Η Αγία Γλυκερία
Η Γλυκερία γεννήθηκε σε επιφανή ρωμαϊκή οικογένεια και ενθάρρυνε τους χριστιανούς της Θράκης που συγκεντρώνονταν κρυφά για προσευχή. Όταν ο αυτοκράτορας Αντωνίνος διέταξε θυσίες στους θεούς, ομολόγησε δημόσια τον Χριστό ενώπιον του ηγεμόνα Σαβίνου.
Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown author · Public domain
Διαβάστε τον βίο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.
Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 45 παράγραφοι
Το πότε γεννήθηκε ακριβώς η Αγία δεν είναι γνωστό. Έζησε κατά τον Β' μετά Χριστό αιώνα και καταγόταν από αρχοντική ρωμαϊκή οικογένεια. Όταν βρισκόταν στην ακμή της ηλικίας της, αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Αντωνίνος και ηγεμόνας στην Θρακική επαρχία που λεγόταν Ευρώπη και είχε πρωτεύουσα καταρχάς την Τραϊανούπολη και μετά την Ηράκλεια της Ανατολικής Θράκης ήταν ο Σαβίνος. Και οι δυο τους ήταν φανατικοί.
Παρόλο που φοβόντουσαν τον ηγεμόνα Σαβίνο και τους άλλους ειδωλολάτρες, εντούτοις καθημερινά συναθροίζονταν κρυφά για να προσευχηθούν στον Θεό. Από τις συναθροίσεις αυτές δεν έλειπε ποτέ και η Αγία. Με την παρουσία της, την ταπείνωσή της και την πίστη της στην Αγία Τριάδα, το τακτικό κήρυγμα και το εν γένει παράδειγμά της στήριζε στην πίστη τους λίγους φοβισμένους χριστιανούς της γενέτειράς της.
Ο βασιλιάς Αντωνίνος κάποια μέρα, μετά από σύσκεψη με τους ιερείς των ειδώλων στο ναό του Δία, εξέδωσε νόμο με τον οποίο υποχρέωνε όλους τους υπηκόους του να θυσιάσουν στους θεούς και πρώτα απ' όλους στο Δία.
Έτσι λοιπόν έφτασε και στα χέρια του ηγεμόνα της Ευρώπης. Ευπειθής όπως ήταν, έδωσε εντολή αμέσως και τελέσθηκε η πρώτη κοινή θυσία στο ναό της Μαξιμιανούπολης. Την επόμενη μέρα πήγε στην Τραϊανούπολη.
Αφού και εδώ επέδειξε το νόμο στους κατοίκους, μπήκε στο ναό του Δία να κάνει θυσία. Το βασιλικό πρόσταγμα έφτασε και στα αυτιά της Αγίας Γλυκερίας και των λοιπών χριστιανών. Η Αγία, για να τονώσει την πίστη των χριστιανών, πήγε στη συνάθροισή τους και τους μίλησε για τον Επουράνιο Βασιλέα, τη δύναμη του Τιμίου Σταυρού και την Αιώνια Βασιλεία.
Είχε πάρει απόφαση να επιτεθεί κατά του διαβόλου και να ελέγξει την πλάνη των ειδωλολατρών. Όταν ο ηγεμόνας πληροφορήθηκε το γεγονός της χριστιανικής δράσης της Γλυκερίας, την κάλεσε να παρουσιαστεί μπροστά του.
Χωρίς να φοβηθεί η Αγία Γλυκερία, απευθύνθηκε προς αυτόν με πρωτοφανή τόλμη και του είπε: Λαμπρότατε ηγεμόνα, επίτρεψέ μου να κάνω αρχή και να σου δείξω πώς θυσιάζουν στο Θεό. Μιας και κατέχω την πρώτη θέση ως κόρη του άξιου Μακαρίου που διατέλεσε τρεις φορές ύπατος της Ρώμης.
Ο ηγεμόνας, βλέποντας την προθυμία της, την ρωτάει πού είναι η λαμπάδα της. Υψηλότατε, αν δεν το ξέρεις, σου δηλώνω ευθέως ότι είμαι χριστιανή. Και αμέσως, δείχνοντας το σταυρό που ήταν σημειωμένος στο μέτωπό της, του διευκρινίζει:
Αυτή η λαμπάδα φωτίζει όλες τις θυσίες των χριστιανών και τους οδηγεί στον Επουράνιο Βασιλέα Χριστό. Ο Σαβίνος, μην μπορώντας να καταλάβει τα λόγια της, την προστάζει να θυσιάσει. Η Αγία, χωρίς να χάσει το θάρρος της, του απαντά: Ο Χριστός μου, ο αιώνιος Βασιλέας και Θεός μου, δεν έχει ανάγκη από λαμπάδες που καπνίζουν.
Δώσε, σε παρακαλώ, εντολή να σβήσουν όλοι τις λαμπάδες τους για να γίνει δεκτή η θυσία μου από τον μόνο αληθινό Θεό. Μάλιστα ο Σαβίνος την οδήγησε σε ειδωλολατρικό ναό στην προσπάθειά του να την πείσει να ασπαστεί τα είδωλα.
Ο λαός άναυδος παρακολουθεί την Αγία να δείχνει με το χέρι της τον Σταυρό στο μέτωπό της και ακολούθως, με τα χέρια της υψωμένα και τα μάτια της στραμμένα προς τον ουρανό, προσεύχεται ικετευτικά. Πριν καλά καλά τελειώσει την προσευχή της, ακούστηκε βροντή μεγάλη και μετά το πέτρινο ομοίωμα του Δία έγινε κομμάτια.
Όλοι οι παρευρισκόμενοι μετά από αυτό το παράδοξο γεγονός ταράχθηκαν. Ο Σαβίνος εκνευρίστηκε πάρα πολύ και έδωσε διαταγή, μετά από προτροπή και των ιερέων του ναού, να θανατωθεί η Αγία με λιθοβολισμό.
Εξοργισμένοι οι ειδωλολάτρες την έσυραν έξω και τη λιθοβόλησαν με μανία. Παραδόξως όμως, έβλεπαν ότι καμία πέτρα δεν την άγγιζε. Λες και ήταν άυλη η ύπαρξη, ενώ δίπλα της είχαν συγκεντρωθεί σωροί από πέτρες.
Αντί το πρωτοφανές αυτό γεγονός να τους προβληματίσει και να εννοήσουν, ηγεμόνας, ιερείς και λαός, την ευεργεσία του Θεού, φώναζαν ότι είναι μάγισσα και κάνει μαγίες, γι' αυτό και δεν την αγγίζουν οι πέτρες.
Τότε η μακαρία Γλυκερία με ηρεμία τους απάντησε: Σας πληροφορώ ότι δεν υπήρξα ποτέ μάγισσα και ποτέ δεν ασχολήθηκα με σατανικές ενέργειες. Επειδή όμως επιμένετε να με λέτε μάγισσα, σας τονίζω ότι τα μάγια του Χριστού μου βοηθούν πάντοτε στη σωτηρία των ανθρώπων και δεν βλάπτουν κανένα.
Η δύναμη του Ιησού Χριστού, του Θεανθρώπου, με βοήθησε και δεν άγγιξε πάνω μου καμία πέτρα. Μετά τα λόγια της αυτά, ο ηγεμόνας διέταξε να τη βάλουν στη φυλακή και να την ασφαλίσουν καλά. Μήπως δραπετεύσει με μαγικό τρόπο και ισχυριστεί κατόπιν ότι τη βοήθησε ο Θεός της, οπότε και θα πλάνευε πολλούς.
Η Αγία, χωρίς να δείξει ότι στεναχωρέθηκε από την απόφασή του αυτή, του είπε: Λυπάμαι γιατί είσαι φανατισμένος ειδωλολάτρης και δεν καταλαβαίνεις ότι ακολουθώ τις εντολές του αληθινού Θεού και είμαι προσηλωμένη στο νόμο Του.
Ο Θεός μου είναι Θεός αγάπης και ελέους. Μάθε όμως ότι αντιτάσσεται στους υπερηφάνους και εξευτελίζει τις βουλές τους. Η φυλάκιση της Αγίας λύπησε πολύ τους χριστιανούς. Η θαυματουργική όμως επέμβαση του Κυρίου, που φανερώθηκε με τον ανεπιτυχή λιθοβολισμό της Αγίας, τους είχε αναπτερώσει το ηθικό και τους είχε τονώσει την πίστη.
Ο Πρεσβύτερος Φιλοκράτης, αψηφώντας τους κινδύνους, πέτυχε να επισκεφθεί την Αγία στη φυλακή λίγο μετά το κλείσιμό της. Η Αγία τον δέχτηκε με χαρά και τον παρακάλεσε να την σταυρώσει για να μπορέσει με τη δύναμη του Τιμίου Σταυρού να νικήσει την κακία του διαβόλου.
Βεβαίως, τη σταύρωσε και της ευχήθηκε εκπλήρωση του πόθου της με τη βοήθεια του Κυρίου. Το πρωί της επομένης ημέρας, ο ηγεμόνας γεμάτος θυμό πηγαίνει στη φυλακή για να τιμωρήσει την Αγία. Ήρθε η Αγία μετά από λίγο και στάθηκε μπροστά του με πρόσωπο χαρούμενο.
Τότε ο Σαβίνος τη ρωτάει: «Γλυκερία, πες μου, μήπως πείστηκες να θυσιάσεις στο μεγάλο Θεό Δία, στον οποίο και ο Αυτοκράτορας Αντωνίνος θυσιάζει;» «Πώς να θυσιάσω σ' αυτόν», του απαντά η Αγία, «ο οποίος δεν μπόρεσε ούτε τον εαυτό του να βοηθήσει, αφού το άγαλμά του έπεσε με τη δύναμη του αληθινού Θεού, στον οποίο προσευχήθηκα, και έγινε μικρά κομμάτια; Απορώ, πώς με διατάζεις να θυσιάσω σ' αυτόν;» «Θυσίασε», της λέει ο ηγεμόνας, «πριν διατάξω να σε βασανίσουν σκληρά και σε θανατώσουν.» Μάταια επιμένεις απειλώντας με να προδώσω τον θείο μου Χριστό.
Δεν πρόκειται, οτιδήποτε και να μου συμβεί, να τον αρνηθώ, γιατί όπως είδες είναι ο αληθινός Θεός. Τότε ο ηγεμόνας, για να την τιμωρήσει σκληρότερα, διατάζει να την κρεμάσουν από τα μαλλιά της. Μόλις την κρέμασαν από τα πλούσια μαλλιά της, η ενάρετη μάρτυρας δοξολόγησε τον Θεό και τον παρακάλεσε να την δυναμώσει και σε αυτή τη δοκιμασία.
Ο Σαβίνος, βλέποντας την ευλογημένη Γλυκερία να αντιμετωπίζει με καρτερία και το μαρτύριο αυτό, δίνει εντολή να την καταξεσκίσουν. Ενώ άρχισαν να της καταξεσκίζουν με μίσος και μανία το σώμα, η Αγία είπε στον ηγεμόνα: Υψηλότατε, μη χαίρεσαι, γιατί από τα βασανιστήρια αυτά που διέταξες δεν αισθάνομαι κανένα πόνο.
Ο Χριστός με προστατεύει συνεχώς, γι' αυτό και δεν μπορείς να με βλάψεις. Δοξασμένο να είναι το Άγιο όνομά Του εις τους αιώνες αμήν Βλέποντας ο χαιρέκακος την Αγία σώα, δίνει εντολή να την ξεκρεμάσουν και να τη χτυπήσουν στο πρόσωπο.
Η γενναιόψυχη Γλυκερία δεν θορυβείται από το άκουσμα του σκληρού αυτού μαρτυρίου, γιατί πιστεύει ότι ο νυμφίος της δεν θα την εγκαταλείψει. Συνεχίζει θερμά να προσεύχεται στον Κύριό της. Οι βασανιστές αρχίζουν το έργο τους. Ξαφνικά εμφανίζεται Άγγελος Κυρίου, ο οποίος τους παραλύει και γίνονται σαν νεκροί.
Η μάρτυρας, βλέποντας το θαύμα, ενθαρρύνεται για να συνεχίσει το μαρτυρικό της δρόμο. Ο Σαβίνος, τυφλωμένος όπως ήταν από την απιστία του, δεν μπόρεσε να εννοήσει τα παράδοξα που συνέβαιναν με τις προσευχές της χριστιανής Γλυκερίας, γι' αυτό και επέμενε να την πείσει να θυσιάσει στον Δία.
Τη θυσία που ζητάς φορτικά τόσες ημέρες δεν θα την προσφέρω, διότι είναι χωρίς περιεχόμενο. Θυσία προσφέρω μόνο στον αληθινό Θεό, την οποία και ζητεί εν Πνεύματι Αγίω. Τέτοια θυσία έκανε και ο Πατριάρχης Αβραάμ, όταν οδήγησε τον υιό του Ισαάκ στο θυσιαστήριο και ευαρέστησε το Θεό.
Αδίκως πιστεύεις πως έχω πέσει σε πλάνη. Μην ελπίζεις επειδή είμαι γυναίκα ότι θα καμφθώ από τις απειλές σου και τα σκληρά βασανιστήρια. Ο Αγωνοθέτης Χριστός στο πνευματικό στάδιο δεν έχει μόνο άντρες αλλά και γυναίκες που αγωνίζονται μέχρι θανάτου κατά του διαβόλου και τελικά λαμπρά τις στεφανώνει.
Ο ηγεμόνας δίνει και πάλι εντολή να φυλακίσουν τη μάρτυρα και να μην της δώσουν ούτε τροφή ούτε νερό. Η Αγία μπαίνει και πάλι στη φυλακή με θάρρος και πίστη στο Σωτήρα Χριστό. Παρότι την είχαν αφήσει νηστική, εντούτοις αυτή δεν πείνασε, διότι άγγελος Κυρίου της έφερνε καθημερινά ουράνια τροφή.
Η μακαρία Γλυκερία όμως, μόλις βγήκε από τη φυλακή, έκανε την εξής προσευχή. Δέσποτα Θεέ, ο Χορηγός της Ζωής, Συ που χάρισες στο λαό σου τη βοήθειά σου και πρόσφερες τροφή στον Δανιήλ με άγγελό σου και στον προφήτη Ηλία τροφή με κόρακα, Συ που επανέφερες τους πλανηθέντες στην οδό της αληθείας και έδωσες φωτισμό σε τυφλούς, σε ευχαριστώ και σε δοξάζω.
Διότι και εμένα, την ταπεινή δούλη σου, οικονόμησες εντός της φυλακής με ουράνια τροφή. Σε παρακαλώ, Κύριέ μου, μη με εγκαταλείψεις μέχρι της τελευταίας μου πνοής, ως φιλεύσπλαχνος Πατέρας μου. Αμήν. Ο ηγεμόνας προστάζει να ρίξουν την Αγία μέσα σε αναμμένο καμίνι που είχαν ετοιμάσει για το σκοπό αυτό.
Η Αγία κάνει αμέσως το σημείο του Σταυρού και αρχίζει να προσεύχεται. Και τότε σπρώχνεται στο πυρακτωμένο καμίνι. Και ω του θαύματος! Ενώ περίμεναν όλοι οι παρευρισκόμενοι να την τυλίξουν οι φλόγες και να κατακαεί, παραδόξως δεν κάηκε γιατί έσβησε πάραυτα η φωτιά.
Ο Σαβίνος, ταπεινωμένος για άλλη μία φορά και απογοητευμένος για την αποτυχία του εγχειρήματός του, δίνει εντολή να γδάρουν το κεφάλι μέχρι το μέτωπό της. Παρά τους φοβερούς πόνους, η πιστή Γλυκερία δεν χάνει το θάρρος της.
Πιστεύει ακράδαντα ότι ο Κύριός της δεν θα την εγκαταλείψει. Έτσι, με όλη τη δύναμη της ψυχής της, δεν πάβει να προσεύχεται. Ο ηγεμόνας, ντροπιασμένος από την όλη θαρραλέα στάση της Αγίας απέναντί του, έδωσε εντολή να την ξανακλείσουν στη φυλακή μέχρι την επομένη το πρωί. Οι υπηρέτες εκτέλεσαν κατά γράμμα εις βάρος της μάρτυρος ό,τι διέταξε ο χαιρέκακος Σαβίνος.
Περί τα μεσάνυχτα ήρθε Άγγελος Κυρίου, έλυσε την Αγία από τα δεσμά της και αποκατέστησε θαυματουργικά τη μεγάλη βλάβη της εκδοράς του δέρματος της κεφαλής της και απέδωσε την ωραιότητα του προσώπου της Αγίας, ώστε να λάμπει και πάλι η ομορφιά και η χάρη της.
Όταν άνοιξε τη φυλακή, ο δεσμοφύλακας τα έχασε. Η φυλακισμένη ήταν λυμένη από τα δεσμά της και το κεφάλι της δεν έφερε ίχνη εκδοράς, ούτε το πρόσωπό της είχε τραύματα. Η Γλυκερία του εξήγησε ότι ο Άγγελος Κυρίου τη νύχτα την έλυσε από τα δεσμά και θεράπευσε τα τραύματά της. Ο δεσμοφύλακας τρομοκρατημένος της λέει: «Τον είδα και εγώ τον άγγελο που ήρθε στο κελί σου και συγκλονίστηκα. Πίστεψέ με, τα είδα όλα, αλλά μου φαίνονται απίστευτα. Βοήθησέ με, Γλυκερία, να μην πεθάνω, προτού να αξιωθώ να πιστέψω στον Θεό που σε βοήθησε».
Έχει ακράδα διπίστη στο σωτήρα Χριστό. Μόλις τελείωσε τα λόγια αυτά η Αγία, βγήκε από τη φυλακή λυμένη όπως ήταν από τα δεσμά της για να παρουσιαστεί στον ηγεμόνα. Ο δεσμοφύλακας, φορώντας στα χέρια του τα δεσμά της μάρτυρος, την ακολούθησε.
Ο Σαβίνος, βλέποντάς την χωρίς δεσμά, απευθύνεται έξαλλος προς τον δεσμοφύλακα και του λέει: «Πώς τα έκανες έτσι λαοδίκηε υψηλότατε» αυτή που βρίσκεται μπροστά σου, η χριστιανή Γλυκερία, τη νύχτα που πέρασε, ενώ ήταν καλά δεσμευμένη στη φυλακή, λύθηκε και θεραπεύτηκε από άγγελο και το πρόσωπό της έγινε φωτεινό.
Εγώ, βλέποντας αυτά τα θαυμάσια του Θεού, σου δηλώνω ότι πίστεψα και πιστεύω στον Θεό της Γλυκερίας, στον Χριστό, που είναι ο αληθινός Θεός». Ο ηγεμόνας οργίστηκε από την απάντηση του Λαοδικίου και έδωσε διαταγή να τον αποκεφαλίσουν.
Μετά τον αποκεφαλισμό του δεσμοφύλακα Λαοδικίου, ο ηγεμόνας δεν χάνει την υπομονή του και απευθύνεται και πάλι προς την Αγία. «Πες μου λοιπόν ποιος είναι αυτός που σε βοηθάει και σε έσωσε από τόσες δοκιμασίες και τόσα πολλά μαρτύρια;» Η Αγία: «Υψηλότατε, όπως τόσες φορές σου είπα, Θεός μου είναι ο Χριστός, ο Σωτήρας του κόσμου. Λυπάμαι γιατί ενώ τόσα θαυμαστά είδες, τα μάτια της ψυχής σου παραμένουν κλειστά».
Ακούγοντας τα λόγια αυτά, ο ηγεμόνας διατάζει να τη ρίξουν στα θηρία. Η Αγία δέχτηκε με χαρά την απόφασή του, διότι έτσι θα αξιωνόταν να μαρτυρήσει για την πίστη της και την αγάπη της στον Χριστό. Θαρραλέα και χαρούμενη, στάθηκε στο μέσο του σταδίου, περιμένοντας, μετά την αδιάλειπτη προσευχή της, βοήθεια από τον Κύριό της, και πράγματι δεν άργησε η θεία βοήθειά του.
Ενώ όλοι περίμεναν το λιοντάρι να την κατασπαράξει, αυτό, όταν έφτασε κοντά στην Αγία, άρχισε να κυλιέται στα πόδια της και να της γλύφει τα πέλματα των γυμνών ποδιών της. «Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, Θεέ των Πατέρων, διότι και τα άγρια ζώα εξημέρωσες για να γνωρίσουμε το μεγαλείο της Θεότητάς σου.
Σε παρακαλώ, εισάκουσέ με και επίτρεψέ μου να έχω το μαρτυρικό τέλος που επιθυμεί ο σκληρόκαρδος ηγεμόνας». Μόλις τελείωσε η θερμή αυτή προσευχή της Αγίας, φωνή ακούστηκε από τον ουρανό, η οποία έλεγε: «Ω πιστή μου δούλη Γλυκερία, όντως για σένα άνοιξαν οι πύλες της βασιλείας των ουρανών».
Ο θηριοδαμαστής, σαν να μην συμβαίνει τίποτα το ιδιαίτερο, συνεχίζει το έργο του, ανασηκώνει την πόρτα του θηριοτροφείου και βγαίνει άλλη μία λέαινα. Αυτή ορμά πάνω στην Αγία και την δαγκώνει, χωρίς να της προξενήσει την ελάχιστη πληγή.
Η μάρτυρας πέφτει νεκρή. Έτσι, μετά το δάγκωμα, παραδίδει το πνεύμα της στον Νυμφίο της, Χριστό, τον οποίο τόσο πολύ αγάπησε αλλά και ευθαρσώς ομολόγησε ενώπιον του σκληρόκαρδου ηγεμόνα Σαβίνου και πλήθους ειδωλολατρών, χωρίς μέχρι την τελευταία της πνοή να καμφθεί από τα βασανιστήρια που έπαθε.
Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 45 παράγραφοι
Exactly when Saint Glyceria was born is unknown. She lived in the second century after Christ and came from a prominent Roman family. When she was in the prime of her life, Antoninus was emperor in Rome, and Sabinus governed the Thracian province called Europa. Its capital was first Trajanopolis and later Heraclea in Eastern Thrace. Both men were fanatical in their devotion to the pagan gods.
Although they feared Governor Sabinus and the other pagans, the Christians still gathered secretly each day to pray to God. Saint Glyceria never missed these gatherings. Through her presence, her humility, her faith in the Holy Trinity, her regular preaching, and her example, she strengthened the few frightened Christians of her hometown in their faith.
One day, after meeting with the pagan priests in the temple of Zeus, Emperor Antoninus issued a decree requiring all his subjects to offer sacrifices to the gods, above all to Zeus.
The decree reached the governor of Europa. Eager to obey, he immediately gave the order, and the first public sacrifice was held in the temple at Maximianopolis. The next day he went to Trajanopolis.
There too, he showed the decree to the people, then entered the temple of Zeus to offer a sacrifice. Word of the imperial command reached Saint Glyceria and the other Christians. To strengthen their faith, she went to their gathering and spoke to them of the heavenly King, the power of the precious Cross, and the eternal Kingdom.
She had resolved to stand against the devil and expose the error of the pagans. When the governor learned of Glyceria’s Christian activity, he summoned her before him.
Unafraid, Saint Glyceria addressed him with extraordinary boldness: “Most illustrious governor, let me go first and show you how to offer a sacrifice to God. I have the right to take first place, as the daughter of the worthy Macarius, who served three times as consul of Rome.”
Seeing her eagerness, the governor asked where her lamp was. “Your Excellency, if you do not know, I tell you plainly that I am a Christian.” Then she pointed to the cross marked on her forehead and explained:
“This lamp gives light to every sacrifice the Christians offer and leads them to the heavenly King, Christ.” Sabinus could not understand her words and ordered her to sacrifice. Without losing courage, the Saint replied, “My Christ, my eternal King and God, has no need of smoking lamps.”
“Please order everyone to put out their lamps, so that my sacrifice may be accepted by the one true God.” Sabinus then led her into a pagan temple, hoping to persuade her to worship the idols.
The people watched in amazement as the Saint pointed to the cross on her forehead. Then she raised her hands, lifted her eyes to heaven, and prayed in supplication. Before she had even finished her prayer, a great clap of thunder sounded, and the stone image of Zeus shattered into pieces.
Everyone present was shaken by this extraordinary event. Sabinus became furious and, at the urging of the temple priests, ordered that the Saint be stoned to death.
The enraged pagans dragged her outside and hurled stones at her. Yet, to their astonishment, not one stone touched her. It was as though she had no physical body, while heaps of stones piled up beside her.
Instead of stopping to consider what had happened and recognize God’s kindness, the governor, the priests, and the people shouted that she was a sorceress. They claimed her magic kept the stones from touching her.
Then blessed Glyceria answered them calmly: “I tell you, I have never been a sorceress and have never dealt in the works of Satan. But since you insist on calling me one, I tell you this: what you call the ‘magic’ of my Christ always helps bring people to salvation and harms no one.”
“It was the power of Jesus Christ, the God-Man, who is both God and man, that helped me. That is why not one stone touched me.” After she said this, the governor ordered her imprisoned under close guard. He feared she might escape by magic and then claim that her God had helped her, leading many people astray.
The Saint showed no distress at his decision. She told him, “I grieve for you, because you are a fanatical pagan and cannot see that I follow the commandments of the true God and remain faithful to His law.”
“My God is a God of love and mercy. But know this: He opposes the proud and brings their plans to nothing.” The Saint’s imprisonment greatly saddened the Christians. Yet the Lord’s miraculous intervention, shown when the stoning failed, had lifted their spirits and strengthened their faith.
Priest Philocrates braved the danger and managed to visit the Saint in prison soon after she was confined. She welcomed him with joy and asked him to make the sign of the Cross over her, so that through the power of the precious Cross she might overcome the wickedness of the devil.
He made the sign of the Cross over her and prayed that, with the Lord’s help, her desire would be fulfilled. The next morning, the governor went to the prison in a rage to punish the Saint. A short while later she came and stood before him, her face full of joy.
Then Sabinus asked her, “Glyceria, tell me, have you been persuaded to offer sacrifice to the great god Zeus, to whom Emperor Antoninus himself offers sacrifice?” The Saint replied, “How could I sacrifice to one who could not even help himself? I prayed to the true God, and by His power Zeus’s statue fell and broke into pieces. How can you command me to sacrifice to him?” The governor said, “Sacrifice, before I order you to be cruelly tortured and put to death.” She answered, “You threaten me in vain. I will not betray my divine Christ.”
“Whatever happens to me, I will never deny Him, for, as you have seen, He is the true God.” To punish her more severely, the governor ordered her to be hung by her hair. As soon as they suspended her by her long hair, the virtuous martyr praised God and asked Him to strengthen her through this trial as well.
Sabinus saw blessed Glyceria endure even this torment patiently, so he ordered them to tear her flesh. As they began to do so with hatred and fury, the Saint said to the governor, “Your Excellency, do not rejoice. I feel no pain from the tortures you have ordered.”
“Christ protects me continually, so you cannot harm me. Blessed be His holy name forever. Amen.” Seeing that the Saint was unharmed, the spiteful governor ordered them to take her down and strike her in the face.
The courageous Glyceria was not shaken when she heard of this cruel torment. She believed that her Bridegroom would not abandon her, and she continued to pray fervently to her Lord. The torturers began their work. Suddenly, an angel of the Lord appeared and left them paralyzed, as though they were dead.
Seeing this miracle, the martyr took courage to continue on the path of martyrdom. Sabinus, blinded by unbelief, could not understand the wonders taking place through the prayers of the Christian Glyceria. He kept trying to persuade her to sacrifice to Zeus.
“I will not offer the sacrifice you have demanded so insistently all these days, for it is empty. I offer sacrifice only to the true God, who asks that it be offered in the Holy Spirit. The Patriarch Abraham offered such a sacrifice when he led his son Isaac to the altar, and he was pleasing to God.”
“You are wrong to think I have been led astray. Do not imagine that, because I am a woman, your threats and cruel tortures will break me. Christ, who presides over the contest in the spiritual arena, has both men and women who struggle against the devil even unto death, and He crowns them with glory.”
Once again, the governor ordered the martyr to be imprisoned, with neither food nor water. The Saint returned to prison with courage and faith in Christ the Savior. Although they left her without food, she did not go hungry, for an angel of the Lord brought her heavenly food each day.
When blessed Glyceria came out of prison, she prayed: “Master and God, Giver of Life, You gave Your people Your help. Through Your angel You brought food to Daniel, and through a raven You fed the prophet Elijah. You brought those who had gone astray back to the path of truth and gave sight to the blind. I thank You and praise You.”
“You also cared for me, Your humble servant, and fed me with heavenly food in prison. I beg You, my Lord, do not abandon me until my last breath, for You are my compassionate Father. Amen.” The governor then ordered the Saint to be thrown into a blazing furnace prepared for that purpose.
The Saint immediately made the sign of the Cross and began to pray. Then they pushed her into the red-hot furnace. And what a miracle! Everyone expected the flames to engulf and consume her, but she was not burned. The fire went out at once.
Humiliated once more and disappointed that his attempt had failed, Sabinus ordered them to strip the skin from her scalp down to her forehead. Despite the terrible pain, faithful Glyceria did not lose heart.
She firmly believed that her Lord would not abandon her, and she prayed with all the strength of her soul. Ashamed by the Saint’s courage before him, the governor ordered her locked up again until the following morning. His servants carried out every part of the spiteful Sabinus’s order against the martyr.
Around midnight, an angel of the Lord came, freed the Saint from her bonds, and miraculously healed the severe injury to her scalp. He restored her face, so that her beauty and grace shone once more.
When the jailer opened the prison, he was astonished. The prisoner was free of her bonds, with no sign of injury to her scalp or wounds on her face. Glyceria explained that an angel of the Lord had freed her during the night and healed her wounds. Frightened, the jailer told her, “I too saw the angel who came to your cell, and I was shaken. Believe me, I saw it all, though I can scarcely believe it. Help me, Glyceria, so that I do not die before I am granted the grace to believe in the God who helped you.”
“Have unwavering faith in Christ the Savior.” As soon as the Saint finished speaking, she left the prison, still free of her bonds, to appear before the governor. The jailer followed her, wearing the martyr’s chains on his own hands.
Seeing her without chains, Sabinus turned furiously to the jailer. “What have you done, Laodicius?” The jailer answered, “Your Excellency, the woman before you, the Christian Glyceria, was securely bound in prison last night. An angel freed and healed her, and her face became radiant.”
“Having seen these wonders of God, I tell you that I have come to believe, and I believe, in Glyceria’s God, in Christ, who is the true God.” Enraged by Laodicius’s answer, the governor ordered him beheaded.
After the jailer Laodicius was beheaded, the governor did not lose patience and turned to the Saint again. “Then tell me, who is helping you and has saved you through so many trials and tortures?” The Saint replied, “Your Excellency, as I have told you so many times, my God is Christ, the Savior of the world. I grieve that, although you have seen so many wonders, the eyes of your soul remain closed.”
Hearing these words, the governor ordered her to be thrown to the wild beasts. Saint Glyceria welcomed his decision with joy, for she would be counted worthy to die as a martyr for her faith and her love for Christ. Brave and joyful, she stood in the middle of the arena. She prayed without ceasing, trusting her Lord to help her, and His divine help was not long in coming.
Everyone expected the lion to tear her apart. But when it came near the Saint, it rolled at her feet and began licking the soles of her bare feet. She prayed, “I thank You, my God, God of our fathers, for You have tamed even wild animals, so that we may know the greatness of Your divinity.”
“Please hear me, and grant me the martyr’s death that this hardhearted governor desires for me.” As soon as the Saint finished her fervent prayer, a voice from heaven was heard: “My faithful servant Glyceria, the gates of the Kingdom of Heaven have indeed opened for you.”
The keeper of the beasts carried on as though nothing remarkable had happened. He lifted the gate of the beasts’ enclosure, and another lioness came out. She sprang at the Saint and bit her, yet left not even the slightest wound.
The martyr fell lifeless. After the bite, she gave up her spirit to Christ, her Bridegroom. She had loved Him so deeply and confessed Him so boldly before the hardhearted governor Sabinus and a crowd of pagans. Until her last breath, none of the torments she endured had shaken her resolve.