Οι Ψαλμοί και η πνευματική ζωή · Διάλεξη 147
Ο Πόνος και η Προσευχή του Ψαλμωδού στον Ψαλμό 101
Ομιλητής: π. Συμεών Κραγιόπουλος
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Περίληψη
Η ομιλία επανεξετάζει την εναρκτήρια προσευχή του ψαλμωδού από την αιχμαλωσία και την ικεσία του να τον ακούσει ο Θεός γρήγορα. Η επείγουσα έκκλησή του εκφράζει ελπίδα στον Θεό αντί για αξίωση για όσα θεωρεί ότι του οφείλονται. Η εικόνα των ημερών που χάνονται σαν καπνός αποδίδει μια ζωή φθαρμένη από τον πόνο. Τα οστά που παρομοιάζονται με ξηρά κλαδιά δείχνουν πόσο βαθιά τον έχει εξασθενήσει η θλίψη. Η καρδιά του μαραίνεται σαν χόρτο και η στενοχώρια τον κάνει να ξεχνά ακόμη και να φάει. Οι στεναγμοί του τον αφήνουν πετσί και κόκαλο, ολοκληρώνοντας την περιγραφή της δοκιμασίας στους στίχους 4–6· οι υπόλοιποι στίχοι θα εξεταστούν στην επόμενη σύναξη.
Ο πρωτότυπος ελληνικός ήχος διατηρείται αναλλοίωτος. Είναι η έγκυρη ηχογράφηση αυτής της διάλεξης.
Μεταγραφή: Ἀγγλικά (αὐτόματη μετάφραση)
Ἡ ἀγγλικὴ μεταγραφὴ εἶναι αὐτόματη μετάφραση τῆς πρωτότυπης ἑλληνικῆς διάλεξης. Ἐνδέχεται νὰ περιέχει σφάλματα· ἡ πρωτότυπη ἑλληνικὴ ἠχητικὴ ἐγγραφὴ εἶναι ἡ ἔγκυρη πηγή. Ὁρισμένα ἀποσπάσματα παραλείπονται βάσει ἐκδοτικῆς πολιτικῆς.
So, we are on Psalm 101. We have looked at the first verses, verses 2 and 3. They form an introduction: a prayer and a lament from this suffering man in captivity. Now, from verse 4 through verse 12, he describes his pitiful condition. “For my days have vanished like smoke, and my bones have been scorched like dry twigs,” he says. But first: “Incline Your ear to me”—just a moment—“on the day I am afflicted, incline Your ear to me; on the day I call upon You, hear me quickly.” In other words, “Quickly, I cannot bear it.” He does not mean it the way someone today might say, “I cannot take any more,” as though demanding what he is owed. He means, “God, this is the state I am in. Where else can I go? I come to You.”
The man hopes in God and waits for Him. Today, though, someone might say, “I cannot take any more. I cannot stand you anymore,” as a mother sometimes says to her children, or a father. Now even daughters say it.
“My days have vanished like smoke.” All those days passed as though they were smoke and drifted away. “And my bones have been scorched like dry twigs.” He does not simply mean that his days are over, that they have passed. He means that he has suffered so much, endured so much pain. “My days have vanished like smoke, and my bones have been scorched like dry twigs.” Even my bones have become like dry twigs. Rub a dry twig between your hands, and it crumbles to pieces.
Even my bones, he says. He means all the hardship he is enduring, all the suffering he feels, the terrible state he is in. That is why he turns to God and pleads with Him as though this were his last hour. Again, he is not demanding an answer from God as though God owed him something. Rather, as God says, “Show Me your wound, and I will heal you.” Tell Me what is wrong, and I will care for you, comfort you, heal you, shelter you, and fill you with grace. “I have been stricken like grass, and my heart has withered.” A little blade of grass is so frail: step on it, or let something else happen to it, and it breaks at once and dries up.
He says, “I have been stricken like grass, and my heart has withered, for I forgot to eat my bread.” Things have reached such a point, he is living through so much, that he does not even remember to eat, nor does he have any appetite. In all these words he lays bare his suffering and describes the terrible state he has fallen into. That is why he prayed as he did in those opening verses: “Lord, hear my prayer, and let my cry come to You. Do not turn Your face away from me. On the day I am afflicted, incline Your ear to me. On the day I call upon You, hear me quickly.” “Because of the sound of my groaning, my bones cling to my flesh.”
That is to say...
Uh...
Perhaps he was ill; perhaps he was facing other troubles and difficulties as well. In any case, he sighs and groans in pain, and from so much groaning, “my bones cling to my flesh.” That is to say...
I suppose he means, if I may put it this way, that he is skin and bones. Skin and bones. A person can become like that through hunger, illness, or sorrow. We know of people so weighed down that they cannot eat or sleep and become nothing but skin and bones.
So in these three verses, the fourth, fifth, and sixth, he describes his condition, as we have briefly heard. But the description continues in the seventh, eighth, ninth, tenth, eleventh, and twelfth verses. We will look at those next time, so that we do not keep you any longer.
Πρωτότυπη μεταγραφή: Ἑλληνικά
Λοιπόν, είμαστε στον 101ο ψαλμό. Είδαμε τους πρώτους στίχους, δηλαδή τον 2ο και 3ο, που είναι σαν εισαγωγή, που είναι μια προσευχή και ένα παράπονο αυτού του ταλαίπωρου ανθρώπου που είναι εκεί στην αιχμαλωσία. Και τώρα από τον 4ο στίχο μέχρι τον 12ο περιγράφει έτσι την αξιοθρήνητη κατάστασή του. «Ότι εξέλιπον ωσεί καπνός αι ημέραι μου και τα οστά μου ωσεί φρύγιον συνεφρύγησαν», λέει πιο πάνω. Ναι, «κλίνον προς με το ους σου», μια στιγμή, «εν η αν ημέρα θλίβομαι, κλίνον προς με το ους σου· εν η αν ημέρα επικαλέσωμαί σε, ταχύ επάκουσόν μου». Ε, γρήγορα, δεν αντέχω. Με την έννοια δηλαδή, όχι που λέει σήμερα κανείς «δεν αντέχω άλλο, δεν αντέχω άλλο» και ζητάει τα δίκια του. Όχι, αλλά με την έννοια εδώ ότι, α, αυτή είναι η κατάσταση, Θεέ, πού να πάω; Σε σένα έρχομαι.
Ελπίζει και περιμένει ο άνθρωπος. Ενώ σημερινώς λέει «δεν αντέχω άλλο, δεν σας αντέχω άλλο, δεν σας υποφέρω», που λέει καμιά φορά η μάνα στα παιδιά, καμιά φορά και ο πατέρας, αλλά τώρα λένε και οι κόρες.
«Εξέλιπον ωσεί καπνός αι ημέραι μου», όλες οι μέρες πέρασαν σαν να ήταν καπνός και έφυγαν. «Και τα οστά μου ωσεί φρύγιον συνεφρύγησαν». Δεν λέγει εδώ τώρα απλώς ότι τέλεισαν οι μέρες μου, πέρασαν οι μέρες μου. Δεν το λέει μόνο με την έννοια αυτήν, αλλά με την έννοια ότι τόσο ταλαιπωρήθηκα, τόσο πόνεσα, τόσο. «Εξέλιπον ωσεί καπνός αι ημέραι μου και τα οστά μου ωσεί φρύγιον συνεφρύγησαν». Και τα οστά μου, τα κόκαλά μου ακόμη έγιναν σαν φρύγανα. Σαν φρύγανα, όπως τα φρύγανα, έτσι λίγο να τρίψει κανείς στα χέρια, γίνονται συντρίμμια.
Δηλαδή και τα οστά μου ακόμη. Και εννοεί την όλη ταλαιπωρία δηλαδή που υφίσταται, την όλη ταλαιπωρία που αισθάνεται, την όλη άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκεται, και γι' αυτό καταφεύγει στον Θεό και τον παρακαλεί σαν να είναι έσχατη ώρα. Επαναλαμβάνω και πάλι, όχι με την έννοια σαν να ζητάει ρέστα από τον Θεό, αλλά με την έννοια ότι, ναι, όπως λέει, «δείξε την πληγή σου», λέει ο Θεός. «Δείξε την πληγή σου», λέει ο Θεός, «και εγώ θα σε θεραπεύσω». Πες λοιπόν τι έχεις και εγώ θα σε τακτοποιήσω, θα σε παρηγορήσω, θα σε θεραπεύσω, θα σε σκεπάσω, θα σε χαριτώσω. «Επλήγην ωσεί χόρτος και εξηράνθη η καρδία μου», όπως το χορταράκι, τόσο αδύναμο. Είτε το πατήσει κανείς είτε κάτι άλλο, σπάει αμέσως και ξηραίνεται.
Λέει, «ωσεί χόρτος επλήγην και εξηράνθη η καρδία μου, ότι επελαθόμην του φαγείν τον άρτον μου». Τα πράγματα δηλαδή έφτασαν και φτάνουν σε τέτοια κατάσταση, ζω τέτοιες καταστάσεις που ούτε θυμάμαι να φάω, ούτε μου έρχεται όρεξη να φάω. Δηλαδή με όλα αυτά διεκτραγωδεί την κατάστασή του, περιγράφει την άσχημη κατάσταση στην οποία βρέθηκε. Γι' αυτό είπε στους πρώτους εκεί στίχους τέτοια λόγια προσευχής. «Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου και η κραυγή μου προς σε ελθέτω. Μη αποστρέψεις το πρόσωπό σου απ' εμού. Εν η αν ημέρα θλίβομαι, κλίνον προς με το ους σου. Εν η αν ημέρα επικαλέσωμαί σε, ταχύ επάκουσόν μου». «Από φωνής του στεναγμού μου εκολλήθη το οστούν μου τη σαρκί μου».
Δηλαδή...
Εεε...
Να ήταν και άρρωστος, μπορεί να είχε και άλλου είδους καταστάσεις και δυσκολίες, πάντως αναστενάζει, αναστενάζει, βογγάει, πονάει και από τον πολύ στεναγμό «εκολλήθη το οστούν μου τη σαρκί μου». Δηλαδή...
Δηλαδή, υποθέτω, θέλει να πει, εμένα, αν επιτρέπεται να πούμε, πετσί και κόκαλο. Πετσί και κόκαλο. Πώς να σας πούμε, ένας άνθρωπος είτε ένεκα πείνης, είτε ένεκα ασθενείας, είτε ένεκα στενοχώριας. Έχουμε τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων που καταθλίβονται, καθώς δεν μπορούν να φάνε, καθώς δεν μπορούν να κοιμηθούν, καθώς φτάνουν στο σημείο να γίνουν πετσί και κόκαλο.
Αυτούς τους τρεις στίχους, τέταρτο, πέμπτο και έκτο, περιγράφει λοιπόν, όπως έτσι σύντομα ακούσαμε, την κατάστασή του. Όμως έχει άλλους στίχους που συνεχίζει αυτή την περιγραφή, ο έβδομος, ο όγδοος, ο ένατος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος. Θα τα δούμε την προσεχή φορά, για να μην αργούμε περισσότερο, παρακαλώ.