Theophonia the divine voice
Βίοι των Αγίων

Ο Άγιος Πολύκαρπος

Η αφήγηση περιγράφει τη γέννηση του Πολυκάρπου στην Έφεσο, το μαρτύριο των γονέων του και την ανατροφή του από μια εύπορη θετή μητέρα. Αναφέρει τη γενναιοδωρία του σε καιρό πείνας και τη θαυμαστή αναπλήρωση μιας αποθήκης, μετά την οποία ονομάστηκε Πολύκαρπος.

Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο

Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα: Ο Άγιος Πολύκαρπος
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown iconographer · Public domain

Διαβάστε τον βίο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.

Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 40 παράγραφοι

Ο Άγιος Πολύκαρπος Ο Άγιος Πολύκαρπος είναι ένας από τους μεγαλύτερους αποστολικούς πατέρες. Ο Πολύκαρπος γεννήθηκε στην Έφεσο το 62 περίπου μετά Χριστόν από ευσεβείς και πιστούς γονείς. Η μητέρα του ονομαζόταν Θεοδώρα και ο πατέρας του Παγκράτιος.

Οι γονείς του εφυλακίστησαν με εντολή του Ρωμαίου Διοικητού της Εφέσου, Μαρκίωνος, διότι δεν αρνήθηκαν τον Χριστό κατά τις εντολές του Ρωμαίου Διοικητού. Ο Πολύκαρπος γεννήθηκε μέσα στη φυλακή και μάλιστα την προηγούμενη ημέρα του μαρτυρίου των γονέων του.

Ήταν μια γυναίκα πλούσια η οποία παρέλαβε το παιδί και το μεγάλωσε σαν να ήταν δικό της. Του έδωσε μάλιστα το όνομα Παγκράτιος που είχε ο πατέρας του που μαρτύρησε. Η θετή μητέρα του, όταν έγινε έφηβος, του έδωσε όλη τη διαχείριση του σπιτιού, αλλά δεν τον ενδιέφεραν.

Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν η αγάπη του στον Θεό και την ελεημοσύνη. Λέγεται κάποτε που συνέπεσε σιτοδεία και ο λαός πεινούσε, ο ψυχόπονος Παγκράτιος άνοιξε την αποθήκη τους και μοίρασε στους φτωχούς τα τρόφιμα.

Όταν όμως πήγε στην αποθήκη η οικοδέσποινα και την είδε αδειανή, έγινε έξω φρενών. Επήγε τότε κατευθείαν στο σπίτι με αγριότητα και φώναξε στον Παγκράτιο διότι της άδειασε την αποθήκη. Ο Παγκράτιος την άκουγε απαθής σαν να μην συνέβαινε τίποτε. «Δεν θα είδες καλά», της είπε.

«Πάμε να δούμε πράγματι», για να βεβαιωθεί δήθεν και αυτός, αλλά όταν ανοίξανε την αποθήκη... «Σήμερα δεν θα σε λέμε πια Παγκράτιο, αλλά Πολύκαρπο, διότι έχεις πολύ καρπό στην αποθήκη». Ο Πολύκαρπος, όταν ήταν 20 περίπου χρονών, είχε την ευτυχία να γνωριστεί με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη.

Έγινε, όπως λέγει ο ιστορικός Ευσέβιος, ο ακουστής Ιωάννου του Αποστόλου. Τότε άκουσε για πρώτη φορά πως ο Ιωάννης ο Θεολόγος εκήρυττε το Ευαγγέλιο σε άλλα μέρη της Ασίας. Τόσο μάλιστα μαγεύτηκε από την διδασκαλία του Χριστού, ώστε έγινε πιστός οπαδός του Ιωάννου.

Πηγαίνανε μαζί με τον Απόστολο από τόπο σε τόπο και από πόλη σε πόλη. Όταν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εξορίστηκε από τον Αυτοκράτορα Δομητιανό στο νησί της Πάτμου, ο Πολύκαρπος έμεινε κοντά στον Επίσκοπο Σμύρνης Βουκόλου, τον βοηθούσε εις το έργο του Θεού που έκαμνε εκείνος.

Ο Άγιος Βουκόλος εξετίμησε τις αρετές του και τον χειροτόνησε ιερέα. Του ανέθεσε δε το έργο του ορφανοτρόφου. Ήταν πολύ ταπεινός, εις τας συνάξεις των ιερέων καθόταν τελευταίος. Τους θεωρούσε όλους καλύτερούς του.

Μετά ο Πολύκαρπος χειροτονήθηκε Επίσκοπος Σμύρνης υπό τον Απόστολο. Ο Θεολόγος μάλιστα Ιωάννης προφήτεψε στην Αποκάλυψή του για τον Άγιο Πολύκαρπο τα εξής: Και τω αγγελω της εν Σμυρνη εκκλησιας γραψον· ταδε λεγει ο πρωτος και ο εσχατος, ος εγενετο νεκρος και εζησεν· και την βλασφημίαν εκ των λεγόντων Ιουδαίους.

Μηδεν φοβου α μελλεις παθειν. Ιδου δη μελλει βαλειν ο διαβολος εξ υμων εις φυλακην ινα πειρασθητε, και εξετε θλιψιν ημερας δεκα. Γινου πιστος αχρι θανατου, και δωσω σοι τον στεφανον της ζωης. Ο εχων ους ακουσατω τι το πνευμα λεγει ταις εκκλησιαις. Ο νικων ου μη αδικηθη εκ του θανατου του δευτερου. Της εκκλησίας της Σμύρνης, γράφει, λέγει στον Ιωάννη ο Χριστός.

Αυτά τα λέγει ο πρώτος και έσχατος που έγινε νεκρός και έζησε πάλι, δηλαδή εγώ ο Χριστός που σταυρώθηκα και αναστήθηκα πάλι. Αυτά δε τα οποία προφήτεψε έγιναν κατά πάντα στον επίσκοπο Σμύρνης Πολύκαρπο.

Διότι του λέγει: «Οίδά σου τα έργα». Πράγματι, ο Πολύκαρπος είχε έργα. Εις αυτά τα έργα τον ωθούσε η αγάπη του προς τον Χριστόν και τον πλησίον. Αν και ζούσε σε βρώμικο και ειδωλολατρικό περιβάλλον, αυτός κρατήθηκε αγνότατος και ηθικότατος. Δεν λογάριαζε ο Πολύκαρπος κινδύνους και κόπους προκειμένου να εκτελέσει τα καθήκοντά του.

Άλλη αρετή είχε την αφοσίωση στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Ανεδείχθη διδάσκαλος της Ασίας και φρουρός της Ορθοδοξίας. Εργαζότανε ακούραστα για να τραβήξει και τους άλλους ειδωλολάτρες στην πίστη του Χριστού.

Την πίστη μας την υπερασπιζόταν εναντίον των εθνικών φιλοσόφων που την κατηγορούσαν. Μαχότανε εναντίον των αιρετικών και των Ιουδαίων που νοθεύανε το Ευαγγέλιο με τις πλάνες και τις αιρέσεις τους. Στην εποχή του Πάπας στη Ρώμη ήταν ο Ανίκητος. Η Εκκλησία του Χριστού ήταν ενωμένη, αλλά οι Πάπες δυστυχώς δεν πηγαίνανε από τότε στον ίδιο δρόμο.

Αυτοί γιορτάζανε το Πάσχα διαφορετικά από τους άλλους Χριστιανούς της Ανατολής. Ο Άγιος Πολύκαρπος λοιπόν, παρόλα τα γεράματά του, ανέλαβε το δύσκολο και επικίνδυνο για την εποχή εκείνη ταξίδι να μεταβεί στη Ρώμη.

Ατυχώς δεν κατόρθωσε να του γυρίσει το μυαλό του Πάπα στο ζήτημα αυτό. Πάρα πολλά είναι τα θαύματα που έκαμε ο Άγιος Πολύκαρπος. Αναφέρουμε ενδεικτικώς δύο. Κάποτε στη Σμύρνη άναψε μια μεγάλη και φοβερή πυρκαγιά. Εξαπλώθη στην πόλη και έξω στους αγρούς ακόμη.

Εκαίγοντο αμπέλια, χωράφια, δένδρα. Οι ειδωλολάτρες παρακαλούσαν τους θεούς τους να σταματήσει το κακό. Αλλά τα κωφά και αναίσθητα είδωλα. Οι Χριστιανοί όμως πήγανε στον Άγιο και τον παρακαλέσανε να προσευχηθεί στον Χριστό για να σταματήσει το κακό.

Πράγματι, ο Άγιος λυπήθηκε τον κόσμο και έκαμε δέηση στον Θεό. Κατόπιν ήλεγξε τους ειδωλολάτρες και τους είπε ότι το κακό προέρχεται από την ασέβειάν τους, που δεν πιστεύουν εις τον αληθινόν Θεόν. Μετά από αυτά στράφηκε προς την πυρκαγιά και είπε: «Εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον οποίον εγώ ο ανάξιος προσκυνώ και λατρεύω, σε διατάσσω να σταματήσεις αμέσως και να σβήσεις εντελώς».

Ω του θαύματος, η φοβερή εκείνη η φωτιά έσβησε αμέσως τελείως. Τότε εθαύμασαν οι παριστάμενοι και φωνάζανε μεγαλόφωνα: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών». Ένας όμως ειδωλολάτρης, ο Πετρόνιος ονόματι, που ήταν μεγάλος κατά κόσμον, τον έβαλε ο διάβολος και έλεγε λόγια απρεπή και βλάσφημα εναντίον της πίστεως και του Αγίου Πολυκάρπου.

Αμέσως όμως ο δυστυχής δαιμονίστηκε, έπεσε χάμο, κυλιότανε και άφριζε. Οι Χριστιανοί τον λυπηθήκανε και παρακαλέσανε τον Άγιο να τον θεραπεύσει. Ο Άγιος τον σπλαχνίστηκε, επετίμησε το πονηρό και ακάθαρτον πνεύμα και το έδιωξε από τον Πετρώνιο.

Ο Πετρόνιος, που είδε πόση δύναμη έχουν οι υπηρέτες του Χριστού, πίστεψε στον Χριστό και βαπτίστηκε αυτός με όλη την οικογένειά του. Τέσσερα χρόνια μετά την πυρκαγιά ήλθε μεγάλη ανομβρία σε όλη την περιοχή της Σμύρνης. Ξεράθηκαν τα πάντα. Οι άνθρωποι βρισκόταν σε μεγάλη στεναχώρια.

Και, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ, έβρεξε τόση βροχή που χόρτασε η γης. Επειδή όμως έβρεχε ακατάπαυστα, πάλι προσευχήθηκε ο Άγιος και σταμάτησε. Από αυτά τα δύο θαύματα καταλαβαίνει κανείς την αγιότητα και την παρρησία που είχε ο Άγιος Πολύκαρπος.

Στην Αποκάλυψη γράφει, Ιδάσου την θλίψην, αλλά μη φοβού, α με εις παθήν, Ιδού δι μέλη βαλίν ο διάβολος εξ ημών, εις φυλακήν, ή να πειραστείτε. Πραγματοποιήθηκε και αυτό, είπα ακριβώς εις αυτό, οι αιρετικοί και οι ειδωλολάτρες, και προπαντός οι Ιουδαίοι που ήσαν πραγματικά συναγωγή του σατανά, όπως τους λέγει η Αποκάλυψη, με διάφορες συκοφαντίες ξεσήκωσαν τον όχλο και ζήτησαν από τον άρχοντα διωγμόν εναντίον των χριστιανών.

Ήταν οι μακάριοι πολλά μαρτύρια. Τότε η μανία τους στράφηκε εναντίον του Πολυκάρπου, που ήταν ο διδάσκαλός τους και ο επίσκοπός τους. Θέλανε να τον πιάσουνε, να τον βασανίσουνε και να τον σκοτώσουν. Στην αρχή ο Πολύκαρπος ήθελε να μην λάβει κανένα προφυλακτικό μέτρο, αλλά να αφεθεί στα χέρια του Θεού.

Γι' αυτό, όταν τ' άκουσε ότι τον ζητούσανε, δεν ταράχθηκε καθόλου, αλλά οι χριστιανοί όμως επέμειναν και τον παρακαλούσανε με δάκρυα να κρυφθεί. Συγκινημένος τότε ο βαθύγηρος επίσκοπος συγκατατέθηκε και πήγε κοντά στη Σμύρνη σε ένα αγρόκτημα.

Τις ημέρες προτού τον πιάσουνε, την ώρα ακριβώς που προσευχόταν, ήρθε σε οπτασία. Είδε το προσκέφαλό του να κατακαίεται από τη φωτιά. Τότε γύρισε προς εκείνους που ήσαν κοντά του και τους είπε: «Δει με ζώντα καήναι», πρέπει δηλαδή ζωντανός να καώ.

Επειδή όμως δεν τον βρήκανε, συλλάβανε δυο παιδιά. Το ένα από αυτά, όταν το βασάνιζαν, τους μαρτύρησε πού επήγε. Παίρνοντας εκείνοι τότε μαζί τους το παιδί, ήταν κατάκοιτος σε ένα δωμάτιο του υπερώου.

«Το θέλημα του Θεού γενέσθω», είπε, και κατάλαβαν τη σταθερότητά του, αλλά και την τόση πίστη. Διέταξε τότε ο Άγιος να τους βάλουν να φάνε και να πιούνε όσο θέλανε. Ζήτησε όμως από αυτούς μια χάρη: να τον αφήσουν να προσευχηθεί.

Στην προσευχή του μνημόνευσε όλους εκείνους με τους οποίους συνεργάστηκε. Μνημόνευσε ολόκληρη την εκκλησία, την απόπερά του. Στον δρόμο τον συνάντησε ο ειρήναρχος της Σμύρνης. Πιάσανε συζήτηση για τη σύλληψή του και ο ειρήναρχος του είπε: «Τι κακό είναι, Πολύκαρπε, αν πεις “Κύριε Καίσαρ” και αν θυσιάσεις στα είδωλα και έτσι να σωθείς;» Ο Πολύκαρπος του είπε: «Ποτέ δεν πρόκειται να κάνω αυτό». Θύμωσε τότε εκείνος.

Βρίσανε τον Άγιο, τον κατεβάσανε απ' το κάρο και με βία τον έσπρωξαν. Πέφτοντας ο Άγιος κάτω, έσπασε το πόδι του. Παρόλο όμως αυτό βάδιζε για το στάδιο με προθυμία σαν να μην συνέβη τίποτε. Την ώρα ακριβώς αυτή που έμπαινε ο Άγιος Πολύκαρπος στο στάδιο, ακούστηκε από τον Ουρανό μια φωνή που έλεγε: «Ίσχυε, Πολύκαρπε». Η φωνή αυτή, ποιος την είπε, δεν τον ακούσανε.

Την άκουσαν όμως όλοι οι χριστιανοί. Ο όχλος, όταν συνέλαβαν τον Άγιο Πολύκαρπο και τον είδαν να τον πηγαίνουν μπροστά στον Ανθύπατο, κάνανε μεγάλο θόρυβο και οχλοβοή. Ο Ανθύπατος τον ερώτησε: «Συ είσαι ο Πολύκαρπος;» «Μάλιστα, εγώ», του απάντησε ο Άγιος.

«Σεβάσου την ηλικία σου», του είπε ο Ανθύπατος, «και ορκήσου εις τον Κέσαρα». Ήταν ο Πολύκαρπος με σοβαρό πρόσωπο και γαλήνιο. «Ορκήσου στον Κέσαρα», του επέμεινε. «Εάν συ υπερηφανεύεσαι για τον Κέσαρα, που τον τρέμεις και στον οποίο θέλεις να ορκιστώ κι εγώ, όπως λες, και προσποιείσαι ότι δεν με ξέρεις ποιος είμαι, είμαι Χριστιανός και ο Χριστός δεν πτοείται από κανέναν».

Ο Ανθύπατος έστειλε τον κήρυκα στη μέση του σταδίου και φώναξε δυνατά τρεις φορές: Πολύ καρπέ, ομολόγησεν εαυτών Χριστών είναι. Επίσης, το είπε αυτό όλο εκείνο το μανιασμένο λεφούσι των Ιουδαίων και Εθνικών· φωνάζοντας, παρακαλούσαν τον Ασιάρχη Φίλιππο να απολύσει ένα λιοντάρι εναντίον του Πολύκαρπου.

Εκείνος είπε ότι δεν μπορεί, επειδή είναι χορτασμένα. Όταν ζητούσαν όλοι να καεί ζωντανός ο Πολύκαρπος, έπρεπε άλλωστε να εκπληρωθεί το όραμα που είδε όταν προσεύχετο και είπε προφητικά στους πιστούς: «Δει με ζώντα καήναι».

Όταν ετοιμάστηκε η φωτιά, τρέξανε τότε οι πιστοί και κοιτάζανε ο καθένας να πιάσει το σώμα του Αγίου προτού να καεί για ευλογία. Έφεραν τότε τα όργανα με τα οποία θα τον ακινητοποιούσαν. «Αφήστε με έτσι», τους είπε, «διότι εκείνος ο οποίος μου έδωσε τη δύναμη να υπομείνω τη φωτιά θα μου δώσει και τη δύναμη να μείνω επάνω στη φωτιά και χωρίς τη δική σας ασφάλεια από τα καρφιά».

Ήταν σαν ένα πρόβατο από μεγάλο κοπάδι που πήγαινε να προσφερθεί θυσία στο Θεό. Κοίταξε τότε στον ουρανό και είπε: «Κύριε, Θεός ο Παντοκράτορ, ο πατήρ του αγαπητού και ευλογητού παιδός σου Ιησού, σε ευλογώ διότι με αξίωσες της ημέρας και ώρας ταύτης για να συναριθμηθώ με τους μάρτυρας του Χριστού Σου, ώστε να αναστηθώ και εγώ εις ζωήν αιώνιον».

Μόλις τελείωσε την προσευχή του, άναψαν πιο πολύ τη φωτιά και έγινε μεγάλη φλόγα. Τότε συνέβη ένα θαύμα. Το είδαν το θαύμα αυτό εκείνοι στους οποίους επέτρεψε ο Θεός να το δουν. Οι φλόγες δηλαδή έκαμαν ένα είδος καμάρας επάνω από το σώμα του Αγίου.

Στη μέση ήταν ο Άγιος χωρίς να πάθει τίποτε. Όταν οι άνομοι είδανε πως το σώμα του Αγίου δεν απηνθρακώνετο, διέταξαν έναν δήμιο και έτρεξε από το γέρικο εκείνο κορμί τόσο πολύ αίμα, ώστε έσβησε τη μεγάλη εκείνη φωτιά.

Έτσι, επήλθε ο μαρτυρικός θάνατος και ο Άγιος, ο Άγιος Πολύκαρπος έλαβε τον στέφανο της ζωής, όπως το προείπεν ο Θεός στην Αποκάλυψη.

Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 40 παράγραφοι

Saint Polycarp. Saint Polycarp is one of the greatest Apostolic Fathers. He was born in Ephesus around AD 62 to devout, faithful parents. His mother was named Theodora, and his father, Pancratius.

His parents were imprisoned by order of Marcion, the Roman governor of Ephesus, because they refused to deny Christ. Polycarp was born in prison, the day before his parents were martyred.

A wealthy woman took the child in and raised him as her own. She gave him the name Pancratius, after his martyred father. When he became a young man, his adoptive mother put him in charge of the whole household, but its affairs did not interest him.

What mattered to him was his love for God and his care for the poor. It is said that once, when a famine struck and the people were hungry, the compassionate Pancratius opened their storehouse and gave its food to the poor.

But when the mistress of the house went to the storehouse and found it empty, she was furious. She rushed home and shouted at Pancratius for emptying it. He listened calmly, as though nothing had happened. “You must not have looked properly,” he told her.

“Come, let us see,” he said, as though he too wanted to check. But when they opened the storehouse, they found it full, just as it had been before. Then his adoptive mother said to him, “From today, we will no longer call you Pancratius, but Polycarp, because there is much fruit in the storehouse.” When Polycarp was about twenty years old, he had the blessing of meeting John the Evangelist.

As the historian Eusebius says, he became a hearer of John the Apostle. He first heard that John the Theologian was preaching the Gospel in other parts of Asia. He was so captivated by Christ’s teaching that he became a devoted follower of John.

He traveled with the Apostle from place to place and city to city. When John the Evangelist was exiled by Emperor Domitian to the island of Patmos, Polycarp stayed with Bucolus, the bishop of Smyrna, and helped him in his work for God.

Saint Bucolus recognized his virtues and ordained him a priest. He also entrusted him with the care of orphans. Polycarp was very humble: at gatherings of the priests, he sat in the last place. He considered them all better than himself.

Later, the Apostle ordained Polycarp bishop of Smyrna. John the Theologian even prophesied concerning Saint Polycarp in the Apocalypse, the Book of Revelation: “And to the angel of the Church in Smyrna write: These things says the First and the Last, who was dead and came to life... and the blasphemy of those who say they are Jews.”

“Do not fear what you are about to suffer. Behold, the devil is about to throw some of you into prison so that you may be tested, and you will have tribulation for ten days. Be faithful until death, and I will give you the crown of life. Let anyone who has ears hear what the Spirit says to the Churches. The one who overcomes shall not be harmed by the second death.” Christ says this to John about the Church in Smyrna.

These are the words of the First and the Last, who died and came to life again—that is, Christ himself, who was crucified and rose again. And everything he prophesied came to pass in Polycarp, the bishop of Smyrna.

For he says to him, “I know your works.” Polycarp truly had works to show. Love for Christ and for his neighbor moved him to do them. Though he lived amid an impure and idolatrous society, he remained pure and upright. Polycarp gave no thought to danger or hardship when carrying out his duties.

Another of his virtues was his devotion to preaching the Gospel. He became a teacher of Asia and a guardian of Orthodoxy. He worked tirelessly to draw the pagans to faith in Christ.

He defended our faith against the pagan philosophers who attacked it. He fought against the heretics and the Jews who distorted the Gospel with their errors and heresies. At that time, Anicetus was pope in Rome. Christ’s Church was united, but, sadly, even then the popes were not following the same path.

They celebrated Pascha differently from the other Christians of the East. So Saint Polycarp, despite his advanced age, undertook the difficult and dangerous journey to Rome.

Sadly, he could not change the pope’s mind on this question. Saint Polycarp performed many miracles. Let us mention just two. Once, a great and terrible fire broke out in Smyrna. It spread through the city and even into the fields beyond it.

Vineyards, fields, and trees were burning. The pagans begged their gods to stop the disaster, but their idols were deaf and unfeeling. The Christians went to the Saint and begged him to pray to Christ for the fire to stop.

The Saint felt compassion for the people and prayed to God. Then he rebuked the pagans, telling them that this disaster had come from their impiety, because they did not believe in the true God. After that, he turned toward the fire and said, “In the name of our Lord Jesus Christ, whom I, unworthy as I am, worship and adore, I command you to stop at once and go out completely.”

And what a miracle! That terrible fire went out at once. All those present marveled and cried aloud, “Great is the God of the Christians!” But a pagan named Petronius, a man of high worldly standing, was stirred up by the devil and began to speak shameful, blasphemous words against the faith and against Saint Polycarp.

But at once the unfortunate man became possessed by a demon. He fell to the ground, rolling about and foaming at the mouth. The Christians took pity on him and begged the Saint to heal him. Saint Polycarp had compassion on him, rebuked the evil and unclean spirit, and drove it out of Petronius.

When Petronius saw the power given to the servants of Christ, he believed in Christ and was baptized along with his whole family. Four years after the fire, a severe drought struck the entire region of Smyrna. Everything dried up, and the people were in great distress.

And, O Christ our King, how wondrous are Your works! So much rain fell that the earth was thoroughly watered. But when it kept raining without a break, the Saint prayed again, and the rain stopped. From these two miracles, we can see Saint Polycarp’s holiness and the boldness he had before God.

In the Apocalypse it says, ‘I know your tribulation. Do not fear what you are about to suffer. The devil is about to throw some of you into prison, so that you may be tested.’ And this, too, came to pass. As I said, heretics and pagans, and especially those Jews whom the Apocalypse calls ‘a synagogue of Satan,’ stirred up the crowd with slanders and demanded that the ruler persecute the Christians.

Those blessed Christians suffered many torments. Then the fury of their persecutors turned against Polycarp, their teacher and bishop. They wanted to seize him, torture him, and kill him. At first Polycarp wanted to take no precautions, but simply to leave himself in God’s hands.

So when he heard they were looking for him, he was not troubled at all. But the Christians insisted and begged him with tears to hide. Moved by their pleas, the elderly bishop agreed and went to a farm near Smyrna.

In the days before his arrest, while he was praying, he had a vision. He saw his pillow consumed by fire. Turning to those with him, he said, ‘I must be burned alive.’

When they could not find him, they arrested two young men. Under torture, one of them revealed where Polycarp had gone. They took the young man with them and found Polycarp lying in an upstairs room.

‘Let God’s will be done,’ he said. They saw how steadfast he was and how deep his faith ran. The Saint then ordered that they be given as much food and drink as they wanted. He asked just one favor: that they let him pray.

In his prayer he remembered everyone with whom he had worked. He remembered the whole Church. On the road, the peace officer of Smyrna met him. They spoke about his arrest, and the officer said, ‘Polycarp, what harm is there in saying “Caesar is Lord” and sacrificing to the idols, so that you can save yourself?’ Polycarp replied, ‘I will never do that.’ At this, the officer grew angry.

They insulted the Saint, pulled him down from the cart, and shoved him violently. He fell and broke his leg. Even so, he walked willingly toward the stadium as though nothing had happened. Just as Saint Polycarp entered the stadium, a voice from heaven was heard saying, ‘Be strong, Polycarp.’ They could not tell who had spoken.

But all the Christians heard the voice. When the crowd saw Saint Polycarp being brought before the proconsul, they raised a great uproar. The proconsul asked him, ‘Are you Polycarp?’ ‘Yes, I am,’ the Saint answered.

‘Have respect for your age,’ the proconsul told him, ‘and swear by Caesar.’ Polycarp stood before him with a grave, peaceful expression. ‘Swear by Caesar,’ the proconsul insisted. Polycarp answered, ‘You place your confidence in Caesar, whom you fear, and you want me to swear by him. Since you pretend not to know who I am, I will tell you plainly: I am a Christian, and Christ fears no one.’

The proconsul sent the herald into the middle of the stadium, where he cried out three times, ‘Polycarp has declared himself a Christian!’ Then the enraged crowd of Jews and pagans shouted for Philip, the Asiarch, to release a lion against Polycarp.

Philip said he could not, because the lions had already been fed. So the whole crowd demanded that Polycarp be burned alive. In this way, the vision he had seen while praying would be fulfilled, just as he had foretold to the faithful: ‘I must be burned alive.’

When the fire was ready, the faithful hurried forward, each hoping to touch the Saint’s body before it was burned and receive a blessing. Then the men brought the implements they would use to hold him in place. ‘Leave me as I am,’ he told them. ‘He who gives me strength to endure the fire will also give me strength to remain in it without being secured by your nails.’

He was like a sheep from a great flock, going to be offered as a sacrifice to God. He looked up to heaven and said, ‘Lord God Almighty, Father of Your beloved and blessed Son Jesus, I bless You because You have counted me worthy of this day and hour, to be numbered among the martyrs of Your Christ, so that I too may rise to eternal life.’

As soon as he finished his prayer, they stoked the fire, and a great flame rose up. Then a miracle took place, witnessed by those whom God granted the grace to see it: the flames formed a kind of arch over the Saint’s body.

The Saint stood in the middle, unharmed. When the lawless men saw that his body was not being consumed, they ordered an executioner to kill him. So much blood flowed from that elderly body that it put out the great fire.

Thus Saint Polycarp died a martyr’s death and received the crown of life, just as God had foretold in the Apocalypse.

Όλοι οι βίοι