Theophonia the divine voice
Βίοι των Αγίων

Ο Άγιος Μελέτιος ο Νέος

Ο Μελέτιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία το 1035 και μεγάλωσε με πίστη κοντά στους γονείς του, Ιωάννη και Σοφία. Προτίμησε την αφοσίωση στον Χριστό από τον γάμο και τα υπάρχοντα και ταξίδεψε στην Ιερουσαλήμ, παρά τις απειλές και την κακομεταχείριση.

Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο

Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Διαβάστε τον βίο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.

Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 52 παράγραφοι

Ο Όσιος Μελέτιος ο Νέος Ο Όσιος Μελέτιος, ο θαυμάσιος και αληθινός δούλος του Θεού, γεννήθηκε το έτος 1035, σε ένα χωριό της Καπαδοκίας που ονομάζεται Μουταλάσκι. Οι γονείς του ήσαν πολύ ενάρετοι και ονομάζονταν Ιωάννης και Σοφία.

Ο Όσιος από μικρός εμιμείτο τις αρετές των γονέων του και προώδευε κάθε μέρα.

Εμεγάλωνε παιδαγωγούμενος όχι μόνον απ' τη μητέρα του τη Σοφία, αλλά και απ' την νοητήν Σοφία, φωτιζόμενος απ' τον Θεόν, με το γάλα της οποίας ετρέφετο περισσότερο παρά απ' το αισθητό και προσωρινό της μητέρας.

Όταν έφτασε σε ηλικία κατάλληλη για να μάθει γράμματα, οι γονείς του τον πήγαν σχολείο. Στο σχολείο όμως που πήγαινε, επειδή ήταν βραδύς στο νου, δεν μπορούσε να καταλάβει τα μαθήματα. Η επιθυμία του όμως και η πίστη του προς τον Θεό αναπλήρωσε το υστέρημα της φύσης και πίστευε απόλυτα ότι αν μόνον αγγίξει κι αυτός την άκρη των ιματίων του Ιησού, θα φωτιστεί ο νους του ώστε να εννοεί τα γράμματα.

Ο Μελέτιος μεγάλωνε με πίστη, μελετώντας αδιάκοπα τον νόμο του Κυρίου. Κάθε μέρα πήγαινε στην εκκλησία, όχι σαν μικρό παιδί που ήταν, αλλά με τόση τάξη και ευλάβεια. Όσο περνούσε η ηλικία του, τόσο πολύ προώδευε στη σοφία και στη χάρη, περνώντας από δόξα σε δόξα και από δύναμη σε δύναμη, τόσο ώστε ξεπέρασε και αυτούς τους νόμους της φύσεως.

Οι γονείς του όμως εσκέπτοντο για τον Μελέτιο, ως άνθρωποι, ανθρώπινα πράγματα, χωρίς να γνωρίζουν εκείνα τα οποία μελετούσε ο ίδιος στην καρδιά του. Έως τότε δεν τους παράκουσε ποτέ, αλλά όταν είδε ότι ήθελαν να τον χωρίσουν από τη μεγάλη αγάπη του, έκρινε σωστό να γίνει παρήκος εκείνων και υπήκος του ποιητή και σωτήρος, του οποίου άκουε καθημερινά τα σωτήρια λόγια.

Ει τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα εαυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, Αυτά και άλλα παρόμοια ακούοντας ο φωτισμένος νέος προτίμησε το θείο έρωτα από όλο τον κόσμο και αφήνει τους γονείς, αποφεύγει τους γάμους, εγκαταλείπει συγγενείς, φίλους, κτήματα.

Κτήματα και όλα τα απολαυστικά και ευχάριστα του σώματος ολόψυχα τα καταφρόνησε ως εφήμερα, για να απολαύσει τα αφθαρτά και αιώνια. Φεύγει από την αγαπημένη του πατρίδα, σηκώνει το σταυρό και ακολουθεί το Χριστό, ο οποίος τον εκάλεσε. Όταν δε έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, επήγε σε ένα μοναστήρι, στο οποίο έμεινε κάποτε ο Μέγας Χρυσόστομος. Όταν έμαθε καλά την τάξη της μοναχικής πολιτείας εκεί στο κοινόβιο, επεθύμησε να πάει στην έρημο για να ζήσει πιο ενάρετα, θέλοντας να μιμηθεί τον προφήτη Ηλία και τον Άγιον Ιωάννη. Πηγαίνει πρώτα στη Θεσσαλονίκη για να προσκυνήσει τον Μέγα Δημήτριο. Εκεί παρεκάλεσε τον Θεό και τον Άγιο να τον οδηγήσουν σε τόπο σωτήριο. Όταν βγήκε, τότε συνάντησε έναν νέο φρόνημο στο ήθος, ο οποίος προσποιήθηκε ότι πηγαίνει στον ίδιο δρόμο, στον οποίο επήγαινε και ο Μελέτιος. Ο δε Όσιος του απαντά.

Ανάληψη

«Εγώ στην Ρώμη θέλω να πάω για να προσκυνήσω τα λείψανα των Αγίων Αποστόλων» και ο νέος του λέγει: «Δεν είναι καιρός τώρα να πας εκεί, αλλά πήγαινε στα μέρη της Ελλάδας κοντά στη Θήβα. Προς το νότιον μέρος είναι μοναστήρι του Άγιου Γεωργίου, του Μεγαλομάρτυρος. Εκεί σου ετοίμασε την κατοικία ο Κύριος». Αυτά αφού του είπε, έγινε άφαντος. Ο δε όσιος κατάλαβε ότι εκ Θεού η όραση αυτή. Άκουσε τη θεία προσταγή και ανέβαλε το μεγάλο του αυτό ταξίδι στη Ρώμη και στα Ιεροσόλυμα και ήλθε στην Αθήνα. Και κατόπιν μετέβη από την Αθήνα στη Θήβα. Λίγο μακρύτερα από την πόλη των Θηβών βρήκε το ναό του Αγίου Γεωργίου. Όταν δε αυτός προσπαθούσε να κρύψει την αρετή του από τους άλλους, τόσο αυτή τον μαρτυρούσε και τον φανέρωνε. Διότι πόλη η οποία βρίσκεται σε μεγάλο βουνό δεν μπορεί να κρυφτεί. Έφτασε λοιπόν η φήμη του σε όλα εκείνα τα μέρη και συγκεντρώθηκαν κι άλλοι πολλοί για να του μιλήσουν. Ο δε όσιος

Ο δε Όσιος, επειδή είχε τάξει να προσκυνήσει στη Ρώμη και τα Ιεροσόλυμα, πήρε από τους πατέρες συγχώρεση και μαζί με ένα μοναχό επήγαινε με κίνδυνο της ζωής του στα Ιεροσόλυμα, τα οποία είχαν καταλάβει τότε οι Τούρκοι.

Ο Μακάριος όμως Μελέτιος, έχοντας την καρδιά του φλογισμένη δια τον πόθο του μαρτυρίου, ήρθε στα Ιεροσόλυμα αψηφώντας όλους τους κινδύνους. Το πόσους του δρόμου υπέφερε ραβδισμούς, ύβρεις και ραπίσματα, διότι οι βάρβαροι εζητούν να πετάξει στη γη τον Τίμιο Σταυρό και να τον πατήσει.

Ο νέος όμως της ευσεβείας υπέμεινε με προθυμία κάθε δοκιμασία και παραλίγο θα εσφάζετο από αυτούς. Όμως ο Πανάγαθος Θεός, ο οποίος προόριζε τον Μελέτιο ως σκεύος εκλογής για τη σωτηρία πολλών,

Απολόγων, τον έσωσε με θαυμαστό τρόπο. Αφού δε προσκύνησε τους Αγίους τόπους, πήγε στη Ρώμη, όπου προσκύνησε τον τάφο των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και αφού εξεπλήρωσε έτσι τον πόθο του, επιστρέφει στο μοναστήρι του. Οι δε πατέρες, όταν είδαν τον θείο Μελέτιο, εχάρηκαν τόσο πολύ, όσο ελυπήθηκαν πρώτα, όταν ανεχώρησε και στερήθηκαν αυτόν, ευλαβούντο ως Άγιο. Ο Όσιος όμως τα αντιμετώπιζε με ταπεινότητα και δεν υπερηφανευόταν για τίποτα.

για τίποτε. Κατ' εξοχήν δε, εφύλαξε τόσο την εγκράτεια, ώστε ούτε νερό εχόρτασε, ούτε άρτο έφαγε για ευχαρίστηση, αλλά μόνον λίγο έτρωγε από αυτά, για να αποφύγει τον ανθρώπινο έπαινο, αλλά και για να παίρνει λίγη δύναμη απ' τη λίγη τροφή. Είχαν δε στη μονή εκείνη τη συνήθεια να τρώγουν όλοι απ' το φαγητό, όπου έβαζε ο κελάρης στο τραπέζι, αλλά όσο ήθελε ο καθένας. Έτσι έτρωγε και ο πάνσοφος Μελέτιος.

Η εργατικότητά του στις διακονίες όλες της Μονής ήταν πρόθυμος και σπουδαίος και δούλευε ακούραστα. Παρ' όλους όμως τους κόπους αυτούς του σώματος δεν έλειψε ποτέ από τις κοινές ακολουθίες. Αυτές μεν είναι οι πράξεις τις οποίες έκαμε στα φανερά, αλλά το πόσες έκαμε κρυφά τις νύχτες στο κελί του με μετάνοιες, προσευχές...

Ευχές, δάκρυα και άλλες τέτοιες, τις οποίες από την πρώτη στιγμή που πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, έπειτα κοιμόταν ελάχιστα για να ξεκουραστεί λίγο το σώμα του, εσηκώνεται το μεσονύχτιο και προσευχόταν μέχρι να χτυπήσει το σήμα. Μη υποφέροντας λοιπόν ο ύπουλος και παμπόνηρος όφης να βλέπει τέτοια θαυμαστά κατορθώματα, προσπαθεί πολλές φορές να τον μαστιγώσει. Και μάλιστα κάποτε έβαλε σε πειρασμό κάποια γυναίκα πλούσια από τη Θήβα και την ώθησε να πειράξει τον Άγιο.

Αυτός όμως ο αδαμάντινος στην ψυχή, στη μεν γυναίκα, αφού την ήλεγξε και επιτίμησε για τον πονηρό λογισμό που δέχτηκε, απαγόρευσε πλέον να επικοινωνεί μαζί του. Στον εαυτόν του όμως, θεωρώντας σαν δικό του σφάλμα το λογισμό της γυναίκας, επέβαλε βαρύ επιτίμιο και πρώτα μεν κλείστηκε στο κελί του και κανέναν δεν δεχόταν να επικοινωνεί μαζί του.

Παρέμεινε νηστικός επί 40 ημέρες, αγρυπνώντας, προσευχόμενος, και έπειτα για έναν ολόκληρο χρόνο παρέμεινε κλεισμένος χωρίς να δεχθεί καμία ανθρώπινη επικοινωνία ή βοήθεια. Ο δε πονηρός διάβολος, φρίττοντας ακόμη περισσότερο, του δίδει μεγάλες θλίψεις και πόνους σε ολόκληρο το σώμα του.

το σώμα του και κυρίως τα πόδια του. Επρήσθησαν λοιπόν τα πόδια του από την πολυορθοστασία και έτρεχαν δυσώδη ύλην. Οι δε λοιποί μοναχοί ελυπούντο και τον συμπονούσαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν καμία θεραπεία. Μετά από καιρό, τυχαία ήρθε κάποιος γιατρός στο μοναστήρι, τον οποίον οι αδερφοί τον οδήγησαν με χαρά στον Μελέτιον. Ο δε γιατρός του υποσχέθη ότι θα τον γιατρεύσει

Υποτιτλισμός

Είναι τα πράγματα. Είχε κάποτε ένα μαθητή ιερομόναχο, όπου ελέγετο Μάρκος, ο οποίος ευλογούσε στην τράπεζα και κάποια μέρα απέθανε. Όταν συγκεντρώθηκαν οι αδερφοί για να ενταφιάσουν το λείψανο, είπε κάποιος από αυτούς στον Μελέτιο, «Πρόσταξε, Πάτερ, το μαθητή σου να κάνει στίχο να ψάλλουμε». Ο δε όσιος, για να θεραπεύσει την απιστία του και να αποδείξει αληθινούς τους λόγους του Δεσπότου,

Και αφού άνοιξε τους οφθαλμούς, εσήκωσε το δεξί του χέρι και αφού έκαμε σταυρό, εκίνησε τα χείλη του και είπε «Ευλογητός ο Θεός» και τα υπόλοιπα του στίχου. Και ξανά έμεινε νεκρός όπως πρώτα. Μαζί με τους άλλους μαθητές του ήταν κι ένας αυθάδης και απαίδευτος ονομαζόμενος Νικόδημος, τον οποίον ο θείος Μελέτιος δεν άφηνε να ιερωθεί, γνωρίζοντας ότι ήταν ανάξιος.

Αυτός δε ο δυστυχής κατεφρόνησε την υποχρέωση της υπακοής που είχε. Επήγε στη Θήβα και χειροτονήθηκε από τον αρχιερέα κρυφά. Πλην όμως δεν επέστρεψε. Η θεία δίκη έκαμε εκείνον τον άδικο να πέσει δίκαια στον αδέκαστο δικαστή Μελέτιο και να λάβει τον μισθό της αυθάδειάς του με τρόπο θαυμάσιο και φοβερό.

Εκείνες τις μέρες επικρατούσε σε όλη την επαρχία των Θηβών μεγάλη ανομβρία.

Και κινδύνευαν να ξεραθούν τα σπαρτά τελείως. Έκαμαν κάθε μέρα λιτανείες και παρακλήσεις προς τον Κύριο, αλλά δεν τους άκουγε αυτούς. Έτσι πήγαν όλοι στο μεγάλο Μελέτιο, ο οποίος μόνον ήταν άξιος να παρακινήσει. Αφού έφτασαν με λιτανεία στον Άγιο Γεώργιο, είχαν μαζί τους και τον προαναφερόμενον Νικόδημο, ενδεδυμένο με τα ιερατικά ενδύματα. Όμως, όταν είδε τον Νικόδημο, πρόσταξε να του ξεντύσουν τα ιερά άμφια που φορούσε και τον έβαλαν σε ένα λάκκο για τον κανόνα της παρακοής όπου έκαμε.

Μερικοί δε από το πλήθος, απαίδευτοι, κατέκριναν τον Όσιο ως άσπλαχνο και, αφού έβγαλαν τον ταλαίπωρο από τον λάκκο, του είπαν να βάλει πάλι τα ιερά και να επιστρέψει στην πόλη με τον λοιπόν λαό, κάνοντας τη λιτανεία.

ΤΗ ΛΙΤΑΝΗΑ Αυτός είχε πολύ ευλάχιστο

Πολλή ευλάβεια και αγάπη στον Μέγα Μελέτιο, και αφού πήγε, τον παρακάλεσε με πολλή αγάπη λέγοντας: «Κάμε, τίμιε Πάτερ, για την κόρη μου δέηση να περάσει ειρηνικά με τον άνδρα όπου την αρραβώνιασα». Ο Όσιος Μελέτιος όμως, ο οποίος προβλέπει ως παρόντα τα μέλλοντα, του είπε: «Εάν αγαπάς την κόρη σου και το συμφέρον σου, άφησε τους γάμους, διότι σε ένα μήνα την παίρνει ο νυμφίος της και δεν ζημιώνεσαι την προίκα της άδικα και αυτή κερδίζει την παρθενία της».

Δέχεται ο Θηβαίος τη συμβουλή και πριν να τελειώσει ο μήνας απεδήμησε η κόρη προς τον Κύριο και ο πατέρας της επώλησε όλη της την προίκα και την έδωσε ελεημοσύνη για να την εύρει εκείνη και αυτός στην αιώνια ζωή.

Στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου ο Όσιος έμεινε 28 χρόνια. Επειδή έβλεπε ότι ερχόντουσαν πολλοί και δεν τον άφηναν να ησυχάσει όπως ποθούσε, αναχώρησε από εκεί, πήγε στο όρος της Μυουπόλεως, στον Κιθαιρώνα, δυσκολοδιάβατο πολύ το όρος αυτό, στο οποίο ήταν ηγούμενος ένας ενάρετος κληρικός που ονομαζόταν Θεοδώσιος, ο οποίος δέχτηκε τον Όσιον με πολλή ευχαρίστηση και του έδωκε στην αρχή το παρεκκλήσιο του Σωτήρος Χριστού να το διοικεί όπως ήθελε.

Έφτασε δε η φήμη του Αγίου ως την Κωνσταντινούπολη. Ο δε Πατριάρχης Νικόλαος ο Γραμματικός έδωκε εντολή στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Νικήτα να χειροτονήσει τον Μελέτιο ιερέα για να εξυπηρετεί και να εξομολογεί τους αδερφούς, τον οποίον και παρά τη θέλησή του τον χειροτόνησε, και στολίστηκε ο υπεράξιος με την αξία της ιερωσύνης.

Μετά από λίγο καιρό εκοιμήθη ο Θεοδόσιος και έμεινε όλη η προστασία και της κυρίως μονής των Ασωμάτων στον Μελέτιο. Ήσαν δε οι αδερφοί πάνω από 100 και κάθε μέρα ο αριθμός εμεγάλωνε, διότι ο Όσιος τους εδέχετο και έκτιζαν κελιάκια και αλιβάκια, στα οποία εκόπιαζε μαζί τους και βοηθούσε ο Όσιος, διδάσκοντας αυτούς προπάντων να έχουν πτωχεία εξωτερικά και εσωτερικά, να μην φροντίζουν για τη σάρκα τους να τρέφονται, αλλά να ελπίσουν στον Πανάγαθο Θεό, ο οποίος θα τους διακυβερνά σε όσα χρειάζονται.

Ήταν εκείνο το όρος άλλος παράδεισος και υμνούσαν οι τρισμακάριοι αδιαλείπτως τον Κύριο. Βλέποντας δε ο Θεός την ταπείνωση αυτών και την αγαθή προαίρεση, εφώτιζε τους πλούσιους και τους έστελναν κάθε τι που εχρειάζοντο. Ήδη η φήμη του Οσίου Μελετίου διαδόθηκε σε πολύ κόσμο, όχι μόνον ο απλός λαός αλλά και αυτός ο βασιλεύς του καιρού εκείνου, ο θεοσέβαστος Αλέξιος.

Όταν άκουσε τις μεγάλες αρετές του Οσίου, του έστελνε ελεημοσύνη 10.000 φλουριά χρυσού και τον παρακαλούσε να τα δεχτεί. Και όταν έχει πάλι ανάγκη για οικοδομή ή για τροφή των αδερφών, να του ζητήσει και αυτός να του στείλει όσα χρειάζεται.

Ο δε Όσιος ευχαρίστησε τον Βασιλέα για την καλή του προαίρεση. Τα δε φλουριά επέστρεψε και κράτησε μόνο 422.

Λέγοντάς του ότι τόσο μόνο χρειαζόντουσαν και να τα στέλνει κάθε χρόνο, για να μην τα φυλάσσουν εκείνοι και θησαυρίζουν στην έρημο. Πράγματι, έκαμε υπακοή ως καλός χριστιανός ο Αλέξιος, και όχι μόνο του έστειλνε κάθε χρόνο το χρυσό αλλά και ό,τι άλλο είχαν ανάγκη. Έτσι και ο Όσιος παρακαλούσε πολλές φορές τον επουράνιο βασιλέα για να του δίνει του Αλέξιου νίκες στους πολέμους, και πολλές φορές σώθηκε με τις προσευχές του Οσίου από τον κίνδυνο Αλέξιος.

Ποτέ ο βασιλεύς Αλέξιος έστειλε στόλο να πολεμήσει στην Κρήτη, την οποία είχε κυριεύσει και κυβερνούσε τυραννικά ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Καρίκης. Ήταν δε του στόλου δούκας και αρχηγός ένας ευλαβής άρχοντας που ελέγετο Ιωάννης, ο οποίος οδήγησε τα πλοία εις τον Εύρυπο και από εκεί δια ξηράς επήγε στον Μέγαν Μελέτιο για να λάβει την ευλογία και να προκόψει στο ταξίδι του.

Ο δε Όσιος τον συμβούλεψε τα εξής: «Να μην πας στην Κρήτη με το στόλο, διότι θα ζημιωθείς, αλλά στείλ' επιστολή ειρηνική στον Καρίκη να κάμετε αγάπη, κι αν συμφωνήσει έχει καλώς. Διαφορετικά ο Θεός της ειρήνης θα τον εξαφανίσει και τότε η Κρήτη θα υποταχθεί σε εσάς.

Συ δε να παραμείνεις με το στόλο σου στον Εύρυπο, μέχρι να έλθει η απάντηση». Πράγματι ο Ιωάννης, σαν ευλαβής και φρόνημος που ήταν, δέχθηκε τη συμβουλή του Οσίου και σε λίγο καιρό ήλθε μήνυμα ότι απέθανε ο Καρίκης.

Τότε ο Ιωάννης επήγε με το στόλο του στην Κρήτη και την κυρίευσε χωρίς πόλεμο. Ο διοικητής των Θηβών Βρυένιος θέλησε κάποτε να δει τον Όσιο και να λάβει την ευλογία του. Θέλησε να λάβει και έναν συγγενή του που λεγόταν Βατάζης στη συνοδεία του και του λέει: «Ας πάμε, φίλε, να δεις έναν άνθρωπο όμοιον του οποίου ποτέ δεν είδες και θα λάβεις από τις συμβουλές του πολλή ωφέλεια».

Φίλοι μου, όμως ο Όσιος του είπε με πραότητα: «Σύ, τέκνον, γνωρίζεις όσα ήθελα να σου πω και δεν χρειάζεσαι συμβουλές από μένα». Τότε θαύμασαν και οι δύο, βλέποντας το προορατικό χάρισμα που είχε. Άλλοτε πάλι ήλθε ένας ξένος μοναχός από μακρινό τόπο για να τον ιδεί και, καθώς έμπαινε στην πόρτα του κελιού, ω του θαύματος, εγνώρισε ο Όσιος τα κρυφά έργα του μοναχού και του λέγει: «Διατί, τέκνον, αφού αρνήθηκες τον κόσμο και έγινες μοναχός, κατόπιν περιφρονείς το αγγελικό σχήμα και σμίγεις πάνω;»

Εσμίγεις πάλι κατά σάρκα με τη γυναίκα σου και γιατί χρησιμοποιείς τον πλούτο που σου έστειλε ο Κύριος για να σκορπίζεις ιμάτια και πρόσκαιρα πράγματα; Πήγαινε γρήγορα, μοίρασε στους πτωχούς την περιουσία σου για να κληρονομήσεις τα άφθαρτα αγαθά και αιώνια και μη συνέλθεις με τη γυναίκα σου και να φυλάξεις σωφροσύνη και καθαρότητα κι ας είσαι ταπεινός και πτωχός και να κάμεις καθώς έταξες όταν σε χειροτόνησαν, εάν αγαπάς τη σωτηρία σου.

και να μετανοήσεις με όλη σου την ψυχή, μη τύχει και πεθάνεις ξαφνικά και δίκαια κολαστείς αιωνίως. Όταν άκουσε αυτά ο μοναχός, εξεπλάγη με το προορατικό του χάρισμα και έμεινε πολύ ώρα άφωνος. Άλλη πάλι φορά έστειλε ο Όσιος μερικούς μοναχούς να αγοράσουν κρασί από ένα χωριό. Ο άνθρωπος ο οποίος έδωσε σε αυτούς το κρασί ήταν ευλαβής και καλοπροαίρετος. Η δε γυναίκα του ήταν άσεμνη. Όταν είδε έναν μοναχό, ο οποίος ήταν νέος και όμορφος, τον επιθύμησε και τον βασάνισε.

Βασάνισαν πολύ οι αδιάντροποι να μοιχεύσει, αλλά δεν θέλησε εκείνος να μολύνει το Άγιο Σχήμα. Έτσι ντροπιασμένοι οι άθλιοι έμειναν άπρακτοι. Αλλά ας πούμε άλλα δύο-τρία θαυμάσια από τα πολλά, τα οποία τέλεσε, και έτσι να τελειώσει την διήγησή μας.

Κάποιος άλλος άρχοντας από την Πελοπόννησο, ο οποίος ονομαζόταν Ιωάννης, ήρθε την εβδομάδα της Τυρινής στον Όσιο για να απολαύσει κάποια μεγάλη συμβουλή. Ο Μελέτιος του είπε: «Μελέτα το θάνατο και ετοιμάσου», πλην όμως γνωρίζοντας ότι ο Όσιος ποτέ δεν έπεφτε έξω, ήρθε η εβδομάδα της Τυρινής και δεν ευρίσκετο τροφή.

Οι δε μοναχοί εγόγγυξαν κατά του Οσίου λυπούμενοι. Ο δε Όσιος πρώτα μεν τους επέπληξε για την απληστία τους, λέγοντας: «Διατί, αδελφοί, είστε ολιγόπιστοι; Περιμένετε μέχρι την ώρα του γεύματος και θα δείτε το έλεος του Θεού, γιατί εκείνος έχει την έννοια και τη φροντίδα».

Διότι εκείνος έχει την έννοια και τη φροντίδα. Ήταν λοιπόν κάποιος δούλος πιστός, τον οποίον αγαπούσε ο Κωνσταντίνος σαν τον εαυτό του, είχε φοβερά και αθεράπευτη αρρώστια. Και δεν ευρέθηκε γιατρός να τον σώσει, αλλά όλοι τον είχαν αποφασίσει σε θάνατο. Έστη να χωρεί το και λέγεις τον άρρωστο, θέλεις να σε πάω στο Μεγαμελέτη, ο οποίος έκαμε τόσα θαύματα να σε θεραπεύσει και ο οποίος είναι αρρώστος, όχι μόνον δεν ήθελε, αλλά και τον Άγιον κατέκρινε λέγοντας

Αλλά και τον Άγιο κατέκρινε λέγοντας: «Εγώ παρεκάλεσα πολλούς μεγάλους αγίους και δεν μου έδωσαν καμία βοήθεια, και αυτός που τρώγει και πίνει πολύ θα με βοηθήσει;» Την άλλη μέρα πήρε ο διοικητής τον άρρωστο και έφτασαν στον Όσιο.

Οπότε ο άρχοντας έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας και ζητώντας τη γιατριά του αρρώστου. Ο Άγιος όμως αποφάσισε ότι ούτε ο ίδιος ήταν ικανός να κάνει τέτοιο θαύμα, αλλά ούτε και ο ασθενής ήταν άξιος να θεραπευθεί από την τόση μεγάλη του απιστία.

Τέλος, αφού νουθέτησε τον ασθενή, ο οποίος ομολόγησε την αμαρτία του ζητώντας συγχώρεση, τον γιατρέψε και στο σώμα και στην ψυχή. Γνωρίσατε, αδερφοί, τα υπερβολικά θαύματα και τη μεγάλη διορατικότητα με την οποία ο παντοδύναμος Θεός εστόλυσε τον Όσιο Μελέτιο.

Αλλά νομίζατε ότι γράψαμε όλα τα μεγάλα του θαύματα; Όχι ακριβώς, αλλά μόνο από το άπειρο πέλαγος της θαλάσσης σας χαρίσαμε μόνο ένα ποτήρι, διότι καθώς τα άστρα του ουρανού είναι αναρίθμητα, έτσι και τα θαύματα του Οσίου Μελετίου είναι αμέτρητα.

Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 52 παράγραφοι

Saint Meletios the Younger. Saint Meletios, that wonderful and true servant of God, was born in 1035 in a village of Cappadocia called Moutalaski. His parents, John and Sophia, were very virtuous.

From childhood, the saint imitated his parents’ virtues and grew in them every day.

As he grew, he was taught not only by his mother Sophia, but also by divine Wisdom, through which God enlightened him. He was nourished by the milk of that Wisdom more than by the milk of his mother, which nourishes the body only for a time.

When he was old enough to learn to read, his parents sent him to school. But he was slow to grasp his lessons. His longing and faith in God made up for this difficulty, and he believed wholeheartedly that if he could only touch the hem of Jesus’ garment, his mind would be enlightened and he would understand what he was taught.

Meletios grew in faith, studying the law of the Lord without ceasing. He went to church every day with an orderliness and reverence beyond his years. As he grew older, he advanced in wisdom and grace, passing from glory to glory and from strength to strength, until he surpassed even the limits of nature.

His parents, being human, made plans for Meletios without knowing what he pondered in his heart. Until then he had never disobeyed them. But when he saw that they wished to separate him from his great love, he decided to disobey them and obey his Creator and Saviour, whose words of salvation he heard every day.

“If anyone comes to me and does not hate his father and mother, wife and children, brothers and sisters, and even his own life…” Hearing these words and others like them, the enlightened young man chose love for God above all the world. He left his parents, turned away from marriage, and gave up relatives, friends, and possessions.

He wholeheartedly turned away from possessions and all the pleasures of the body, seeing them as fleeting, so that he might enjoy what is incorruptible and eternal. He left his beloved homeland, took up his cross, and followed Christ, who had called him. When he reached Constantinople, he went to a monastery where John Chrysostom had once lived. After learning the monastic way of life there in the community, he longed to go into the wilderness and live a more virtuous life, following the example of the Prophet Elijah and Saint John. He first went to Thessaloniki to venerate Saint Demetrios the Great. There he prayed to God and the Saint to guide him to a place where he could find salvation. As he left, he met a young man of upright character who pretended to be traveling the same road as Meletios. The holy man replied to him.

The young man asked him where he was going.

“I want to go to Rome to venerate the relics of the Holy Apostles.” But the young man said to him, “Now is not the time to go there. Go instead to the region of Greece near Thebes. To the south, there is a monastery of Saint George the Great Martyr. The Lord has prepared a dwelling for you there.” Having said this, the young man vanished. The venerable man understood that this vision was from God. He obeyed the divine command, postponed his long journey to Rome and Jerusalem, and came to Athens. From Athens he went on to Thebes. A little way beyond the city, he found the church of Saint George. The more he tried to hide his virtue from others, the more it revealed him. For a city set on a high mountain cannot be hidden. His reputation spread throughout the region, and many others gathered to speak with him.

The saint had vowed to make a pilgrimage to Rome and Jerusalem. Having received the blessing of the fathers, he set out for Jerusalem with another monk, risking his life, for the Turks had occupied the city at that time.

But blessed Meletios, his heart aflame with longing for martyrdom, reached Jerusalem despite every danger. On the road he endured so many blows, insults, and slaps, because his attackers demanded that he throw the Holy Cross to the ground and trample on it.

The devout young man willingly endured every trial and came close to being killed by them. But the all-good God had chosen Meletios as a vessel for the salvation of many,

God saved him in a wondrous way. After venerating the holy places, Meletios went to Rome, where he venerated the tombs of Saints Peter and Paul, the Apostles. Having fulfilled his longing, he returned to his monastery. The fathers were as joyful to see the godly Meletios as they had been sorrowful when he left them. They revered him as a Saint. But the venerable Meletios received all this with humility and never let it make him proud.

Above all, he practiced such self-restraint that he never drank his fill of water or ate bread for pleasure. He took only a little, both to avoid human praise and to gain enough strength from that small amount of food. At the monastery, everyone ate the food the cellarer set on the table, taking as much as he wished. The wise Meletios ate in the same way.

He eagerly undertook every duty in the monastery and worked tirelessly. Yet despite all this bodily labour, he never missed the communal services. These were the things he did openly. How much more did he do in secret at night in his cell, with prostrations and prayers…

Prayers, tears, and other such things. From the moment he entered the monastery of Saint George, he slept only a little to rest his body, then rose at midnight and prayed until the signal sounded. The cunning and wicked serpent could not bear to see such wondrous deeds, and tried many times to torment him. Once, he tempted a wealthy woman from Thebes and urged her to tempt the Saint.

Firm as a diamond in soul, he rebuked the woman for entertaining that evil thought and forbade her to have any further contact with him. But he treated her thought as though it were his own fault and imposed a severe penance on himself. First, he shut himself in his cell and refused to see anyone.

He fasted for forty days, keeping vigil and praying. Then, for a whole year, he remained shut away, accepting no human contact or help. The wicked devil, shuddering all the more, afflicted him with great suffering and pain throughout his body.

His whole body suffered, especially his feet. They had swollen from standing for so long, and foul-smelling fluid was coming from them. The other monks were saddened and felt compassion for him, but they could do nothing to treat him. After some time, a doctor happened to come to the monastery, and the brothers gladly brought him to Meletios. The doctor promised to heal him.

The blessed man had such firm faith in his heart that he could do what seemed impossible.

This is what happened. He once had a disciple named Mark, a hieromonk who used to give the blessing at meals. One day Mark died. When the brothers gathered to bury his body, one of them said to Meletios, “Father, tell your disciple to say a verse for us to chant.” The saint, wishing to heal this brother’s unbelief and show that the Master’s words were true,

Then he opened his eyes, raised his right hand, made the sign of the Cross, moved his lips, and said, “Blessed is God,” followed by the rest of the verse. Then he lay lifeless again, as before. Among his other disciples was an insolent and untaught man named Nicodemus. The godly Meletios would not let him be ordained, knowing that he was unworthy.

But this unhappy man disregarded his duty of obedience. He went to Thebes and was secretly ordained by the bishop. He did not return, however. Divine judgment brought him before Meletios, an impartial judge, where he received the reward for his insolence in a wondrous and fearful way.

In those days, a severe drought gripped the whole region of Thebes.

The crops were in danger of drying up completely. Every day they held processions and offered supplications to the Lord, but He did not answer them. So they all went to the great Meletios, believing that he alone was worthy to intercede for them. They came in procession to Saint George’s church, bringing with them the Nicodemos mentioned earlier, dressed in priestly vestments. But when Meletios saw Nicodemos, he ordered the vestments removed and had him placed in a pit as a canon of penance for his disobedience.

Some of the people, lacking understanding, condemned the saint as heartless. They pulled the poor man out of the pit and told him to put his vestments back on and return to the city with the rest of the people in the procession.

While they were still outside the church of Saint Elijah, a terrible storm broke out, with lightning and loud thunder. A bolt of lightning struck the wretched Nicodemos. Alone among the crowd, he was delivered into the hands of God to be judged for his disobedience. A wealthy man of Thebes had a daughter whom he had promised in marriage to another wealthy nobleman. He had agreed to give his entire estate as her dowry.

He had great reverence and love for the great Meletios. He went to him and pleaded warmly: “Honored Father, pray for my daughter, that she may live peacefully with the man to whom I have betrothed her.” But Saint Meletios, who saw the future as though it were present, told him: “If you love your daughter and seek what is best for yourself, call off the wedding. In a month her bridegroom will take her. Then you will not lose her dowry needlessly, and she will preserve her virginity.”

The man from Thebes accepted his advice. Before the month was over, his daughter departed to the Lord. Her father sold everything set aside for her dowry and gave the money as alms, so that both she and he might find it in eternal life.

Saint Meletios stayed at the Monastery of Saint George for twenty-eight years. When he saw that so many people were coming that he could no longer enjoy the stillness he longed for, he left for Mount Cithaeron, in the region of Myoupolis. The mountain was very hard to reach. There he met a virtuous cleric named Theodosios, who was abbot of the monastery. Theodosios welcomed him gladly and at first entrusted him with the chapel of Christ the Savior, to care for as he wished.

The Saint’s fame reached Constantinople. Patriarch Nicholas the Grammarian instructed Archbishop Niketas of Athens to ordain Meletios a priest, so that he could serve the brothers and hear their confessions. Though Meletios did not wish it, he was ordained, and this most worthy man received the dignity of the priesthood.

After a while, Theodosios fell asleep in the Lord, and responsibility for the main Monastery of the Bodiless Powers also passed to Meletios. There were more than a hundred brothers, and their number grew each day. The Saint welcomed them, and they built little cells and huts. He worked alongside them and helped them, teaching them above all to be poor both outwardly and inwardly, and to trust the all-good God to provide what they needed instead of worrying about how they would feed themselves.

That mountain was another Paradise, where those blessed monks praised the Lord without ceasing. Seeing their humility and good intentions, God moved wealthy people to send them everything they needed. By then, Saint Meletios had become widely known, not only among ordinary people but also to the God-fearing emperor of that time, Alexios.

When the emperor heard of the Saint’s great virtues, he sent him ten thousand gold coins as a gift and begged him to accept them. He also told him to ask whenever he needed anything for building work or to feed the brothers, and he would send whatever was needed.

The Saint thanked the emperor for his kind intention. He returned the gold coins, keeping only 422.

He told Alexios that this was all they needed and asked him to send the same amount each year, so they would not keep the money and store up treasure in the desert. Alexios obeyed like a good Christian. Each year he sent not only the gold but whatever else they needed. The holy man, in turn, often prayed to the heavenly King to grant Alexios victory in war. Many times, through the holy man’s prayers, Alexios was saved from danger.

At one time Emperor Alexios sent a fleet to fight in Crete, which had been seized and was being ruled tyrannically by a man named Karikes. The fleet’s commander was a devout nobleman named John. He brought the ships to Euripos, then traveled overland to the great Meletios to receive his blessing for the voyage.

The Saint advised him: “Do not take the fleet to Crete, for you will suffer losses. Instead, send Karikes a peaceful letter proposing that you come to terms. If he agrees, all will be well. If he does not, the God of peace will remove him, and Crete will come under your control.”

“Stay with your fleet at Euripos until the answer comes.” John was devout and sensible, so he followed the Saint’s advice. Before long, word came that Karikes had died.

John then sailed to Crete with his fleet and took control of it without a battle. On another occasion, Bryennios, the governor of Thebes, wanted to see the Saint and receive his blessing. He decided to take along a relative named Vatatzes. “Come with me, my friend,” he told him. “You will meet a man unlike anyone you have ever seen, and his counsel will do you much good.”

My friends, the saint answered him gently: “My child, you already know what I wanted to tell you. You need no counsel from me.” Both men were amazed to see his gift of foresight. Another time, a monk came from a distant land to see him. As the monk entered the door of his cell, the saint knew his hidden deeds—what a wonder! He said to him, “My child, why have you renounced the world and become a monk, only to dishonor the angelic habit of monastic life and return to bodily relations?”

“Why have you resumed relations with your wife? And why do you use the wealth the Lord has sent you to spend on clothes and passing things? Go quickly and give your possessions to the poor, so that you may inherit the eternal blessings that cannot perish. Do not lie with your wife again. Live with self-control and purity; be humble and poor; and keep the vow you made when you were ordained, if you love your salvation.”

Repent with all your soul, lest you die suddenly and be justly condemned to eternal punishment. When the monk heard this, he was astonished by the saint’s gift of foresight and remained speechless for a long time. Another time, the saint sent some monks to buy wine from a village. The man who sold them the wine was devout and kindhearted, but his wife was immodest. When she saw one of the monks, a handsome young man, she desired him and began to harass him.

Those shameless people pressed him hard to commit adultery, but he refused to defile his holy monastic habit. So they were left ashamed and had gained nothing. Let us tell of two or three more of the many wonders he performed, and then bring our account to a close.

Another nobleman named John came from the Peloponnese during Cheesefare Week, hoping to receive some important counsel from the Saint. Meletios told him, “Keep death in mind and make the necessary preparations, for in a few days your end will come.” When John heard this, he was saddened, as any man would be. But knowing that the Saint was never wrong, he prepared himself and died in the first week of Lent. It was Cheesefare Week, and there was no food to be found.

The monks were upset and complained against the Saint. He first rebuked them for their greed, saying, “Brothers, why do you have so little faith? Wait until mealtime, and you will see God’s mercy. He knows your needs and cares for you.”

There was a faithful servant whom Constantine loved as himself. He had a terrible, incurable illness. No doctor could save him, and everyone expected him to die. Constantine was distressed and said to the sick man, “Would you like me to take you to the great Meletios, who has performed so many miracles, so that he may heal you? He is a most holy man.” But the sick man was unwilling.

The sick man also spoke against the Saint: “I have appealed to many great saints, and none has helped me. How can this man, who eats and drinks so much, help me?” The next day, the governor brought the sick man to the Saint.

The governor fell at his feet, weeping and begging him to heal the sick man. But the Saint said that he himself had no power to work such a miracle, and that the man, because of his great unbelief, was not worthy to be healed.

In the end, the sick man confessed his sin and asked forgiveness. The Saint counseled him and healed both his body and his soul. Brothers, you have now heard of the extraordinary miracles and the great gift of discernment with which almighty God adorned Saint Meletios.

But do you think we have written of all his great miracles? Certainly not. From that boundless sea, we have offered you only a cupful. As the stars in heaven are countless, so too are the miracles of Saint Meletios.

Όλοι οι βίοι