Theophonia the divine voice

Οι Ψαλμοί και η πνευματική ζωή · Διάλεξη 158

Ψαλμός 103: Δημιουργία, Πρόνοια και ο Δημιουργός

Ομιλητής: π. Συμεών Κραγιόπουλος

Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ραβδωτός βυζαντινός τρούλος με γεωμετρικό κεντρικό μετάλλιο.
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English narration is in preparation.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Περίληψη

Ο ομιλητής παρουσιάζει τον Ψαλμό 103 ως ύμνο στη δημιουργία που διαβάζεται στον Εσπερινό, εκτός από τη Διακαινήσιμο Εβδομάδα. Ο ψαλμός ακολουθεί ποιητικά την αφήγηση της δημιουργίας στη Γένεση, τονίζοντας τη δύναμη, την αγαθότητα και τη φροντίδα του Θεού για τα δημιουργήματά Του. Οι ζωντανές εικόνες του ουρανού, της γης, των υδάτων, των ζώων και των ανθρώπων οδηγούν τον αναγνώστη από τη δημιουργία στον Δημιουργό. Ο ομιλητής επεκτείνει αυτή την προσέγγιση στην ανθρώπινη εμπειρία, ενθαρρύνοντας τους ακροατές να αναζητούν τον Θεό εν μέσω λύπης, αγώνα και χαράς. Διακρίνει τη δημιουργία του Θεού από τα ανθρώπινα σφάλματα και τα βάσανα, περιγράφοντας παράλληλα πώς ο Θεός μπορεί να επιτρέπει δυσκολίες για πνευματική καθοδήγηση. Σκιαγραφεί τον ψαλμό ανάλογα με τις ημέρες της δημιουργίας, διαβάζει τους αρχικούς στίχους και αφήνει τη λεπτομερή ερμηνεία για την επόμενη διάλεξη.

Ο πρωτότυπος ελληνικός ήχος διατηρείται αναλλοίωτος. Είναι η έγκυρη ηχογράφηση αυτής της διάλεξης.

Μεταγραφή: Ἀγγλικά (αὐτόματη μετάφραση)

Ἡ ἀγγλικὴ μεταγραφὴ εἶναι αὐτόματη μετάφραση τῆς πρωτότυπης ἑλληνικῆς διάλεξης. Ἐνδέχεται νὰ περιέχει σφάλματα· ἡ πρωτότυπη ἑλληνικὴ ἠχητικὴ ἐγγραφὴ εἶναι ἡ ἔγκυρη πηγή. Ὁρισμένα ἀποσπάσματα παραλείπονται βάσει ἐκδοτικῆς πολιτικῆς.

Well, after all these years, moving along little by little, we have finally reached Psalm 103. We shall see whether God grants us life to finish it. But we should keep in mind that this does not mean we must finish them all. These psalms are written and lived in such a way that if you read even one psalm, and if you grasp and understand that one psalm, all the psalms are there within it. One further down, another further down, another further down—everything is in that one psalm. Whether we speak of humility, it is all there; whether we speak of metanoia, of repentance, it is all there; whether we speak of the love Christ gives, it is all there. These are virtues of Christ.

Whether we speak of patient endurance, faith, hope, or any of the other virtues, they are all there. And so it is here as well. Even if we were to die tonight and go no further, God has counted us worthy, in this sense, to see it all. So, Psalm 103. We can say that, in its content, this psalm is a hymn to creation. It is the psalm read at every Vespers service as the opening psalm, except during Bright Week, when it is omitted.

In its content, then, it is a hymn to creation. The greatness, almighty power, and goodness of God are revealed through what He has made. It is a wonderful poetic presentation of the account in Genesis 1:1 through 2:3: the whole first chapter and the first three verses of the second chapter. Genesis tells these things in prose; here the same things are presented in poetry. Our poet, like the writer of Genesis, follows the order in which they happened.

The opening verses speak of what was created on the first and second days, as we shall see shortly. The poet follows the same order as the writer of Genesis. But he leaves out some events and dwells on details that better serve his purpose, especially those that show God’s love for His creatures, whom He brought from nonexistence into being. In its artistry, this psalm is a masterpiece of biblical poetry. Humboldt writes that he is astonished that, in such a short lyric poem...

...the whole world, heaven and earth, can be presented in such broad strokes. Heaven, angels, the waters above and the depths of the earth, thunder, mountains, plains, shores, ravines, wild beasts, sunrise and sunset, birds, hares, and human beings, the crown of nature, all pass before our eyes. Our poet clearly loves nature and has studied it. Yet even more deeply, he senses its Creator. How much I love that. He sees nature, he sees creation, he loves it and has studied it, but here the poet also senses the Creator. He does not stop at created things. He looks at them and feels their presence...

...so deeply that they help him sense the Creator. When a person reaches that point, I would say we can do something similar throughout life. It is not only when we look at the heavens, as the psalmist does, or at the stars, the heavenly bodies, the earth, the trees, the animals, the weather and the seasons, that we finally sense God the Creator and draw near to Him. We can do so through everything else as well. For life is made up of more than these things. Above all, there is a person’s inner world.

How often a person grows melancholy, grieves, feels bitter, feels under pressure, struggles, or feels unable to go on. And how often he feels comforted and lifted up, in a good sense, by God’s grace. At other times he falls. Countless things others do can bring this about. Countless things within his own being can bring it about too: the dark unconscious within each of us, lying deep down and surfacing from time to time. All this is so. Yet through it all, and in the midst of it all, a person can see the Creator. This is not to say that the Creator brings these things about. The Lord truly made the sun, but if I feel melancholy, the Lord did not make me feel that way.

Suppose I make a mistake and suffer the consequences. The Lord did not make me do it or put me in that situation. Yet, because the Lord permits these things, I can see them, as we have said so many times, within God’s divine economy and providence. Then it is as though they come from God’s hand, as though God Himself brought them about, in the sense that He allows them. As we saw in Abba Barsanuphius, God permits such things to happen for our instruction. So God permits them. And the point is this: the psalmist does not stop at the stars, or at rivers, seas, waters, clouds, rain, hail, snow, and animals, wild and tame...

...but goes on to the Creator. In the same way, we should not let whatever happens overwhelm us. We will encounter these things and feel them, whether we want to or not. But we should look for and find the God who governs them in His divine economy and permits them to happen as they do. Strangely enough, through them we may discover God more deeply. We may see more clearly how God comes down to us, His providence, His love, and the very tender love He shows through all of it. So even through painful things, a person is led up to God and finds Him. And, wonder of wonders, even those painful things ultimately serve the soul.

We will not divide this psalm into distinct sections by theme, but there are groups of events from creation. Verses 1 through 4 concern the first and second days of creation; verses 5 through 18, what was created on the third day; verses 19 through 23, the works of the fourth day; and verses 24 through 30, the works of the fifth and sixth days. Finally, verses 31 through 35 give the conclusions. I shall read a little now so that you remember and recognize which psalm this is. We shall begin interpreting it next time. So forgive us for stopping here today; we shall take it up at our next meeting.

“Bless the Lord, O my soul. O Lord my God, You have been greatly magnified. You are clothed with honor and majesty, wrapping Yourself in light as in a garment, stretching out the heavens like a curtain. You cover Your upper chambers with waters, make the clouds Your chariot, and walk on the wings of the winds. You make Your angels spirits and Your ministers a flame of fire.” That is the first part. “You established the earth on its firm foundation; it shall never be moved. The deep covered it like a garment; the waters stood above the mountains,” and so on. As I said, we shall look at it next time. For now, let us go in peace.

Πρωτότυπη μεταγραφή: Ἑλληνικά

Λοιπόν, αισίως, ύστερα από χρόνια, λοιπόν, προχωρώντας σιγά σιγά, φτάσαμε στον εκατοστό τρίτο ψαλμό. Θα δούμε, θα μας δώσει ζωή ο Θεός να το τελειώσουμε. Να έχουμε όμως κατά νουν ότι δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα τελειώσουμε. Αυτά είναι κατά τέτοιο τρόπο γραμμένα και κατά τέτοιο τρόπο βιωμένα. Ένα ψαλμό άμα διαβάσεις και ένα ψαλμό άμα τον εννοήσεις και τον καταλάβεις, όλοι οι ψαλμοί εκεί μέσα είναι. Άλλον πιο κάτω, άλλον πιο κάτω, άλλον πιο κάτω, όλα είναι μέσα στο ένα. Είτε μιλούμε για την ταπείνωση, όλα είναι εκεί μέσα, είτε μιλούμε για την μετάνοια, όλα είναι εκεί μέσα, είτε μιλούμε για την αγάπη που δίνει ο Χριστός, όλα είναι εκεί μέσα, που είναι αρετές του Χριστού.

Μιλούμε για την υπομονή, είτε μιλούμε για την πίστη, για την ελπίδα και όλα τα άλλα είναι εκεί μέσα. Έτσι και εδώ λοιπόν. Και αν ακόμη απόψε πεθάνουμε και σταματήσουμε, ο Θεός μας αξίωσε με την έννοια αυτή όλα να τα δούμε. Ψαλμός λοιπόν εκατοστός τρίτος. Ως προς το περιεχόμενό του δυνάμεθα να είπαμε ότι είναι ύμνος της δημιουργίας, ο ψαλμός αυτός είναι ύμνος της δημιουργίας. Είναι δηλαδή ο ψαλμός εκείνος που αναγινώσκεται σε όλους τους εσπερινούς, εκτός από τους εσπερινούς της Διακαινησίμου Εβδομάδας, παραλείπεται, σε όλους τους εσπερινούς ως προοιμιακός ψαλμός.

Προς το περιεχόμενό του δυνάμεθα να είπουμε ότι είναι ύμνος της δημιουργίας, όπου το μεγαλείον, η παντοδυναμία και οι αγαθότητες του Θεού αποδεικνύονται δια των δημιουργημάτων του. Είναι μια υπέροχος ποιητική έκθεση της διηγήσεως της Γενέσεως 1,1 έως 2,3. Δηλαδή είναι όλο το πρώτο κεφάλαιο και οι τρεις στίχοι του δευτέρου κεφαλαίου της Γενέσεως. Αλλά εδώ γίνεται έκθεσις του πεζού εκείνου λόγου, εκτίθενται τα ίδια αυτά πράγματα ποιητικώς. Ο ποιητής μας, ως και ο ιστορικός της Γενέσεως, ακολουθεί χρονολογική σειρά.

Οι πρώτοι στίχοι αναφέρονται στα δημιουργήματα της πρώτης ημέρας και της δευτέρας. Παραδείγματος χάρη, όπως θα το δούμε πιο κάτω. Θα το δούμε λοιπόν. Και ο ποιητής, λέει, ακολουθεί την ίδια χρονολογική σειρά, όπως και ο ιστορικός που γράφει το βιβλίο της Γενέσεως. Παραλείπει όμως ορισμένα γεγονότα και σταματά εις λεπτομερείας, οι οποίες εμπίπτουν περισσότερον εις το σχέδιόν του και ειδικώς εις τας λεπτομερείας εκείνας, αι οποίαι δεικνύουν την αγάπη του Θεού εις τα κτίσματά του, αφού τα εξήγαγεν εκ της ανυπαρξίας εις την ύπαρξιν. Από επόψεως καλλιτεχνικής μορφής είναι αριστούργημα της βιβλικής ποιήσεως. Ούμβολτ γράφει ότι μένει κατάπληκτος πώς εις ένα τόσον βραχύ λυρικόν ποίημα

να παρουσιάζεται ολόκληρος ο κόσμος, ο ουρανός δηλαδή και η γη, με τόσας αδράς γραμμάς. Ουρανός, άγγελοι, ύδατα ουρανού και άβυσσοι της γης, βρονταί, όρη, πεδιάδες, ακρογιαλιά, φάραγγες, θηρία, ανατολή και δύσις του ηλίου, πτηνά, λαγωοί και οι κορωναί της φύσεως, άνθρωποι παρελαύνουν ενώπιόν μας. Ο ποιητής μας φαίνεται ότι αγαπά και έχει μελετήσει την φύση, περισσότερον όμως ταύτης αισθάνεται τον δημιουργόν της. Όσο μου αρέσει αυτό. Δηλαδή βλέπει την φύση, βλέπει την κτίση, την αγαπά, λέει, την έχει μελετήσει, αλλά αισθάνεται όμως ο ποιητής εδώ τον δημιουργόν. Δεν σταματά στα κτίσματα, τα κοιτάει τα κτίσματα, τα αισθάνεται τα κτίσματα

τόσο που τον βοηθούν να αισθανθεί τον Δημιουργό. Όταν καταλήγει εκεί ο άνθρωπος, που από κάποια πλευρά θα έλεγα το ίδιο μπορούμε να κάνουμε γενικώς μες στη ζωή, όχι μόνο όταν βλέπουμε τον ουρανό όπως εδώ ο ποιητής, ο ψαλμωδός, βλέπουμε τον ουρανό, βλέπουμε τα αστέρια, τα ουράνια σώματα, την γη, τα δέντρα, τα ζώα, τους καιρούς, τις εποχές, όλα αυτά, και τελικά αισθανόμαστε τον δημιουργό, τον Θεό, και πλησιάζουμε. Και μέσα από όλα τα άλλα. Γιατί η ζωή δεν έχει μόνο αυτά. Η ζωή έχει προπαντός ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου.

Πόσες φορές μελαγχολεί, πόσες φορές θλίβεται, πόσες φορές πικραίνεται. Πόσες φορές πιέζεται, πόσες φορές ζορίζεται, πόσες φορές σαν να μην αντέχει. Πόσες φορές γλυκαίνεται, επαίρεται με την καλή έννοια. Τον σηκώνει, ας πούμε, ο Θεός, τον σηκώνει η χάρις του Θεού. Άλλες φορές πίπτει. Χίλια δυο πράγματα του δημιουργούν οι άλλοι. Ή χίλια δυο πράγματα του δημιουργεί η ίδια η ύπαρξή του, το σκοτεινό ασυνείδητο του καθενός που είναι βαθιά εκεί και ξεπετάγεται ώρες και ώρες και τι δημιουργεί. Όλα αυτά, καλώς, αλλά μέσα από όλα αυτά και μέσα σε όλα αυτά μπορεί να βλέπει κανείς τον Δημιουργό. Όχι ότι ο Δημιουργός τα δημιουργεί αυτά. Τον ήλιο όντως τον έκανε ο Κύριος. Αλλά αν εγώ μελαγχολώ, δεν με έκανε ο Κύριος να μελαγχολώ.

Εγώ, ας πούμε, έκανα ένα σφάλμα και υφίσταμαι τις συνέπειες, δεν με έκανε ο Κύριος, δεν με έβαλε ο Κύριος. Αλλά όμως, όλα αυτά, καθώς τα επιτρέπει ο Κύριος, μπορώ να τα δω, όπως έχουμε πει τόσες φορές, μέσα στην οικονομία του Θεού, μέσα στην πρόνοια του Θεού. Τότε είναι σαν να έρχονται από το χέρι του Θεού, σαν επίσης να τα έκανε ο Θεός με την έννοια ότι παραχωρεί ο Θεός, ότι επιτρέπει ο Θεός, όπως είδαμε και στον Αββά Βαρσανούφιο που λέει παραχωρεί ο Θεός να συμβούν αυτά για παιδαγωγία. Επιτρέπει ο Θεός λοιπόν, και όλο το θέμα είναι, όπως εκεί ο ψαλμωδός δεν μένει απλώς στα άστρα, δεν μένει απλώς στα ποτάμια και στις θάλασσες και στα νερά και στα νέφη και στις βροχές και στα χαλάζια και στα χιόνια και στα ζώα, στα άγρια και στα ήμερα,

πηγαίνει στον Δημιουργό, έτσι και κανείς να μην πνίγεται μέσα εις αυτά τα όποια συμβάντα. Έτσι κι αλλιώς θα τα δει, θέλει δεν θέλει, θα τα δει, θα τα αισθανθεί, αλλά να δει, να βρει τον Θεό ο οποίος τα οικονομεί έτσι και τα επιτρέπει να γίνουν έτσι. Μέσα από αυτά παραδόξως θα ανακαλύψει καλύτερα κανείς τον Θεό, θα δει καλύτερα την κατάβαση του Θεού, την πρόνοια του Θεού, την αγάπη του Θεού, τη λεπτή λεπτή αγάπη του Θεού που δείχνει μέσα από όλα αυτά. Οπότε και από αυτά τα άσχημα κανείς ανάγεται εις τον Θεό, βρίσκει τον Θεό και, ω του θαύματος, και αυτά τα άσχημα τελικά υπηρετούν την ψυχή και συμβάλλουν εις το να.

Διαίρεσιν εις ενότητας λογικάς δεν θα ίδωμεν στον ψαλμόν αυτόν. Υπάρχουν όμως ομάδες γεγονότων της δημιουργίας. Έτσι, παραδείγματος χάρη, στίχοι 1-4, πρώτη και δευτέρα ημέρα της δημιουργίας. Δεύτερον, στίχοι 5-18, τα δημιουργήματα της τρίτης ημέρας. Τρίτον, στίχοι 19-23, τα έργα της τετάρτης ημέρας και τέταρτον, στίχοι 24 έως 30, τα έργα της πέμπτης και έκτης ημέρας και πέμπτον, 31 στίχους έως 35 είναι τα συμπεράσματα. Απλώς λίγο θα διαβάσω τώρα για να θυμηθείτε, να καταλάβετε ποιος ο ψαλμός είναι και θα μπούμε στην ερμηνεία του ψαλμού. Θα μας συγχωρέσετε λοιπόν να σταματήσουμε εν γένει σήμερα, θα μπούμε από την προσεχή φορά.

Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριον. Κύριε ο Θεός μου, εμεγαλύνθης σφόδρα, εξομολόγησιν και μεγαλοπρέπειαν ενεδύσω, αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον, εκτείνων τον ουρανόν ωσεί δέρριν, ο στεγάζων εν ύδασι τα υπερώα αυτού, ο τιθείς νέφη την επίβασιν αυτού, ο περιπατών επί πτερύγων ανέμων, ο ποιών τους αγγέλους αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα. Το πρώτο τμήμα αυτό. Ο θεμελιών την γην επί την ασφάλειαν αυτής, ου κλιθήσεται εις τον αιώνα του αιώνος. Άβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον αυτού, επί των ορέων στήσονται ύδατα και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά. Όπως είπαμε, θα δούμε την προσεχή φορά. Να πάμε λοιπόν τώρα στο καλό μας.