Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Οι Δέκα Μάρτυρες της Κρήτης και ο Άγιος Παύλος ο Ομολογητής

Κατά τον διωγμό του Δέκιου, δέκα χριστιανοί από διάφορα μέρη της Κρήτης οδηγήθηκαν μπροστά στον Ρωμαίο ηγεμόνα. Μετά από τριάντα ημέρες βασανιστηρίων αρνήθηκαν να θυσιάσουν στους ειδωλολατρικούς θεούς και δήλωσαν ότι είναι έτοιμοι να πεθάνουν για τον Χριστό.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων23 Δεκεμβρίου11:56Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Κατά τον διωγμό του Δέκιου, δέκα χριστιανοί από διάφορα μέρη της Κρήτης οδηγήθηκαν μπροστά στον Ρωμαίο ηγεμόνα.
  • Μετά από τριάντα ημέρες βασανιστηρίων αρνήθηκαν να θυσιάσουν στους ειδωλολατρικούς θεούς και δήλωσαν ότι είναι έτοιμοι να πεθάνουν για τον Χριστό.
  • Οι δέκα αποκεφαλίστηκαν στο Αλώνιον, και οι πιστοί έθαψαν τα λείψανά τους με ευλάβεια.
  • Ο Άγιος Παύλος, Αρχιεπίσκοπος Νεοκαισαρείας, υπέστη ξυλοδαρμούς και σοβαρά εγκαύματα στα χέρια επί Λικινίου, πριν εξοριστεί κοντά στον Ευφράτη.
  • Ελευθερωμένος επί Κωνσταντίνου, ο Παύλος επέστρεψε στη Νεοκαισάρεια και αργότερα συμμετείχε στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας, η οποία καταδίκασε τον Άρειο.
  • Ο Κωνσταντίνος τίμησε τα τραυματισμένα χέρια του Παύλου ως σημάδια των παθημάτων του για τον Χριστό.
  • Η ομιλία διακρίνει τους μάρτυρες, που έδωσαν τη ζωή τους για την πίστη, από τους ομολογητές, που επέζησαν από τον διωγμό, και καλεί τους σημερινούς χριστιανούς να μιμηθούν την ευγνωμοσύνη και την αγάπη τους προς τον Χριστό.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 11 παράγραφοι

Βασίλευσε στη Ρώμη ο διώκτης των Χριστιανών Δέκιος, κατά το έτος 250 μ.Χ., κατέστησε ανθύπατο στην Κρήτη άλλο Δέκιο, ομώνυμό του και ομότροπο, ο οποίος μόλις έφτασε εκεί άρχισε να βασανίζει ανηλεώς και πολυτρόπως και να θανατώνει τους χριστιανούς. Αναζητούνταν λοιπόν και ανεβρίσκονταν παντού οι χριστιανοί και οδηγούνταν σ' αυτόν, μεταξύ δε αυτών ήταν και οι Άγιοι Δέκα Μάρτυρες, οι οποίοι ήταν από διάφορα μέρη της Κρήτης. Από μεν τη Μητρόπολη Γορτίνης ήταν ο Θεόδουλος, ο Σατορνήνος, ο Εύπορος, ο Γελάσιος και ο Ευνικιανός. Από την Κνωσό ο Ζωτικός, από το λιμένα του Πανόρμου ήταν ο Αγαθόπους, από την Κυδωνία ο Βασιλίδης,

από το Ηράκλειο, ο Ευάρεστος και ο Πόμπιος. Όλοι όμως έσπευδαν να φτάσουν σε μια πόλη, την ουράνιο. Έτσι, αμέσως μόλις παρουσιάστηκαν στον ηγεμόνα, έδειξαν κάθε γενναιότητα και ανδρεία, και με τα λόγια και με τα έργα. Επί τριάντα μέρες μαστιγώνονταν, στρεβλώνονταν, σύρονταν κατά γης, λιθοβολούνταν. Αλλά όλα αυτά ήταν για εκείνους ως προγυμνάσματα των μετέπειτα μεγαλυτέρων βασάνων. Κατά την εικοστή του παρόντος μηνός κάθισε ο δικαστής στο κριτήριο και έφεραν αυτούς τους Αγίους Δέκα Μάρτυρες μπροστά του και τους πρόσταξε να προσφέρουν τη διατεταγμένη θυσία στους θεούς. «Ουδέποτε θα θυσιάσουμε στους θεούς σου», είπαν οι Άγιοι Μάρτυρες,

«κανένα πράγμα δεν θα μπορέσει ποτέ να μας καταπείσει σ' αυτό, ούτε θα δειλιάσουμε στα βασανιστήριά σου, αλλά τόσο περισσότερο θα σε ευχαριστούμε, όσο περισσότερο θα μας βασανίσεις». Ο Δέκιος άρχισε να υποβάλλει σε βασανιστήρια τους Αγίους. Άλλων μεν ξέσχιζαν με σιδερένια νύχια τις σάρκες και έπεφταν στη γη. Άλλων δε με ξύλα και λίθους συνέτριβαν τα οστά. Άλλους τους χτυπούσαν και τους μαστίγωναν με σφοδρότητα. Όλα αυτά τα υπέφεραν με γενναιότητα οι μακάριοι και χαίρονταν για τις πληγές τις οποίες λάμβαναν. Βλέποντας οι παριστάμενοι τη μεγάλη υπομονή και ανδρεία των Αγίων, οι μεν Χριστιανοί στερεώνονταν περισσότερο στην πίστη και στην ευσέβεια, οι δε ειδωλολάτρες, χαιρέκακοι και άσπλαχνοι,

διότι τιμωρούνταν οι Άγιοι, ερέθιζαν και άναβαν περισσότερο το θυμό του κριτού και των δημίων. Οι μάρτυρες όμως, παρά τα φοβερά βασανιστήρια, παρέμεναν ακλόνητοι και όλοι με μια φωνή φώναξαν: «Χριστιανοί είμαστε και Χριστού σφάγια. Αν το καλούσε η ανάγκη και ήταν αυτό δυνατόν, και μύριες φορές με προθυμία θα πεθαίναμε για την αγάπη του Χριστού μας». Ο Δέκιος, βλέποντας το ανίκητο και αμετάθετο της γνώμης των μαρτύρων, πρόσταξε να τους αποκεφαλίσουν. Οδήγησαν λοιπόν τους μάρτυρες στον τόπο που λεγόταν Αλώνιο και ήταν κοντά στην πόλη. Όταν έφτασαν εκεί οι Άγιοι φιλονικούσαν ποιος να θανατωθεί πρώτος για να λάβει και πρώτος το στέφανο. Τέλος, αφού προσευχήθηκαν...

οι δήμιοι τις ιερές και καλλίνικες κεφαλές τους. Μερικοί από τους ευσεβείς έλαβαν τα ιερά τους λείψανα και τα ενταφίασαν με ευλάβεια. Μετά από αυτά και όταν η πίστη του Χριστού επικράτησε, ήλθε από τη Βασιλεύουσα ο Αγιότατος Πατριάρχης Παύλος και άνοιξε τον τάφο των Αγίων. Βρήκε τότε τα ιερά και άγια τους λείψανα, ω του θαύματος, σαν ζωντανά και αφού τα πήρε τα μετέφερε στην πρωτεύουσα και τα ενταφίασε εκεί που ήταν και τα ιερά και μαρτυρικά λείψανα των Αγίων Νηπίων.

Άγιος Παύλος, Αρχιεπίσκοπος Νεοκαισαρείας, έγινε τόσο περιβόητος για τις αρετές του, ώστε το όνομά του έφτασε και στις ακοές του Λικινίου, που τότε βασίλευε στη Νικομήδεια. Έστειλε ανθρώπους και τον έφεραν μπροστά του. Και πρώτα μεν δοκίμαζε να τον φοβίσει με απειλές, μετά δε άρχισε να τον δέρνει. Τότε όμως τόσο αυτός όσο και όλοι οι παρευρισκόμενοι εκπλάγηκαν για την ασύγκριτή του ανδρεία και υπομονή. Έπειτα, κατά προσταγή του, έβαλαν στην παλάμη του Αγίου ένα κομμάτι πυρωμένο σίδερο και πάνω σ' αυτό έβαλαν και την άλλη παλάμη του και τις έσφιξαν τόσο που ψυχράθηκε ο πυρωμένος εκείνος σίδηρος. Από τη βάσανο αυτή κάηκαν και νεκρώθηκαν και τα δυο του χέρια.

Από αυτά, ο Λικίνιος τον εξόρισε σε φρούριο που βρισκόταν στις άκρες του ποταμού Ευφράτη. Όταν δε ο Μέγας Κωνσταντίνος ήλθε από τη Ρώμη στο Βυζάντιο, τότε ελευθερώνονταν όλοι οι χριστιανοί που βρίσκονταν στις φυλακές και εξορίες και καθένας επέστρεφε στην πατρίδα του. Έτσι και ο Άγιος αυτός, αφού ελευθερώθηκε από την εξορία, επανήλθε στο θρόνο του στη Νεοκαισάρεια, λάμποντας με τις αρετές όπως και προηγουμένως. Όταν δε έγινε η στη Νίκαια Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, κατά το 325, ήταν και αυτός ένας από τους 318 θεοφόρους πατέρες, όλοι δε έφεραν στο σώμα τους τα στίγματα και τις πληγές του Χριστού, καθώς λέγει ο Μέγας Παύλος.

Αυτά θεωρούσαν ως καλλωπισμό τους. Και άλλος μεν είχε να επιδείξει το χέρι του που αποκόπηκε από τους ειδωλολάτρες, άλλος αποκομμένα αυτιά, άλλος την αποκομμένη μύτη του, άλλος τα μάτια του και άλλος άλλο μέλος του σώματός του, κατεστραμμένο ή ακρωτηριασμένο, από τους τυράννους και υπέρ της Αγίας του Χριστού Πίστεως. Τότε λοιπόν και ο μακάριος αυτός Παύλος είχε να δείξει τα θλάσματα από τα ρόπαλα, τα οποία είχε στο σώμα του, παρόμοια και τα άγια χέρια του, τα σιδηρόκαυστα και ανενέργητα. Αφού δε όλοι οι τριακόσιοι δεκαοκτώ Θεοφόροι Πατέρες μαζεύτηκαν στη Νίκαια και αφού συνεδρίασαν και αναθεμάτισαν το δυσσεβή Άριο, πήγαν όλοι με τον Αυτοκράτορα στο Βυζάντιο. Ο ευλαβέστατος Βασιλέας Κωνσταντίνος

παίρνοντας με τα χέρια του τα χέρια του μακαρίου αυτού Παύλου, τα καταφιλούσε και τα έβαζε πάνω στα μάτια του και πάνω στα άλλα του μέλη και έλεγε τα αξιομνημόνευτα αυτά λόγια: «Δεν χορταίνω να καταφιλώ τα χέρια αυτά, τα οποία για το Χριστό μου έγιναν νεκρά και ανενέργητα». Ύστερα, αφού επέστρεψε στην έδρα του ο αοίδιμος αυτός Παύλος και αφού έζησε μερικά ακόμη έτη, εξεδήμησε προς τον Κύριο και έλαβε από Αυτόν τον στέφανο της ομολογίας.

Διάφορα είδη Αγίων. Όσοι αξιώθηκαν να δώσουν τη ζωή τους για χάρη του Θεού είναι οι Άγιοι Μάρτυρες, ενώ όσοι βασανίστηκαν για το Θεό, επέζησαν όμως των βασανιστηρίων, αποτελούν την περίδοξη τάξη των ομολογητών. Ένας τέτοιος υπήρξε και ο σήμερα εορταζόμενος Άγιος Παύλος, του οποίου τα βασανιστήρια και την εξορία είδαμε προηγουμένως. Για τους Αγίους τα για το Χριστό παθήματα ήταν αγαπητά όχι μόνο για τις ευλογίες που σαν ανταπόδοση και μισθό προκαλούσαν, αλλά και αυτά καθεαυτά ήταν ποθητά, διότι αποτελούσαν εκδήλωση, έκφραση της ευγνωμοσύνης και αγάπης τους προς το μεγάλο Ευεργέτη, προς το Σωτήρα τους Χριστό.

Την ευγνωμοσύνη και αγάπη προς το Χριστό τιμούσε και ο Άγιος και Μέγας Κωνσταντίνος, ασπαζόμενος τα σημάδια των παθημάτων των Αγίων Ομολογητών. Ευχαριστιακό αυτό πνεύμα των Αγίων της Εκκλησίας μας θα πρέπει να το προσέξουμε ιδιαίτερα εμείς, οι σημερινοί χριστιανοί, οι οποίοι ζούμε σε μια εποχή με ένα πνεύμα έντονα ωφελιμιστικό και ηδονοθηρικό, του οποίου δεχόμαστε καθημερινά τις επιδράσεις και το οποίο μας απομακρύνει από το γνήσιο χριστιανικό πνεύμα, το πνεύμα των ομολογητών, το πνεύμα των Αγίων, το οποίο καθημερινά μας προβάλλουν και μας εμπνέουν με τα συναξάρια τους.

Αγγλική μετάφρασηEN · 11 παράγραφοι

Around the year 250 AD, Decius, the persecutor of Christians, ruled in Rome. He appointed another Decius, who shared both his name and his ways, as governor of Crete. As soon as this man arrived, he began to torture Christians mercilessly in many ways and put them to death. Christians were sought out and found everywhere, then brought before him. Among them were the Holy Ten Martyrs, who came from different parts of Crete. Theodoulos, Saturninus, Euporos, Gelasius, and Eunicianus were from Gortyna, the chief city. Zoticus was from Knossos; Agathopous was from the port of Panormos; Basilides was from Kydonia;

and Euarestus and Pompeius were from Heraklion. Yet all of them longed to reach one city: the heavenly one. So when they were brought before the governor, they showed great courage in both word and deed. For thirty days they were whipped, tortured on the rack, dragged along the ground, and stoned. To them, all this was only preparation for the greater torments to come. On the twentieth day of that month, the judge took his seat at the tribunal. The Holy Ten Martyrs were brought before him, and he ordered them to offer the prescribed sacrifice to the gods. “We will never sacrifice to your gods,” the holy martyrs said.

“Nothing will ever persuade us to do that, and your tortures will not make us afraid. The more you torture us, the more we will thank you.” Decius then began to torture the saints. Some had their flesh torn with iron claws until it fell to the ground. Others had their bones crushed with clubs and stones. Still others were beaten and whipped fiercely. The blessed martyrs bore it all with courage and rejoiced in the wounds they received. Seeing their great patient endurance and courage, the Christians who stood nearby grew stronger in faith and devotion. The pagans, however, were cruel and took pleasure in the saints’ suffering;

they stirred up the anger of the judge and the executioners even more. Despite the terrible tortures, the martyrs stood firm and cried out with one voice: “We are Christians, offered as sacrifices to Christ. If need be, and if it were possible, we would gladly die ten thousand times for love of our Christ.” Seeing that their resolve could not be broken or changed, Decius ordered them to be beheaded. The martyrs were led to a place near the city called Alonion. When they arrived, the saints vied with one another to be the first to die and so the first to receive the crown. At last, after they had prayed...

the executioners cut off their sacred heads, crowned with victory. Some of the faithful took their holy relics and buried them with reverence. Later, when faith in Christ had prevailed, the most holy Patriarch Paul came from Constantinople and opened the saints’ tomb. There he found their holy relics—what a miracle!—as though they were still alive. He took them to the capital and buried them where the holy relics of the martyred infants also lay.

Saint Paul, Archbishop of Neocaesarea, became so renowned for his virtues that word of him reached Licinius, who was then ruling in Nicomedia. Licinius sent men to bring Paul before him. At first he tried to frighten him with threats; then he began to beat him. But Licinius and everyone present were astonished by Paul’s extraordinary courage and patient endurance. At Licinius’s command, they placed a piece of red-hot iron in the saint’s palm, pressed his other palm against it, and held his hands together until the iron cooled. Both his hands were burned and left without use.

After this, Licinius exiled him to a fortress on the banks of the Euphrates. When Constantine the Great came from Rome to Byzantium, all the Christians held in prison or exile were freed, and each returned home. So this saint, too, was released from exile and returned to his see in Neocaesarea, shining with virtue as before. When the First Ecumenical Council met at Nicaea in 325, he was one of its 318 God-bearing Fathers. They bore on their bodies the marks and wounds of Christ, as the great Apostle Paul says.

They regarded those marks as their adornment. One could show a hand cut off by the pagans; another, severed ears; another, a severed nose; another, injured eyes. Others could show some other part of the body damaged or maimed by the tyrants for the sake of the holy faith of Christ. Blessed Paul could show the injuries left on his body by clubs, as well as his holy hands, burned by iron and left without use. After all 318 God-bearing Fathers had gathered at Nicaea, held council, and condemned the impious Arius, they went with the emperor to Byzantium. The devout Emperor Constantine

took the hands of blessed Paul in his own, kissed them again and again, and placed them against his eyes and the other parts of his body. He said these memorable words: “I can never kiss these hands enough. For the sake of my Christ, they were left lifeless and without use.” After the venerable Paul returned to his see and lived a few more years, he departed to the Lord and received from Him the crown of a confessor.

There are different kinds of saints. Those counted worthy to give their lives for God are the holy martyrs. Those who were tortured for God but survived belong to the glorious company of confessors. Saint Paul, whom we commemorate today, was one of them, as we have seen from the account of his torture and exile. The saints cherished their sufferings for Christ, and not only for the blessings they would receive as a reward. They welcomed the sufferings themselves because they were a way to show gratitude and love to their great Benefactor, Christ their Savior.

Saint Constantine the Great honored this gratitude and love for Christ when he kissed the marks left by the sufferings of the holy confessors. We Christians today should pay special attention to this spirit of thanksgiving among the saints of our Church. We live in an age strongly driven by self-interest and the pursuit of pleasure. Its influence reaches us every day and draws us away from the true Christian spirit: the spirit of the confessors and of the saints, which their accounts of the saints’ lives set before us each day to inspire us.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\23 12 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα