Ο Θεόδωρος και ο Θεοφάνης υπερασπίζονται τις ιερές εικόνες κατά την εικονομαχία
Μεγαλωμένοι σε ευσεβή οικογένεια στην Παλαιστίνη, οι αδελφοί Θεόδωρος και Θεοφάνης σπούδασαν στη Μονή του Αγίου Σάβα, όπου ο Θεόδωρος αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων τους έστειλε να παροτρύνουν τον αυτοκράτορα Λέοντα Ε' να αποκαταστήσει την τιμή των ιερών εικόνων.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Μεγαλωμένοι σε ευσεβή οικογένεια στην Παλαιστίνη, οι αδελφοί Θεόδωρος και Θεοφάνης σπούδασαν στη Μονή του Αγίου Σάβα, όπου ο Θεόδωρος αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
- Κατά τη διάρκεια της εικονομαχίας, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων τους έστειλε να παροτρύνουν τον αυτοκράτορα Λέοντα Ε' να αποκαταστήσει την τιμή των ιερών εικόνων.
- Όταν αρνήθηκαν να αποδεχθούν τη θέση του αυτοκράτορα, οι αδελφοί υπέμειναν ξυλοδαρμούς, στερήσεις και εξορία.
- Επί αυτοκράτορα Θεόφιλου υπέστησαν περαιτέρω φυλάκιση και βασανιστήρια, και στίχοι που τους καταδίκαζαν σημαδεύτηκαν στα πρόσωπά τους.
- Ο Θεόδωρος πέθανε εν εξορία το 838· ο Θεοφάνης τον τίμησε με ύμνους και αργότερα επέστρεψε μετά την αποκατάσταση των εικόνων.
- Ο Θεοφάνης έγινε Μητροπολίτης Νικαίας και συνέθεσε ύμνους για την Εκκλησία, ενώ τα λείψανα του Θεοδώρου μεταφέρθηκαν στη Χαλκηδόνα.
- Η ομιλία διδάσκει ότι η τιμή σε μια εικόνα τιμά το πρόσωπο που απεικονίζει και βεβαιώνει την πραγματική ενανθρώπηση του Χριστού, και καλεί σε σταθερότητα στην ορθόδοξη πίστη και πράξη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι
Όσιοι οι πατέρες μας Θεοφάνης και Θεόδωρος, οι επιλεγόμενοι Γραπτοί, είχαν γονείς ευσεβείς, οι οποίοι κατοικούσαν στην Παλαιστίνη κατά τις αρχές του ενάτου αιώνος, καλλιεργούσαν δε την αρετή της φιλοξενίας. Σπούδασαν και έγιναν κάτοχοι της σοφίας της εσωτερικής, δηλαδή της χριστιανικής, αλλά και της εξωτερικής των Ελλήνων. Από τους δύο αυτούς μεγαλύτερος ήταν ο Θεόδωρος, ο οποίος από παιδί είχε τόση γνώση, ώστε όλοι τον θαύμαζαν. Καθημερινά τον έβλεπαν στην εκκλησία, ήταν δε συνετός και φρόνημος. Βλέποντας οι γονείς του να έχει τις αρετές αυτές, τον έβαλαν στη Μονή του Αγίου Σάβα για να μάθει τα γράμματα. Όταν ήλθε στην κατάλληλη ηλικία και ο Θεοφάνης,
έβαλαν και αυτόν στο ίδιο μοναστήρι για να μάθει κι αυτός τα ιερά γράμματα. Ο μικρότερος έβλεπε τον μεγαλύτερο και τον μιμούνταν στις πράξεις και τις αρετές. Αργότερα ο Θεόδωρος, για να μάθει ανώτερα μαθήματα, βγήκε από το μοναστήρι, μετά δε το τέλος των σπουδών του επέστρεψε σ' αυτό, όπου για την ενάρετή του διαγωγή και με θεία νεύση τον χειροτόνησαν πρεσβύτερο.
Όταν δε έλαβε το αξίωμα της ιεροσύνης, πρόοδευσε ακόμη περισσότερο στις αρετές, κατά δε τον ζήλο του Θεού ήταν θερμότατος, τόσο ώστε κινδύνευσε για την εικόνα του Δεσπότου Χριστού και υπέμεινε πολλές ταλαιπωρίες και βασανιστήρια. Αλλά ας πούμε τα πράγματα από την αρχή. Πολλούς πολέμους, πολλές φορές ο πονηρός ξεσήκωσε εναντίον μας ο μισόκαλος για να μας στερήσει την ουράνια μακαριότητα. Πολλούς βασιλείς τους γκρέμισε στην ειδωλολατρία και άλλους τους παρότρυνε στην εικονομαχία, παρερμηνεύοντας και διαστρέφοντας τις θείες γραφές ως πονηρός και ανθρωποκτόνος. Διότι βλέποντας ότι δεν μπορούσε πλέον να φέρει τους ανθρώπους στην τέλεια άρνηση της πίστεως, τους έριξε στην πλάνη. Και πλάνησε όχι μόνο τους απλούστερους, αλλά ακόμη και αυτούς τους βασιλείς. Ήταν δε τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο Λέων ο Αρμένιος, ο οποίος με λύσσα στράφηκε ενάντια στις Άγιες εικόνες.
Έδιωξε από τους θρόνους τους ορθοδόξους αρχιερείς και ανέβασε ομόφρονές του. Γι' αυτό ο Θεός παραχώρησε οι Άραβες να καταλάβουν και να αιχμαλωτίσουν πολλές πόλεις και μοναστήρια, μεταξύ των οποίων και του Αγίου Σάβα. Αυτά βλέποντας ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων και από θείο ζήλο κινούμενος σκέφτηκε να στείλει ένα ή δύο πατέρες ενάρετους και μορφωμένους για να αποδείξουν με μαρτυρίες της Θείας Γραφής το λανθασμένο της γνώμης του Αυτοκράτορα και να τον νουθετήσουν για να πάψουν τα σκάνδαλα. Ως κατάλληλος γι' αυτό το έργο βρέθηκε και στάλθηκε ο Θεόδωρος, ο οποίος πήρε μαζί του τον Θεοφάνη ως αδελφό και ομόφρονα. Παρουσιάστηκαν λοιπόν στον Βασιλέα και τον παρακίνησαν με αγάπη και αποδείξεις από τη Γραφή να εγκαταλείψει την πλάνη. Θαύμασε ο Βασιλέας την παρρησία των Αγίων και τη σοφία τους. Η συζήτηση συνεχίστηκε για πολλή ώρα.
Και οι Άγιοι με τους λόγους τους νίκησαν τον βασιλέα, εκείνος δεν πείστηκε, αλλά αντίθετα προσπάθησε με κολακίες να τους σύρει στην αίρεσή του. Οι Όσιοι τον έλεγξαν, εκείνος δε θύμωσε και πρόσταξε να τους δείρουν άσπλαχνα. Ο Θεόδωρος και ο Θεοφάνης υπέμειναν τους δαρμούς με αξιοθαύμαστη καρτερία. Βασανίστηκαν όχι μόνο μια, αλλά και άλλες φορές. Τέλος εξορίστηκαν με την εντολή να μην τους δοθεί καμιά τροφή ή ένδυμα για να πεθάνουν από τη στέρηση των αναγκαίων. Όμως ο ανελεήμων και άδικος δικαστής φονεύτηκε κατά την ημέρα των Χριστουγέννων από τον Μιχαήλ τον Τραυλό και ανακουφίστηκαν λίγο από την κακουχία τους οι εξόριστοι. Τον Μιχαήλ διαδέχθηκε ο γιος του Θεόφιλος, ο οποίος πολλούς από τους Ορθοδόξους φυλάκισε ή
τους προξένησε άλλες κακώσεις για την ευσέβεια. Τους δε αυταδέλφους Θεόδωρο και Θεοφάνη τους μαστίγωσε, τους χτύπησε στο πρόσωπο και γενικώς τους βασάνισε πολύ. Αλλά αυτοί όλα τα υπέμειναν για την αγάπη του Χριστού, γενόμενοι κατά τον Θείο Παύλον θέατρον και αγγέλοις και ανθρώποις. Μετά από αυτά και την επίδειξη μεγάλης υπομονής και καρτερίας, εξορίστηκαν στο νησί Αφουσία της Προποντίδας. Ποιος μπορεί δε να διηγηθεί τις ταλαιπωρίες τις οποίες υπέστησαν οι Άγιοι στη φοβερή εκείνη εξορία, τις φυλακές, την πείνα, το καύμα του ηλίου, το ψύχος της νύχτας, τους ραβδισμούς, τα κατά πρόσωπο ραπίσματα;
Πρόσταξε ο τύρανος εκείνους μόνον από όλους τους άλλους εξορισμένους να τους φέρουν στο παλάτι σε μια νέα προσπάθεια να τους αλλάξει το φρόνημα. Το τι υπέστησαν εκεί για τις Άγιες εικόνες, το διηγείται ο Μακάριος Θεόδωρος σε μια του επιστολή. «Φτάσαμε στο Βυζάντιο στις 8 Ιουλίου και μας φυλάκισαν στο Πραιτώριο. Μετά από έξι μέρες, μας έβγαλε ο Έπαρχος και μας οδήγησε στον Βασιλέα, ο οποίος ήταν πολύ θυμωμένος. Πριν δε να μας ρωτήσει κάτι, πρόσταξε να μας δείρουν στις όψεις, κι έτσι τόσο χτύπησαν στο πρόσωπό μου, ώστε έπεσα κάτω, μην μπορώντας να στέκομαι όρθιος. Τότε μας ρώτησε ο Βασιλέας λέγοντας: “Γιατί ήρθατε σε εμάς, αναιδέστατοι;” Λέγοντας αυτά μας παρατηρούσε με βλέμμα άγριο, έχοντας δε στο χέρι του χαρτί.»
Είπε προς τον έπαρχο: «Λάβε αυτούς και χάραξε στα πρόσωπά τους τους στίχους αυτούς. Έπειτα παράδωσέ τους σε δύο Σαρακηνούς να τους πάνε στη χώρα τους». Είπε αυτά και έδωσε το χαρτί στον έπαρχο.
Μας διάβασαν τους στίχους, στους οποίους υπήρχαν κατηγορίες πλάνης, δεισιδαιμονίας, απιστίας, μας ξέντυσαν και έδειραν πρώτα εμένα στη ράχη και στο στήθος ανελεώς, εγώ δε ώρα πολύ μαστιγούμενος φώναζα λέγοντας «Δε φταίξαμε στη βασιλεία σου» και πάλι «Κύριε ελέησον» και «Αγία Θεοτόκε, βοήθησον». Έπειτα έδειραν και τον αδελφό μου Θεοφάνη, ο οποίος όμοια προσευχόταν επικαλούμενος τη Θεία Βοήθεια. Αφού μας έδειραν όσο ήθελαν, μας έβαλαν στο Πραιτώριο. Μετά τέσσερις μέρες μας έφεραν στον έπαρχο, ο οποίος απειλούσε να μας υποβάλει σε φρικτά βασανιστήρια και να χαράξει τους δώδεκα στίχους στις όψεις μας και να μας παραδώσει στους Σαρακηνούς κατά το βασιλικό πρόσταγμα. Εμείς δε του αποκρινόμασταν ότι είμαστε έτοιμοι να υπομείνουμε μύριους θανάτους παρά να συγκοινωνήσουμε μαζί τους στην αίρεση, και αν μας βγάλουν τα μάτια, και αν μας κάψουν στη φωτιά, και αν μας παραδώσουν σε άλλη φοβερότερη βάσανο. Τότε λοιπόν, αφού είδαν το αμετάθετο της γνώμης μας, μας σφράγισαν με το πυρωμένο μέταλλο, στο οποίο ήταν τυπωμένοι οι στίχοι, και πονέσαμε αφάνταστα από το φοβερό εκείνο μηχάνημα. Μας βασάνιζαν μέχρι που νύχτωσε και έπαυσαν.
Εμείς δε είπαμε στον έπαρχο: «Γνώριζε με βεβαιότητα ότι όταν πάμε στον Παράδεισο και μας δούνε τα χερουβείμ θα ευλαβηθούν τις όψεις μας και θα μας κάνουν τόπο να εισέλθουμε ευφραινόμενοι, επειδή ποτέ κανένας άλλος δεν αξιώθηκε όπως εμείς να χαράξουν για τον Δεσπότη Χριστό την όψη του». Αφού δε τους τιμώρησαν με τέτοιο πρωτοφανή και απάνθρωπο τρόπο για την προσκύνηση των Αγίων εικόνων και ενώ έτρεχαν ακόμη τα αίματα από τα πρόσωπά τους, τους φυλάκισαν. Έπειτα τους εξόρισαν στην Αμάσεια της Βιθυνίας με προσταγή του βασιλέα να μην τους θάψουν μετά τον θάνατο αλλά να μείνουν έτσι για να καταφρονηθούν. Βασανίζονταν λοιπόν οι μακάριοι στη φοβερή εκείνη εξορία επί πολύ καιρό.
Πολιτεύονταν ενάρετα και ορθόδοξα και με τόση εγκράτεια, ως αν να ήσαν ασώματοι άγγελοι. Εκεί ο μακάριος Θεόδωρος αρρώστησε από τα γερατιά και την κακοπάθεια της φυλακής. Κατά δε την ημέρα κατά την οποία θανατώθηκε για τον Δεσπότη Χριστό ο πρώτος των μαρτύρων Στέφανος, τότε και ο ζηλωτής εκείνου και μάρτυς κατά την προαίρεση Θεόδωρος παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Αγίου Θεού, τον οποίο με όλη του την ψυχή πόθισε, κατά το έτος 838. Ο μακάριος αδελφός και ομόζηλος του Θεοδώρου Θεοφάνης τίμησε με εγκώμια κι άσματα το ιερό εκείνο λείψανο, προς το τέλος δε του κανόνος τον οποίο έγραψε και ο οποίος ψάλλεται την 27η Δεκεμβρίου
παρακαλεί να δέεται στον Θεό να τους δώσει ίση δόξα στον Παράδεισο, επειδή ήσαν ομόφρονες και ομόγνωμοι και έπαθαν μαζί τις θλίψεις και τα βάσανα. «Ύμνον τω Δεσπότη προσφέρων, μάκαρ, δυσώπησον απαύστως υπέρ της ημών ασθενείας και συσκηνίας και αδελφότητος, όπως ομού βιώσαντες τύχωμεν άμα της θεώσεως». Έτσι λοιπόν το μεν μακάριο λείψανο έμεινε εκεί, μέσα σε ξύλινη λάρνακα, ο δε Άγιος Θεοφάνης εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη, μέχρις ότου μετά τον θάνατο του Θεοφίλου έλαμψε και πάλι η ευσέβεια και ανακλήθηκε από την εξορία από τη βασίλισσα Θεοδώρα, η οποία μαζί με τον γιο της Μιχαήλ αναστήλωσαν την Ορθοδοξία
και ανακάλεσαν όλους εκείνους που είχαν εξοριστεί για τις Άγιες Εικόνες. Τότε λοιπόν και ο Θεοφάνης επέστρεψε αφού έγινε μάρτυρας αληθινός, κοσμημένος με τα στίγματα των πληγών, τις οποίες για τον Κύριο έλαβε, και χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Νικαίας από τον Άγιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μεθόδιο κατά το έτος 842. Το δε τίμιο λείψανο του Θεοδώρου μετά πολύ καιρό το πήρε κάποιος ευσεβής και φιλόθεος και το έφερε στη Χαλκηδόνα. Εκεί έκτισε ναό άγιο στον οποίο εναπέθεσε τον πολύτιμο εκείνο θησαυρό, ο οποίος αναβλύζει πάμπολλα ιάματα. Ο μακάριος Θεοφάνης έζησε ακόμη λίγο καιρό με ενάρετη πολιτεία.
Συνέθεσε δε πολλούς κανόνες και ιερά άσματα με τα οποία κατεκόσμησε την Εκκλησία του Χριστού. Έτσι λοιπόν, αφού καλώς και θεαρέστως ποίμανε το λογικό του ποίμνιο, απήλθε από την παρούσα και πολυστένακτη ζωή στη μέλλουσα και αιώνια για να δοξάζει ατελεύτητα τον Δεσπότη Χριστό.
Βλέπουμε λοιπόν πόσους και πόσο μεγάλους κυριολεκτικά αιματηρούς αγώνες έκαναν οι Άγιοι Θεοφάνης και Θεόδωρος για την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων, για την Ορθοδοξία. Τιμώντας την εικόνα, δεν τιμάμε το ξύλο ή το χρώμα, αλλά η τιμή, κατά τον ουρανοφάντορα και Μέγα Βασίλειο, επί το πρωτότυπο διαβαίνει. Τιμώντας την εικόνα, ομολογούμε πραγματική τη σάρκωση του Λόγου του Θεού. Η εμμονή στην Ορθοδοξία, το ορθό δόγμα και το ορθό ήθος δεν είναι απλή άνευ σημασίας υπόθεση, ούτε πολύ περισσότερο μια στενοκεφαλιά ή ένα πείσμα, αλλά υπόθεση ζωής και θανάτου. Είναι θέμα σωτηρίας.
Έτσι εξηγείται και δικαιολογείται η μέχρι θανάτου επιμονή των Αγίων μας στην Ορθοδοξία και οι σφοδροί αγώνες τους ενάντια σε κάθε αίρεση και κάθε μορφής πλάνη. Γι' αυτό είναι απαραίτητο και εμείς σήμερα να μένουμε μακριά από κάθε παραχάραξη της πίστεώς μας, είτε είναι παπισμός, είτε προτεσταντισμός, είτε χιλιασμός, είτε συγκρητισμός και οικουμενισμός, είτε κάποια άλλη από τις ποικιλώνυμες αιρέσεις και πλάνες, οι οποίες δυστυχώς ιδιαίτερα στην εποχή μας αφθονούν, και να μένουμε σταθεροί στη γραμμή πλεύσεως που μας έδωσαν οι Άγιοι Πατέρες μας και η οποία με σιγουριά μας οδηγεί στον αγιασμό, τη θέωση, δηλαδή τη σωτηρία. Είναι ό,τι καλύτερο για μας και για τους άλλους.
Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι
Our venerable fathers Theophanes and Theodore, known as the Branded, were born to devout parents who lived in Palestine at the beginning of the ninth century and practiced hospitality. The brothers studied Christian wisdom and the learning of the Greeks. Theodore was the older of the two. Even as a child, he knew so much that everyone admired him. They saw him in church every day, and he was sensible and thoughtful. Seeing these virtues in him, his parents sent him to the Monastery of Saint Sabbas to study. When Theophanes reached the proper age,
they sent him to the same monastery to study the sacred writings. The younger brother watched the older and imitated his deeds and virtues. Later, Theodore left the monastery for advanced studies. When he had finished, he returned. Because of his virtuous life, and by divine guidance, he was ordained a priest.
After receiving Holy Orders, Theodore grew still further in virtue. His zeal for God burned so strongly that he put himself in danger for the icon of Christ the Master and endured many hardships and tortures. But let us tell the story from the beginning. Many times the evil one, who hates all that is good, stirred up conflict against us to deprive us of heavenly blessedness. He brought many rulers down into idolatry and urged others toward iconoclasm, twisting the divine Scriptures as the cunning murderer of mankind. Seeing that he could no longer lead people to reject the faith outright, he led them into error. He deceived rulers as well as ordinary people. At that time, Leo the Armenian was emperor of Byzantium, and he turned furiously against the holy icons.
He drove Orthodox bishops from their sees and put men who shared his views in their places. Because of this, God permitted the Arabs to capture many cities and monasteries, including the Monastery of Saint Sabbas. Seeing what was happening, the Patriarch of Jerusalem was moved by divine zeal. He decided to send one or two virtuous, educated fathers to show the emperor, through Holy Scripture, where his views were wrong and to urge him to put an end to these scandals. Theodore was chosen for the task. He took his brother Theophanes with him, for they shared the same convictions. They appeared before the emperor and, with love and evidence from Scripture, urged him to abandon his error. The emperor marveled at the saints’ boldness and wisdom. Their discussion went on for a long time.
The saints prevailed over the emperor in argument, but he was not persuaded. Instead, he tried to flatter them into accepting his heresy. The venerable brothers rebuked him. In anger, he ordered them to be beaten without mercy. Theodore and Theophanes endured the blows with remarkable fortitude. They were tortured again and again. At last they were exiled, with orders that no one give them food or clothing, so that they would die for lack of necessities. But on Christmas Day, Michael the Stammerer killed their merciless and unjust judge, and the exiles gained a little relief from their suffering. Michael was succeeded by his son Theophilos, who imprisoned many Orthodox Christians or
inflicted other injuries on them for their faith. He had the brothers Theodore and Theophanes whipped, struck in the face, and subjected to many other torments. They endured it all for the love of Christ, becoming, as the holy Apostle Paul says, a spectacle to angels and to men. After showing such patient endurance and fortitude, they were exiled to the island of Aphousia in the Sea of Marmara. Who can recount all that the saints suffered in that dreadful exile: prison, hunger, the heat of the sun, the cold of the night, blows from rods, and slaps across the face?
Of all the exiles, the tyrant ordered only these two brought to the palace, making another attempt to change their convictions. Blessed Theodore recounts in one of his letters what they suffered there for the holy icons: “We arrived in Byzantium on July 8 and were imprisoned in the Praetorium. Six days later, the prefect took us out and brought us before the emperor, who was very angry. Before asking us anything, he ordered us struck in the face. They hit my face so hard that I fell to the ground and could no longer stand. Then the emperor asked us, ‘Why have you come to us, you insolent men?’ As he spoke, he glared at us fiercely, holding a sheet of paper in his hand.”
He said to the prefect, “Take these men and inscribe these verses on their faces. Then hand them over to two Saracens to take them to their own country.” With that, he gave the paper to the prefect.
“They read the verses to us. They accused us of error, superstition, and unbelief. Then they stripped us and first beat me mercilessly on the back and chest. As they whipped me for a long time, I cried out, ‘We have done no wrong against your reign!’ and again, ‘Lord have mercy!’ and ‘Holy Theotokos, help me!’ Then they beat my brother Theophanes. He too prayed, calling upon divine help. When they had beaten us as much as they wished, they put us back in the Praetorium. Four days later, they brought us before the prefect. He threatened us with terrible tortures, saying he would inscribe the twelve verses on our faces and hand us over to the Saracens, as the emperor had ordered. We answered that we were ready to endure ten thousand deaths rather than join them in their heresy. They could put out our eyes, burn us in the fire, or subject us to still worse torture. When they saw that we would not change our minds, they marked us with heated metal bearing the verses. That dreadful device caused us unimaginable pain. They tortured us until night fell, and then they stopped.”
“We said to the prefect, ‘Be certain of this: when we enter Paradise and the cherubim see us, they will look upon our faces with reverence and make way for us to enter rejoicing. No one else has ever been counted worthy, as we have, to bear marks on the face for Christ our Master.’” After punishing them in this unheard-of and inhuman way for venerating the holy icons, they imprisoned them while blood still ran down their faces. Then they exiled them to Amasia in Bithynia. The emperor ordered that after their deaths they were to be left unburied as an object of contempt. So the blessed brothers suffered for a long time in that dreadful exile.
They lived virtuously and held fast to the Orthodox faith, with such self-restraint that they seemed like angels without bodies. There blessed Theodore fell ill from old age and the hardships of imprisonment. On the day when Stephen, the first martyr, was put to death for Christ our Master, Theodore, who had followed his example and was a martyr in his resolve, entrusted his holy soul into the hands of the holy God whom he had loved with all his soul. The year was 838. His blessed brother Theophanes, who shared his zeal, honored Theodore’s holy relics with praises and hymns. Near the end of the canon he wrote, which is sung on December 27,
he asks Theodore to pray to God that they may receive equal glory in Paradise, since they had shared the same faith and convictions and had suffered hardships and tortures together: “As you offer a hymn to the Master, blessed one, pray without ceasing for us in our weakness, for the life we shared and for our brotherhood, that we who lived together may together attain theosis, divinisation.” Theodore’s blessed relics remained there in a wooden casket, while Saint Theophanes was exiled to Thessaloniki. After Theophilos died, the Orthodox faith flourished once more. Empress Theodora recalled Theophanes from exile, and she and her son Michael restored Orthodoxy
and recalled all who had been exiled for the holy icons. Theophanes returned as a true witness to the faith, bearing the marks of the wounds he had received for the Lord. In 842, Saint Methodios, Patriarch of Constantinople, ordained him Metropolitan of Nicaea. Much later, a devout man who loved God took Theodore’s precious relics to Chalcedon. There he built a holy church and placed within it that precious treasure, from which many healings flow. Blessed Theophanes lived a little while longer, leading a virtuous life.
He composed many canons and sacred hymns that adorned the Church of Christ. Having shepherded the flock entrusted to him well and in a way pleasing to God, he departed this sorrowful earthly life for the life to come, which is eternal, to glorify Christ our Master without end.
We see, then, how many struggles Saints Theophanes and Theodore endured for the veneration of the holy icons and for Orthodoxy—struggles that truly cost them blood. When we honor an icon, we do not honor its wood or paint. As the heaven-revealing Basil the Great teaches, the honor given to the image passes to its prototype, the person depicted. By honoring the icon, we confess that the Word (Logos) of God truly took flesh. Holding fast to Orthodoxy, to right doctrine and a right way of life, is no small matter. It is a matter of life and death, a matter of salvation.
This explains why our saints held fast to Orthodoxy even unto death and fought so fiercely against every heresy and every kind of error. We too, today, must keep away from every distortion of our faith, whether papism, Protestantism, millenarianism, syncretism and ecumenism, or any of the many other heresies and errors that, sadly, abound especially in our time. Let us stay firmly on the course our holy fathers gave us, which leads us surely to holiness and theosis, divinisation—that is, to salvation. This is the best thing for us and for others.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\11 10 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.