Προφήτης Σοφονίας, Θεόδουλος και η έκκληση για αυταπάρνηση
Η Εκκλησία τιμά τους αγίους της 3ης Δεκεμβρίου, μεταξύ των οποίων τον Προφήτη Σοφονία, τον Ιερομάρτυρα Θεόδωρο Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας και τον Όσιο Θεόδουλο. Ο Σοφονίας προειδοποίησε για την πτώση της Ιερουσαλήμ και τη θεία κρίση, καλώντας τον Ισραήλ σε μετάνοια και διαβεβαιώνοντας τους πιστούς ότι η δικαιοσύνη θα επικρατήσει.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τους αγίους της 3ης Δεκεμβρίου, μεταξύ των οποίων τον Προφήτη Σοφονία, τον Ιερομάρτυρα Θεόδωρο Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας και τον Όσιο Θεόδουλο.
- Ο Σοφονίας προειδοποίησε για την πτώση της Ιερουσαλήμ και τη θεία κρίση, καλώντας τον Ισραήλ σε μετάνοια και διαβεβαιώνοντας τους πιστούς ότι η δικαιοσύνη θα επικρατήσει.
- Ο Θεόδωρος, αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, βασανίστηκε επειδή κήρυττε τον Χριστό και τελικά αποκεφαλίστηκε.
- Ο Θεόδουλος άφησε το υψηλό του αξίωμα, μοίρασε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και έζησε ως στυλίτης κοντά στην Έδεσσα για τριάντα χρόνια.
- Αναζητώντας να κατανοήσει την αρετή, ο Θεόδουλος συνάντησε τον Κορνήλιο στη Δαμασκό και έμαθε πώς ο Κορνήλιος είχε μετανοήσει και δώσει τα υπάρχοντά του για να ελευθερώσει έναν οφειλέτη από τη φυλακή.
- Η ομιλία παρουσιάζει την αφοσίωση του Θεοδούλου και το έλεος του Κορνηλίου ως μορφές αυταπάρνησης, καλώντας τους Χριστιανούς να κάνουν τον Θεό κέντρο της ζωής τους και να ακολουθήσουν τον Χριστό με θυσιαστική αγάπη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 12 παράγραφοι
Σήμερα, 3 του μηνός Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Προφήτου Σοφονίου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Θεοδώρου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, του Οσίου Θεοδούλου του Κυπρίου, του Οσίου Θεοδούλου του από επάρχων, του Οσίου Ιωάννου Επισκόπου Κολωνίας του Ησυχαστού, των Αγίων Μαρτύρων Αγαπίου, Σελεύκου και Μάμαντος, του Αγίου Ιερομάρτυρος Γαβριήλ Επισκόπου Γάνου και Χώρας και του Αγίου Νεομάρτυρος Αγγελή.
Προφήτης Σοφωνίας, του οποίου το όνομα σημαίνει Σκοπιά Κυρίου, ήταν γιος του Χουσί από τη φυλή του Σημεών. Έζησε εξακόσια έτη πριν από το Χριστό, κατά τους χρόνους του βασιλέα των Ιουδαίων Ιωσίου. Δέχθηκε από το Θεό το χάρισμα της προφητείας και προφήτεψε για την άλωση της Ιερουσαλήμ, για την καταστροφή των Ιουδαίων, για το ότι από τους Εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, θα προερχόταν ο περιούσιος λαός του Θεού και ότι ο Χριστός θα γίνει κριτής κάθε λογικής ύπαρξης και θα ανταποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του. Αυτός δίδαξε τον βασιλέα Ιωσία, όταν ακόμη ήταν παιδί, να έχει σέβας προς το Θεό, να έχει καλοσύνη και σεμνότητα κατά τα ήθη και γενικώς
στάλαξε κάθε πόθο για την αρετή στην ψυχή του. Η προφητεία του διαιρείται σε τρία κεφάλαια, στο τρίτο από τα οποία προφητεύει για την έλευση του Σωτήρος Χριστού. Σκοπός των προφητειών του ήταν η μετάνοια του Ισραήλ, η παρηγοριά των πιστών και η διαβεβαίωση ότι τελικά θα υπερισχύσει η δικαιοσύνη. «Δια τούτο υπόμεινόν με, λέγει Κύριος, εις ημέραν Αναστάσεώς μου εις μαρτύριον. Διότι το κρίμα μου εις συναγωγάς Εθνών. Διότι εν πυρί ζήλου μου καταναλωθήσεται πάσα η γη». Όταν πέθανε τάφηκε στο δικό του κτήμα, περιμένοντας την κατά τη Δευτέρα του Κυρίου παρουσία παγκόσμια Ανάσταση. Ευχαριστώ.
Ιερομάρτυς Θεόδωρος ήταν Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας. Επειδή δε οι ειδωλολάτρες κάτοικοι της πόλεως αυτής υπήρξαν σφοδροί διώκτες των χριστιανών, γι' αυτό και πολλούς τους οδήγησαν στο μαρτύριο, ένας από τους οποίους ήταν και ο Μέγας αυτός Θεόδωρος. Δηλαδή, όταν ο ειδωλολατρικός λαός έμαθε ότι αυτός πίστευε, ομολογούσε και κήρυττε το Χριστό Θεό αληθινό, με πολλή κακία και οργή έπεσε πάνω του. Αφού τον βασάνισαν πολύ, έπλεξαν αγκάθινο στεφάνι και μ' αυτό τον στεφάνωσαν, όπως τον Κύριο, τον χτυπούσαν, τον περιγελούσαν και τον περιέπαιζαν. Μετά τον έριξαν στη θάλασσα, από την οποία βγήκε αβλαβής και κατόπιν, κατά διαταγή του άρχοντα, τον απεκεφάλισαν.
Ο από επάρχων έζησε κατά τους χρόνους του Θεοδοσίου του Μεγάλου, δηλαδή κατά τον τέταρτο μετά Χριστόν αιώνα. Κατά το αξίωμα ήταν πατρίκιος και έπαρχος πραιτωρίων. Ήταν έγγαμος και ζούσε ζωή σόφρονα. Βλέποντας όμως την πλεονεξία και τις αρπαγές των περί τα βασίλεια, άφησε το αξίωμα που είχε και όταν πέθανε η σύζυγός του, μοίρασε την περιουσία του, που ήταν αρκετά μεγάλη, στους πτωχούς, έφυγε από την Κωνσταντινούπολη και πήγε στην Έδεσα της Μεσοποταμίας. Εκεί, αφού έγινε μοναχός, ανέβηκε πάνω σε ένα στύλο και έμεινε σε αυτόν τριάντα ολόκληρα χρόνια. Κάθε Κυριακή μεταλάβαινε το σώμα και το αίμα του Χριστού, έτρωγε αντίδωρο και πέραν αυτού
άλλου. Έτσι αξιώθηκε να λάβει από το Θεό υπερφυσικά χαρίσματα. Κάποτε ενοχλήθηκε από το λογισμό με ποιον ήταν όμοιος κατά την αρετή και παρακάλεσε το Θεό να του λύσει την απορία. Έτσι άκουσε φωνή που του έλεγε ότι ήταν όμοιος με τον Κορνήλιο, τον μίμο, τον ηθοποιό, τον επωνομαζόμενο Πανδούρο κατοικούσε στη Δαμασκό.
Αυτή η παρομοίωση τον έβαλε, κατά προσβολή του εχθρού των ψυχών μας διαβόλου, σε μεγάλη ταραχή. Κίνησε λοιπόν και πήγε στη Δαμασκό, βρήκε τον Κορνήλιο, έπεσε στα πόδια του και του ζητούσε να μάθει το πώς ζούσε. Ο Κορνήλιος έλεγε ότι ήταν άνθρωπος αμαρτωλός και δεν είχε καμιά αρετή. Επειδή όμως ο γέροντας επέμενε, αναγκάστηκε και είπε: «Εγώ, Πάτερ, από τη νεαρή μου ηλικία, συναναστρεφόμενος με τους μίμους και χορευτές, κέρδιζα τα προς το ζην αναγκαία από την εξευτελιστική αυτή τέχνη. Μόλις όμως ήλθα σε συναίσθηση των πολλών μου αμαρτιών και καθώς συλλογίστηκα την ανταπόδοση κατά τη μέλλουσα κρίση, εγκατέλειψα τη συνηθισμένη μου κακή ζωή και κατά το δυνατόν φρόντιζα να ζω ζωή καθαρή και να ασκώ την προς τους πτωχούς ελεημοσύνη. Αυτό μόνο γνωρίζω για τον εαυτό μου». Επειδή όμως ο γέροντας επέμενε και παρακαλούσε να του πει τις υπόλοιπες αρετές του, γι' αυτό συνέχισε εκείνος και είπε: «Πριν από λίγο καιρό, Άγιε Πάτερ, μια γυναίκα πλούσια με αρετή και σωφροσύνη παντρεύτηκε κάποιον, ο οποίος
ήταν εμπαθής και άσωτος, όχι μόνο σπατάλησε την περιουσία της γυναίκας του και τη δική του, αλλά και πολλά άλλα τα οποία δανείστηκε κατασπατάλησε σε ασωτίες. Γι' αυτό τον έριξαν στη φυλακή και η λύπη της συζύγου του ήταν πολύ μεγάλη. Βλέποντας εκείνη τον ελεεινό της σύζυγο να κινδυνεύει στη φυλακή και πιεζόμενη από την κατάσταση, άρχισε με συστολή να ζητιανεύει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και κινδύνευε να πέσει στη μοιχία επειδή ήταν ωραιότατη. Όταν λοιπόν συνάντησα αυτήν και έμαθα την αιτία για την οποία περιπλανιόταν εδώ και εκεί, τη λυπήθηκα από την καρδιά μου, δάκρυσα και τη ρώτησα ποιο ήταν το χρέος τους. Εκείνη μου είπε τετρακόσια νομίσματα. Λογάριασα τα πράγματά μου,
είδα ότι είχα 230 νομίσματα. Επειδή αυτά δεν έφταναν για να πληρωθεί το χρέος της, πούλησα μερικά στολίδια που είχα, επιπλέον δε και τα καλύτερα από τα ενδύματά μου. Αφού έτσι μάζεψα τα 400 νομίσματα, τα έδωσα στα χέρια της γυναίκας αυτής και της είπα: «Πάρ' τα και πήγαινε να ελευθερώσεις τον άνδρα σου από τη φυλακή. Να παρακαλάς δε τον Φιλάνθρωπο Κύριο με όλη σου την καρδιά για να ελεήσει και μένα τον αμαρτωλό κατά την ημέρα της κρίσεως». Αφού άκουσε αυτά ο Θεόδουλος, ευχαρίστησε το Θεό, επανήλθε και ανέβηκε στο στύλο του. Έζησε ακόμη λίγο καιρό και με καλές ελπίδες απήλθε προς τον Κύριο.
του Θεού, οι πετυχημένοι χριστιανοί και η ζωή και ο λόγος τους μας αποκαλύπτουν το φρόνημα που πρέπει να έχουμε κι εμείς και τον τρόπο με τον οποίο να ζούμε για να προχωρούμε σωστά και να φτάσουμε ή κατά το δυνατόν να πλησιάσουμε εκεί που έφτασαν εκείνοι. Και σήμερα, ο Όσιος Θεόδουλος, αλλά και ο ίσος προς αυτόν Κορνήλιος, έρχονται να μας τονίσουν κάτι το πολύ βασικό και απαραίτητο για την πνευματική ζωή, την αυταπάρνηση και αυτοθυσία. Ο άνθρωπος πρέπει να έχει συνεχή κοινωνία με το Θεό. Αυτό είναι εντελώς απαραίτητο εφόσον ο Θεός είναι η πηγή της υπάρξεως και της ζωής του. Γι' αυτό πρέπει να Τον αγαπά κατά τον Λόγο του Κυρίου,
εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της διανοίας και εξ όλης της ισχύος. Ο Θεός να είναι το κέντρο της υπάρξεως και το κέντρο της ζωής του και να ζει για το Θεό. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος θα κάνει κέντρο τον εαυτό του, θα εμπιστεύεται τη γνώμη του και τις δυνάμεις του, θα κάνει τα θελήματα τα δικά του, θα ζει για τον εαυτό του και τα λοιπά, βρίσκεται σε παθολογική κατάσταση, στην κατάσταση της αμαρτίας, διακόπτει την κοινωνία του με το Θεό, αυτονομείται, αυτοκαταστρέφεται. Επομένως, χρειάζεται η αντίστροφη κίνηση, η απαγκίστρωση από τον εαυτό μας, η άρνηση του εαυτού μας. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν,
απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού». Αυτή την αυταπάρνηση επέδειξαν ο Όσιος Θεόδουλος και ο Κορνήλιος και έτσι σήκωσαν ο μεν το σταυρό της λατρείας του Θεού, ο δε της αγάπης προς τον άνθρωπο, και έτσι έκαναν κέντρο της ζωής τους το Θεό. Αυτή την αυταπάρνηση και αυτοθυσία είθε να επιδείξουμε κι εμείς και να μπορούμε να λέμε το του Αποστόλου Παύλου: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός».
Αγγλική μετάφρασηEN · 12 παράγραφοι
Today, December 3, our Church commemorates Saint Zephaniah the Prophet; Saint Theodore the Hieromartyr, Archbishop of Alexandria; Saint Theodoulos of Cyprus; Saint Theodoulos, the former prefect; Saint John the Hesychast, Bishop of Cologne; the holy martyrs Agapios, Seleukos, and Mamas; Saint Gabriel the Hieromartyr, Bishop of Ganou and Chora; and Saint Angelis the New Martyr.
The Prophet Zephaniah, whose name means “Watchtower of the Lord,” was the son of Cushi, of the tribe of Simeon. He lived six hundred years before Christ, in the time of Josiah, king of Judah. God gave him the gift of prophecy. He foretold the fall of Jerusalem and the destruction of the Jews. He also foretold that God’s chosen people would come from the Gentiles, who worshipped idols, and that Christ would judge every rational being and repay each one according to their deeds. While Josiah was still a child, Zephaniah taught him to revere God, to be kind and modest in his conduct, and, in general,
instilled in his soul a longing for every virtue. His prophecy has three chapters. In the third, he foretells the coming of Christ the Savior. His prophecies called Israel to metanoia, to repentance, comforted the faithful, and assured them that justice would prevail in the end. “Therefore wait for me,” says the Lord, “until the day I rise to bear witness. For my judgment is upon the gathering of the nations. In the fire of my zeal, the whole earth shall be consumed.” When he died, he was buried on his own land, awaiting the universal resurrection at the Second Coming of the Lord. Thank you.
The Hieromartyr Theodore was Archbishop of Alexandria. The city’s pagan inhabitants fiercely persecuted Christians and led many to martyrdom. This great Theodore was among them. When the pagans learned that he believed in Christ, confessed Him, and proclaimed Him to be true God, they attacked him in anger. They tortured him severely, wove a crown of thorns and placed it on his head, as they had done to the Lord. They struck him, mocked him, and made sport of him. Then they threw him into the sea, but he came out unharmed. After that, by order of the ruler, they beheaded him.
Theodoulos, the former prefect, lived in the time of Theodosius the Great, in the fourth century after Christ. He held the rank of patrician and served as praetorian prefect. He was married and lived a disciplined life. But when he saw the greed and plundering of those around the imperial court, he gave up his office. After his wife died, he distributed his considerable wealth to the poor, left Constantinople, and went to Edessa in Mesopotamia. There he became a monk, climbed onto a pillar, and remained on it for thirty full years. Every Sunday he received the Body and Blood of Christ and ate antidoron, the blessed bread distributed after the Divine Liturgy. Beyond that, he ate nothing
else. In this way, God granted him extraordinary gifts. Once, he was troubled by the thought of whom he resembled in virtue, and he asked God to answer him. He heard a voice telling him that he was like Cornelius, a mime and actor known as Pandouros, who lived in Damascus.
At the prompting of the devil, the enemy of our souls, this comparison greatly disturbed him. So he set out for Damascus. He found Cornelius, fell at his feet, and asked him how he lived. Cornelius said that he was a sinful man with no virtue at all. But when the elder persisted, he finally said: “Father, from my youth I kept company with mimes and dancers and earned my living through that degrading trade. But when I became aware of my many sins and thought about what I would face at the coming judgment, I left my old, sinful way of life. As best I could, I tried to live purely and give alms to the poor. That is all I know about myself.” The elder kept asking him to speak of his other virtues, so Cornelius continued: “A short time ago, holy Father, a woman rich in virtue and self-control married a man who
was ruled by the passions and lived recklessly. He squandered both her wealth and his own, along with a great deal of borrowed money. So he was thrown into prison, and his wife was overwhelmed with sorrow. Seeing her wretched husband in danger there, and pressed by her circumstances, she began, with great embarrassment, to beg. Because she was very beautiful, she was also in danger of being drawn into adultery. When I met her and learned why she was wandering from place to place, I felt deep compassion for her. I wept and asked how much they owed. She told me it was four hundred coins. I counted what I had,
and found that I had two hundred and thirty coins. Since that was not enough to pay her debt, I sold some ornaments and my finest clothes. When I had gathered four hundred coins, I placed them in her hands and said, ‘Take this and free your husband from prison. Pray with all your heart to the Lord who loves mankind, that He may have mercy on me, a sinner, on the day of judgment.’” When Theodoulos heard this, he thanked God, returned to his pillar, and climbed back up. He lived a little longer, then departed to the Lord with good hope.
Those who belong to God, Christians who have lived faithfully, reveal by their lives and words the attitude we too must have, and how we must live if we are to advance on the right path and come as close as we can to where they have reached. Today, Saint Theodoulos and Cornelius, his equal in virtue, draw our attention to something essential in the spiritual life: self-denial and self-sacrifice. A person must remain in constant communion with God. This is essential, because God is the source of our existence and our life. That is why we must love Him, according to the word of the Lord,
with all our heart, all our soul, all our mind, and all our strength. God must be the center of our existence and our life, and we must live for Him. When we make ourselves the center, trust our own opinions and abilities, follow our own desires, and live for ourselves, we enter an unhealthy state: the state of sin. We break our communion with God, set ourselves apart from Him, and destroy ourselves. So we need to turn the other way, to let go of ourselves and deny ourselves. “Whoever wishes to come after me,
let him deny himself, take up his cross, and follow me.” Saint Theodoulos and Cornelius showed this self-denial. Theodoulos bore the cross of devotion to God, and Cornelius the cross of love for his fellow human beings. In this way, they made God the center of their lives. May we too show such self-denial and self-sacrifice, so that we can say with the Apostle Paul: “It is no longer I who live, but Christ who lives in me.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\03 12.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.