Ο Μεγαλομάρτυς Παντελεήμων
Ο Παντελεήμων γεννήθηκε στη Νικομήδεια από χριστιανή μητέρα και ειδωλολάτρη πατέρα και σπούδασε ιατρική κοντά στον Ευφρόσυνο. Ο ιερέας Ερμόλαος του μίλησε για τον Χριστό. Αναζήτησε το βάπτισμα αφού προσευχήθηκε για ένα παιδί που είχε πεθάνει από δάγκωμα φιδιού.
Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή και στοιχεία εικόναςAnonymous Byzantine iconographer, Pushkin State Museum of Fine Arts source · CC BY-SA 3.0
Διαβάστε τον βίο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.
Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 46 παράγραφοι
Ο Μεγαλομάρτυς Παντελεήμων Ο Μεγαλομάρτυς Παντελεήμων ήκμασε κατά τους χρόνους της βασιλείας του Μαξιμιανού, κατήγετο από την πόλη Νικομήδεια και οι γονείς του ήταν ο ειδωλολάτρης Ευστόργιος και η χριστιανή και πολύ ευσεβής Ευβούλη.
Η μητέρα του φρόντισε λοιπόν να δώσει στον μικρόν Παντολέοντα, έτσι ήταν το όνομά του, πνευματική τροφή και παιδεία, όχι μόνο την παιδεία των κοινών αλλά και την ελληνική εκπαίδευση. Όταν ο μικρός μεγάλωσε, τον έστειλε ο πατέρας του στον γιατρό Ευφρόσυνο για να μάθει την ιατρική επιστήμη.
Με την ταπεινοφροσύνη που τον διέκρινε, την αρετή και την κοσμιότητα που έδειχνε, ο νεαρός έγινε σύντομα γνωστός σε όλη τη Νικομήδεια. Όταν μάλιστα αντιλήφθηκε ο τότε βασιλιάς πόσο χαρισματικός νέος ήταν, τόσο πολύ εχάρηκε που παρήγγειλε εις τον δάσκαλό του να τον κάνει τέλειον γιατρόν για να τον έχει στα ανάκτορα.
Τον καιρό εκείνο ευρίσκετο εις την Νικομήδεια κάποιος ιερεύς ονόματι Ερμόλαος, ο οποίος διά τον φόβον του βασιλέως ευρίσκετο με άλλους χριστιανούς κρυμμένος σε ένα σπίτι. Ο Ερμόλαος έβλεπε κάθε μέρα τον νέον να πηγαίνει στον γιατρό, τον δάσκαλό του, και θέλησε να δοκιμάσει να τον κάνει χριστιανό, αφού εκτίμησε πάρα πολύ το ήθος, την σεμνότητα και την αγαθή ψυχή του μάρτυρος.
Μίαν ημέρα λοιπόν τον κάλεσε στο σπίτι του και, αφού τον ρώτησε για την καταγωγή του και έμαθε περί της μητρός του και του έργου της, αντιλήφθηκε ότι μέσα εις τον νέον υπήρχε πρόσφορον έδαφος. Γι' αυτό και του εζήτησε να γίνει χριστιανός, αφού αυτό ήταν επιθυμία και του ιδίου αλλά και της μητέρας του, που δεν ήταν πλέον στη ζωή.
Η τέχνη του Ασκληπιού, του Γαληνού και των άλλων γιατρών εκείνης της εποχής, του είπε ο Ερμόλαος, μόνο μικράν βοήθειαν μπορεί να δώσει σε εκείνους που την σπουδάζουν.
Μόνο ο ένας και αληθινός Θεός, ο Ιησούς Χριστός, μπορεί να γιατρέψει κάθε ασθένεια χωρίς την βοήθεια κανενός βοτάνου.
Η Χάρις του Χριστού θεραπεύει ανίατα πάθη, λεπρούς, δαιμονισμένους, κάθε αναξιοπαθούντα και είναι άπειρα σαν την άμμο της θάλασσας για το όφελος των κληρονόμων της Βασιλείας των Ουρανών. Πράγματι ο νέος επισκεπτόταν συχνά τον ιερέα και πολύ ωφελείτο από τις διδαχές του. Κάποια δε ημέρα, ερχόμενος στον Ερμόλαο, συνάντησε στον δρόμο ένα μικρό παιδάκι που ήταν νεκρό από το δάγκωμα μιας έχιδνας, η οποία ήταν παραπλεύρως.
Τότε ο Παντολέων προσευχήθηκε εις τον Θεό και το θαύμα έγινε πάραυτα. Το παιδί ανεστήθη, το δε φίδι εφούσκωσε έως ότου εξεράγη.
Έτρεξε στον Ερμόλαο, του περιέγραψε με λεπτομέρειες το θαύμα και του ζήτησε να τον βαφτίσει χριστιανό, διά να λυτρωθεί από την πλάνη και το σκότος των ειδώλων. Ο Ερμόλαος με πολλή χαρά εβάπτισε τον Παντελεήμονα, διότι έβλεπε πόσο καλός και εκλεκτός ήταν ο νέος, και του εδίδαξε όλα τα μυστήρια της αληθινής πίστεως.
Επί επτά ημέρες παρέμεινε κοντά στον Ερμόλαο, ευφραινόμενος τα θαυμάσια λόγια του γέροντος. Την δε όγδοη ημέρα επέστρεψεν εις τον οίκον του πατρός του, προφασιζόμενος ιατρικόν κώλυμα εις τα ανάκτορα. Την επόμενη ημέρα επισκέφθηκε τον ιατρόν Ευφρόσυνον, εις τον οποίον επίσης επροφασίσθη οικογενειακό κώλυμα για να μην αποκαλυφθεί.
Ήταν όμως πολύ στεναχωρημένος, διότι ο πατέρας του ήταν ειδωλολάτρης και, για να μην τον στεναχωρήσει, σεβόταν μεν την ευλάβειά του, αλλά και με διάφορα ερωτήματά του άρχισε με τρόπο να ψυχραίνει αυτήν.
Έτυχε εκείνες τις ημέρες να επισκεφθεί τον Παντελεήμονα ένα παλικάρι τυφλό.
Και του είπε: «Άριστε ιατρέ, ποθώ το φως μου, το γλυκύτερο πράγμα για τους ανθρώπους, και σε παρακαλώ να λυπηθείς την συμφοράν μου και να με θεραπεύσεις, διότι όλη μου την περιουσία εδαπάνησα γι' αυτό και, αντί να θεραπευθώ, έχασα και το ελάχιστο φως που μου είχε απομείνει. Ό,τι δε από την περιουσία μου είχε απομείνει, με μεγάλη προθυμία θα σου το χαρίσω».
Ο δε Παντελεήμων, αφού άκουσε τον τυφλόν νέον, τον συμβούλευσε να έχει πίστη εις τον Θεόν και θα σωθεί, την δε περιουσίαν του να την διαμοιράσει εις τους πτωχούς. Ο Ευστόργιος, όταν άκουσε αυτά, προέτρεψε τον υιόν του να μην αναλάβει να θεραπεύσει τον τυφλόν, διότι είχε ακούσει ότι μάταια είχε προσπαθήσει και ο Ευφρόσυνος.
Ο Παντελεήμων του απάντησε ότι ουδείς άλλωστε ηδύνατο να θεραπεύσει τον τυφλόν, υπολογίζων πάντοτε εις την βοήθεια του Θεού. Γι' αυτό άπλωσε το δεξί του χέρι εις τους οφθαλμούς του ασθενούς, εσχημάτισεν το σημείο του Σταυρού και, επικαλούμενος την βοήθεια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, έκανε το θαύμα και οι οφθαλμοί άνοιξαν και ο ατυχής νέος αλλά και ο πατήρ του Παντελεήμωνος Επίστευσαν και μεγαλοφώνως εκήρυξαν τον Χριστόν Θεόν.
Ο δε Ευστόργιος, όταν επέστρεψεν εις την οικίαν του, συνέτριψεν όλα τα είδωλα. Με το πέρασμα δε λίγου καιρού, με καλή μετάνοια, πήγε εις τον Κύριον. Ο δε Παντελεήμων εμοίρασε όλη την περιουσία του πατέρα του εις τους πένητας, τους φτωχούς, δούλους, αδυνάτους και όποιον είχε ανάγκη την βοήθειά του.
Όσους εθεράπευε ζητούσε, αντί άλλης αμοιβής, να ομολογούν τον Χριστό αληθινό θεραπευτή των ψυχικών και σωματικών πόνων, και έτσι, εκτός της σωματικής υγείας, ελάμβανον και την σωτηρία της ψυχής. Οι άλλοι γιατροί της πόλεως ζήλεψαν τα θαυμάσια έργα του Παντελεήμωνος, ρώτησαν τον πρώην τυφλόν με ποιο τρόπο εθεραπεύθηκε και από τότε ζητούσαν ευκαιρία να διαβάλουν τον Παντελεήμονα εις τον Βασιλέα.
Του είπαν λοιπόν ότι ο Παντελεήμων, τον οποίον τόσο πολύ αγαπούσε ο Βασιλέας, εσπούδασεν για να τον έχει στα ανάκτορα.
Καθόλου δεν φοβάται την δύναμη της μεγάλης του εξουσίας, αλλά, αντιθέτως, τους εχθρούς των θεών επιμελείται και θεραπεύει και άλλους ανθρώπους κάνει χριστιανούς. Τις ιάσεις του Ασκληπιού ονομάζει ότι ο Χριστός τις αμφισβητεί, με κυριότερο παράδειγμα την θεραπεία του τυφλού.
Ο βασιλεύς, όταν ήκουσε αυτά, λυπήθηκε πολύ και πρόσταξε να παρουσιαστεί μπροστά του ο γιατρεμένος τυφλός και του είπε: Ποιος νομίζεις ότι σε έκαμε καλά; Πήρε τη σαφεστάτη απάντηση: Ο βασιλεύς το γνωρίζει και ένας τυφλός και αγράμματος, και άλλη απόδειξη δεν χρειάζεται, ότι ο Ιησούς Χριστός με θεράπευσε.
Ο Μαξιμιανός τότε θύμωσε και του είπε οργισμένος: «Μην είσαι τόσο ανόητος να αναφέρεις ότι ο Χριστός σε θεράπευσε, διότι είναι φανερόν ότι οι θεοί σε φώτισαν». Ο πρώην τυφλός, με παρρησίαν και μη συλλογιστείς οποιαδήποτε τιμωρία, απάντησε στον βασιλέα: «Εσύ είσαι ανόητος που λέγεις ότι οι θεοί σου με φώτισαν και όπως αυτοί έτσι κι εσύ δεν μπορείς να δεις την αλήθεια, την υπέρ τον ήλιον λάμπουσα».
Ο τύρανος τότε εβεβαιώθηκε για τα όσα του είπαν οι γιατροί και διέταξε να αποκεφαλίσουν τον πρώην τυφλό. Ο δε Παντελεήμων το τίμιο λείψανόν του το εναπόθεσε εις τον τάφο του πατρός του.
Κατόπιν ο βασιλεύς έστειλε μήνυμα εις τον Παντελεήμονα να πάει σε αυτόν. «Άκουσα, Παντολέων, απρεπείς λόγους για σένα, ότι βρίζεις και περιφρονείς τον Ασκληπιόν και τους άλλους θεούς, τον δε Χριστό πιστεύεις και λέγεις ότι Αυτός μόνον είναι ο Θεός και έχεις εις Αυτόν τας ελπίδας σου.
Γνωρίζεις πόσο σε αγαπώ και γι' αυτό σε κάλεσα εδώ για να προσφέρεις θυσία εις τους θεούς και να μάθουμε την αλήθεια». Ο δε Άγιος αποκρίθηκε: «Τα έργα είναι αξιοπιστότερα παρά τα λόγια, βασιλιά μου. Η ευσέβεια εις τον Θεόν είναι το υψηλότερο από όλα τα πράγματα. Ο Θεός, τον οποίον εγώ προσκυνώ, δημιούργησε τον ουρανό και την γη, την θάλασσα και όλο τον κόσμο.
Οι δε θεοί δεν γνωρίζω αν κάποτε έκαναν τέτοιο έργο ή εάν μπορούσαν να το κάνουν. Πρόσταξε λοιπόν να φέρουν κάποιον ασθενή που να έχει πάθος ανίατον κι ας έρθουν οι ιερείς σας να παρακαλέσουν τους θεούς να γιατρευτεί ο ασθενής.
Έπειτα θα προσευχηθώ και εγώ στον Θεό μου και αυτός που θα θεραπεύσει τον άρρωστον θα είναι ο αληθινός Θεός». Τα λόγια αυτά άρεσαν στον βασιλέα, ο οποίος διέταξε να φέρουν τον παράλυτον επί της κλίνης του, εφόσον αυτός ήταν αδύνατον να μετακινηθεί από μόνος του.
Οι ιερείς των ειδώλων άρχισαν να προσεύχονται στους θεούς τους, αλλά δεν άκουσαν τις προσευχές τους. Κατόπιν προσευχήθηκε ο Παντελεήμων και έβαλε το δεξί του χέρι πάνω στον παράλυτο. Αμέσως αυτός έγινε καλά και άρχισε να περπατά.
Οι παρευρισκόμενοι εθαύμασαν και απορούσαν, πολλοί δε από αυτούς επίστεψαν στον αληθινό Θεό. Οι ιερείς όμως και οι γιατροί, αισθανόμενοι τον κίνδυνον, είπαν στον βασιλέα ότι θα έπρεπε να θανατώσει τον Παντελεήμονα, διότι αυτός θα μπορούσε να αφανίσει εντελώς τη θρησκεία τους.
Ο βασιλεύς προσπάθησε να κάνει το θέλημά του και να δελεάσει τον Παντελεήμονα, αλλά βεβαίως τον νέο καθόλου δεν τον τρόμαζαν οι τιμωρίες και τα βασανιστήρια, τα οποία μάλιστα γρηγορότερα θα του πρόσφεραν την Βασιλεία των Ουρανών.
Ο βασιλιάς θύμωσε και διέταξε να τον βασανίσουν. Τον κρέμασαν λοιπόν πάνω σε ένα ξύλο και άρχισαν να τον κτυπούν. Κατόπιν, τον ξέσχιζαν με σιδερένια νύχια και με αναμμένες λαμπάδες κατέκαιαν τις πληγωμένες πλευρές του.
Ο νους όμως του μάρτυρα ήταν στραμμένος στον Θεό, στον οποίο προσευχόταν με την σκέψη νοερώς.
Και τότε επιτελέσθη το θαύμα. Εμφανίστηκε ο Κύριος με το σχήμα του Ερμολάου και του λέει: «Μη φοβάσαι, διότι εγώ είμαι κοντά σου και βοηθώ σε σε όσα πάθεις για μένα». Τα χέρια των βασανιστών παρέλυσαν, οι λαμπάδες σβήστηκαν και οι πληγές εθεραπεύθηκαν.
Ο βασιλεύς είπε δε στον Παντελεήμονα: «Με ποια τέχνη και μαντεία έκαμες όλα αυτά;» Εκείνος όμως του απάντησε: «Η τέχνη μου και η μαντεία μου είναι ο Χριστός και αυτός πράττει όλα αυτά τα θαύματα». Ο βασιλεύς εθύμωσε περισσότερο και διέταξε να γεμίσουν ένα λέβητα με μόλυβδο και να ανάψουν κάτωθεν μεγάλη φωτιά.
Αφού έβαλαν τον Άγιο μέσα στο λέβητα, εμφανίστηκε και πάλιν ο Χριστός με το σχήμα του Ερμολάου και αμέσως η φωτιά σβήστηκε και ο μόλυβδος πάγωσε. Αυτός όμως ο βασιλεύς, αφού πήρε και τη σύμφωνη γνώμη των παρευρισκόμενων, διέταξε να δέσουν λίθον βαρύ στο λαιμό του Αγίου και να τον ρίξουν στη θάλασσα.
Όμως ο Χριστός δεν άφησε τον μάρτυρα. Έκανε την πέτρα να πλέει στην επιφάνεια της θαλάσσης, ο δε μάρτυς επερπάτησε στην θάλασσα και βγήκε στην ακτή υγιής και αβλαβής. Ο βασιλεύς τότε θαύμασε και είπε στον Παντελεήμονα: «Τι είναι αυτό, ω Παντολέων; Εκυρίευσες με τις μαγείες σου και την θάλασσαν;» Και η απάντηση του νέου ήταν: «Το πρόσταγμα εκείνου που την ορίζει έγινε.
Όλα υποτάσσονται και υπακούν εις τον Θεόν και όχι σε μένα». Ο ασυνείδητος βασιλιάς ζήτησε τότε να του φέρουν τα πιο άγρια θηρία και όταν έκαναν το θέλημά του στράφηκε προς τον μάρτυρα λέγοντας: «Σε συμβουλεύω ως πατέρας να προτιμήσεις ως φρόνιμος το συμφέρον σου και να μην πεθάνεις πρόωρα, στερούμενος την γλυκύτατη ζωή».
Ο Παντελεήμων, αντί να φοβηθεί και έχοντας δει όραμα την προηγούμενη νύχτα ότι ο Χριστός τον ενθάρρυνε, προχώρησε προς τα θηρία, ενώ ο συγκεντρωθείς κόσμος λυπόταν τον νέο για τον οικτρό θάνατον που τον περίμενε.
Ο Κύριος όμως, που αλλάζει τα πάντα και γίνεται το θέλημά του, έκανε τα θηρία πιο ήμερα και αγαθά και αυτά, αντί να καταξεσχίσουν τον Άγιο, έσερναν τις ουρές τους και φύλαγαν τα πόδια του νέου σαν να ήθελαν να προσκυνήσουν τον μάρτυρα.
Όσοι ήταν παρευρισκόμενοι και συγκεντρωμένοι είδαν το θαύμα, επίστεψαν και φώναξαν: «Μεγάλος και αψευδής ο Θεός των Χριστιανών». Επί πολλές ημέρες όμως, κανένα θηρίο ή σαρκοφάγο πτηνό δεν τόλμησε να αγγίξει τα πτώματά τους.
Αυτό το έκανε ο Θεός για την τιμή του Αγίου, αλλά και να παρακινήσει και άλλους προς την ευσέβεια. Ο βασιλεύς, όταν έμαθε ότι ο Παντελεήμων είχε μυηθεί στον χριστιανισμό από τον Ερμόλαο, διέταξε να τον οδηγήσουν και αυτόν μπροστά του και κατόπιν ζήτησε τον αποκεφαλισμό του.
Το δε λείψανόν του πήραν κρυφά οι χριστιανοί και το έθαψαν με τιμές και με ευλάβεια. Μετά από αυτά έφεραν και τον Παντελεήμονα μπροστά στον Μαξιμιανό, ο οποίος έδωσε εντολή να τον αποκεφαλήσουν και να κάψουν το λείψανό του.
Οι στρατιώτες οδήγησαν τον νέον στον τόπο του μαρτυρίου και έδεσαν αυτόν σε μια ελιά. Όταν όμως ο δήμιος σήκωσε το σπαθί για να τον αποκεφαλίσει, η κόψη του ξίφους ελύγισε σαν να ήταν από κερί. Οι στρατιώτες τότε ετρόμαξαν και έπεσαν υμνούντες τον Θεό.
Ο δε Άγιος προσευχήθηκε γι' αυτούς, ενώ από τον ουρανό ακούστηκε φωνή λέγουσα: Από εδώ και στο εξής θα λέγεσαι Παντελεήμων, και τα πράγματα θέλουν να βεβαιώσουν το όνομά σου, ότι πολλοί από εσένα θα βρουν ευσπλαγνία και έλεος.
Ακούγοντας αυτά ο Άγιος εθάρρυνε τους στρατιώτες να μην δειλιάσουν, αλλά να πράξουν το προσταζόμενο για να λάβει το της αθλήσεως στεφάνι. Οι στρατιώτες, αν και δεν το επιθυμούσαν, υπάκουσαν και αφού ασπάστηκαν τον Άγιο, έκοψαν την τιμία αυτού κεφαλήν την 27η Ιουλίου έτους 304 μετά Χριστόν.
Από την μακαρία κεφαλήν εξήλθεν γάλα αντί αίματος και το ξηρό δέντρο στο οποίο είχαν προσδέσει τον Άγιο εβλάστησε και εκαρποφόρησε. Έτσι, εδόξασε ο Θεός τον δούλον αυτού Παντελεήμονα, τον αδαμάντινον και αήττητον μάρτυρα, ο οποίος και μετά τον μαρτυρικόν θάνατόν του δεν έπαψε να τελεί θαύματα στους πιστούς χριστιανούς, οι οποίοι δοξάζουν τον Θεό, στον οποίο αρμόζει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνηση.
Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 46 παράγραφοι
The Great Martyr Panteleimon lived during the reign of Emperor Maximian. He came from the city of Nicomedia. His father, Eustorgius, was a pagan, while his mother, Eubula, was a devout Christian.
His mother took care to nourish young Pantoleon spiritually—that was his name then—and to give him an education in both general subjects and Greek learning. When he grew older, his father sent him to the physician Euphrosynus to study medicine.
Through his humility, virtue, and good conduct, the young man soon became known throughout Nicomedia. When the emperor saw how gifted he was, he was so pleased that he instructed Euphrosynus to train him to become an excellent physician, so that he could serve at the palace.
At that time, a priest named Hermolaus was living in Nicomedia. Fearing the emperor, he and other Christians were hiding in a house. Every day Hermolaus saw the young man going to his teacher, the physician. Deeply impressed by his character, modesty, and good heart, he wanted to try to bring him to the Christian faith.
One day, Hermolaus invited him into the house. He asked about his family and learned about his mother and her work. He could see that the young man’s heart was ready to receive the faith. So he urged him to become a Christian, as both Pantoleon himself and his mother, who had since died, had wished.
Hermolaus told him, “The medicine taught by Asclepius, Galen, and the other physicians of our time can offer only a little help to those who study it.”
“Only the one true God, Jesus Christ, can heal every illness without the help of any herb.”
“The grace of Christ heals those with incurable illnesses, lepers, people afflicted by demons, and all who suffer. His gifts are as countless as the sand of the sea, for the benefit of the heirs of the Kingdom of Heaven.” The young man began visiting the priest often and was greatly edified by his teaching. One day, on his way to see Hermolaus, he came upon a small child lying dead from the bite of a viper. The snake was still beside him.
Pantoleon prayed to God, and the miracle happened at once: the child came back to life, and the snake swelled until it burst.
He ran to Hermolaus, told him everything that had happened, and asked to be baptized as a Christian, so that he might be freed from the error and darkness of idolatry. Hermolaus baptized Panteleimon with great joy, for he saw how good and chosen the young man was. He also taught him all the Mysteries of the true faith.
He stayed with Hermolaus for seven days, taking delight in the elder’s wonderful words. On the eighth day he returned to his father’s house, saying that a medical matter at the palace had delayed him. The next day, he visited Euphrosynus and told him that a family matter had kept him away, so that his baptism would remain hidden.
Yet he was deeply troubled because his father was a pagan. He did not want to upset him, so he treated his devotion with respect while gently asking questions that began to weaken his attachment to the idols.
During those days, a young man who was blind came to see Panteleimon.
The blind young man said to him, “Excellent physician, I long to see again. Sight is the sweetest gift a person can have. Please take pity on my suffering and heal me. I spent my whole fortune seeking a cure, but instead of being healed, I lost even the little sight I had left. I would gladly give you whatever remains of my possessions.”
After hearing him out, Panteleimon urged him to have faith in God and said that he would be healed. He also told him to share his possessions with the poor. When Eustorgius heard this, he urged his son not to take on the case, since he had heard that even Euphrosynus had tried in vain to heal the young man.
Panteleimon replied that no one could heal him by human skill alone; he was counting on God’s help. He stretched out his right hand toward the young man’s eyes, made the sign of the Cross, and called upon the help of our Lord Jesus Christ. The miracle took place, and the young man’s eyes were opened. Both he and Panteleimon’s father believed and loudly proclaimed Christ to be God.
When Eustorgius returned home, he smashed all his idols. A short time later, having come to sincere metanoia, or repentance, he departed to the Lord. Panteleimon then gave away all his father’s wealth to the needy: the poor, slaves, the weak, and anyone who needed his help.
From those he healed, Panteleimon asked for no payment except that they confess Christ as the true healer of suffering in both soul and body. In this way, they received not only bodily health but also salvation of the soul. The other physicians in the city grew jealous of Panteleimon’s wonderful works. They questioned the young man who had been blind about how he was healed, and from then on looked for a chance to accuse Panteleimon before the emperor.
They spoke to the emperor about Panteleimon, whom he loved so much and had taken pains to bring to the palace.
“He has no fear of your great authority. Instead, he cares for and heals the enemies of the gods, and he makes other people Christians. He says that Christ challenges the healings attributed to Asclepius. The clearest example is the healing of the blind man.”
The emperor was deeply saddened when he heard this. He ordered the man who had been healed of blindness to appear before him and asked, “Who do you think made you well?” The man gave a clear answer: “Even a blind, uneducated man knows it, and you know it too, Emperor. No further proof is needed: Jesus Christ healed me.”
Maximian grew angry and said to him, “Do not be so foolish as to claim that Christ healed you. It is plain that the gods gave you sight.” The man who had been blind answered the emperor boldly, without giving a thought to punishment: “You are the foolish one. You say your gods gave me sight, but you are as blind to the truth as they are, though it shines brighter than the sun.”
The tyrant was now convinced that the physicians had told him the truth, and he ordered the man who had been blind to be beheaded. Panteleimon laid his honored remains in his father’s tomb.
Then the emperor sent for Panteleimon. “Pantoleon, I have heard troubling things about you: that you insult and scorn Asclepius and the other gods, while you believe in Christ, say that He alone is God, and place all your hope in Him.
You know how much I love you. That is why I have called you here: to offer a sacrifice to the gods, so that we may learn the truth.” The Saint replied, “Deeds are more convincing than words, my emperor. Reverence for God is the highest of all things. The God whom I worship created heaven and earth, the sea, and the whole world.
I do not know whether your gods have ever done such a thing, or whether they could. So order someone with an incurable illness to be brought here, and let your priests pray to their gods to heal him.
Then I will pray to my God. Whichever one heals the sick man is the true God.” The emperor liked this proposal and ordered a paralyzed man to be brought in on his bed, since he could not move by himself.
The priests of the idols began praying to their gods, but their prayers went unanswered. Then Panteleimon prayed and placed his right hand on the paralyzed man. At once the man was healed and began to walk.
Those present were amazed, and many believed in the true God. But the priests and physicians, sensing the danger to themselves, told the emperor that he should put Panteleimon to death, for he could destroy their religion entirely.
The emperor tried to win Panteleimon over and make him do as he wished. But the young man was not frightened by punishment or torture. He knew they would bring him all the sooner to the Kingdom of Heaven.
The emperor grew angry and ordered him to be tortured. They hung him from a wooden frame and began to beat him. Then they tore his flesh with iron claws and burned his wounded sides with flaming torches.
Yet the martyr’s nous, his spiritual mind, remained turned toward God, and he prayed to Him inwardly.
Then a miracle took place. The Lord appeared in the likeness of Hermolaus and said to him, “Do not be afraid. I am near you, and I will help you through all that you suffer for My sake.” The torturers’ hands became paralyzed, the torches went out, and his wounds were healed.
The emperor said to Panteleimon, “What art or sorcery did you use to do all this?” He answered, “My art and my sorcery are Christ. It is He who works all these miracles.” The emperor grew even angrier and ordered a cauldron filled with lead, with a great fire lit beneath it.
After they put the Saint into the cauldron, Christ appeared again in the likeness of Hermolaus. At once the fire went out and the lead grew cold and solid. The emperor then sought the agreement of those present and ordered a heavy stone tied around the Saint’s neck and the Saint thrown into the sea.
But Christ did not abandon the martyr. He made the stone float on the surface of the sea, and the martyr walked across the water and came ashore safe and unharmed. Astonished, the emperor said to Panteleimon, “What is this, Pantoleon? Have you mastered even the sea with your magic?” The young man answered, “The command of the One who rules the sea has been carried out.
Everything submits and obeys God, not me.” The unfeeling emperor then ordered the fiercest wild beasts to be brought before him. When they had done as he commanded, he turned to the martyr and said, “I advise you as a father: be sensible, choose what is best for you, and do not die before your time, losing this sweet life.”
Panteleimon was not afraid. The night before, he had seen a vision in which Christ encouraged him. He walked toward the beasts, while the gathered crowd pitied the young man for the terrible death they thought awaited him.
But the Lord, who can change all things according to His will, made the beasts gentle and docile. Instead of tearing the Saint apart, they dragged their tails along the ground and guarded the young man’s feet, as though they wished to bow before the martyr.
The people who had gathered saw the miracle, believed, and cried out, “Great and true is the God of the Christians!” Yet for many days, no beast or flesh-eating bird dared touch their bodies.
God did this to honor the Saint and to lead others toward reverence for Him. When the emperor learned that Hermolaus had taught Panteleimon the Christian faith, he ordered Hermolaus brought before him and then commanded that he be beheaded.
The Christians secretly took Hermolaus’s body and buried it with honor and reverence. After this, Panteleimon was brought before Maximian, who ordered that he be beheaded and his body burned.
The soldiers led the young man to the place of martyrdom and tied him to an olive tree. But when the executioner raised his sword to behead him, its blade bent as though it were made of wax. The soldiers were terrified and fell down, praising God.
The Saint prayed for them. Then a voice was heard from heaven: “From now on you shall be called Panteleimon, for what is to come will bear witness to your name: many will find compassion and mercy through you.”
Hearing this, the Saint encouraged the soldiers to take heart and carry out their orders, so that he might receive the crown of martyrdom. Though they did not wish to do it, the soldiers obeyed. They kissed the Saint and beheaded him on July 27, 304 AD.
Milk flowed from his blessed head instead of blood, and the dry tree to which the Saint had been tied put forth leaves and bore fruit. In this way God glorified His servant Panteleimon, the steadfast and unconquered martyr. Even after his martyrdom, he continued to work miracles among the faithful Christians, who glorify God, to whom belong all glory, honor, and worship.