Οι Ψαλμοί και η πνευματική ζωή · Διάλεξη 101
Ο Δαβίδ, η εμπιστοσύνη στον Θεό και η υπόσχεση του Χριστού
Ομιλητής: π. Συμεών Κραγιόπουλος
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Περίληψη
Ο Ψαλμός 88 παρουσιάζει τον Δαβίδ ως εκλεκτό δούλο του Θεού, χρισμένο και προσκεκλημένο να αποκαλεί τον Θεό Πατέρα, βοηθό και σωτήρα του. Η οικειότητα του Δαβίδ με τον Θεό αποτελεί παράδειγμα που ενθαρρύνει τους πιστούς να Τον πλησιάζουν με την εμπιστοσύνη των παιδιών προς έναν στοργικό πατέρα. Ο ομιλητής συνδέει αυτή την εμπιστοσύνη στην προσευχή με τη διδασκαλία του Ιωάννη ότι η καρδιά που δεν μας κατακρίνει μάς δίνει παρρησία ενώπιον του Θεού. Ο Θεός υπόσχεται να υψώσει τον Δαβίδ πάνω από τους βασιλείς της γης και να παραμείνει πιστός στο έλεος και στη διαθήκη Του. Επειδή η επίγεια βασιλεία του Δαβίδ έληξε, η υπόσχεση του ψαλμού για έναν αιώνιο θρόνο εκπληρώνεται στον Ιησού Χριστό, απόγονο του Δαβίδ και Υιό του Θεού. Ο Δαβίδ ανταποκρίνεται στην αγάπη του Θεού, αλλά αυτό που γίνεται εξαρτάται από το έργο του Θεού μέσα του διά του Χριστού. Οι πιστοί καλούνται να παραδοθούν στον Θεό και να αγωνίζονται να τηρούν τις εντολές Του, εμπιστευόμενοι ότι Εκείνος θα πραγματοποιήσει πολύ περισσότερα από όσα μπορούν οι δικές τους προσπάθειες.
Ο πρωτότυπος ελληνικός ήχος διατηρείται αναλλοίωτος. Είναι η έγκυρη ηχογράφηση αυτής της διάλεξης.
Μεταγραφή: Ἀγγλικά (αὐτόματη μετάφραση)
Ἡ ἀγγλικὴ μεταγραφὴ εἶναι αὐτόματη μετάφραση τῆς πρωτότυπης ἑλληνικῆς διάλεξης. Ἐνδέχεται νὰ περιέχει σφάλματα· ἡ πρωτότυπη ἑλληνικὴ ἠχητικὴ ἐγγραφὴ εἶναι ἡ ἔγκυρη πηγή. Ὁρισμένα ἀποσπάσματα παραλείπονται βάσει ἐκδοτικῆς πολιτικῆς.
Let us read a little from the Psalter. We are in that long Psalm 88. I think we had reached verse 26. From verse 27 through verse 30, it speaks of the close bond between God, David, and David’s descendants. And there are some beautiful things hidden here. Earlier in the psalm, God Himself spoke of David: “I have found David My servant; with My holy oil I have anointed him,” and so on. Now God says of this David, “He shall call upon Me,” saying, “You are my Father, my God, and the helper of my salvation.” In other words: You are the One who helps me.
“The helper of my salvation”: You are the One who saves me. That is what David says. God says of him, “He is My own, My chosen one; I found him as My heart desired.” As we know, God Himself spoke of certain people, and His words carried great weight. He spoke of Moses and David, and of others too. Here He is speaking of David.
All this is written not simply as history, but also to serve as an example, helping us better understand what we said earlier. Think of God regarding you as a little Moses, a little David. David is David, and Moses is Moses; yet God might regard you as a little Moses whom He has found after His own heart, a little David or a little Moses, one of His little ones, as the prophets and all the saints were. “Yes, he will call upon Me in this way.” God is certain of this and says it of David. This, however, is something each of us can do.
As we said, these things are written not merely as history, but to stir us to do the same.
You can turn to God with that kind of trust, just as a child who is close to his father trusts him and runs to him. I once told you a rather funny story about three little boys who kept asking their father for things. They did not always get what they wanted, but their youngest brother often got them out of difficulty. He was so close to their father, and so bold with him, that he would go up, take his father’s head in his hands, and nod it up and down. Then he would say, “Boys, Dad said yes!”
They would ask for something, and their father would either say nothing or more or less say no. Then the little one would go and take hold of his father's head. His father had such a soft spot for him that he could not even imagine refusing him or scolding him. The little boy had found a way. Yes, that is how it is for each of us: God grants us this closeness, comes down to our level, loves us like this, and opens such a way for us. He wants us to be close to Him, to be His children and have Him as our Father, so that we can say, “You are my Father, You are my God, You are the One who helps me, You are the One who saves me.” Why couldn't we say it too?
We say it in theory. But our soul needs to be warm within, to feel God’s warmth and sense that the way to Him is open. Then we can speak to Him with this boldness: “You are my Father, my God, my Savior.” God Himself says that David will call Him this. That is the relationship David will have with Him.
The Evangelist John says that if we have no pangs of conscience about certain things and are at peace, if our conscience does not condemn us, we have boldness before God—boldness in the good sense, that closeness in which the way is open and we can speak with God as the saints spoke with Him. “And I will make him My firstborn, higher than the kings of the earth.” That is, David takes such a stance toward Me, speaks to Me in this way, calls Me by this name, and I will raise him up as My firstborn son, higher than the kings of the earth, higher than all the kings of the earth.
In the end, what matters is what God will do. Our part is to stand before Him as He wants us to. Then we leave to Him what He will do for us. Here God says that He will raise David up as His firstborn son. This is a messianic psalm; it points to Christ. David is a prototype, a figure pointing ahead to Christ. Christ is the firstborn Son of God and the only-begotten Son of God. So God says, “I will make him My firstborn, higher than every king on earth. I will keep My mercy for him forever, and My covenant will remain faithful to him.” Forever He will...
He will give him His mercy, and His covenant will remain faithful to him. God will faithfully keep the agreement He made with David. He will not forget His covenant. Here again, when the psalm says “forever,” it points to Christ. David himself would not remain in this world forever. He would die and depart from it.
The words reach beyond David’s life in this world. As we said, David is a prototype, a figure pointing ahead to Christ. Christ, as man, is the firstborn Son of God: as man, and not only as God. The Spirit of God rests upon Him, and God is faithful to His covenant. The psalm continues: “I will establish his descendants forever, and his throne as long as the heavens endure.” This points even more clearly to Christ. It speaks of David’s descendants, but their earthly line of kings also comes to an end. Christ is the One who remains forever.
As we were saying, Christ is also a descendant of David.
“I will make his successors endure forever, so that his royal throne will last as long as the heavens.” David’s earthly throne did not last that long. It came to an end. The throne that endures is Christ’s: Christ is the King. All these words find their fulfillment in the person of Jesus Christ.
The Old Testament looks ahead to Christ, and everything that follows depends on Him and flows from Him. David, as a particular man, responded to God’s love, and God found him to be as He desired. Yet David becomes what he becomes in Christ, as a prototype, a figure pointing ahead to Christ. It is the same for each of us. For our part, we must respond if we are to belong to God. But in the end, we will be whatever God makes of us. Our response and all our labor, however hard we struggle, cannot accomplish this by themselves. We will be what God makes us, and God can make us what Christ is. Yet something is needed from us, as we were saying this morning.
In the Church and on other occasions, what is needed from us is self-giving and assent to what God asks of us: to belong to Him, do His will, and struggle to keep His commandments. We will do this little part, and God will do far more, as He did for all the saints and will do for us. We will finish here for today and continue next Saturday.
Πρωτότυπη μεταγραφή: Ἑλληνικά
Και λίγο από το ψαλτήρι. Είμαστε στον 88ο ψαλμό, τον μεγάλο αυτόν. Είχαμε φτάσει νομίζω μέχρι και τον 26ο στίχο. Εδώ, στον 27ο στίχο μέχρι και τον 30ο, γίνεται λόγος για τη στενή σύνδεση Θεού, Δαβίδ και απογόνων του. Αλλά έχει κάτι πολύ ωραία και κρυμμένα εδώ. Αυτός έκανε λόγο πιο πάνω στον ψαλμό, ο ίδιος ο Θεός, για τον Δαβίδ: «Εύρον Δαβίδ τον δούλον μου, εν ελαίω αγίω, εν ελαίω αγίω μου έχρισα αυτόν» κτλ. Λοιπόν εδώ, αυτός ο Δαβίδ δηλαδή, «επικαλέσεταί με», να με επικαλεστεί, λέει ο Θεός, μιλάει ο Θεός: «Πατήρ μου ει συ», και θα πει «είσαι πατέρας μου, Θεός μου, είσαι Θεός μου και αντιλήπτωρ», εσύ είσαι εκεί που με βοηθάς.
Και αντιλήπτωρ της σωτηρίας μου και που είμαι σώστης. Αυτά λέει ο Δαβίδ, είναι ο άνθρωπός μου, είναι ο εκλεκτός μου, είναι αυτός που τον βρήκα όπως τον ήθελε η καρδιά μου. Ας πούμε, γιατί όπως ξέρουμε, για ορισμένους ο ίδιος ο Θεός ομίλησε και πόσο ήτανε βάρης την οποία μίλησε για τον Μωυσή, μίλησε για τον Δαβίδ, μίλησε και για άλλους. Εδώ, στην προκειμένη περίπτωση, για τον Δαβίδ.
Και όλα αυτά βέβαια δεν γράφονται μόνο σαν ιστορία, αλλά γράφονται για να γίνονται και παράδειγμα, και καταλαβαίνουμε καλύτερα αυτά τα οποία είχαμε πιο μπροστά. Καταλαβαίνουμε καλύτερα τώρα να σε θεωρήσει εσύ ο Θεός έναν μικρό Μωυσή, έναν μικρό Δαβίδ. Ο Δαβίδ είναι ο Δαβίδ, ο Μωυσής είναι ο Μωυσής, αλλά ένα μικρό Μωυσή να σε θεωρήσει, που σε βρήκε κατά την καρδιά του, ένα μικρό Δαβίδ ή ένα μικρό Μωυσή ή ένα μικρό του, όπως ήταν οι Άγιοι, οι προφήτες όλοι και οι Άγιοι. Ναι, αυτός έτσι θα με επικαλείται. Είναι σίγουρος ο Θεός και το λέγει για τον Δαβίδ. Αυτό όμως που μπορούμε, καθένας θα το κάνουμε.
Όπως είπαμε, δεν γράφονται αυτά σαν ιστορία, αλλά γράφονται για να παρακινηθούμε κι εμείς.
Μπορείς να πεις, να καταφεύγεις στον Θεό δηλαδή με τέτοια εμπιστοσύνη, όπως ακριβώς το παιδί που έχει πολύ καλές σχέσεις με τον πατέρα του και που έχει πολλή εμπιστοσύνη στον πατέρα και καταφεύγει εκεί. Είχαμε πει μια φορά, δεν είναι λίγο αστείο που τρία αγοράκια όλο και κάτι ζητούσαν από τον πατέρα τους και δεν τα κατάφερναν πάντοτε να πάρουν αυτό που ζητούσαν. Αλλά είχαν τον μικρό ο οποίος τους έβγαζε πάρα πολλές φορές, τους έβγαζε από τη δυσκολία. Είχε την οικειότητα, είχε το θάρρος, πήγαινε, έπιανε το κεφάλι του πατέρα και το κουνούσε πάνω κάτω. Παιδιά, ο μπαμπάς είπε ναι.
Ζητούσαν κάτι και ο μπαμπάς ή δεν έλεγε τίποτε ή, ας πούμε, λίγο πολύ έλεγε όχι. Εκείνος πήγε και έπιανε το κεφάλι του. Ναι, αλλά είχε τέτοια αδυναμία ο πατέρας του απέναντι, ούτε να το διανοηθεί, βέβαια, να αρνηθεί ή να τον μαλώσει. Είχε βρει την ευκολία. Ναι, έτσι όμως, έτσι καθένας δηλαδή, είναι ο Θεός που μας δίνει, συγκαταβαίνει έτσι, μας αγαπάει έτσι και ανοίγει τέτοιο δρόμο και θέλει να έχουμε τέτοια οικειότητα μαζί και να είμαστε παιδιά του και να είναι πατέρας μας και να μπορούμε να πούμε: «Πατέρας μου είσαι, Θεός μου είσαι, εσύ είσαι που με βοηθάς, εσύ είσαι που με σώζεις». Γιατί δεν μπορούσαμε να το πούμε κι εμείς;
Θεωρητικά το λέμε, αλλά έτσι να είναι ζεστή η ψυχή μέσα και να έχει τη ζεστασιά αυτή και να νιώθει αυτή τη ζεστασιά του Θεού και να νιώθει έτσι ανοιχτό το δρόμο και να έχει αυτό το θάρρος να μιλήσει έτσι στον Θεό: «Πατέρας μου είσαι, Θεός μου είσαι, Σωτήρ μου είσαι». Και το λέει ο ίδιος ο Θεός: έτσι θα με αποκαλέσει ο Δαβίδ, τέτοια σχέση θα έχει μαζί μου ο Δαβίδ.
Λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, εάν δεν έχουμε τύψεις στην καρδιά μας για κάποια πράγματα και είμαστε τακτοποιημένοι, και τακτοποιείται καλύτερα μετά την αληθινή. Εάν δεν μας καταγινώσκει η συνείδηση, παρρησίαν έχουμε με την καλή έννοια, παρρησίαν, αυτήν την οικειότητα, την καλή έννοια, που είναι ανοιχτός ο δρόμος, που μπορούμε να μιλήσουμε με τον Θεό όπως μιλούσαν οι Άγιοι με τον Θεό. Καγώ πρωτότοκον θήσομαι αυτόν, υψηλόν παρά τοις βασιλεύσι της γης. Λέω, ο Δαβίδ μια τέτοια στάση παίρνει απέναντί μου, έτσι μου μιλάει, έτσι με αποκαλεί και εγώ θα τον αναδείξω πρωτότοκον υιόν μου, υψηλόν παρά τοις βασιλεύσι της γης και πιο ψηλά από όλους τους βασιλείς της γης.
Το θέμα είναι τελικά, δηλαδή, τι θα κάνει ο Θεός. Το θέμα το δικό μας είναι να είμαστε απέναντι του Θεού όπως μας θέλει Εκείνος. Από εκεί και πέρα τα αφήνουμε, τι θα κάνει ο Θεός για εμάς. Και εδώ τον Δαβίδ, αυτός είναι που τον αναδεικνύει, λέει, πρωτότοκον Υιόν του. Εδώ τώρα ο ψαλμός αυτός είναι μεσσιανικός, και αυτός ο ψαλμός αναφέρεται στον Χριστό. Ο Δαβίδ είναι προτύπωμα του Χριστού, ο Πρωτότοκος Υιός του Θεού είναι ο Χριστός, ο Μονογενής Υιός του Θεού είναι ο Χριστός, και εδώ είναι τύπος του Χριστού ο Δαβίδ. Θα τον αναδείξω λοιπόν πρωτότοκον Υιόν μου και πάνω από κάθε βασιλιά της γης. «Εις τον αιώνα φυλάξω αυτώ το έλεός μου και η Διαθήκη μου πιστή αυτώ». Για πάντα θα...
Αααα... Δίνω το έλεός μου εις αυτόν και η Διαθήκη μου πιστή αυτώ, και όλη η συμφωνία που έκανα και κάνω μαζί του θα τηρηθεί πιστά από μέρους μου. Δεν θα ξεχάσω τη συμφωνία που έκανα μαζί του, τη Διαθήκη, και θα είμαι πιστός σ' αυτή τη συμφωνία. Πάλι και εδώ στον Χριστό αναφέρεται όταν λέει «στον αιώνα», για πάντα δηλαδή θα φυλάξει το έλεος αυτό, δεν εννοεί τόσο ότι, γιατί ο Δαβίδ δεν θα μείνει στον αιώνα, θα πεθάνει, θα φύγει από αυτόν τον κόσμο.
Εννοεί ότι και εδώ και στον άλλο κόσμο, αλλά εννοεί ότι αυτός είναι, όπως είπαμε, το προτύπωμα του Χριστού, επομένως ο Χριστός ως άνθρωπος θα είναι εκείνος ο οποίος θα είναι ο πρωτότοκος Υιός του Θεού, και ως άνθρωπος, όχι μόνον ως Θεός, και επίσης είναι Αυτός που επάνω στον οποίο θα είναι το Πνεύμα του Θεού και θα είναι πιστός ο Θεός στη συμφωνία που θα κάνει. «Και θήσομαι εις τον αιώνα του αιώνος το σπέρμα αυτού και τον θρόνον αυτού ως τας ημέρας του ουρανού». Εδώ ακόμη πιο πολύ αναφέρεται στον Χριστό και θα αναφέρεται εδώ δηλαδή στους απογόνους του Δαβίδ, αλλά και αυτοί κάποτε τελειώνουν. Επομένως, στον αιώνα, τα πάντα είναι ο Χριστός που μένει.
Λέγαμε εδώ, ο Χριστός επίσης είναι απόγονος του Δαβίδ.
Κάμω παντοτινούς τους διαδόχους του, ώστε ο βασιλικός του θρόνος να διαρκεί όσον χρόνο υπάρχει ο ουρανός. Τόσο πολύ δεν θα διαρκέσει ο βασιλικός θρόνος του Δαβίδ, ο οποίος ούτε διήρκεσε ούτε υπάρχει, αλλά είναι ο Χριστός, ο θρόνος του Χριστού, είναι ο Βασιλεύς Χριστός. Όλα αυτά εφαρμόζονται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ευχαριστώ.
Όλη η Παλιά Διαθήκη προσβλέπει στον Χριστό και όλα τα μετέπειτα εξαρτώνται και πηγάζουν από τον Χριστό. Και όπως ο Δαβίδ εδώ, ο οποίος καταρχήν, αυτός ως άνθρωπος συγκεκριμένος, ανταποκρίθηκε στην αγάπη του Θεού και ο Θεός τον βρήκε όπως τον ήθελε. Αλλά συγχρόνως όμως ο Δαβίδ γίνεται ό,τι γίνεται εν Χριστό και ως προτύπωμα του Χριστού. Έτσι και ο καθένας από τη δική μας πλευρά, τελικά, για να είμαστε του Θεού, πρέπει να ανταποκριθούμε. Αλλά τελικά ό,τι θα μας κάνει ο Θεός θα είμαστε. Δεν βγαίνει τίποτε με την ανταπόκρισή μας, με τα χίλια κομμάτια να γίνουμε, με τον κόπο μας κτλ. Ό,τι θα μας κάνει ο Θεός, αυτό θα είμαστε. Και ο Θεός μπορεί να είμαστε ό,τι είναι ο Χριστός, αλλά χρειάζεται από μέρους του ανθρώπου, όπως λέγαμε και το πρωί. Ευχαριστώ.
Στην εκκλησία επάνω και άλλες φορές χρειάζεται από μέρους του ανθρώπου το δόσιμο, η συγκατάθεση, αυτό που ζητάει από εμάς, να ανήκουμε στον Θεό, να κάνουμε το θέλημά Του, να αγωνιζόμαστε να κάνουμε τις εντολές Του. Εμείς θα κάνουμε αυτό το λίγο και ο Θεός θα κάνει το πολύ, όπως έκανε σε όλους τους Αγίους, θα κάνει και σε εμάς. Τελειώνουμε λοιπόν για σήμερα και συνεχίζουμε το άλλο Σάββατο.