Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Η Μεταμόρφωση του Χριστού και το άκτιστο φως

Η Εκκλησία εορτάζει τη Μεταμόρφωση του Χριστού στις 6 Αυγούστου, σαράντα ημέρες πριν από την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Ο Χριστός αποκάλυψε τη δόξα του για να προετοιμάσει τους μαθητές να κατανοήσουν τη σταύρωσή του ως εκούσια πράξη.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Εορτές και Μνήμες6 Αυγούστου16:32Εορτή ή μνήμη
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία εορτάζει τη Μεταμόρφωση του Χριστού στις 6 Αυγούστου, σαράντα ημέρες πριν από την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.
  • Ο Χριστός αποκάλυψε τη δόξα του για να προετοιμάσει τους μαθητές να κατανοήσουν τη σταύρωσή του ως εκούσια πράξη.
  • Στο όρος Θαβώρ, οι Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης είδαν τον Χριστό να λάμπει με θεϊκό φως, ενώ ο Μωυσής και ο Ηλίας συνομιλούσαν μαζί του για τον θάνατό του στα Ιεροσόλυμα.
  • Μια φωτεινή νεφέλη τους σκέπασε, και ο Πατέρας ανακήρυξε τον Ιησού Υιό του αγαπημένο και τους πρόσταξε να τον ακούν.
  • Ο Χριστός παρηγόρησε τους τρομαγμένους μαθητές και τους είπε να κρατήσουν το όραμα μυστικό μέχρι μετά την Ανάστασή του.
  • Ακολουθώντας τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, η ομιλία διδάσκει ότι το φως ήταν η άκτιστη ενέργεια του Θεού, η οποία αποκαλύφθηκε όταν το Άγιο Πνεύμα έδωσε στους μαθητές τη δυνατότητα να την δουν.
  • Η ομιλία κλείνει προτρέποντας τους πιστούς να καθαρίζουν την καρδιά τους με την αρετή και την προσευχή, ώστε να μετάσχουν στο φως του Χριστού και στη μελλοντική του δόξα.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Σήμερα, 6 Αυγούστου, η Εκκλησία μας εορτάζει τη Μεταμόρφωση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Και θαυμαστού αυτού γεγονότος, της Μεταμορφώσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος Χριστού, καθιερώθηκε στην Εκκλησία, στην Ανατολή μεν κατά τον τέταρτο αιώνα, στη Δύση δε κατά τον πέμπτον αιώνα. Συνέβη αυτή, κατά το τελευταίο έτος της επίγειας ζωής του Κυρίου, κατά την επικρατέστερη άποψη, που είναι και του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, κατά μήνα Φεβρουάριο και μάλιστα 40 μέρες πριν από τη Σταύρωσή του. Εάν όμως και ο εορτασμός του γεγονότος καθοριζόταν κατά το πότε έγινε αυτό, η εορτή θα γινόταν μέσα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, πράγμα άτοπο, διότι η λαμπρή αυτή εορτή της Δόξης του Χριστού, η οποία ως δηλωτική του μέλλοντος αιώνος,

έπρεπε να εορτάζεται οκτώ μέρες, θα έπεφτε σε εποχή η οποία για τους χριστιανούς είναι περίοδος κατανύξεως, πένθους, θλίψεως, δακρύων, δηλωτική της ταλαιπωρίας του παρόντος αιώνος. Γι' αυτό ο εορτασμός της Μεταμορφώσεως ορίστηκε την 6η Αυγούστου. Προτιμήθηκε δε από κάθε άλλη χρονολογία η ημέρα αυτή, διότι διατηρεί την τεσσαρακονθήμερη σχέση με το πάθος, καθώς είναι 40 μέρες πριν από τη 14η Σεπτεμβρίου, η μέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, η οποία σχετίζεται με τη Σταύρωση του Κυρίου. Ο λόγος δε για τον οποίο έγινε η Θεία Μεταμόρφωση ήταν για να έβλεπαν οι μαθητές όσο μπορούσαν το Θείο Μεγαλείο του Χριστού

όταν θα τον έβλεπαν σε λίγο να σταυρώνεται, το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον κατά το τροπάριον της Εκκλησίας, τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι ούτως υπάρχει αληθώς του Πατρός το απαύγασμα. Δηλαδή για να θυμούνταν κατά την κρίσιμη ώρα της Σταυρώσεως ότι εκείνος που έπασχε επάνω στο Σταυρό ήταν Θεός αληθινός ότι έπασχε όχι από αδυναμία, αλλά με τη θέλησή του. Ακόμη, για να μάθαιναν ποια αγαθά και δόξα περίμεναν όσους θα έπασχαν ή και θα θανατώνονταν για την αγάπη του. Ο Κύριος πριν από το πάθος του είχε πει στους μαθητές του: «Αμήν λέγω υμίν ότι εισίν τινες των ώδε εστώτων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου

αν ίδωσιν τον Υιόν του Ανθρώπου ερχόμενον εν τη Βασιλεία αυτού». Αλήθεια σας λέγω, είναι μερικοί από τους παρόντες οι οποίοι δεν θα πεθάνουν πριν δουν τον Υιόν του Ανθρώπου, δηλαδή τον Χριστόν, να δείχνει τη Δόξα Του. Η Δόξα είναι η Βασιλεία Του. Έξι μέρες αφού είπε τα λόγια αυτά ο Χριστός, τα πραγματοποίησε. Πήρε λοιπόν τους τρεις από τους μαθητές του, τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο, και ανέβηκαν σε ένα βουνό το οποίο και οι τρεις Ευαγγελιστές, Ματθαίος, Μάρκος και Λουκάς, το αναφέρουν απλώς ως όρος χωρίς να το ονομάζουν, και αυτό είναι σύμφωνο με το καθόλου πνεύμα των Ευαγγελιστών, οι οποίοι αποβλέπουν μόνο στο να μας κάνουν γνωστά

σωτηριώδη έργα του Κυρίου και τη σωτηριώδη διδασκαλία Του, αποβλέπουν μόνο προς την ουσία που είναι η σωτηρία μας και όχι στο να κάνουν επιστημονική ιστορία και να ικανοποιήσουν κάποιες περιέργειες. Γι' αυτό και τα σχετικά με τον τόπο και το χρόνο αλλού τα αναφέρουν και αλλού όχι. Πάντως, στην προκειμένη περίπτωση, κατά την επικρατούσα γνώμη, την οποία καθιέρωσε και η Εκκλησία μας, το όρος αυτό είναι το Θαβόρ. Το βουνό αυτό βρίσκεται στο μέσον της Γαλιλαίας. Από την κορυφή του φαίνονται άλλοι τόποι γνωστοί από την ιερή ιστορία: η Τιβεριάδα Θάλασσα, η Κοιλάδα του Ιορδάνου, το Όρος των Μακαρισμών, το Όρος Αερμών, ο Λίβανος, ο Κάρμηλος,

χείμαρρος Κισών. Πάνω σε αυτό το όρος λοιπόν ανέβηκε ο Κύριος για να προσευχηθεί, παραλαμβάνοντας από τους μαθητές του τον Πέτρο ως θερμότερο από όλους τους άλλους μαθητές προς το Χριστό, τον Ιωάννη ως παρθένο και φρόνιμο και τον Ιάκωβο επειδή ήταν πρόθυμος να αποθάνει για την αγάπη του Χριστού. Όταν λοιπόν ανέβηκαν επάνω στο Θαβόρ, οι μαθητές, κατάκοποι από τις οδοιπορίες και την ανάβαση του όρους, παραδόθηκαν σε βαρύ ύπνο. Όταν όμως ξύπνησαν, αντίκρισαν θέαμα απροσδόκητο και εξαίσιο. Ενώ ο Ιησούς προσευχόταν, το πρόσωπό του έλαμψε σαν τον ήλιο, τα δε φορέματά του έγιναν κάτασπρα σαν το χιόνι και αστραφτερά σαν το φως.

Προς κορύφωση της καταπλήξεώς τους, δύο άνδρες τον περιστοίχιζαν, που ήταν λαμπροί και αυτοί και συνομιλούσαν μαζί του, ο Μωυσής και ο Ηλίας, ο νομοθέτης προφήτης και ο φλογερότερος από όλους τους προφήτες, για να φανερωθεί έτσι πρώτον μεν ότι και αυτοί τον αναγνώριζαν ως Κύριο, δεύτερον δε για να δοθεί κάποια ένδειξη της μέλλουσας δόξας και ζωής με την οποία θα περιστοιχίζουν τον Θεάνθρωπο και Σωτήρα Χριστό οι αγαπώντες Αυτόν. Ακόμη ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός σε ένα τροπάριο της εορτής αυτής λέγει απευθυνόμενος προς τον Κύριο: «Χριστέ, επειδή δεσπόζεις τον Ουρανό και βασιλεύεις τη γη και έχεις την κυριότητα των καταχθονίων του άδου»

αυτό παρέστησαν σε σένα ο μεν Ηλίας από τους Ουρανούς, ο δε Μωυσής από τα Καταχθόνια και οι Απόστολοι από τη Γη. Έτσι φάνηκε ότι ο Χριστός είναι Κύριος του Ουρανού και της Γης και του Άδου. Ποιο ήταν το θέμα της συνομιλίας εκείνης; Οι Μωυσής και Ηλίας, οφθέντες εν δόξη, έλεγαν την έξοδον αυτού, «ην έμελλεν πληρούν εν Ιερουσαλήμ», μιλούσαν για το θάνατό του που θα εκπληρωνόταν στην Ιερουσαλήμ. Αφού οι μαθητές συνήλθαν από την κατάπληξή τους, αντιλήφθηκαν ότι ο Μωυσής και ο Ηλίας έμελλαν να απέλθουν. Έτσι ο Πέτρος, ο τόσο αυθόρμητος και εύκολος σε υπερβολές, απευθύνθηκε προς τον Κύριο

με ενθουσιασμό του είπε: «Ραββί, καλόν εστιν ημάς ώδε είναι. Διδάσκαλε, είναι ωραία να μείνουμε εδώ. Και ποιήσωμεν σκηνάς τρεις, σοι μίαν, Μωυσή μίαν και Ηλία μίαν». Για τον εαυτό του δεν φροντίζει. Του αρκούσαν η θέα των δοξασμένων εκείνων προσώπων, η θεία λαμπρότητα, η αγαλλίαση εκείνη του πνεύματος και της καρδίας. Και ενώ αυτός ακόμη μιλούσε, ένα φωτεινό σύννεφο τους σκέπασε, και μέσα από το σύννεφο ακούστηκε μια φωνή που έλεγε: «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα». Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου, αυτόν να ακούετε, διότι το τέλος πλησίαζε.

Λίγες μέρες θα ερχόταν το πάθος που θα τους σκανδάλιζε και ο Πέτρος θα υφίστατο τον πιο επικίνδυνο κλυδωνισμό. Γι' αυτό ο Ουράνιος Πατέρας άφησε τη λαμπρή και σαφή εκείνη μαρτυρία, αλλά και την εντολή να υπακούν στον Υιό Του τον Αγαπητό. Η δε φωτεινή νεφέλη ήταν η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Με τη φωνή η λαμπρότητα, το φως έγινε δυνατότερο και οι μαθητές μη μπορώντας να αντέξουν έπεσαν με το πρόσωπο στη γη. Τότε ο Κύριος τους πλησίασε, τους άγγιξε και τους είπε: «Εγέρθητε και μη φοβείστε». Και εκείνοι σηκώθηκαν και είδαν. Αλλά ούτε νεφέλη πλέον, ούτε Μωυσής, ούτε Ηλίας. Ήταν μόνοι με τον Ιησού από το πρόσωπο και τα φορέματα του οποίου

παρήλθε πλέον η έντονη εκείνη θεϊκή λαμπρότητα, αν και όχι εντελώς. Έπειτα άφησαν το ύψωμα και κατέβηκαν. Καθοδόν ο Κύριος πρόσταξε τους μαθητές Του να μην πουν τίποτε σε κανένα αυτά που είδαν, παρά μόνο όταν θα ανασταινόταν από τους νεκρούς. Πάνω στο Θαβόρ η Αγία Ελένη, η μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, κατά τον τέταρτο αιώνα, κατά την περίφημη στην Παλαιστίνη μετάβασή της, έκτισε ναό, έδωσε δε και χρήματα πολλά για τη συντήρησή του. Αργότερα, χτίστηκαν και δύο άλλοι ναοί, ο ένας προς τιμή του προφήτου Μωυσέως και ο άλλος επ' ονόματι του προφήτου Ηλιού, καθώς και μοναστήρι με πολλά κελιά. Η Θεία και Ιερή αυτή Μεταμόρφωση του Σωτήρος Χριστού

ιστορήθηκε σε πολλές τοιχογραφίες και φορητές εικόνες όπως και στο περίφημο ψηφιδωτό του εν Σινά ναού της Αγίας Αικατερίνης.

Επανέλθουμε όμως στο λαμπρότατο και χαριέστατο φως της Μεταμορφώσεως. Τι είναι αυτό το φως και πώς μπόρεσαν να το δουν οι πρόκριτοι των μαθητών και ποια η σημασία του για μας; Κατά τη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του μεγάλου αυτού θεολόγου της Χάριτος και του Φωτός, το φως της Μεταμορφώσεως δεν είναι κτιστό, φυσικό, όπως είναι το φως του ηλίου, της ημέρας, αλλά είναι άκτιστο, υπερφυσικό, θεϊκό, πάνω από τις ανθρώπινες αισθήσεις και πάνω από τον ανθρώπινο νου. Γι' αυτό και δεν μπορεί να το δει κανείς με μόνα τα σωματικά μάτια, γι' αυτό και δεν περιγράφεται. Το φως αυτό είναι φυσική ενέργεια της Θεότητος, γι' αυτό και ο Χριστός

Θεός αληθινός το είχε πάντοτε, αλλά κρυμμένο κάτω από τη σάρκα. Κατά δε την ώρα της Μεταμορφώσεως, ο Κύριος δεν πήρε κάτι που δεν είχε, ούτε άλλαξε σε κάτι που δεν ήταν προηγουμένως, αλλά φανέρωσε εκείνο που πάντα ήταν, με το να αλλάξει, να ανοίξει τα μάτια των μαθητών με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Η δύναμη δε αυτή του Πνεύματος του Θεού δίνεται όχι στον τυχόντα, αλλά σε εκείνους που έχουν καθαρή την ψυχή, σε εκείνους που ανεβαίνουν προς το Θεό με την αρετή και την προσευχή. Με αυτό το θεϊκό φως που φάνηκε κατά τη Μεταμόρφωση θα έλθει ο Χριστός κατά τη Δευτέρα του Παρουσία και αυτό το φως θα παίρνουν από τον Χριστό οι δίκαιοι, οι ενάρετοι, οι φίλοι του Θεού

θα λάμπουν τότε και αυτοί σαν τον ήλιο. Τότε, στη Βασιλεία του Θεού, δεν θα υπάρχει ανάγκη άλλου φωτός, διότι θα φωτίζει ο Κύριος και δεν θα υπάρχει πλέον νύχτα. Γι' αυτό το φως της Θείας Μεταμορφώσεως είναι πλασμένος ο κάθε άνθρωπος, επομένως και εμείς. Γι' αυτό και ο καθένας μας βαθύτερα αυτό ποθεί και σε αυτό μόνο αναπαύεται. Γι' αυτό και ο Άγιος Γρηγόριος μας προτρέπει: «Πιστεύοντας λοιπόν καλώς όπως διδαχθήκαμε και κατανοώντας το μυστήριο της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, ας βαδίσουμε προς τη λάμψη εκείνου του φωτός κι αφού αγαπήσουμε το κάλλος της αναλύωτης δόξας, ας καθαρίσουμε το όμμα της διανοίας από τους γήινους λογισμούς

περιφρονώντας κάθε τερπνό και ωραίο που δεν είναι μόνιμο, το οποίο κι αν ακόμη είναι γλυκύ προξενεί την αιώνια οδύνη κι αν φέρει ομορφιά στο σώμα περιβάλλει την ψυχή με εκείνον τον άσχημο χιτώνα της αμαρτίας, για τον οποίο, αφού δέθηκε χέρια και πόδια, εκείνος που δεν είχε το κατάλληλο ένδυμα γάμου πετάχτηκε στο πυρ και το σκότος το εξώτερο. Αφού αποβάλλουμε τα γεώδη και σαρκικά φρονήματα, ας σταθούμε σε γη Αγία, καθιστώντας καθένας τον εαυτό του Αγία Γη με την αρετή και την προς τον Θεόν ανάταση, έτσι ώστε να λάβουμε παρρησία όταν ο Θεός έλθει με το φως Του και προστρέχοντας να φωτιστούμε,

φωτιζόμενοι να συμβιώσουμε αιωνίως, προς δόξαν της τρισήλιου και μοναρχικωτάτης λαμπρότητος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες. Αμήν.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Today, August 6, our Church celebrates the Transfiguration of our Lord and God and Savior Jesus Christ.

The feast of this wondrous event, the Transfiguration of our Lord and God and Savior Christ, was established in the Church in the East in the fourth century and in the West in the fifth. According to the prevailing view, shared by Saint John of Damascus, the Transfiguration took place in February, during the last year of the Lord’s earthly life, forty days before the Crucifixion. But if the feast were kept on the date when the event took place, it would fall during Great Lent. That would be unfitting, because this radiant feast of Christ’s glory points to the age to come,

and should be celebrated for eight days. It would instead fall during a season that, for Christians, is a time of compunction, mourning, tribulation, and tears, reflecting the suffering of this present age. So the feast of the Transfiguration was set for August 6. This date was chosen because it preserves the forty-day connection with Christ’s Passion: it falls forty days before September 14, the Exaltation of the Precious Cross, which is linked to the Lord’s Crucifixion. The divine Transfiguration took place so that the disciples could see, as much as they were able, Christ’s divine majesty

and, when they soon saw Him crucified, understand that His Passion was voluntary, as the Church’s hymn says, and proclaim to the world that He is truly the radiance of the Father. At the critical hour of the Crucifixion, they were to remember that the One suffering upon the Cross was truly God, and that He suffered by His own will, not through weakness. They were also to learn what blessings and glory awaited those who would suffer, or even be put to death, for love of Him. Before His Passion, the Lord had said to His disciples: “Amen, I say to you, some of those standing here will not taste death

until they see the Son of Man coming in His Kingdom.” Truly, I tell you, some of those present would see the Son of Man—that is, Christ—reveal His glory before they died. His glory is His Kingdom. Six days after Christ spoke these words, He fulfilled them. He took three of His disciples, Peter, John, and James, and they went up a mountain. All three Evangelists—Matthew, Mark, and Luke—simply call it a mountain without naming it. This is in keeping with the purpose of the Evangelists, who seek to make known to us

the Lord’s saving works and His saving teaching. Their concern is the heart of the matter, our salvation, rather than writing a detailed history to satisfy our curiosity. That is why they mention the place and time in some accounts but not in others. In this case, the prevailing view, which our Church has also accepted, is that the mountain was Tabor. It stands in the middle of Galilee. From its summit one can see other places known from sacred history: the Sea of Tiberias, the Jordan Valley, the Mount of Beatitudes, Mount Hermon, Lebanon, Mount Carmel,

and the Kishon River. The Lord went up this mountain to pray, taking with Him Peter, whose love for Christ was more ardent than that of the other disciples; John, who was pure and prudent; and James, who was ready to die for love of Christ. When they reached Tabor, the disciples, exhausted by the journey and the climb, fell into a deep sleep. But when they awoke, they saw something unexpected and wondrous. As Jesus prayed, His face shone like the sun, and His garments became white as snow and radiant as light.

To their still greater amazement, two men stood beside Him, themselves shining with glory and speaking with Him. They were Moses, the prophet who gave the Law, and Elijah, the most fiery of the prophets. Their presence showed, first, that they too acknowledged Him as the Lord and, second, offered a glimpse of the glory and life in which those who love the God-Man and Savior Christ will surround Him in the age to come. Saint John of Damascus also addresses the Lord in a hymn for this feast: “Christ, because You rule heaven, reign over the earth, and have dominion over the depths of Hades,

Elijah came before You from heaven, Moses from the depths, and the Apostles from the earth.” Thus Christ was shown to be the Lord of heaven, earth, and Hades. What were they speaking about? Moses and Elijah, appearing in glory, spoke of His departure, “which He was about to accomplish in Jerusalem.” They spoke of His death, which would take place there. Once the disciples recovered from their amazement, they realized that Moses and Elijah were about to leave. So Peter, ever spontaneous and given to speaking with great feeling, turned to the Lord

and said with enthusiasm, “Rabbi, it is good for us to be here. Teacher, it is wonderful to stay here. Let us make three shelters: one for You, one for Moses, and one for Elijah.” He gave no thought to himself. The sight of those glorified figures, the divine radiance, and the joy filling his spirit and heart were enough for him. While he was still speaking, a bright cloud overshadowed them. From the cloud came a voice: “This is My beloved Son, in whom I am well pleased.” This is My beloved Son, My chosen One; listen to Him, for the hour of His Passion was drawing near.

In a few days, His Passion would come and would shake the disciples’ faith, and Peter would face the most dangerous trial of all. That is why the heavenly Father gave this radiant, unmistakable testimony, together with the command to obey His beloved Son. The bright cloud was the grace of the Holy Spirit. As the voice spoke, the radiance grew stronger, and the disciples, unable to bear it, fell face down on the ground. Then the Lord came to them, touched them, and said, “Rise, and do not be afraid.” They got up and looked around. The cloud, Moses, and Elijah were gone. They were alone with Jesus, whose face and garments

no longer shone with that intense divine radiance, though it had not faded entirely. Then they left the summit and went down. On the way, the Lord commanded His disciples to tell no one what they had seen until He had risen from the dead. In the fourth century, during her famous journey to Palestine, Saint Helen, the mother of Constantine the Great, built a church on Tabor and gave generously for its upkeep. Later, two other churches were built, one in honor of the prophet Moses and the other in the name of the prophet Elijah, along with a monastery with many cells. This divine and sacred Transfiguration of Christ our Savior

has been depicted in many frescoes and portable icons, including the famous mosaic in the Church of Saint Catherine at Sinai.

Let us return to the radiant, grace-filled light of the Transfiguration. What is this light? How were the chosen disciples able to see it, and what does it mean for us? According to Saint Gregory Palamas, that great theologian of grace and light, the light of the Transfiguration is not created or natural, like sunlight or daylight. It is uncreated, supernatural, and divine, beyond human senses and beyond the human nous, the spiritual intellect. That is why no one can see it with bodily eyes alone, and why it cannot be described. This light is a natural manifestation of the divine uncreated energies of the Godhead. For that reason, Christ

as true God, always possessed it, though it was hidden beneath His flesh. At the Transfiguration, the Lord did not receive something He lacked or become something He had not been before. Rather, He revealed what He had always been by changing the disciples and opening their eyes through the power of the Holy Spirit. This power of the Spirit of God is given to those whose souls are pure, who ascend toward God through virtue and prayer. Christ will come in this same divine light revealed at the Transfiguration at His Second Coming. The righteous, the virtuous, and the friends of God will receive this light from Christ

and will shine like the sun. Then, in the Kingdom of God, there will be no need for any other light, because the Lord will shine upon them and night will be no more. Every person, ourselves included, was created for this light of the divine Transfiguration. Deep within, each of us longs for it and finds rest in it alone. That is why Saint Gregory urges us: “Believing rightly, as we have been taught, and understanding the Mystery of the Lord’s Transfiguration, let us walk toward the radiance of that light. Loving the beauty of its undying glory, let us cleanse the eye of our understanding from earthly logismoi, those intrusive thoughts,

despising every passing pleasure and beauty. Even if it tastes sweet, it brings eternal pain; even if it makes the body beautiful, it clothes the soul in the ugly garment of sin. Because of that garment, the man without a proper wedding robe was bound hand and foot and cast into the fire and the outer darkness. Casting off earthly and fleshly ways of thinking, let us stand on holy ground. Let each of us become holy ground through virtue and by lifting ourselves toward God, so that when God comes in His light we may stand before Him with confidence and hasten to be illumined,

and, illumined, live with Him forever, to the glory of the threefold radiant and supremely sovereign Godhead, now and always and unto the ages. Amen.”

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\06 08.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα