Κυριακή του Θωμά και η ζωντανή μαρτυρία της Ανάστασης
Η Κυριακή του Θωμά ανανεώνει τον εορτασμό της Ανάστασης του Χριστού την όγδοη ημέρα μετά το Πάσχα, ως σημείο της ατελεύτητης ημέρας του μέλλοντος αιώνα. Ο Χριστός μπήκε από κλειστές θύρες, πρόσφερε ειρήνη και έδειξε στους μαθητές τα τραύματα που τον ταυτίζουν ως σταυρωμένο Κύριο.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Κυριακή του Θωμά ανανεώνει τον εορτασμό της Ανάστασης του Χριστού την όγδοη ημέρα μετά το Πάσχα, ως σημείο της ατελεύτητης ημέρας του μέλλοντος αιώνα.
- Ο Χριστός μπήκε από κλειστές θύρες, πρόσφερε ειρήνη και έδειξε στους μαθητές τα τραύματα που τον ταυτίζουν ως σταυρωμένο Κύριο.
- Απών από εκείνη τη συνάντηση, ο Θωμάς είπε ότι θα πιστέψει μόνο αφού δει και αγγίξει τα τραύματα του Χριστού.
- Οκτώ ημέρες αργότερα, ο Χριστός κάλεσε τον Θωμά να εξετάσει τα τραύματά του, και ο Θωμάς ομολόγησε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου».
- Η ομολογία του Θωμά διακηρύσσει τον Ιησού Χριστό ως άνθρωπο και ως Θεό, ενώ ο Χριστός μακαρίζει όσους πιστεύουν χωρίς να δουν.
- Οι απόστολοι και οι άγιοι έγιναν μάρτυρες της Ανάστασης μέσω του Αγίου Πνεύματος και της βιωμένης εμπειρίας τους για τον Χριστό.
- Η ομιλία κλείνει καλώντας τους πιστούς να μετάσχουν στη ζωή του Χριστού, ώστε η Ανάστασή του να γίνει παρούσα πραγματικότητα για εκείνους.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 12 παράγραφοι
Ίδια μέρα, Δεύτερη Κυριακή από το Πάσχα, τα εγκαίνια εορτάζομε της του Χριστού Αναστάσεως και την του Αγίου Αποστόλου Θωμά ψηλάφιση.
Δεξιά, την ζωοπάροχόν σου πλευράν ο Θωμάς εξηρεύνησε, Χριστέ ο Θεός· συγκεκλεισμένων γαρ των θυρών ως εισήλθες, συν τοις λοιποίς Αποστόλοις εβόα σοι: Κύριός μου υπάρχεις και Θεός μου. Εγκαίνια, δηλαδή μνεία, ανάμνηση σημαντικών γεγονότων, ήταν συνήθεια στους Εβραίους να γίνονται κάθε έτος για να μην λησμονούνται τα μεγάλα και εξαίσια έργα, των οποίων η ενθύμηση γινόταν αιτία διδασκαλίας και σωτηρίας. Για το λόγο αυτό οι Εβραίοι έκαναν το Πάσχα για πρώτη φορά στα Γάλγαλα, εγκαινίζοντας, δηλαδή ανακαλώντας στη μνήμη τους την παράδοξη διάβαση της Ερυθράς Θαλάσσης, στην οποία είδαν τους Αιγυπτίους να τους σκεπάζει το νερό.
Θαυμαστό που ενήργησε η παντοδύναμη δεξιά του Υψίστου. Για το λόγο αυτό εγκαινιζόταν και η σκηνή του μαρτυρίου και λαμπρά εορταζόταν και η Βασιλεία του Δαβίδ και άλλα σημαντικά. Επειδή από όλα τα γεγονότα της Αγίας μας Πίστεως υπερμέγιστο είναι η Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, γι' αυτό όχι μόνο μια φορά κάθε χρόνο την εγκαινίζουμε και την εορτάζουμε, αλλά και κάθε οκτώ μέρες. Πρώτος λοιπόν εγκαινισμός της Αναστάσεως είναι η παρούσα Κυριακή, η οποία μπορεί να λέγεται και πρώτη και ογδόη. Ογδόη μεν ως όγδοη μέρα από το Πάσχα, πρώτη δε ως αρχή των άλλων Κυριακών. Επίσης, ογδόη πάλι ονομάζεται
εικόνα και τύπος της ατελεύτητης ημέρας εκείνης του μέλλοντος αιώνος, η οποία και πρώτη και μία θα είναι, διότι νύχτα δεν θα τη διαδεχθεί. Και αυτά μεν σχετικά με τα εγκαίνια. Η δε υπόθεση η σχετική με τον Απόστολο Θωμά έχει ως εξής. Ο Κύριος ήλθε ούσης οψίας, δηλαδή αργά την εσπέρα, επειδή για τον φόβο των Ιουδαίων ιδιαίτερα την εσπέρα μαζεύονταν οι μαθητές και ο Χριστός ήλθε την ώρα εκείνη για να τους βρει όλους μαζεμένους. Αγγέλος, εισήλθε δε των θυρών κεκλεισμένων, πρώτον για να μην χτυπήσει και ταράξει τους μαθητές, δεύτερον για να δουν την Ανάσταση και να πιστεύσουν, τρίτον για να διδάξει ότι πρέπει
σ' εκείνους έρχεται που κρατούν κλεισμένες τις θύρες του οίκου της ψυχής τους, δηλαδή τις αισθήσεις του σώματος, για να μην εισέρχεται η αμαρτία. Όπως δεν βγήκε κατά την Ανάστασή του από τον σφραγισμένο, τον κλειστό τάφο, έτσι και πέρασε τις κλεισμένες θύρες.
Στάθηκε δε στο μέσον για να βλέπουν όλοι ανεμπόδιστα Αυτόν, τα χέρια και την πλευρά Του. Είπε δε «Ειρήνη υμίν», διότι την ειρήνη κατόρθωσε να φέρει, την ειρήνη του ανθρώπου με το Θεό, του ανθρώπου με τον συνάνθρωπό του, του ανθρώπου με τον εαυτό του. Τους έδειξε δε τα χέρια για να δουν των καρφιών τα τυπώματα και την πλευρά για να δουν το κέντημα της λόγχης και έτσι να βεβαιωθούν αυτός τον οποίο έβλεπαν ήταν αυτός που έπαθε, σταυρώθηκε και λογχεύθηκε. Χάρηκαν δε οι μαθητές βλέποντες τον Κύριο κατά το λόγο του «Πάλιν δε όψομαι υμάς και χαρήσεται υμών η καρδία και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ' υμών». Τότε ο Απόστολος Θωμάς συνέβη να λείπει από τη συνοδεία των άλλων μαθητών, λοιπόν, κατ' οικονομία για καλύτερη διαπίστωση της Αναστάσεως του Χριστού. Μετά έλεγαν οι μαθητές στο Θωμά «Εωράκαμε τον Κύριο», «Είδαμε τον Κύριο». Αυτός δε έλεγε ότι «Εάν δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά του και το δάκτυλό μου στον τύπο των ήλων, δεν θα πιστεύσω». Γιατί η τόση και τέτοια απιστία; Πολύ πιθανόν για να μαρτυρεί και
να κηρύττει στον κόσμο ο Απόστολος Θωμάς, όχι μόνο ό,τι άκουσε, αλλά και ό,τι είδε και ψηλάφισε, να διδάξει και ως ακροατής και ως αυτόπτης μάρτυς. Γι' αυτό ο φιλάνθρωπος, ο ετάζων καρδίας και νεφρούς, λαμβάνει ιδιαίτερη φροντίδα για να πληροφορήσει αυτόν και μαζί με αυτόν και όλη την οικουμένη. Μετά από οκτώ μέρες, την αμέσως επόμενη Κυριακή, έγινε η ίδια εμφάνιση του Χριστού, απαράλλαχτη με την προηγούμενη, κατά την οποία απάντησε σε όσα είπε ο Θωμάς, για να δείξει ότι όλα τα γνωρίζει. Μετά προσκάλεσε το Θωμά να ψηλαφίσει λέγοντας: «Φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και
βάλε εις την πλευράν μου». Κατόπιν δε τον νουθέτησε λέγοντας: «Μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός». Αποκρίθηκε δε ο Θωμάς: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Με το «Ο Κύριός μου» ομολογεί την ανθρώπινη φύση. Με το «Ο Θεός μου» ομολογεί τη φύση της θεότητος. Ενώνοντας δε και τα δυο, ομολογεί τη μία υπόσταση, τον ένα και τον αυτό Χριστό, Θεό και Άνθρωπο. Ο δε Κύριος πρόσθεσε στο Θωμά ότι «εώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Προηγουμένως είχε μακαρίσει τους Αποστόλους, διότι είδαν αυτόν και τα θαυμάσιά του, λέγοντας: «Υμών δε μακάριοι οι οφθαλμοί, ότι βλέπουσι τα ώτα υμών ότι ακούουσι. Αμήν γαρ λέγω υμίν, ότι πολλοί προφήται και δίκαιοι επεθύμησαν ιδείν α βλέπετε και ουκ είδον, και ακούσαι α ακούετε και ουκ ήκουσαν». Για να μην νομίσουμε δε ότι μόνο οι ιδόντες και πιστεύσαντες εκείνοι είναι μακάριοι και για να πληροφορήσει όλους όσους μετά από αυτά δεν είδαν αλλά πίστευσαν ότι και αυτοί είναι άξιοι του ίδιου μακαρισμού, είπε το «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Δίδυμος δε λέγεται ο Θωμάς είτε διότι γεννήθηκε μαζί με άλλον, είτε διότι είχε κολλημένους τους δύο δακτύλους, είτε διότι δίστασε στην Ανάσταση. Η φανέρωση αυτή του Αναστημένου Χριστού είναι Αναστημένου Χριστού, η πρώτη του φανέρωση
η δεύτερη που έγινε σε όλους τους μαθητές του, ακολούθησαν και άλλες, συνολικά 11 τον αριθμό μέχρι την ανάληψή του, με τις οποίες πείθει κάθε καλοπροαίρετο ότι αυτός είναι ο νικητής του θανάτου και αρχηγός της όντως ζωής.
Οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες, μακάριοι όσοι είδαν και άκουσαν τον Αναστημένο Χριστό, όσοι με τις σωματικές αισθήσεις γνώρισαν την Ανάσταση του Χριστού, μακάριοι και όσοι με την πίστη δέχτηκαν το γεγονός, βεβαιώθηκαν για το ιστορικό γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου. Μακαριότεροι όμως όσοι με την έμπρακτη πίστη έγιναν μέτοχοι της Αναστάσεως του Χριστού, έλαβαν τη χάρη του Χριστού, έλαβαν και ζουν τη ζωή του Χριστού. Για αυτούς η Ανάσταση δεν είναι ένα γεγονός το οποίο μόνο κάποτε συνέβη, αλλά βιώνεται και τώρα. Την Ανάσταση δεν έζησε μόνο ο Χριστός, αλλά την ζουν και αυτοί.
Έχουν και βλέπουν μέσα τους τον Αναστημένο Χριστό. Αυτοί πέρασαν από το θάνατο στη ζωή. Οι Άγιοι Απόστολοι με την επέλευση του Πνεύματος του Αγίου κατά την Πεντηκοστή έκαναν την Ανάσταση του Κυρίου και δική τους Ανάσταση και έτσι απέκτησαν εσωτερική βεβαιότητα της Αναστάσεως και ο λόγος τους ήταν μαρτυρία ζωής και αναστάσεως. «Η ζωή εφανερώθη, και εωράκαμεν και μαρτυρούμεν και απαγγέλλομεν υμίν, ο εωράκαμεν και ακηκόαμεν απαγγέλλομεν υμίν». Κάτι παρόμοιο έγινε και στους άλλους Αγίους της Εκκλησίας μας. Αυτοί οι αναστημένοι είναι οι πιο αυθεντικοί κήρυκες της Αναστάσεως.
Η Ανάσταση του Χριστού έχει αξία για μας, διότι αποτελεί την απαρχή της Αναστάσεως των ανθρώπων, μας δίνει τη δυνατότητα να αναστηθούμε και εμείς. Και οι αναστημένοι Άγιοι έρχονται με την προσωπική τους περίπτωση και μας επιβεβαιώνουν ότι πράγματι ο άνθρωπος μπορεί να αναστηθεί. Μακάρι και εμείς να αξιοποιήσουμε και να πραγματοποιήσουμε αυτή τη δυνατότητα, να γίνουμε μέτοχοι της Αναστάσεως, της Ζωής του Χριστού.
Αγγλική μετάφρασηEN · 12 παράγραφοι
On this day, the second Sunday after Pascha, we celebrate the renewal of the feast of Christ’s Resurrection and Saint Thomas the Apostle’s touching of His wounds.
Thomas examined Your life-giving side with his right hand, O Christ our God. For when You entered though the doors were shut, he cried out with the other Apostles, “You are my Lord and my God.” Among the Jews, it was customary to commemorate important events every year, so that God’s great and wondrous works would not be forgotten. Remembering them became a source of teaching and salvation. For this reason, the Jews celebrated Pascha for the first time at Gilgal, recalling their wondrous passage through the Red Sea, where they saw the waters cover the Egyptians.
What a wonder the almighty right hand of the Most High had worked! For the same reason, the tabernacle was dedicated, the reign of David was celebrated with splendor, and other great events were commemorated. Of all the events of our holy faith, the greatest is the Resurrection of our Lord Jesus Christ. So we renew its celebration not only once a year, but every eight days. This Sunday is the first renewal of the feast of the Resurrection. It can be called both the first day and the eighth: the eighth day after Pascha, and the first day of the Sundays that follow. It is also called the eighth day because it is
an image and foreshadowing of the endless day of the age to come. That day will be both the first and the only day, for no night will follow it. That is the meaning of this renewal of the feast. Now the account of the Apostle Thomas goes like this. The Lord came late in the evening. The disciples gathered especially at that hour because they feared the Jews, and Christ came then to find them all together. He entered though the doors were locked: first, so that knocking would not startle the disciples; second, so that they might see His Resurrection and believe; and third, to teach that He comes
to those who keep the doors of the house of their soul closed—that is, who guard their bodily senses so that sin cannot enter. Just as He came forth at His Resurrection from the sealed tomb, He also passed through the locked doors.
He stood in their midst so that everyone could see Him clearly, along with His hands and His side. He said, “Peace be with you,” because He had brought peace: peace between humanity and God, between one person and another, and within each person. He showed them His hands so they could see the marks of the nails, and His side so they could see the wound made by the spear. Thus they could be sure that the one before them was the same Lord who had suffered, been crucified, and been pierced. The disciples rejoiced when they saw the Lord, as He had said: “I will see you again, and your hearts will rejoice, and no one will take your joy from you.” The Apostle Thomas was absent from the other disciples that day. In God’s providence, this would lead to still clearer confirmation of Christ’s Resurrection. Later the disciples told Thomas, “We have seen the Lord.” But he said, “Unless I put my hand into His side and my finger into the mark of the nails, I will not believe.” Why such deep disbelief? Very likely so that the Apostle Thomas might bear witness
and proclaim to the world not only what he had heard, but also what he had seen and touched. He would teach both as one who had heard and as an eyewitness. So the Lord, who loves mankind and searches hearts and minds, took special care to assure Thomas, and through him the whole world. Eight days later, on the following Sunday, Christ appeared again in exactly the same way. He answered what Thomas had said, showing that He knew it all. Then He invited Thomas to touch Him, saying, “Bring your finger here and see My hands; bring your hand and
put it into My side.” Then He urged him, “Do not be unbelieving, but believe.” Thomas answered, “My Lord and my God.” By saying “my Lord,” he confessed Christ’s human nature. By saying “my God,” he confessed His divine nature. Holding the two together, he confessed one hypostasis, one person: the one and same Christ, God and man. The Lord then said to Thomas, “Because you have seen Me, you have believed. Blessed are those who have not seen and yet have believed.” Earlier He had called the Apostles blessed because they saw Him and His wonders: “Blessed are your eyes, for they see, and your ears, for they hear. Amen, I say to you, many prophets and righteous people longed to see what you see and did not see it, and to hear what you hear and did not hear it.” So that we would not think only those who saw and believed were blessed, He assured all who would believe without seeing that they, too, share in that blessing. That is why He said, “Blessed are those who have not seen and yet have believed.” Thomas is also called the Twin: perhaps because he was born with a twin, perhaps because two of his fingers were joined, or perhaps because he hesitated to believe in the Resurrection. This was another appearance of the risen Christ.
It was the second time He appeared to all His disciples, and other appearances followed—eleven in all before the Ascension. Through them, He convinces everyone willing to receive the truth that He has conquered death and is the source of true life.
“Blessed are those who have not seen and yet have believed.” Blessed are those who saw and heard the risen Christ, who knew of Christ’s Resurrection through their bodily senses. Blessed, too, are those who accepted it through faith and became certain that the Lord’s Resurrection truly happened. But more blessed still are those whose faith is lived out: they have come to share in Christ’s Resurrection, received His grace, and now live His life. For them, the Resurrection is not only something that happened long ago. They experience it now. Christ is not the only one who has lived the Resurrection; they live it too.
They know and see the risen Christ within themselves. They have passed from death to life. When the Holy Spirit came upon the Holy Apostles at Pentecost, the Lord’s Resurrection became their own resurrection as well. They gained an inward certainty of the Resurrection, and their words became a witness to life and resurrection: “The life was revealed, and we have seen and bear witness and proclaim to you. What we have seen and heard, we proclaim to you.” Something similar happened to the other Saints of our Church. Those who have risen in this way are the truest preachers of the Resurrection.
Christ’s Resurrection matters to us because it is the beginning of humanity’s resurrection and makes it possible for us to rise as well. The risen Saints confirm through their own lives that a human being truly can rise. May we, too, embrace this possibility and make it real, becoming sharers in the Resurrection and in the life of Christ.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
14 ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΥ\KYR THOMA.mp3
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.