Theophonia the divine voice
Βίοι των Αγίων

Ο βίος του Αγίου Παταπίου

Ο Πατάπιος γεννήθηκε στη Θήβα της Αιγύπτου το 380 και στράφηκε στην άσκηση μέσα από τα παραδείγματα του Αγίου Αθανασίου και του Μεγάλου Αντωνίου. Νέος αναζήτησε τη συμβουλή ερημιτών και, σύμφωνα με την αφήγηση, θεράπευσε με προσευχή τον έμπορο Αμούν και την καμήλα του.

Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο

Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα: Ο βίος του Αγίου Παταπίου
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown author · Public domain

Διαβάστε τον βίο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.

Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 19 παράγραφοι

Ο Όσιος Πατάπιος γεννήθηκε από γονείς χριστιανούς εις τας Θήβας της Αιγύπτου το 380. Ο πατέρας του ήταν ιατρός και φιλόσοφος και άρχοντας της περιοχής, ήταν απόγονος μιας των μεγαλυτέρων οικογενειών της χώρας εκείνης.

Η αρχική αρχική αρχική, τόσο και επρόκοβε στην αρετή, γινόταν φιλοσοφικότερος και κατανοούσε το άστατο των εγκοσμίων πραγμάτων. Οι αγώνες του Αγίου Αθανασίου και του Μεγάλου Αντωνίου του γέμισαν την ψυχή με σεβασμό και κατάνυξη και ήθελε να τους μιμηθεί.

Γι' αυτό έβγαινε από την πόλη, πήγαινε στους πολυπληθείς αναχωρητάς της ερήμου και συζητούσε με αυτούς τα πνευματικά και ψυχοφελή ζητήματα. Ο νέος Πατάπιος δεν γύρισε στο πατρικό του σπίτι. Οι γονείς του ανησύχησαν. Με λυχνάρια έψαχναν όλη τη νύχτα να τον βρουν. Τον βρήκαν επιτέλους τις πρωινές ώρες στη ρίζα ενός βράχου.

Ο νεαρός Πατάπιος τον εσυντρόφεψε και τον περιποιόταν. Στο τέλος, με την προσευχή του, εθεράπεψε και έσωσε τον Αμούν και την καμήλα του. Ο πραγματευτής Αμούν διηγότανε κατόπιν ότι τη νύχτα εκείνη αισθανόταν να τον περιλούζει ένα φως εκτυφλωτικό και ζεστό, καθώς και μια δύναμη να τον επαναφέρει στη σκηνή.

Τελείωσε τη σχολή και επέστρεψε, πήγε στη μονή των Ταβελιών, η τρομερή επιδημία της πανώλης. Ήταν αντιπροσωπεία και τον προσκαλούσαν. Χωρίς να τον γνωρίσει κανείς και με τα τριμμένα ράσα του αναχωρητού έμπαινε άφοβα στα σπίτια των ασθενών και τους εθεράπευε από την ασθένεια.

Τελείως από την πόλη, ζητούσαν όλοι να βρουν αυτόν το μοναστήριο της περιοχής εκείνης, Σεραπείων ονομαζόμενον. Οι μοναχοί τον έφεραν στον Όσιο Πατάπιο και τον παρακαλούσαν να τον κάνει καλά. Ο Άγιος γονάτισε μαζί με τους μοναχούς και παρακαλέσανε τον Παντοδύναμο Χριστό να τον θεραπεύσει.

Κατόπιν, ο Άγιος έβαλε το χέρι του επάνω στον βαριά άρρωστον Σεραπείωνα και, ω του θαύματος, ο Ηγούμενος θεραπεύθηκε αμέσως. Τα θαύματα του Αγίου, όσο και αν κρυβόταν, τα μάθαιναν από τον Κιφτ, παράλληλο επγεννητής.

Το φόρτωσε μια μέρα σε ένα ζώο και το μετέφερε με την κόρη της στον Άγιο Πατάπιο να το θεραπεύσει. Τότε ο Άγιος τους λυπήθηκε και γονάτισε κάτω και άρχισε να προσεύχεται να τον κάνει καλά ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.

Το θαύμα έγινε. Ο μικρός Κύφ διαδόθηκε σε πολλές πόλεις της Θηβαΐδας. Αυτό όμως ενοχλούσε τον Άγιο. Δεν ήθελε να γίνεται λόγος. Στο μεταξύ Πατριάρχης Αλεξανδρίας έγινε ο Άγιος Κύριλλος, που ήταν συμμαθητής του Παταπίου στο ειδωλολατρικό μαντείο της Κυράς στην Άνω Αίγυπτο.

Το μαντείο αυτό ήταν ένα πνευματιστικό κέντρο όπου ενεργούσε και ελατρεύετο ο Σατανάς. Ο Άγιος Κύριλλος, για να εξαλείψει την εστία αυτή του Σατανά, απεφάσισε να μεταφέρει εκεί τα Άγια Λείψανα των Αγίων Αναργύρων, Κύρου και Ιωάννου, καθώς και των Παρθενομαρτύρων Θεοκτήστης, Θεοδότης, Ανδρίας και τον Όσιο Πατάπιο,

Ο Πατάπιος όμως, ακούστηκε μια φωνή από τη θέση της Ανιάλη και είδαν τον καλόγερο Πατάπιο να κρατεί το πηδάλιο. Η τρικυμία σταμάτησε, το πλοίο εξακολούθησε. Ο κυβερνήτης του πλοίου ήταν ειδωλολάτρης. Τώρα όμως που είδε τα θαύματα αυτά, ζήτησε από τον Άγιο να τον βαπτίσει. Μια μέρα όμως, ο κυβερνήτης του πλοίου είπε στον Όσιο: «Θα περάσουμε, πάτερ, από την τέχνη του πλοίου.»

Από την πατρίδα μου την Κόρινθο, ο Όσιος Πατάπιος βρέθηκε κατά θείαν οικονομία στην Κόρινθο, την Αγία Γραφή. Υπήρχε μια συνοδεία μοναχών. Ο Άγιος σταμάτησε το ταξίδι του για την Κωνσταντινούπολη και ανέλαβε να τους διδάξει κατά το πρότυπο των Αιγυπτιακών Μοναστηρίων την άσκηση και την προσευχή.

Ο Όσιος ανέβηκε στα Γεράνεια όρη. Εκεί βρήκε ένα σπήλαιο. Μέσα σε αυτό εγκαταστάθηκε ο Όσιος. Επίσης, εγκαταστάθηκαν εκεί κοντά και οι επτά συνασκητές και μαθητές του. Έκτισαν μέσα στο σπήλαιο και ένα ναΰδριο. Εκεί ελάτρευαν τον Θεό και εδιδάσκοντο από τον Όσιο.

Ήταν στο καλύβι του ασθενής. Ο Αρσένιος ήταν αμφιόσιος, έτρεξε αμέσως στην καλύβα του ασθενούς και εκεί προσευχήθηκε πολλή ώρα με τους αδελφούς. Το θαύμα έγινε. Ο Αρσένιος θεραπεύτηκε. Ένα βράδυ, την ώρα που μιλούσε στους μαθητές του, τους είπε: «Θέλω, Πατέρες, μετά τον θάνατό μου, οπουδήποτε γης κι αν πεθάνω, να μεταφέρετε το λείψανό μου και να το ενταφιάσετε εδώ μέσα στον αγαπημένο μου σπήλαιο των Γερανίων».

Το 435 μ.Χ. ο Όσιος Πατάπιος ανεχώρησε από τη σκήτη των Γερανείων και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Στην Κωνσταντινούπολη, όταν έφτασε, επήγε στο μοναστήρι των Βλαχερνών ως άγνωστος. Διαγωγούσε τον εαυτό του και προσευχόταν πολύ, ζούσε σαν άσαρκος άγγελος. Για τούτο ο Θεός τον εδόξασε και του έδωσε τη δύναμη να κάνει θαύματα.

Και άλλα θαύματα επετέλεσε η χάρις του Αγίου Πνεύματος δια του Αγίου Παταπίου. Όμως προσευχόταν, παρέδωκε την Αγία Γραφή σε αυτό το ασκητήριο που είναι μέσα σε σπηλιά. Επί του τέμπλου εικονίζονται όρθιοι και ολόσωμοι ο Όσιος Πατήρ Νίκων ο Νέος, ο Όσιος Πατάπιος.

Ήταν υψηλός και θερμό το ιερό του Ναϊδρίου. Τότε οι εκπληκτοί ανακάλυψαν κρύπτη που σώζεται η Αγία Κάρα στον Άγιο Πατάπιο. Σώζεται επίσης αυτής και μια αρχαία εικόνα. Είναι τοιχογραφία στο τέμπλο του Ναϊδρίου της Μονής του Αγίου Παταπίου, που είναι στα Γεράνια Όρη επάνω από το Λουτράκι της Κορινθίας.

Το ναΐδριον αυτό είναι μέσα στη σπηλιά, όπου υπάρχει αγιογραφία που παριστάνει την Αγία Υπομονή όρθια και ολόσωμη. Ο αγιογράφος που τη ζωγράφισε γύρω στο 1500 μετά Χριστό είναι αξιόλογος. Τότε ήταν η τουρκική σκλαβιά και δεν μπορούσαν να μάθουν πολλά γράμματα.

Τούτο φαίνεται από τις ανορθογραφίες που έχει η επιγραφή. Πάντως παρουσιάζεται ευγενικό και επιβλητικό το πρόσωπο της Αγίας Υπομονής.

Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 19 παράγραφοι

Saint Patapios was born to Christian parents in Thebes, Egypt, in the year 380. His father was a physician, a philosopher, and a leading figure in the region. He came from one of the country’s most prominent families.

As Patapios grew in virtue, he became more thoughtful and came to understand how fleeting worldly things are. The struggles of Saint Athanasius and Anthony the Great filled his soul with reverence and katanyxis, a deep sense of compunction. He wanted to follow their example.

So he would leave the city and visit the many hermits in the desert, speaking with them about spiritual matters that would benefit the soul. One day, the young Patapios did not return to his parents’ home. They grew worried and searched for him with lamps all night. At last, in the early morning, they found him at the foot of a rock.

Young Patapios stayed with him and cared for him. In the end, through his prayer, he healed and saved Amoun and his camel. Amoun, the merchant, later said that during that night he felt a dazzling, warm light wash over him, and a power bringing him back to the tent.

He finished his studies and returned, then went to the monastery of Tavelia. A terrible plague had broken out, and a delegation came to invite him. Unrecognized, and wearing the worn cassock of a hermit, he entered the homes of the sick without fear and healed them of their illness.

People throughout the city wanted to find him. The abbot of a monastery in that region, named Serapion, was gravely ill. The monks brought him to Saint Patapios and begged him to make him well. The saint knelt with them, and together they asked Almighty Christ to heal him.

Then the saint placed his hand on the gravely ill Serapion and, wonder of wonders, the abbot was healed at once. Although the saint tried to keep out of sight, word of his miracles spread.

One day, she loaded the sick person onto an animal and brought him, together with her daughter, to Saint Patapios for healing. The saint took pity on them. He knelt down and began to pray that our Lord Jesus Christ would make him well.

The miracle happened, and word of it spread through many towns of the Thebaid. This troubled the saint. He did not want people talking about him. Meanwhile, Saint Cyril became Patriarch of Alexandria. He had been a fellow student of Patapios at the pagan oracle of Kyra in Upper Egypt.

That oracle was a center of spiritism where Satan was at work and was worshipped. To put an end to this stronghold of Satan, Saint Cyril decided to bring there the holy relics of Saints Cyrus and John, the holy unmercenary healers, and of the virgin martyrs Theoktiste, Theodote, and Andria. He also decided to bring there the relics of Saint Patapios.

A voice was heard from the rudder, and the others turned and saw the monk Patapios holding it. The storm ceased, and the ship continued on its way. The captain was a pagan, but after seeing these miracles, he asked the Saint to baptize him. One day, the captain said to the venerable Patapios, “Father, we will pass by my homeland, Corinth.”

Through God’s providence, Saint Patapios came to Corinth. There was a community of monks there. The saint interrupted his journey to Constantinople and undertook to teach them ascetic discipline and prayer, following the example of the Egyptian monasteries.

The saint climbed into the Geraneia Mountains and found a cave, where he settled. His seven fellow ascetics and disciples also settled nearby. They built a small chapel inside the cave. There they worshipped God and received the saint’s teaching.

Arsenios was ill in his hut. Patapios went there at once and prayed for a long time with the brothers. The miracle happened, and Arsenios was healed. One evening, as Patapios spoke to his disciples, he told them: “Fathers, after my death, wherever on earth I may die, I want you to bring my remains back and bury them here, in my beloved cave in the Geraneia Mountains.”

In AD 435, Saint Patapios left the skete in the Geraneia Mountains and went to Constantinople. When he arrived, he went to the Blachernae Monastery as a stranger. He lived humbly and prayed much, like an angel without a body. For this, God glorified him and gave him the power to work miracles.

The grace of the Holy Spirit worked other miracles through Saint Patapios. But he prayed and entrusted Holy Scripture to this hermitage within the cave. On the icon screen, Saint Nikon the Younger and Saint Patapios are depicted standing, full-length.

An ancient image survives as a fresco on the icon screen of the small chapel at the Monastery of Saint Patapios, in the Geraneia Mountains above Loutraki in the Corinthia region.

This little chapel is inside the cave. There is a fresco there showing Saint Hypomone standing, painted full-length. The iconographer who painted her around AD 1500 was quite skilled. Those were the years of Turkish captivity, when people had little opportunity for schooling.

You can see this in the spelling mistakes in the inscription. Even so, Saint Hypomone’s face appears noble and commanding.

Όλοι οι βίοι