Ο Προφήτης Σαμουήλ: η ζωή του και διδάγματα για τη μετάνοια
Η Εκκλησία εορτάζει τον Προφήτη Σαμουήλ στις 20 Αυγούστου. Η Άννα προσευχήθηκε για έναν γιο και αφιέρωσε τον Σαμουήλ στον Θεό, τοποθετώντας τον στη φροντίδα του Ηλί στη Σιλώ.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία εορτάζει τον Προφήτη Σαμουήλ στις 20 Αυγούστου.
- Η Άννα προσευχήθηκε για έναν γιο και αφιέρωσε τον Σαμουήλ στον Θεό, τοποθετώντας τον στη φροντίδα του Ηλί στη Σιλώ.
- Ο Θεός κάλεσε τον νεαρό Σαμουήλ και αποκάλυψε την κρίση εναντίον των γιων του Ηλί, και έτσι ο Σαμουήλ αναγνωρίστηκε ως προφήτης.
- Ο Ισραήλ μετέφερε την Κιβωτό της Διαθήκης στη μάχη χωρίς να μετανοήσει· οι Φιλισταίοι τους νίκησαν και κυρίευσαν την Κιβωτό.
- Ο Σαμουήλ οδήγησε τον Ισραήλ να απορρίψει τα είδωλα, να μετανοήσει και να επιστρέψει στον Θεό, μετά από το οποίο νίκησε τους Φιλισταίους.
- Όταν ο Ισραήλ ζήτησε βασιλιά, ο Σαμουήλ χρισε τον Σαούλ και παρότρυνε τον λαό να μένει πιστός στον Θεό.
- Αφού ο Σαούλ αποδείχθηκε ανάξιος, ο Σαμουήλ έχρισε τον Δαβίδ· η ομιλία κλείνει με προειδοποίηση εναντίον της ανοχής του Ηλί και της αντιμετώπισης των αγίων πραγμάτων ως υποκατάστατων της μετάνοιας.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι
Σήμερα, 20 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Προφήτου Σαμουήλ, των Αγίων 37 Μαρτύρων των εν Βιζύη της Θράκης, των Αγίων Μαρτύρων Σεβίρου και Μέμνονος του Κεντυρίωνος, της Αγίας Μάρτυρος Φωτινής, του Αγίου Μάρτυρος Λουκείου του Βουλευτού, των Αγίων Μαρτύρων Ηλιοδόρου και Δοσάη Δοσέ και του Οσίου Αβραμίου Αρχιμανδρίτου Μολέσκης του Θαυματουργού του Ρώσου.
Ο Άγιος Προφήτης Σαμουήλ άκμασε κατά τον 12ο αιώνα π.Χ., γεννήθηκε δε στη Ραμαθά του όρους Εφραίμ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ελκανά, η δε μητέρα του Άννα. Ήταν δε αυτή στείρα και γι' αυτό είχε πολλή θλίψη και πόνο. Όταν δε κάποτε ανέβηκε με τον άνδρα της στη Σιλώ, τη μεταξύ Βεθήλ και Συχέμ, να προσκυνήσουν τη σκηνή του μαρτυρίου που ήταν εκεί, κλαίοντας και με πολλή πικρία στην ψυχή, παρακάλεσε τον Κύριο να της δώσει γιο και υποσχέθηκε να τον αφιερώσει σε αυτόν. Η δέηση εισακούστηκε. Γέννησε γιο, τον οποίο ονόμασε Σαμουήλ. Αφού τον απογαλάκτισε, τον έφερε στη Σιλώ μαζί με τρεις μόσχους και ασκό κρασιού και ποσότητα αλεύρου.
Αφιέρωσε τον γιο της στον Κύριο και τον άφησε να υπηρετεί τον Ηλί, ιερέα και κριτή του Ισραήλ. Κάθε δε χρόνο ο πατέρας και η μητέρα του ανέβαιναν στη Σιλώ και μάθαιναν με πολλή αγαλλίαση από τον Ηλί ότι το παιδί τους ήταν γεμάτο από τις χάρες του πνεύματος. Κάποια νύχτα ο Ηλί, γέροντας πλέον, ξάπλωνε στο κρεβάτι του και ο μικρός Σαμουήλ είχε κι αυτός κατακλιθεί. Αλλά στη σιγή της νύχτας ο Σαμουήλ, ο οποίος δεν είχε ακόμη κοιμηθεί, άκουσε φωνή η οποία τον καλούσε με το όνομά του. Νόμισε ότι τον κάλεσε ο Ηλί και πήγε σε αυτόν. Αλλά ο γέροντας ιερέας δεν τον είχε καλέσει, υποθέτοντας ότι το παιδί είχε παρακούσει,
είπε να πάει να κοιμηθεί. Το ίδιο όμως επαναλήφθηκε δυο φορές ακόμη. Τότε ο Ηλί παρέμεινε σκεπτικός. Τι λοιπόν συνέβαινε; Μήπως ο Θεός, ο οποίος τόσο καιρό είχε να λαλήσει, διότι δεν υπήρχαν τα άξια Του στόματα, έμελλε τώρα να απευθύνει λόγο με το ευσεβές και αθώο παιδί της Άννας και του Ελκανά; Είπε λοιπόν στον Σαμουήλ να πάει να κοιμηθεί, εάν όμως άκουγε για τέταρτη φορά την ίδια φωνή, να αποκριθεί προς τον Κύριο ότι περιμένει να λαλήσει και ο δούλος Του ακούει. Και πράγματι ο Κύριος λάλησε. Ο Ηλί ήταν ευσεβής και αγαθών διαθέσεων άνθρωπος, αλλά όλες του οι αρετές πνίγονταν από την αξιοθρήνητη αδυναμία
την οποία ανεχόταν τις ακολασίες και ανομίες των γιων του. Για το θέμα αυτό είχε και προηγουμένως ο Κύριος επιστήσει την προσοχή του με απεσταλμένο Του και τον απείλησε μάλιστα ότι έμελλαν να αποθάνουν ο Οφνί και ο Φινεές σε μια μέρα, αλλά η προαγγελία κατέπληξε τον γέροντα πατέρα χωρίς όμως να τον απαλλάξει από την ένοχη στοργή του. Ήδη διά του Σαμουήλ του γνωστοποίησε ο Κύριος ότι οι γιοι του ήταν κατάρατοι και ότι η αμαρτία τους έμελλε αμείλικτα να παταχθεί. Από τότε εξακολούθησαν οι αποκαλύψεις των βουλών του Θεού διά του Σαμουήλ και ο λαός του Ισραήλ γνώριζε ότι ο Σαμουήλ ήταν ορισμένος προφήτης από τον Κύριο. Μετά από λίγο,
η θεία προαγγελία εκπληρωνόταν. Οι Ισραηλίτες, καθώς νικιούνταν από τους Φιλιστέους, νόμισαν ότι θα μπορούσαν να νικήσουν με το να πάνε μέσα στη μάχη την Κιβωτό της Διαθήκης, όμως χωρίς να δείξουν μετάνοια, και έτσι έπεσαν πάλι τριάντα χιλιάδες Εβραίοι από τα χτυπήματα των Φιλιστέων και οι δυο γιοι του Ηλί θανατώθηκαν για τις ασέλγειές τους. Και αυτή η Κιβωτός της Διαθήκης του Ισραήλ, το καύχημα και η ελπίδα τους, έπεσε στα χέρια των εχθρών. Η είδηση της καταστροφής έφερε το τέλος και στον γέροντα Ηλί. Άκουσε ότι οι γιοι του πέθαναν και συγκρατήθηκε, αλλά όταν του αναγγέλθηκε το δυστύχημα της Κιβωτού, η μεγάλη του λύπη τον κατακυρίευσε. Έπεσε από το κάθισμά του και πέθανε.
Πέρασαν είκοσι έτη, κατά τα οποία οι Φιλιστέοι κατατυρανούσαν τον ισραηλιτικό λαό. Αυτός δε, στενάζοντας, ονειρευόταν την απελευθέρωσή του. Ο Σαμουήλ τότε, άνδρας πλέον, παραστεκόταν στον λαό, σύμβουλος των ομοφύλων του. Με τις προτροπές και τις ελπίδες τις οποίες ενέπνεε η ισχυρή του προσωπικότητα, αποδίωξαν τους ψευδοθεούς της ειδωλολατρίας, μετανόησαν και νήστεψαν, εξομολογήθηκαν τις αμαρτίες τους και ανακήρυξαν κριτή τον Σαμουήλ. Στην επιδρομή των Φιλιστέων που ακολούθησε, οι Ισραηλίτες νίκησαν. Ο δε Σαμουήλ εξακολούθησε μέχρι τα βαθιά γεράματά του με πολλή πάντοτε ευσέβεια και ευσυνειδησία το έργο του κριτή. Όμως και η δική του ζωή έφτασε
προς τη δύση της, δυστυχώς δε και οι δικοί του γιοι δεν ήταν καθόλου άξιοι του πατέρα τους. Ως εκπρόσωποι του γέροντα πατέρα τους κατάντησαν αφόρητοι με τις ακόρεστες δωροδοκίες τους και τον στραγγαλισμό της δικαιοσύνης. Οι Εβραίοι τότε, με την ιδέα πλέον ότι το αξίωμα των κριτών δεν παρήχε εγγυήσεις μόνιμης επιτυχημένης κυβέρνησης, ελκυόμενοι δε και από εκείνα που έβλεπαν σε άλλους λαούς, θέλησαν και αυτοί να αποκτήσουν βασιλεία. Σέβονταν όμως τον Σαμουήλ και δεν ήθελαν με τρόπο επαναστατικό να επιφέρουν τη μεταβολή, αλλά ανέθεσαν στους πρεσβυτέρους τους να εκφράσουν τη λαϊκή επιθυμία στον γέροντα κριτή. Ο Σαμουήλ αποδοκίμαζε τον βασιλικό θεσμό. Ο λαός όμως επέμενε. Τότε ο Σαμουήλ
τον Θεό και εκείνος, μολονότι δεν επιδοκίμαζε τη βασιλεία, δήλωσε στον Σαμουήλ ότι αφού ο λαός επέμενε, όφειλε να του δώσει βασιλεία. Ο Σαμουήλ εξέλεξε τον Σαούλ. Η εγκαθίδρυση της βασιλείας υπήρξε, όσον αφορά στον Σαμουήλ, συγκινητικότατη. Αφού τέθηκε επικεφαλής ο Σαούλ, ο γέροντας κριτής προέβη σε ένα είδος λογοδοσίας προς τον λαό. «Είμαι», είπε, «γέροντας. Από τη νεότητά μου μέχρι σήμερα έζησα μεταξύ σας. Ήδη αποκτήσατε βασιλεία. Παρακαλώ λοιπόν ενώπιον του Κυρίου και ενώπιον των εκλεκτών Του να πείτε εάν έκανα σε σας κάποια αδικία, εάν καταδυνάστευσα κάποιον, δωροδοκήθηκα από κανέναν για να τυφλώσω τους οφθαλμούς μου κατά την κρίση. Πέστε μου παρακαλώ, και αν έκανα κάτι από αυτά, είμαι πρόθυμος να σας ικανοποιήσω». Ο δε λαός αποκρίθηκε ότι ούτε τους αδίκησε ποτέ, ούτε τους καταδυνάστευσε, ούτε έλαβε κάτι από κανέναν. Τελευταία βεβαίωσε τους Ισραηλίτες ότι αν και έπαυσε να είναι κριτής τους, θα εξακολουθούσε να προσεύχεται για αυτούς και να τους διδάσκει την οδό, την αγαθή και ευθεία. Έπειτα τους προέτρεψε πατρικότατα να φοβούνται τον Κύριο και να τον λατρεύουν με όλη τους την καρδιά. Τους υπενθύμισε δε ότι εάν φέρονταν προς τον δρόμο της αποστασίας και παρέμεναν σε αυτόν, και αυτοί και ο βασιλέας τους θα
Ο Σαούλ δεν φάνηκε άξιος της εκλογής του και τότε ο Σαμουήλ, κατά θεία διαταγή, πήγε στον Ιεσσαί τον Βηθλεεμίτη και έχρισε διάδοχο βασιλέα τον νεότερο από τους γιους του, τον Δαβίδ. Ξέρουμε πως ο Δαβίδ νίκησε τον Γολιάθ και νυφεύτηκε τη θυγατέρα του Σαούλ, πως κατόπιν φθονήθηκε και καταδιώχθηκε από αυτόν, πως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα ανάκτορα και να φύγει στις ερημιές επικεφαλής μικρού αλλά αποφασιστικού και ηρωικού σώματος και πως ο Σαούλ, καταλαμβανόμενος κατά περιόδους από πονηρό πνεύμα, φερόταν προς την καταστροφή. Η κατάσταση αυτή κατέθλιβε τον Σαμουήλ. Τελεύτησε σε ηλικία 98 ετών.
Η λυπηρή είδηση συγκέντρωσε στη Ραμά, όπου ήταν η κατοικία του προφήτου, μυριάδες Ισραηλιτών. Γνώριζαν όλοι ότι ήταν ένα μεγάλο στήριγμα. Όταν έπεσε, τον έκλαψαν με δάκρυα ειλικρινή και τον έθαψαν με κάθε ευλάβεια και τιμή. Στον προφήτη αυτό, Σαμουήλ, αποδίδονται το βιβλίο των Κριτών, της Ρούθ και τα 24 πρώτα κεφάλαια του πρώτου βιβλίου των Βασιλειών.
Μπορούσαμε να σταθούμε σε κάποια σημεία του συναξαρίου του σήμερα εορταζομένου προφήτου Σαμουήλ, τα οποία νομίζουμε ότι είναι ιδιαίτερα διδακτικά και αξιοπρόσεκτα. Ένα είναι η αδικαιολόγητα ανεκτική στάση του ιερέα Ηλί απέναντι στα παιδιά του, τα οποία βαριά αμάρταναν ενώπιον του Θεού. Η έλλειψη της απαιτούμενης αυστηρότητας οδήγησε στην καταστροφή των παιδιών, αλλά και την τιμωρία του ίδιου του πατέρα. Βέβαια, η αυστηρότητα και η τιμωρία δεν είναι ευχάριστα ούτε και θα χρειάζονταν αν ο άνθρωπος δεν βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση της αμαρτωλότητας, της κακίας. Τώρα όμως είναι αναγκαίο κακό, το οποίο όσοι δεν το μεταχειρίζονται με την πρέπουσα βέβαια διάκριση
βοηθούν αυτούς που έχουν υπό την παιδαγωγική τους εξουσία και με την άκριτη ανεκτικότητά τους αφήνουν να πέσουν σε πολύ χειρότερα κακά, για τα οποία είναι συνυπεύθυνοι. Ένα άλλο σημείο το οποίο θα μπορούσαμε να προσέξουμε είναι το ότι οι Ισραηλίτες, καθώς νικιούνταν από τους Φιλιστέους, νόμισαν ότι θα μπορούσαν να νικήσουν με το να πάνε μέσα στη μάχη την Κιβωτό της Διαθήκης, χωρίς όμως να δείξουν τη μετάνοια που έπρεπε. Δηλαδή χρησιμοποίησαν την Κιβωτό απλά σαν ένα μαγικό όργανο, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην νικήσουν, αλλά να πέσουν στη μάχη 30.000 Εβραίοι και να περιέλθει στα χέρια των εχθρών η ίδια η Κιβωτός.
Εκείνο που απομακρύνει τη χάρη και τη βοήθεια του Θεού είναι η αμαρτία μας, το ότι δηλαδή εμείς εγκαταλείψαμε τον Θεό. Είναι προφανές ότι εκείνο που θα την επαναφέρει είναι η δική μας επιστροφή, δηλαδή η μετάνοιά μας. Καλή και αγία είναι η χρησιμοποίηση των αγιωτικών και η προσέλευσή μας στα Θεία Μυστήρια, όταν όμως γίνεται μέσα στο κλίμα της μετανοίας. Διαφορετικά, όταν δηλαδή η ζωή μας δεν συμφωνεί με τη χάρη του Θεού που έχουν τα αγιωτικά και τα μυστήρια, η χρήση τους αποτελεί καταφρόνηση του Θεού και προκαλεί όχι τη σωτηρία αλλά την κόλασή μας.
Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι
Today, August 20, our Church commemorates the Holy Prophet Samuel; the thirty-seven Saints martyred at Bizye in Thrace; the Holy Martyrs Severus and Memnon the Centurion; Saint Photini the Martyr; Saint Lucius the Councilor and Martyr; the Holy Martyrs Heliodorus and Dosai Dose; and Saint Abramius, the Russian Archimandrite of Molesk and Wonderworker.
The Holy Prophet Samuel lived in the twelfth century before Christ. He was born in Ramathaim, in the hill country of Ephraim. His father was Elkanah, and his mother was Hannah. Hannah could not have children, and this caused her great sorrow and pain. One day she went with her husband to Shiloh, between Bethel and Shechem, to worship at the tabernacle there. Weeping bitterly, she asked the Lord to give her a son and promised to dedicate him to Him. Her prayer was heard. She bore a son and named him Samuel. When she had weaned him, she brought him to Shiloh with three calves, a skin of wine, and some flour.
She dedicated her son to the Lord and left him to serve Eli, the priest and judge of Israel. Each year, his father and mother went up to Shiloh. They rejoiced to hear Eli tell them that their child was full of the gifts of the Spirit. One night, Eli, now elderly, was lying in bed, and young Samuel had also lain down. In the stillness of the night, before Samuel had fallen asleep, he heard a voice call him by name. Thinking Eli had called him, he went to him. But the elderly priest had not called. Supposing the child had misheard,
Eli told him to go back to sleep. The same thing happened twice more. Then Eli began to wonder what was happening. Could God, who had not spoken for so long because there were no worthy mouths to speak His word, now be about to speak to the devout and innocent child of Hannah and Elkanah? Eli told Samuel to go back to sleep, but if he heard the voice a fourth time, he should answer the Lord: “Speak, for Your servant is listening.” And the Lord did speak. Eli was a devout man with a good heart, but all his virtues were overshadowed by a pitiful weakness:
he tolerated the wanton behavior and lawlessness of his sons. The Lord had already warned him through a messenger and told him that Hophni and Phinehas would die on the same day. The warning stunned the elderly father, yet it did not free him from his misplaced affection for them. Now, through Samuel, the Lord made known to Eli that his sons were under a curse and that their sin would be punished without mercy. From then on, God continued to reveal His purposes through Samuel, and the people of Israel knew that the Lord had appointed him a prophet. Before long,
the divine warning came to pass. As the Israelites were being defeated by the Philistines, they thought they could win by carrying the Ark of the Covenant into battle. But they showed no repentance. Thirty thousand Israelites fell to the Philistines, and Eli’s two sons were killed because of their immoral acts. The Ark of the Covenant, Israel’s pride and hope, fell into enemy hands. News of the disaster brought Eli’s life to an end as well. He held himself together when he heard that his sons had died. But when he learned that the Ark had been captured, grief overwhelmed him. He fell from his seat and died.
Twenty years passed, during which the Philistines oppressed the people of Israel. The people groaned and longed for freedom. Samuel, now a grown man, stood beside them and counseled his fellow Israelites. His words and the hope inspired by his strong character led them to cast away their false gods. They repented and fasted, confessed their sins, and declared Samuel their judge. When the Philistines attacked again, the Israelites won. Samuel continued to serve as judge with great devotion and integrity into advanced age. But his own life, too, was drawing
to a close, and sadly, his sons were nothing like their father. Acting on behalf of their elderly father, they became intolerable through their endless bribe-taking and perversion of justice. The Israelites came to believe that the judges could no longer guarantee stable, good government. Drawn also by what they saw among other nations, they wanted a king of their own. Yet they respected Samuel and did not want to force the change through rebellion. Instead, they sent their elders to tell the elderly judge what the people wanted. Samuel disapproved of kingship, but the people insisted. So Samuel
turned to God. Although God did not approve of their desire for a king, He told Samuel to give them one, since they persisted. Samuel chose Saul. For Samuel, the establishment of kingship was a deeply moving occasion. Once Saul had been placed at their head, the elderly judge gave an account of his conduct before the people. “I am an old man,” he said. “From my youth until today, I have lived among you. Now you have a king. So I ask you, before the Lord and His chosen one: Have I wronged any of you? Have I oppressed anyone? Have I taken a bribe from anyone and closed my eyes when judging? Please tell me. If I have done any of these things, I am ready to make it right.” The people answered that he had never wronged or oppressed them, nor taken anything from anyone. Finally, Samuel assured the Israelites that, although he was no longer their judge, he would go on praying for them and teaching them the good and upright way. With a father’s care, he urged them to fear the Lord and worship Him with all their hearts. He also reminded them that if they turned to apostasy and remained on that path, both they and their king would be swept away.
Saul proved unworthy of his calling. So, at God’s command, Samuel went to Jesse of Bethlehem and anointed Jesse’s youngest son, David, to succeed him as king. We know how David defeated Goliath and married Saul’s daughter; how Saul then grew jealous and pursued him; and how David had to leave the palace and flee into the wilderness at the head of a small but resolute and courageous band. Saul, meanwhile, was seized at times by an evil spirit and was heading toward destruction. All this weighed heavily on Samuel. He died at the age of ninety-eight.
The sad news brought countless Israelites to Ramah, where the prophet had lived. Everyone knew he had been a great source of strength. They mourned him with sincere tears and buried him with every reverence and honor. The book of Judges, the book of Ruth, and the first twenty-four chapters of the First Book of Kingdoms are attributed to the Prophet Samuel.
We can pause over a few parts of the life of the Prophet Samuel, whom we commemorate today, that seem especially instructive. One is the unjustifiably lenient attitude of Eli the priest toward his sons, who were committing grave sins before God. His failure to show the necessary firmness led to the ruin of his sons and to punishment for Eli himself. Of course, discipline and punishment are unpleasant. They would not be needed if we did not live in this fallen state of sin and wickedness. But as things stand, they are a necessary hardship. Those who fail to use them with proper discernment
fail to help the people in their care. Through undiscerning leniency, they let them fall into far worse evils and share responsibility for what happens. Another point deserves our attention. When the Israelites were losing to the Philistines, they thought they could win by taking the Ark of the Covenant into battle, without showing the repentance they needed. In other words, they treated the Ark as a kind of magical instrument. As a result, they failed to win: thirty thousand Israelites fell in battle, and the Ark itself passed into enemy hands.
What drives away God’s grace and help is our sin: we have abandoned God. Clearly, what brings His grace and help back is our return to Him, our metanoia, our repentance. It is good and holy to use the things that sanctify us and to approach the divine Mysteries, provided we do so in a spirit of repentance. Otherwise, when our lives are out of harmony with the grace of God present in these holy things and Mysteries, using them shows contempt for God and leads us toward Hell rather than salvation.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\20 08.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.