Theophonia the divine voice

Οι Ψαλμοί και η πνευματική ζωή · Διάλεξη 149

Εξορία, Μοναξιά και Ελπίδα στον Ψαλμό 101

Ομιλητής: π. Συμεών Κραγιόπουλος

Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ραβδωτός βυζαντινός τρούλος με γεωμετρικό κεντρικό μετάλλιο.
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English narration is in preparation.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Περίληψη

Ο εξόριστος Ισραηλίτης περιγράφει τη θλίψη που τον έχει αφήσει εξασθενημένο, άυπνο και ανίκανο να τραφεί. Εικόνες ενός πελεκάνου στην έρημο, ενός νυχτοπουλιού σε ερείπια και ενός μοναχικού σπουργιτιού εκφράζουν την απομόνωσή του. Ο ομιλητής συνδέει αυτές τις εικόνες με τη μοναστική απομόνωση, τις αγρυπνίες και την προσευχή ενώπιον του Θεού. Ο ψαλμωδός υφίσταται χλευασμό από εχθρούς και πρώην θαυμαστές, ανακαλώντας τον μακαρισμό του Χριστού για όσους ονειδίζονται για χάρη Του. Η στάχτη και τα δάκρυα φανερώνουν το βάθος του πένθους του καθώς ανοίγει την καρδιά του στον Θεό. Αντιλαμβάνεται την εξορία του ως συνέπεια της θεϊκής οργής και συγκρίνει τη ζωή του που σβήνει με περαστική σκιά και μαραμένο χόρτο. Η ομιλία ολοκληρώνεται στο σημείο όπου ο ψαλμός μεταστρέφεται από τον θρήνο προς την ελπίδα στον Κύριο.

Ο πρωτότυπος ελληνικός ήχος διατηρείται αναλλοίωτος. Είναι η έγκυρη ηχογράφηση αυτής της διάλεξης.

Μεταγραφή: Ἀγγλικά (αὐτόματη μετάφραση)

Ἡ ἀγγλικὴ μεταγραφὴ εἶναι αὐτόματη μετάφραση τῆς πρωτότυπης ἑλληνικῆς διάλεξης. Ἐνδέχεται νὰ περιέχει σφάλματα· ἡ πρωτότυπη ἑλληνικὴ ἠχητικὴ ἐγγραφὴ εἶναι ἡ ἔγκυρη πηγή. Ὁρισμένα ἀποσπάσματα παραλείπονται βάσει ἐκδοτικῆς πολιτικῆς.

We are still in Psalm 101, in its first part, where we hear the prayer and lament of this Jew, this Israelite in exile. We have already looked at these words, but I will read them again, beginning with verse four: “For my days vanished like smoke, and my bones were scorched like kindling. I was struck down like grass, and my heart withered, because I forgot to eat my bread. At the sound of my groaning, my bones clung to my flesh.” I became a skeleton, you might say, as...

I suffered all these hardships in exile, and my groaning wore me away. I became skin and bones, so to speak. “I became like a pelican in the wilderness”: like a pelican out there, entirely alone. “I became like a night bird among the ruins.” I am like that bird of the night whose cry sounds like mourning in a ruined house. Some people, as you know, are superstitious about this. When they hear owls calling, for example, they take it as a bad sign. Some even wish for owls to call at someone’s house, as if to say, “May misfortune come to your home.” In other words, may troubles come and the house fall into ruin.

That is the image here: I am like the pelican in the wilderness. The pelican goes out there alone, looking for food and so on; as a rule, it is by itself. And I have become like that night bird, sitting there and crying. Its calls in the night, from that ruined house, sound like weeping. “I kept vigil and became like a sparrow alone upon the rooftop.”

Yes, I cannot sleep. I stay awake all night, like that little bird, “alone upon the rooftop,” whose mate is gone and which is left entirely alone. This does happen sometimes. I think some birds, and some larger animals too, remain paired for life. They do not come together simply to produce offspring and then forget each other. They are a pair this year, and the next year as well. Sometimes one of them is lost, and the other sits and cries, almost mourning its mate. That is the meaning of “a sparrow alone upon the rooftop.” And as we said another time...

Monks also take these images in a positive sense. They compare themselves to the pelican in the wilderness, to the bird crying at night, and to the little sparrow sitting entirely alone. In the same way, a monk lives alone, carries out his ascesis, his ascetic discipline, struggles, keeps vigil, and offers his prayers before God for the salvation of his soul. “All day long my enemies reproached me, and those who praised me swore against me.” All day long my enemies mocked me. To reproach someone is to mock him. As the Lord says, “Blessed are you when they revile you and persecute you and falsely say every evil thing against you for my sake.”

My enemies mock me all day long. And “those who praised me swore against me”: even the people who once praised me have come to rejoice at my misfortune and use it in their oaths against me. That is the meaning. “For I ate ashes like bread.” I ate ashes. The ashes express his deep penthos, his mourning for sin. Mourners used to put ashes on themselves, but for him they have become like food.

So I ate ashes as though they were bread, and I mixed what I drank with my tears. Through all these images, the poet, the Psalmist, is saying that he prays to God and opens his heart to Him. In a sense, he brings his complaints to God. He is not complaining in a bitter spirit; he is laying before God all his pain, all his misery, all his sorrow. I hurt so much, I suffer so much, that tears stream from my eyes even as I drink water. They fall into the water and mix with it. “Because of your anger and your wrath, for you lifted me up and cast me down.” All this...

Yes, because you were angry with me. You lifted me up and threw me here into exile, where I was crushed. You cast me down, and I was shattered, quite literally, where you had thrown me.

“My days have declined like a shadow, and I have withered like grass.” My days are like a shadow: it is here now, and then it is gone. So it is with my days. My life is growing shorter, and its end may come at any moment.

“And I have withered like grass.” Grass was fresh and green yesterday, and today it has dried up. So my life, too, withers day by day as I draw near its end. Here the prayer and lament come to a close. From this point on, we will see hope emerge. This man has good tidings within his soul as he turns toward the Lord. He hopes, and he tells us the reasons for his hope. As you understand, we could say much about every verse, but we leave some things for you to think about and study yourselves. May God illumine each of you, so that you may be edified as much as possible by the whole poem, the whole psalm, and also by every verse and every word. That is all.

Πρωτότυπη μεταγραφή: Ἑλληνικά

Είμαστε ακόμη στον 101ο ψαλμό, είμαστε στο πρώτο μέρος, που έχουμε την προσευχή και τα παράπονα αυτού του Ιουδαίου, του Ισραηλίτου, ο οποίος είναι εκεί στην εξορία. Ότι εξέλιπον ωσεί καπνός αι ημέραι μου, τα είχαμε δει αυτά, αλλά τα ξαναδιαβάζω τώρα πάλι, τον τέταρτο στίχο: «Ότι εξέλιπον ωσεί καπνός αι ημέραι μου, και τα οστά μου ωσεί φρύγιον συνεφρυγήσαν. Επλήγην ωσεί χόρτος και εξηράνθη η καρδία μου, ότι επελαθόμην του φαγείν τον άρτον μου. Από φωνής του στεναγμού μου εκολλήθη το οστούν μου τη σαρκί μου». Έγινα σκελετός, ας πούμε, καθώς...

Είχαμε όλα αυτά τα δεινά εδώ στην εξορία και με έφαγε ο στεναγμός. Έτσι έγινα πετσί και κόκαλο, τρόπον τινά. «Ομοιώθην πελεκάνι ερημικώ», μοιάζω με έναν πελεκάνο που είναι εκεί στην έρημο ολομόναχος. «Εγενήθην ωσεί νυκτικόραξ εν οικοπέδω». Είμαι σαν το πουλί αυτό, το νυχτοπούλι, το οποίο, λέει, και οδύρεται στο ερειπωμένο οίκημα. Ναι, μερικοί, όπως θα ξέρετε, έχουν και μια προκατάληψη σε αυτό το θέμα, όταν ακούνε να λαλούν κουκουβάγιες, παραδείγματος χάρη. Μερικοί δε καταρώνται κιόλας να λαλήσουν κουκουβάγιες, λες, στο σπίτι σου αυτό που κάνεις. Ναι, δηλαδή να γίνουν, να έρθουν κακά και να ερειπωθεί το σπίτι κλπ.

Εδώ ακριβώς να μοιάζω με τον πελεκάνο στην έρημο, όπως ο πελεκάνος πραγματικά πάει στην έρημο ολομόναχος, ψάχνει τροφή κλπ. Αλλά κατά κανόνα είναι μόνος του ο πελεκάνος και έγινα επίσης σαν το νυχτοπούλι αυτό, το οποίο κάθεται εκεί και κλαίει, διότι είναι σαν κλάμα το κελάηδημά του, οι φωνές αυτές που βγάζει τη νύχτα στο ερειπωμένο εκεί σπίτι. «Ηγρύπνησα και εγενόμην ωσεί στρουθίον μονάζον επί δώματος».

Εεε... Ναι, δεν με πιάνει ύπνος, όλη τη νύχτα αγρυπνώ και μοιάζω με το στρουθίο, το πουλί αυτό, «μονάζον επί δώματος», το οποίο έχασε τον σύντροφό του και είναι ολομόναχο. Συμβαίνουν αυτά καμιά φορά, δηλαδή καθώς και τα πουλιά, ορισμένα από αυτά, νομίζω και στα πουλιά συμβαίνει αυτό, και στα ζώα τα μεγαλύτερα συμβαίνει, όχι σε όλα αλλά σε αρκετά συμβαίνει αυτό, ότι είναι μονίμως ζευγάρια. Δεν ζευγαρώνουν απλώς για να γεννήσουν αυγά και να φέρουν πουλιά και έπειτα ξεχνάει το ένα το άλλο, αλλά και φέτος ζευγάρι είναι και του χρόνου και τα λοιπά. Και καμιά φορά κάτι συμβαίνει και το ένα από τα δύο χάνεται και το άλλο κάθεται και κλαίει μετά, κλαίει, μοιρολογεί τρόπον τινά για τον χαμό του συντρόφου. Αυτή είναι η έννοια λοιπόν εδώ, «στρουθίον μονάζον επί δώματος». Ναι, και όπως λέγαμε και άλλη φορά, ναι, ήμουν

μοναχοί τα παίρνουν και από την καλή πλευρά και παρομοιάζουν τον εαυτό τους σαν τον πελεκάνο στην έρημο, σαν το πουλί αυτό που κλαίει τη νύχτα, σαν το στρουθίο αυτό που μονάζει, που είναι ολομόναχο και λοιπά. Έτσι και ο μοναχός, ολομόναχος, κάνει την άσκησή του, κάνει τον αγώνα του, κάνει την αγρυπνία του, κάνει τις προσευχές του ενώπιον του Θεού, για να σωθεί η ψυχή του. «Όλην την ημέραν ωνείδιζόν με οι εχθροί μου και οι επαινούντές με κατ’ εμού ώμνυον». Όλη την ημέρα με χλεύαζαν οι εχθροί μου. Ονειδίζομαι, χλευάζω. «Μακάριοί εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσιν και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού».

Ο Κύριος. Οι εχθροί μου όλη την ημέρα με χλευάζουν, «και οι επαινούντές με κατ’ εμού ώμνυον», και αυτοί που με επαινούσαν έφτασαν στο σημείο να χαίρονται για τη συμφορά μου και χαιρεκακούν, να κάνουν έτσι έναν όρκο στη συμφορά μου. Αυτή είναι η έννοια. «Ότι σποδόν ωσεί άρτον έφαγον». Έφαγα στάχτη, στάχτη, που εννοεί εδώ το πολύ πένθος που έχει, και συνήθιζαν να ρίχνουν στάχτη οι πενθούντες, αλλά έγινε και τροφή του αυτό το πράγμα.

Σποδόν στακτή λοιπόν έφαγα σαν να ήταν άρτος και το πάω με τα κλαθμού εκείρων και το νερό που έπινα υποπείνω. ανακατεύω με τα δάκρυά μου. Δηλαδή με όλα αυτά ο ποιητής εδώ, ο ψαλμωδός, θέλει να πει ότι προσεύχεται στον Θεό και ανοίγει την καρδιά του στον Θεό και, τρόπον τινά, λέει τα παράπονά του στον Θεό, όχι με την έννοια την κακή λέει τα παράπονά του, αλλά με την έννοια ότι παρουσιάζει τον όλο πόνο του, την όλη δυστυχία του, τον όλο καημό. Ακόμη και είναι τόσο πολύ, πονώ τόσο, υποφέρω τόσο, τα δάκρυά μου τρέχουν από τα μάτια και την ώρα που πίνω νερό, στο νερό πέφτουνε, ανακατεύεται με το νερό και τα δάκρυά μου. «Από προσώπου της οργής σου και του θυμού σου, ότι επάρας κατέρραξάς με». Όλα αυτά

Ναι, διότι, ναι, οργίστηκες, θύμωσες μαζί μου και με πήρες και με σήκωσες λοιπόν και με πέταξες εδώ στην εξορία και συνεθλίβην εδώ, και κατέρραξάς με και τσακίστηκα κυριολεκτικά, ας πούμε, έτσι εδώ που με πέταξες.

«Αι ημέραι μου ωσεί σκιά εκλίθησαν, καγώ ωσεί χόρτος εξηράνθην». Οι ημέρες μου είναι σαν η σκιά, όπως η σκιά τώρα υπάρχει, ύστερα δεν υπάρχει. Και έτσι είναι οι ημέρες μου. Και με την έννοια ότι λιγοστεύει η ζωή μου, όπου να ’ναι έρχεται το τέλος.

Την έννοια. «Καγώ ωσεί χόρτος εξηράνθην», όπως το χορτάρι. Ήταν χλωρό, ήταν πράσινο μέχρι χθες και σήμερα ξεράθηκε το χόρτο. Έτσι ξεραίνεται και η δική μου η ζωή κάθε μέρα και πηγαίνω προς το τέλος. Και εδώ, σε αυτόν τον στίχο, τελειώνει η προσευχή και το παράπονο. Για να δούμε από εκεί και κάτω, που έχουμε εκεί την ελπίδα πλέον που παρουσιάζεται μέσα, που έχει ο άνθρωπος αυτός, ευαγγελισμός μέσα στην ψυχή του απέναντι στον Κύριο, ελπίζει. Ελπίζει και οι λόγοι της ελπίδος του. Όπως καταλαβαίνετε, θα μπορούσαμε για κάθε στίχο να πούμε πολλά πράγματα, αλλά αφήνουμε μερικά να τα σκέπτεστε και μόνοι σας και να τα μελετάτε έτσι, και να φωτίζει ο Θεός τον καθένα να ωφελείται όσο γίνεται περισσότερο και από όλο το ποίημα μαζί και από όλο τον ψαλμό, αλλά και από τον κάθε στίχο και από την κάθε λέξη. Αυτό.