; save my honor.”

“Work your miracle!” The rock split in two and sheltered the young woman’s virginal body up to her breasts. Her father cut off her breasts. Foam now poured from his mouth, and his eyes were bloodred and crazed. Desperately, he tried to pull Markella out of the rock.

But the rock holds firm. It clasps her tightly, showing more tenderness than her merciless father’s heart, and will not give her up to him. Blood pours from his daughter’s chest and covers him from head to foot.

The wretched man, intoxicated by his crime, wants to finish what he has begun. He grabs her by the hair, cuts off her head, and throws it into the sea. God’s power could certainly have kept Saint Markella alive. Yet God allowed her to come before the Lord clothed not only in the pure garment of virginity, but also in the garment of martyrdom.

She preserved her chastity, kept the divine commandments, and remained a virgin. As her reward, she received eternal life from Christ her Bridegroom. And the rock that opened to shelter her has, ever since, poured forth miraculous water that heals every illness and disease.

The rock that sheltered her virginal body, and covers it to this day, stands at the edge of the sea. It is not very large, nor does it look rooted in the ground, but as though it rolled down from the mountain. There water began to flow, and it flows without ceasing: miraculous water that heals every affliction and illness.

Thousands of pilgrims come from all over Chios.

Pilgrims come even from abroad, seeking healing from various illnesses. The water lying still on that rock begins to bubble as soon as the priest starts reading the Paraklesis, the supplicatory canon to Saint Markella, and it grows warm. Christians take some of the water, calling on the saint for help. They built a church in her memory at the site of the bramble bush, and they celebrate her feast reverently each year. Those who suffer from illness come there with great faith and are healed by the blessed water. Saint Markella’s feast is on July 22. There was also a church dedicated to her in Smyrna, in Asia Minor.

There are also churches dedicated to the Saint in Athens and elsewhere. In America, in Astoria, New York, Bishop Peter of Astoria built a church dedicated to Saint Markella in 1960. No one could count the miracles the Saint performs for those who call on her help with faith.

The offerings left at the place of her martyrdom on Chios bear witness to this. In the year 1782, a priest from Volissos whose child was ill wanted to take the child there and wash the child with water from Saint Markella’s holy spring.

But he did not have deep faith. Saint Markella, wishing to show him her power to work miracles, appeared to the priest, whose faith was weak. When he fell asleep that day, he dreamed that he was at the place of her martyrdom. There she rebuked him for his unbelief and told him, “Your child will get well.”

The poor priest was so frightened by this vivid dream that he woke at once and remained completely speechless for a long time. Only when he repented of his unbelieving thoughts could he speak again. At the very moment he spoke, his child recovered.

That same year, another priest from the same place, named Michael, also had a sick child. The child’s name was Nicholas, and for many years no way had been found to cure him. So the priest called on Saint Markella for help with fervent faith.

On the second night, he dreamed that he saw her coming to the house where his child lay sick. He woke at once and found little Nicholas completely well. He gave glory to God and to Saint Markella.

In the winter of 1785, some villagers set out from Chora for Volissos. On the way, heavy rain caught them in a deserted, uninhabited place. One woman in their group fell to the ground as though dead.

The others could not help her, so they lifted her and carried her to a cell at the Church of Saint George in an area called Flori. Then, at risk to their own lives, they managed to reach Volissos.

There they told the woman’s husband what had happened. Unable to do anything else, he prayed and asked Saint Markella to save his wife from death. The Saint heard his fervent prayer. At once, as the woman struggled for life, she saw Saint Markella take her by the hand, lead her to a corner of the cell, and give her a glass of water to drink.

Later, when the weather improved a little and they went to bury her, they found her well and strengthened by the water the Saint had given her. She told them what she had seen and heard from the Saint, and glorified her name. Another man, whose child was blind, went to wash the child’s eyes.

He washed his child’s eyes with water from the holy spring, and immediately the child regained his sight. Kyriakoula Kouvaka of Astoria tells how, one night, she dreamed that someone knocked on her door. She opened it and saw a young woman she knew from the castle of Chios. Her name was Markella.

“How have you not heard?” Markella said. “It has not been long since I came to live here on 26th Street in Astoria.” Guided by the dream, Kyriakoula went to 26th Street and found the Church of Saint Markella. These are just a few of the many miracles the Saint has performed for those who have sought her help with faith.

Όλοι οι βίοι