Οι Ψαλμοί και η πνευματική ζωή · Διάλεξη 137
Ψαλμός 98 για την προσευχή, την υπακοή και το έλεος του Θεού
Ομιλητής: π. Συμεών Κραγιόπουλος
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Περίληψη
Ο Ψαλμός 98 παρουσιάζει τον Κύριο ως κυρίαρχο βασιλέα του οποίου η καλοσύνη εκδηλώνεται στο ότι ακούει την προσευχή. Ο Μωυσής, ο Ααρών και ο Σαμουήλ κατονομάζονται ως πρόσωπα που επικαλέστηκαν τον Θεό και εισακούστηκαν. Οι χριστιανοί προτρέπονται να εμπιστεύονται τον Θεό, να τον αναζητούν στην προσευχή και να ζουν σύμφωνα με τις εντολές του. Η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, καθοδηγείται από τον Χριστό και το Άγιο Πνεύμα. Ο Θεός μίλησε μέσα από τη νεφέλη σε εκείνους που φύλαγαν τις εντολές του, αν και ακόμη και ο Μωυσής και ο Ααρών έδειξαν ανθρώπινη αδυναμία. Ο ψαλμός εξυμνεί το έλεος του Θεού προς όσους μετανοούν και καταλήγει καλώντας τους πιστούς να τον προσκυνήσουν στο άγιο όρος του.
Ο πρωτότυπος ελληνικός ήχος διατηρείται αναλλοίωτος. Είναι η έγκυρη ηχογράφηση αυτής της διάλεξης.
Μεταγραφή: Ἀγγλικά (αὐτόματη μετάφραση)
Ἡ ἀγγλικὴ μεταγραφὴ εἶναι αὐτόματη μετάφραση τῆς πρωτότυπης ἑλληνικῆς διάλεξης. Ἐνδέχεται νὰ περιέχει σφάλματα· ἡ πρωτότυπη ἑλληνικὴ ἠχητικὴ ἐγγραφὴ εἶναι ἡ ἔγκυρη πηγή. Ὁρισμένα ἀποσπάσματα παραλείπονται βάσει ἐκδοτικῆς πολιτικῆς.
We are on Psalm 98, and we have reached the fifth verse. As we said, this psalm was composed after the Ark of the Covenant was brought to Mount Zion. After the introduction, the first part tells us that the Lord is almighty and King of all the world. The second part shows the Lord’s goodness and compassion: God stoops down to hear our prayers. So the Psalmist says, “Moses and Aaron were among His priests.”
“And Samuel was among those who called upon His name.” Moses and Aaron were the first priests. Samuel was among the prophets, but here the emphasis is on his prayer: he called upon God’s name and turned to Him. “They called upon the Lord, and He heard them.” The Psalmist holds up these three as examples. They were not without fault, of course. Above all, they show us that
God heard them. Certainly, God was the one who chose them and made them what they were. Yet they also called upon the Lord, and He heard them. We read this in the Old Testament. And I wonder: we read the Old Testament and believe Holy Scripture; we read the New Testament and the Saints and accept all these things. Why does this truth, this living reality, not move us more deeply? They called upon the Lord, and He heard them. God is good, compassionate, and loving toward mankind. He stoops down to us and does not forget His creatures. All these people called upon Him, and He heard them.
What the Psalmist is telling us is that this is our God. We too are His people, just as those three belonged to His people. We can trust God, turn to Him, and call upon Him, knowing that He hears us. What can we say? We are Christians, and this is a serious matter. We live in this world alongside everyone else. Does our life show that we have the true God and that He loves us? Do we feel that in our lives? Does He not love us? Does He not hear us? Do we turn to Him? Do we live for Him? Do we keep His commandments and live with God beside us? Other people wait to see what one politician or another will do, or when things will improve for humanity. Those are the hopes they live by. We have the true God. Everything belongs to Him. He is above all things and governs all things; He governs us too and can guide us. Let us turn to Him so that He may hear us. This is how the Church began in the world in the first centuries, and how it continues to this day. The Church is the Body of Christ. Christ governs her, and the Holy Spirit guides her. The Church obeys, and God grants what the Church asks of Him.
“He spoke to them in the pillar of cloud, for they kept His testimonies and the commands He gave them.” God spoke to them from the cloud because they kept His testimonies and His commands. Of course, they did not always keep them. Aaron made the calf, and that revealed human weakness. Moses too, at one point, showed a lack of faith. He did not show all the faith God expected of him, and for that reason he was not granted entry into the Promised Land. He died opposite the mountains of Jordan and was buried there. From there he saw the Promised Land.
God Himself says so. He found many of them to be after His own heart, as He says of David, though David too had his falls. Yet they repented and became God’s own.
So God spoke to them through the cloud because they kept His commandments. They kept the commands He gave them. “He will do the will of those who fear Him.” God does the will of the person who fears Him. To fear God means to revere Him, believe in Him, and know that you must answer to Him. You keep His commands and do His will. Then God will do what you ask of Him. Such faith is great indeed. “Let it be as you wish.”
“Our God, You heard them.”
Here the Psalmist addresses God directly: “You, Lord, heard them.” You heard them, as we say of one who is quick to hear. A human being, one of God’s creatures, prays and pleads; God hears and answers, granting what that person asks. “O Lord our God, You heard them. O God, You were merciful to them and punished them for all their deeds.” You, O God, were gracious, forgiving, compassionate, and merciful to them, and...
And taking vengeance on all their deeds, that is, whatever they did. Of course, they encountered difficulties and so on, but God intervened. He vindicated them and arranged things so that, in the end, they turned out as they wished, and they went from one success, so to speak, to another. “Exalt the Lord our God and worship at His holy mountain, for the Lord our God is holy.” And this is also clear from the last verse.
Think of the first verse: “The Lord reigns; let the peoples tremble. He sits upon the cherubim; let the earth be shaken.” As we said, the Ark of the Covenant had been brought to Mount Zion. God had found His place, His mountain. So now we hear: “Exalt the Lord our God.” The fifth verse also said, “Exalt the Lord our God and worship at His footstool, for He is holy.” His footstool here is Mount Zion. And now: “Exalt the Lord our God and worship at His holy mountain, for the Lord our God is holy.” What more can we say about this? We have been speaking for some time. I think we discussed the words “for the Lord our God is holy” on another day, and on earlier occasions too. So we will leave it there and finish for today. Those who heard their names called, please stay, if you can, so that we may continue with this tomorrow.
Πρωτότυπη μεταγραφή: Ἑλληνικά
Είμαστε εις τον ψαλμόν 98. Είδαμε λοιπόν μέχρι τον πέμπτο στίχο. Είπαμε, είναι ένας ψαλμός που έγινε μετά τη μεταφορά της Κιβωτού της Διαθήκης στον λόφο Σιών, και το πρώτο μέρος, μετά από την εισαγωγή, ήτανε ότι ο Κύριος είναι παντοδύναμος και παγκόσμιος βασιλεύς. Στο δεύτερο μέρος φαίνεται η καλοσύνη του Κυρίου, η καλοσύνη, η αγαθότητα, η συγκατάβαση του Θεού, με την οποία ακούει, με την οποία η συγκατάβαση, με την οποία η καλοσύνη ακούει τις προσευχές μας. Λέει λοιπόν ο ψαλμωδός: «Μωυσής και Ααρών εν τοις ιερεύσιν αυτού».
Σαμουήλ εν τοις επικαλουμένοις το όνομα αυτού. Ο Μωυσής κι ο Ααρών ήταν οι πρώτοι ιερείς, και Σαμουήλ εν τοις επικαλουμένοις το όνομα αυτού. Ο Σαμουήλ ήταν μεταξύ των προφητών, αλλά εδώ τονίζεται ιδιαίτερα ότι ήταν αυτός ο προσευχόμενος στο όνομα του Θεού, ο προσφεύγων εις τον Θεό με την προσευχή. Επεκαλούντο τον Κύριον και αυτός εισήκουεν αυτών. Τους φέρνει δηλαδή ως παράδειγμα αυτούς τους τρεις, χωρίς να είναι βέβαια άμεμπτοι και αυτοί, αλλά όμως ήταν για παράδειγμα και τους φέρνει ως παράδειγμα. Σε παράδειγμα από την πλευρά κυρίως
ο Θεός τους άκουσε. Βέβαια ο Θεός ήταν που τους διάλεξε, ο Θεός ήταν που τους έκανε ό,τι τους έκανε. Αλλά και επεκαλούντο τον Κύριον και αυτός εισήκουεν αυτών. Και έχουμε αυτό στην Παλαιά Διαθήκη. Και εγώ έτσι απορώ πώς, ας πούμε, ενώ διαβάζουμε την Παλαιά Διαθήκη και την πιστεύουμε την Αγία Γραφή, και διαβάζουμε και την Καινή Διαθήκη και διαβάζουμε και τους Αγίους και τα παραδεχόμεθα όλα αυτά, δεν μας συγκινεί έτσι αυτή η αλήθεια, αυτή η πραγματικότητα, η ζωή ας πούμε. Επεκαλούντο τον Κύριον και αυτός εισήκουεν αυτών. Δηλαδή είναι αγαθός ο Θεός, είναι εύσπλαχνος ο Θεός, είναι φιλάνθρωπος ο Θεός, συγκαταβαίνει ο Θεός, δεν ξεχνά το πλάσμα του ο Θεός, και όλοι αυτοί τον επικαλούνταν και τους άκουγε.
Θέλει να πει ο ψαλμωδός εδώ ότι αυτός είναι ο Θεός μας, και είπαμε, και εμείς λαός του, όπως αυτοί οι τρεις μέσα στον ίδιο λαό, και μπορούμε να έχουμε αυτή την εμπιστοσύνη στον Θεό και να προσφεύγουμε στον Θεό και να επικαλούμαστε τον Θεό, για να μας ακούει. Τι να πούμε, τι να πούμε, δηλαδή εμείς τώρα χριστιανοί, και είναι φοβερό. Ζούμε και εμείς μέσα στη ζωή αυτή όπως οι άλλοι άνθρωποι. Φαίνεται, ας πούμε, στη ζωή μας ότι εμείς έχουμε Θεό αληθινό, ότι μας αγαπάει ο Θεός αυτός; Το νιώθουμε αυτό στη ζωή μας; Δεν μας αγαπάει; Δεν μας ακούει; Προσφεύγουμε σε Αυτόν; Ζούμε για Αυτόν; Ζούμε καλά τις εντολές του και τελικά έχουμε Θεό μαζί μας. Οι άλλοι περιμένουν πότε θα κάνει ο ένας πολιτικός, πότε θα κάνει ο άλλος πολιτικός, πότε, ξέρω γω, θα πάνε καλύτερα τα πράγματα της ανθρωπότητας. Με τέτοιες ελπίδες ζουν οι άνθρωποι. Εμείς έχουμε Θεό αληθινό. Τα πάντα είναι του Θεού και είναι πάνω από όλα και κυβερνάει τα πάντα και κυβερνάει και εμάς και μπορεί να μας κυβερνάει. Να καταφεύγουμε σε Αυτόν για να μας ακούει, ακριβώς όπως ξεκίνησε η Εκκλησία στους πρώτους αιώνες και φτάνει μέχρι σήμερα. Έτσι ξεκίνησε μέσα στον κόσμο η Εκκλησία. Η Εκκλησία που είναι το Σώμα του Χριστού και κυβερνάται από τον Χριστό, κυβερνάται από το Πνεύμα το Άγιο, και υπακούει η Εκκλησία και γίνεται, κάνει ο Θεός ό,τι ζητάει η Εκκλησία.
Εν στύλω νεφέλης ελάλει προς αυτούς, ότι εφύλασσον τα μαρτύρια αυτού και τα προστάγματα αυτού, α έδωκεν αυτοίς. Τους μιλούσε λοιπόν ο Θεός μέσα από τη νεφέλη, γιατί εφύλασσον τα μαρτύρια αυτού και τα προστάγματα αυτού, α έδωκεν αυτοίς. Ναι, βέβαια δεν τα εφύλαξαν όπως ο Ααρών, ο οποίος έκανε τον μόσχον. Ήτανε για να φανεί η ανθρώπινη αδυναμία. Ο Μωυσής, ο οποίος και αυτός κάποια στιγμή έδειξε, ας πούμε, την ολιγοπιστία, δεν έδειξε όλη την πίστη που περίμενε ο Θεός, και γι' αυτό ο Μωυσής καταδικάστηκε να μην πάει στη γη της Επαγγελίας. Και απέθανε απέναντι στα βουνά της Ιορδανίας και ετάφη εκεί. Και από εκεί είδε, ας πούμε, τη γη της Επαγγελίας. Ευχαριστώ σε όλους.
Το ομολογεί ο ίδιος ο Θεός. Πολλούς από αυτούς τους βρήκε ο Θεός κατά την καρδία του, όπως λέει και για τον Δαβίδ, και εκείνος είχε τις πτώσεις του. Πάλι όμως μετενόησαν και έγιναν του Θεού.
Ο Θεός λοιπόν, δια μέσου της νεφέλης, σε αυτούς, γιατί αυτοί φύλασσαν τις εντολές του. Φύλασσαν τα προστάγματά του, τις εντολές που τους έλεγε. Θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει. Ο Θεός κάνει το θέλημα εκείνου που φοβείται τον Θεό. Άμα φοβείσαι τον Θεό, με την έννοια δηλαδή ευλαβείσαι τον Θεό, πιστεύεις στον Θεό, πιστεύεις και δίνεις λόγο στον Θεό, κάνεις τα προστάγματά Του, κάνεις τις εντολές Του, κάνεις το θέλημά Του. Λοιπόν, ο Θεός θα κάνει ό,τι του ζητήσεις, το θέλημά σου. Όχι, είναι μεγάλη η πίστη. Γενηθήτω ως θέλεις.
Ο Θεός ημών, συ επήκουες αυτών.
Απευθύνεται εδώ εις τον Θεόν: συ, Κύριε, τους άκουγες, τους άκουγες, όπως λέμε ο γοργοεπήκοος επακούει. Και εδώ επακούει ο Θεός, δηλαδή το πλάσμα, ο άνθρωπος, προσεύχεται, παρακαλεί και ο Θεός ακούει και επακούει. Δηλαδή δίνει αυτό το οποίο ζητάει ο άνθρωπος. Κύριε ο Θεός ημών, συ επήκουες αυτών. Ο Θεός, συ ευίλατος εγίνου αυτοίς και εκδικών επί πάντα τα επιτηδεύματα αυτών. Συ, ο Θεός, έγινες ίλεως, συγχωρητικός, σπλαχνικός, ελεήμων εις αυτούς και...
Ε...
Και εκδικών επί πάντα τα επιτηδεύματα αυτών, δηλαδή ό,τι έκαναν. Και συναντούσαν βέβαια δυσκολίες και τα λοιπά, επενέβαινε όμως ο Θεός, έδινε το δίκιο, έδινε, έφερνε έτσι τα πράγματα που γινόταν τελικά όπως τα ήθελαν και προχωρούσαν από επιτυχία, ας πούμε, σε επιτυχία. Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε εις όρος άγιον αυτού, ότι άγιος Κύριος ο Θεός ημών. Και φαίνεται τώρα και από την, τον τελευταίο στίχο.
Εεε... Τον πρώτο στίχο: «Ο Κύριος εβασίλευσε, οργιζέσθωσαν λαοί, ο καθήμενος επί των Χερουβίμ, σαλευθήτω η γη». Είπαμε ότι έφερε την Κιβωτό της Διαθήκης στον λόφο Σιών. Βρήκε ο Θεός τον τόπο του, το όρος του λοιπόν, εδώ τώρα. Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών. Ήταν και ο πέμπτος στίχος: «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε το υποπόδιον των ποδών αυτού, ότι άγιός εστι». Και το υποπόδιο είναι, ας πούμε, ο λόφος Σιών. Εδώ: «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε εις όρος άγιον αυτού, ότι άγιος Κύριος ο Θεός ημών». Τώρα εδώ, πώς θα μπορούμε να πούμε... Ευχαριστούμε για ώρα, και ειδικότερα «ότι άγιος Κύριος ο Θεός ημών», λέγαμε κάποια άλλη μέρα νομίζω, αλλά και παλαιότερα άλλες φορές. Γι' αυτό θα αρκεστούμε σε αυτά και έτσι τελειώνουμε σήμερα. Παρακαλώ, όσοι άκουσαν τα ονόματά τους, αν δεν είναι δύσκολο, να μείνουν, για να συνεχίσουμε και αύριο με αυτά.