Ο βίος του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού
Ο Ιωάννης μεγάλωσε σε οικογένεια ψαράδων στη Γαλιλαία μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και ακολούθησε τον Ιησού όταν τον κάλεσε. Ως αγαπημένος μαθητής είδε τη Μεταμόρφωση, έμεινε κοντά στον Χριστό κατά το Πάθος και ανέλαβε τη φροντίδα της Θεοτόκου.
Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown author · Public domain
Διαβάστε τον βίο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.
Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 28 παράγραφοι
Βίος Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστή. Ο Ευαγγελιστής και Απόστολος Ιωάννης ήταν αδελφός του Αποστόλου Ιακώβου. Η οικογένειά του και ο ίδιος καταγόταν από τη Γαλιλαία και ήταν ψαράδες στο επάγγελμα.
Ο πατέρας του λεγόταν Ζεβεδαίος και η μητέρα του Σαλόμη. Ο Ιωάννης από μικρός βοηθούσε τον πατέρα του στο ψάρεμα, καθώς και ο αδελφός του ο Ιάκωβος. Δεν είχε καμία μόρφωση, ούτε έμαθε πολλά γράμματα, απλά δεν είχε φίλους, ούτε συναναστρεφόταν με μορφωμένους και σοφούς της εποχής εκείνης.
Νέος ακόμη, από αγάπη προς τον Θεό, πήγαινε συχνά στις όχθες του Ιωάννου του Προδρόμου, του Βαπτιστή. Του οποίου έγινε ότι ο Ιησούς κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας. Είδε τον Ιωάννη να ψαρεύει και άφησε αμέσως τα δίχτυα του.
Χωρίς να ρωτήσει το παραμικρό. Το κατέκτησε αμέσως. Ο Ιωάννης, ο ταπεινός αυτός ψαράς, μετά την ανάληψη του Κυρίου και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, έγινε μαζί με τον Πέτρο και τον Ιάκωβο στήλος της Εκκλησίας.
Έδειχνε αφοσίωση και σεβασμό απέραντο, αλλά και αγαπήθηκε από τον Χριστό και έτυχε πολλών διακρίσεων. Είχε τη μεγάλη τιμή να συνοδεύσει τον Χριστό στο Θαβώριον Όρος για την Μεταμόρφωση και να ακούσει την θεϊκή φωνή την λέγουσαν: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο Αγαπητός». Ο Ιωάννης, και δια την πολλή αγάπη την οποία έτρεφε δι' αυτόν, τον ρώτησε.
Ο Παραδιδούσε, αλλά και όταν ο Ιησούς συνελήφθη από τους Ιουδαίους, τον ακολούθησε με πολύ θάρρος και μπήκε στην αυλή του Αρχιερέου. Σταυρώθηκε ο Κύριος, πάλιν παρίστατο μετά της Παναγίας της Μητέρας του Θεανθρώπου.
Σταυρό για να προστατεύσει τον Ιωάννη. Ήκουσε το «Γύναι, ίδε ο υιός σου», ο δε Ιωάννης ήκουσε το «Ιδού η μήτηρ σου». Ο Ιωάννης από τη στιγμή εκείνη παρέλαβε την Παναγία και την οδήγησε στο σπίτι κοντά στη μητέρα του Σαλώμη και την φρόντιζε ακούραστα μέχρι της κοιμήσεώς της στο πεντηκοστό.
Το 29ο έτος της Ιωάννης, τι μεγάλη τιμή για τον Ιωάννη να γίνει ο προστάτης της Παναγίας μας, της μητέρας του Θεανθρώπου. Δικαιολογημένα λοιπόν μας βεβαιώνει η Εκκλησία ότι ο ίδιος ο Ευαγγελιστής είναι αυτόπτης μάρτυρας των μεγάλων και συγκλονιστικών γεγονότων που περιγράφει στο Ευαγγέλιό του.
Ούτος εστιν ο μαθητής ο μαρτυρών περί τούτων και γράψας ταύτα, και οίδαμεν ότι αληθής εστιν η μαρτυρία αυτού. Με την διαβεβαίωση ότι πορεύτηκε μαζί του στον Γολγοθά για την σταυρική θυσία και ότι όλες τις δύσκολες στιγμές στάθηκε κοντά στον Χριστό με πίστη και αφοσίωση.
Ο Ιωάννης μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος γίνεται πάνσοφος, κηρύττει τον λόγο του Θεού στα Ιεροσόλυμα και μετά την κοίμηση της Θεοτόκου στέλνεται από την Εκκλησία στην Ασία με κέντρο την Έφεσο και διδάσκει τη χριστιανική πίστη σύμφωνα με την παράδοση σε έναν λαό άγριο.
Το σάλπισμα της διδασκαλίας του Χριστού συνάντησε σφοδρή αντίδραση γιατί τα χριστιανικά του κηρύγματα ήσαν κόντρα στις σατανικές πλάνες. Εκεί όπου παλιά φιλοσοφούσαν οι δαιμονόπληκτοι ειδωλολάτρες, πάλεψε πολύ αλλά αποδείχτηκε φοβερός εχθρός κάθε μέρα και κάθε στιγμή την επίγεια ζωή του Ιησού Χριστού, τη σταυρική Του θυσία και την Ανάστασή Του σε όσους ήθελαν να Τον ακούσουν.
Η ειδωλολατρία έσβησε και η δύναμη της Εκκλησίας, η δύναμη του Αγίου Πνεύματος που έστειλε ουράνιος Πατέρας και ανέδειξε τους αλιείς πανσόφους. Ο Ιωάννης κάποια ημέρα οδηγήθηκε αλυσοδεμένος. «Βρέθηκα εξόριστος στην Πάτμο», λέγει ο ίδιος, «εξαιτίας του Λόγου του Θεού, τον οποίον κήρυττα, και για την μαρτυρία του Ιησού Χριστού, διότι παρουσίαζα τον Ιησού».
Ο ιστορικός Ευσέβιος τοποθετεί την εξορία αυτή κοντά στο 14ο έτος της βασιλείας του αυτοκράτορα Δωμετιανού, το 94 ή το 95. Ο φλογερός Ιωάννης δεν σταμάτησε τη δράση του. Συνέχιζε το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου ακολουθώντας τα ίχνη του.
Κατέληξε στο σπίτι ενός καλού ανθρώπου, του Μύρωνος. Αυτόν και την οικογένειά του τους έκανε σύντομα χριστιανούς. Έστησε την πρώτη κατ' οίκον εκκλησία. Το κήρυγμά του, ο ζεστός λόγος του, κέρδιζε καθημερινά ψυχές και πολλοί από αυτούς βαπτίζονταν.
Στην παραλία της Πάτμου γίνονταν οι βαπτίσεις και σώζονται και σήμερα περιφραγμένα ερείπια του βαπτιστηριού του Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστή. Εκεί, σε αυτόν τον αγιασμένο χώρο, βαπτίστηκαν χιλιάδες άνθρωποι και έγιναν στρατιώτες του Χριστού.
Ο Ευαγγελιστής, ευρισκόμενος στην Πάτμο εξόριστος, μέσα σε ένα σπήλαιο που σώζεται μέχρι σήμερα και λέγεται Ιερόν Σπήλαιον ή Σπήλαιον της Αποκαλύψεως, έλαβε την Αποκάλυψη. Έδωσε ο ίδιος ο Θεός με οράματα που έβλεπε μπροστά στα μάτια του, ως αν να έβλεπε εικόνες όπως σε κινηματογραφική ταινία, το μέλλον της Εκκλησίας και της ανθρωπότητας.
Έλαβε ο Ιωάννης την Αποκάλυψη από τον Θεό και την έγραψε όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά για τους πιστούς της Εκκλησίας όλων των αιώνων. Είναι η Αποκάλυψη σαν μια επιστολή, μια εγκύκλιος που τη στέλνει ο Θεός στις 7 εκκλησίες της Μικράς Ασίας και δι' αυτών σε ολόκληρη την Εκκλησία του Χριστού όλων των αιώνων.
Η Αποκάλυψη είναι το μόνο προφητικό βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Ο ίδιος ο Ιωάννης την ονομάζει καθαρά προφητεία. Μακάριος, λέγει, ο αναγινώσκων τους λόγους της προφητείας. Περιγράφει δηλαδή αυτά που πρόκειται.
Σε αυτό το βιβλίο βλέπουμε τον πόλεμο του σατανά κατά των οπαδών του Χριστού αλλά και τον θρίαμβο της Εκκλησίας του Χριστού. Φαίνεται ο διωγμός των πιστών υπό τον Αντίχριστον αλλά και η τιμωρία των αποστατών.
Βλέπεται επίσης καθαρά η προστασία των ανθρώπων του Θεού. Όλοι οι πιστοί που βρίσκονται μέσα στην Εκκλησία, παρόλα τα βάσανα και τους διωγμούς, θα βγουν στο τέλος νικητές. Βλέπουμε φυσικές αναστατώσεις που θα γίνουν στον ουρανό, στον ήλιο, στη θάλασσα.
Βλέπουμε λιμούς και λοιμούς και σεισμούς κατά τόπους, για τα οποία ομιλεί ο Κύριος και τα οποία θα συμβούν κατά τις τελευταίες ημέρες του κόσμου. Μετά την Αποκάλυψη έγραψε ο Ιωάννης τις Τρεις Καθολικές Επιστολές και το Ευαγγέλιο.
Πρέπει δε να σημειώσουμε ότι ο Ιωάννης έγραψε στην ελληνική γλώσσα. Τελευταίος από όλους τους Ευαγγελιστές, ο Ιωάννης, και με προτροπή των πολυάριθμων μαθητών και ακροατών του, έγραψε το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο στην Έφεσο.
Εκεί ζούσε η φύση της χριστιανικής αγάπης, η οποία συνδυαζόταν με το συναίσθημα της πίστεως που γινόταν μαχητική όταν το απαιτούσε το καθήκον. Και ο Θεός αγάπη εστίν. Η αγάπη και η πίστη είχαν γίνει στο είναι του μέτρο και γνώμη για τον ορισμό της αγιότητας.
Αυτές οι διδασκαλίες που άκουσε από τον Χριστό έγιναν μέσα του κέντρο αγνότητας της ανθρώπινης ψυχής του με τη συνέστηση και τη λειτουργία του πνεύματός του, ώστε να κατανοήσει όλες τις ιδέες και τα νοήματα για τη συγγραφή του Ευαγγελίου, που είναι μία θερμή έκφραση αγάπης και προθυμίας.
Σε όλα τα κηρύγματά του όλο για την αγάπη κήρυττε, γιατί η αγάπη είναι η βάση και η συνισταμένη. Για την αγάπη ο Ιωάννης την απέκτησε με κόπο και με αγώνα, διότι από μικρός είτο φύσις ζωηρά. Γι' αυτό ο Κύριος τον ονόμασε Βοανεργές, δηλαδή Υιοί της Βροντής.
Βροντής δάμασε τη ζωηρή αυτή φύση και τον ευέξαπτο χαρακτήρα και απέκτησε τόση αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους όσον ουδείς άλλος. Βάσανα που υπέφερε από τους ασεβείς, τους κατατρεγμούς, τους ξυλοδαρμούς και τις φυλακές, με την αγάπη αλλά και με την ενίσχυση του ίδιου του Θεού.
Το είπε ο ίδιος ο Χριστός σε όλους τους Αποστόλους πριν αναληφθεί στους Ουρανούς. «Και εγώ μεθ' υμών ειμί πάσας τας ημέρας», άρα και εμείς οι χριστιανοί ως μαθητές του μαθητού του Χριστού πρέπει να έχουμε οδηγό και όπλον την αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους.
Αν δεν έχουμε αληθινή αγάπη μέσα μας... Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής εορτάζει στις 8 Μαΐου, σύναξη της αγίας κόνεως της εκπορευμένης εκ του τάφου του Ιωάννη του Θεολόγου, και στις 26 Σεπτεμβρίου η μετάστασή του.
Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 28 παράγραφοι
The Life of Saint John the Theologian and Evangelist. John the Evangelist and Apostle was the brother of the Apostle James. He and his family came from Galilee and were fishermen by trade.
His father was named Zebedee, and his mother Salome. From childhood, John and his brother James helped their father with the fishing. John had no formal education and learned little. He simply had no friends, nor did he spend time with the educated and learned people of his day.
Even as a young man, his love for God often drew him to John the Forerunner, the Baptist. Then Jesus came by the Sea of Galilee. He saw John fishing, and John immediately left his nets.
He did not ask a single question. He understood the call at once. After the Ascension of the Lord and the descent of the Holy Spirit, John, this humble fisherman, became a pillar of the Church alongside Peter and James.
John showed boundless devotion and respect. Christ loved him and granted him many special honors. He had the great honor of accompanying Christ to Mount Tabor for the Transfiguration and hearing the divine voice say, “This is My beloved Son.” And because John loved Him so deeply, he asked Him a question.
He asked about the one who would betray Him. And when Jesus was arrested by the Jews, John followed Him courageously into the courtyard of the high priest. When the Lord was crucified, John was there again, standing with the Most Holy Theotokos, the mother of the God-Man, Christ.
She heard the words, “Woman, behold your son,” and John heard, “Behold your mother.” From that moment, John took the Most Holy Theotokos into his care. He brought her to his home, where his mother Salome lived, and cared for her tirelessly until her Dormition in the fiftieth year.
What a great honor it was for John to become the guardian of our Most Holy Theotokos, the mother of the God-Man, Christ. So the Church rightly assures us that the Evangelist himself witnessed the great and astonishing events he describes in his Gospel.
“This is the disciple who bears witness to these things and wrote them down, and we know that his testimony is true.” We can be sure that John went with Christ to Golgotha for His sacrifice on the Cross and stood close to Him through every difficult moment, with faith and devotion.
After the descent of the Holy Spirit, John became filled with wisdom. He preached the word of God in Jerusalem. After the Dormition of the Theotokos, the Church sent him to Asia, with Ephesus as the center of his work. There, according to tradition, he taught the Christian faith among a fierce people.
His proclamation of Christ’s teaching met fierce resistance, because his Christian preaching challenged satanic delusions. In a land where demon afflicted idolaters had once philosophized, John struggled hard and proved a formidable opponent of idolatry. Day after day, he told anyone willing to listen about the earthly life of Jesus Christ, His sacrifice on the Cross, and His Resurrection.
Idolatry faded before the power of the Church and of the Holy Spirit, whom the heavenly Father sent and who made fishermen wise. One day, John was led away in chains. “I was exiled to Patmos,” he himself says, “because of the Word of God that I preached and because of my testimony to Jesus Christ, whom I proclaimed.”
The historian Eusebius places this exile around the fourteenth year of Emperor Domitian’s reign, in AD 94 or 95. John’s zeal did not fade. He continued his work for the salvation of others, following in Christ’s footsteps.
He came to the home of a good man named Myron and soon brought him and his family to the Christian faith. He established the first church in a home there. His preaching and his warm words won souls day by day, and many were baptized.
The baptisms took place on the shore of Patmos. The fenced ruins of Saint John the Evangelist’s baptistery can still be seen there today. In that blessed place, thousands were baptized and became soldiers of Christ.
While the Evangelist was in exile on Patmos, he received the Apocalypse (Book of Revelation) in a cave that still exists today, known as the Holy Cave or the Cave of the Apocalypse. God Himself showed him visions of the future of the Church and humanity. They unfolded before his eyes like images in a film.
John received the Apocalypse from God and wrote it down for the faithful of the Church in every age, not only for himself. The Apocalypse is like a letter, a message from God to the seven churches of Asia Minor and, through them, to the whole Church of Christ throughout the ages.
The Apocalypse is the only prophetic book of the New Testament. John himself plainly calls it a prophecy. “Blessed is the one who reads the words of the prophecy,” he says. He is describing things that are to come.
In this book we see Satan’s war against the followers of Christ, and we see the triumph of Christ’s Church. We see the persecution of the faithful under the Antichrist and the punishment of those who turn away from God.
We also see clearly how God protects His people. Despite suffering and persecution, all the faithful who remain in the Church will emerge victorious in the end. We see upheavals in nature, in the heavens, the sun, and the sea.
We see famines, plagues, and earthquakes in various places, as the Lord spoke of them, and these things will happen in the last days of the world. After the Apocalypse, John wrote his three catholic epistles and his Gospel.
We should also note that John wrote in Greek. He was the last of the Evangelists to write his Gospel. At the urging of his many disciples and listeners, he wrote the Gospel according to John in Ephesus.
The spirit of Christian love lived in him, joined to a faith that became bold when duty called for it. And God is love. Love and faith had become the measure by which he understood holiness.
The teachings he heard from Christ became central to the purity of his soul and shaped his spiritual life. They helped him grasp the ideas and meanings he would set down in his Gospel, a heartfelt expression of love and devotion.
In all his preaching, John spoke again and again about love, because love is the foundation that brings everything together. He gained that love through effort and struggle, for from childhood he had a fiery nature. That is why the Lord called him Boanerges, meaning “Sons of Thunder.”
He tamed his lively nature and quick temper, and came to love God and other people as no one else did. He endured suffering at the hands of the ungodly—persecution, beatings, and imprisonment—through love and with strength from God himself.
Christ Himself said to all the Apostles before the Ascension, “And I am with you always.” So we Christians, as disciples of a disciple of Christ, must let love for God and for other people be our guide and our strength.
And if we do not have true love within us, let us ask God for it in prayer, and He will give it to us. Saint John the Theologian and Evangelist is commemorated on May 8, when the holy dust that came forth from his tomb is remembered, and on September 26, the day of his repose.