Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Η Υπαπαντή του Χριστού και η προφητεία του Συμεών

Η Εκκλησία εορτάζει την Υπαπαντή του Χριστού στις 2 Φεβρουαρίου, θυμίζοντας πώς ο Συμεών πίστεψε στην προφητεία του Ησαΐα για την παρθενική γέννηση. Μετά από σαράντα ημέρες, η Θεοτόκος ανέβασε το βρέφος Ιησού στον Ναό των Ιεροσολύμων, σύμφωνα με τον Νόμο του Μωυσή.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Εορτές και Μνήμες2 Φεβρουαρίου23:52Εορτή ή μνήμη
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία εορτάζει την Υπαπαντή του Χριστού στις 2 Φεβρουαρίου, θυμίζοντας πώς ο Συμεών πίστεψε στην προφητεία του Ησαΐα για την παρθενική γέννηση.
  • Μετά από σαράντα ημέρες, η Θεοτόκος ανέβασε το βρέφος Ιησού στον Ναό των Ιεροσολύμων, σύμφωνα με τον Νόμο του Μωυσή.
  • Η ομιλία ερμηνεύει τα προσφερόμενα πτηνά ως σύμβολα της αρετής και των δύο φύσεων του Χριστού, της θείας και της ανθρώπινης.
  • Οδηγούμενος από το Άγιο Πνεύμα, ο Συμεών δέχτηκε τον Ιησού, τον ύμνησε ως σωτηρία όλων των λαών και προανήγγειλε τόσο την αντίθεση προς αυτόν όσο και τη θλίψη της Μαρίας κατά τον Σταυρό.
  • Η προφήτις Άννα αναγνώρισε το παιδί ως σαρκωθέντα Δημιουργό και μίλησε γι' αυτόν σε όσους περίμεναν τη λύτρωση.
  • Ο Ιησούς επέστρεψε με την οικογένειά του στη Ναζαρέτ και μεγάλωσε ως αληθινός άνθρωπος, αποκαλύπτοντας σταδιακά τη θεία σοφία του.
  • Η ομιλία κλείνει προτρέποντας τους χριστιανούς να ζουν την αφιέρωσή τους στον Θεό μέσω του βαπτίσματος, της υπακοής και της συμμετοχής στα μυστήρια της Εκκλησίας.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 27 παράγραφοι

2 του μηνός Φεβρουαρίου, η Εκκλησία μας εορτάζει την Υπαπαντή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Αγαθοδώρου, του Αγίου Νεομάρτυρος Ιορδάνου του Τραπεζουντίου και του νέου Οσιομάρτυρος Γαβριήλ.

Βασίλευαν στην Αίγυπτο οι τελευταίοι από τους Πτολεμαίους, ένας από τους οποίους κατά τον παλαιό καιρό είχε συγκεντρώσει τους διδασκάλους των Ιουδαίων και τους είχε υποχρεώσει να κάνουν τη μετάφραση της Αγίας Γραφής, την καλουμένη των Εβδομήκοντα, και στην Ιουδαία βασίλευε ένας από τους Μακαβαίους, ο Αλέξανδρος Ιανναίος. Ήταν στα Ιεροσόλυμα κάποιος ευσεβής και δίκαιος διδάσκαλος των Εβραίων, ονόματι Συμεών, ο οποίος και δέχτηκε κατόπιν το Χριστό στην αγκαλιά του. Αυτός λοιπόν, κατά τον καιρό εκείνο, ογδόντα περίπου έτη πριν από την ενσαρκή παρουσία του Χριστού, επιστρέφοντας με άλλους διδασκάλους των Εβραίων στα Ιεροσόλυμα από κάποια υπηρεσία στην οποία είχαν αποσταλεί, συνομιλούσε μαζί τους για διάφορα ρητά τα

οποία περιέχονται στα βιβλία των προφητών. Μεταξύ των άλλων είπε ο Συμεών προς αυτούς: «Εγώ, ερμηνεύοντας τον προφήτη Ησαΐα, είδα να λέγει: “Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ”.» Σ' αυτό είπε ο Συμεών: «Απορώ υπερβολικά, διότι πώς είναι δυνατόν παρθένος να γεννήσει; Ή πώς είναι δυνατόν Θεός να γεννηθεί; Δεν πιστεύω να γίνει αυτό ποτέ.» Τότε αμέσως αισθάνθηκε αόρατα σαν κάποιο χέρι να του έδωσε ηχηρότατο ράπισμα και φωνή ακούστηκε να του λέγει: «Και θα τον δεις τον Χριστό και θα τον πιάσεις με τα χέρια σου.» Προχωρώντας οι διδάσκαλοι έφτασαν αργά σε κάποιο ποταμό.

Τότε δε έβγαλε ο Συμεών το δακτυλίδι του και το έριξε στον ποταμό λέγοντας: «Εάν είναι αληθινό αυτό το ρητό, τότε κι εγώ να ξαναβρώ το δακτυλίδι μου.» Αφού προχώρησαν περαιτέρω, έφτασαν στην πόλη που ήταν κοντά στον ποταμό και αγόρασαν ψάρια για να τα μαγειρέψουν και να φάνε. Επειδή δε τα είχαν ψαρέψει από τον ποταμό εκείνο, στον οποίο είχε ρίξει το δακτυλίδι του ο Συμεών, κατ' ευδοκία Θεού, ο Συμεών είδε το δακτυλίδι του να βρίσκεται στα σπλάχνα του ψαριού, το οποίο πήρε να κόψει. Τότε πλέον πίστεψε στην αλήθεια αυτή. Έτσι περίμενε μετέπειτα πότε θα δει τον Χριστό ως βρέφος και να τον δεχθεί στην αγκαλιά του.

Γέρασε δε και έγινε εκατόν δέκα ετών και περισσότερο. Τότε αξιώθηκε και είδε εκείνον τον οποίον επιθυμούσε η ψυχή του. Πώς έγινε αυτό; Αυτό, όπως μας είπε το Ιερό Ευαγγέλιο, όταν τελείωσαν οι σαράντα μέρες που ήταν καθορισμένες από τον νόμο για τον καθαρισμό της γυναίκας που θα γεννούσε αρσενικό παιδί, τότε και η Παναγία πήρε το βρέφος Ιησού και πήγε στο ναό για να εκπληρώσει το πρόσταγμα του νόμου. Βέβαια η Παναγία, η οποία είχε συλλάβει εκ Πνεύματος Αγίου και γέννησε χωρίς φθορά, δεν είχε ανάγκη από την τεσσαρακονθήμερη κάθαρση. Οι Εβραίοι όμως δεν το γνώριζαν αυτό, και αν πήγαινε νωρίτερα από τις σαράντα μέρες, δεν θα την άφηναν να εισέλθει στο ιερό. Γι' αυτό

και για να φανεί ότι και αυτή φύλαγε τον νόμο, έμεινε στο σπίτι της τις διατεταγμένες σαράντα μέρες. Όταν λοιπόν τελείωσαν, πήρε το Χριστό βρέφος να τον πάει στα Ιεροσόλυμα και να τον εισαγάγει στο ναό, επειδή είχαν τη συνήθεια και έβαζαν τα μικρά παιδιά μέσα στο ιερό και τα αφιέρωναν, διότι έτσι έγραφε ο νόμος του Μωυσέως, ότι κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί θα είναι άγιο και αφιερωμένο στο Θεό. Ακόμη συνήθιζαν να πηγαίνουν στο ιερό δύο τρυγόνια ή δύο περιστέρια, και αυτό διότι αυτά είναι τα πιο καθαρά από όλα τα πτηνά. Το τρυγόνι διακρίνεται για τη σωφροσύνη του, όταν πεθάνει το ένα από τα δύο,

το άλλο φεύγει στα βουνά και την ερημιά. Το περιστέρι δε διακρίνεται για την ακεραιότητά του, δηλαδή για την ακακία και το ήμερο. Γι' αυτό ορίζει και ο Κύριος στο Άγιο Ευαγγέλιο: «Γίνεσθε ουν φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστεραί.» Το φίδι έχει συνήθεια, όταν το κτυπούν, να αφήνει όλο το σώμα εκτεθειμένο, κρύβει δε μόνο το κεφάλι του. Έτσι φρόνιμοι πρέπει να είμαστε και εμείς οι χριστιανοί. Τα πλούτη μας όλα και το σώμα μας ακόμη να τα δίνουμε εάν χρειαστεί σε θάνατο για την αγάπη του Χριστού, μόνο δε την πίστη μας να φυλάττουμε από όλα περισσότερο. Να είμαστε ακόμη σαν τα περιστέρια σε όλα άκακοι,

μη κρατούμε μίσος και έχθρα με κάποιον άνθρωπο, ούτε να πονηρευόμαστε σε κάθε λόγο και να κάνουμε κακούς λογισμούς. Τι δε έκαναν τα πτηνά αυτά; Το ένα τρυγόνι ή το ένα περιστέρι το έσφαζαν, τα άλλα δε τα άφηναν πάλι να πετάξουν όπου ήθελαν. Σήμαινε δε αυτό ότι ο Χριστός είχε δύο φύσεις. Ήταν Θεός και άνθρωπος, και η μεν ανθρωπότητά Του έπαθε και απέθανε, η δε Θεότητά Του έμεινε απαθής και αθάνατη. Αυτό σήμαιναν τα δύο εκείνα πτηνά. Έτσι λοιπόν κατά το νόμο έκανε και η Παναγία. Στην Ιερουσαλήμ ήταν ο Συμεών, τον οποίον προαναφέραμε, ο οποίος, καθώς λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής, ήταν δίκαιος και ευλαβής.

Πράγματι έτσι ήταν, διότι εάν δεν ήταν τέτοιος, δεν θα αξιωνόταν τέτοιο χάρισμα. Και εμείς, εάν θέλουμε να δεχθούμε το Χριστό, όχι ως βρέφος αλλά ως τέλειο, όχι σωματικά αλλά θεϊκά, όχι στην αγκαλιά αλλά στην καρδιά, ας γίνουμε δίκαιοι, δηλαδή ενάρετοι και ευλαβείς, και ας φοβόμαστε το Θεό για να αξιωθούμε μεγαλύτερο χάρισμα. Ο Συμεών ήταν δίκαιος και ευλαβής και ακόμη προσδεχόμενος παράκληση του Ισραήλ. Δηλαδή, περίμενε πότε θα έλθει η παρηγοριά του Ισραήλ. Παρηγοριά δε του πνευματικού Ισραήλ είναι ο Χριστός που ήρθε για να μας ελευθερώσει από την αμαρτία και έτσι να μας δώσει την πραγματική παρηγοριά.

Συνεχίζοντας ο Ευαγγελιστής Λουκάς, μας λέγει για τον δίκαιο Συμεών: «Και Πνεύμα Άγιον ην επ' αυτόν.» Επειδή δηλαδή ήταν δίκαιος και ευλαβής, είχε και Πνεύμα Άγιο. Επειδή ο Συμεών ήταν δούλος και άξιος υπηρέτης του Χριστού, είχε και το Πνεύμα του Θεού. Ο προφήτης Σολομών μας λέγει: «Εις κακότεχνον ψυχήν ουκ εισελεύσεται σοφία, εάν δε και εισελεύσεται, ταχέως εξελεύσεται.» Δηλαδή σε καρδιά αμαρτωλού ανθρώπου, Θεός, χάρις δηλαδή του Θεού, δεν εισέρχεται, εάν δε εισέλθει, γρήγορα πάλι εξέρχεται. Ενώ ο δίκαιος Συμεών, καθώς ήταν ευλαβής, επειδή είχε φόβο Θεού, είχε Πνεύμα Άγιο.

Λοιπόν το Πνεύμα του Θεού απεκάλυψε στον δίκαιο ότι εάν δεν δεχθεί στην αγκαλιά του τον Χριστό Κυρίου, δεν θα δει θάνατο. «Χριστός δε Κυρίου» ονομάζεται ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, διότι χρίστηκε από τον Πατέρα πνευματικώς με το έλαιο της αγαλλιάσεως, καθώς το προφητεύει ο Δαβίδ λέγοντας: «Έχρισέ σε ο Θεός, ο Θεός σου», δηλαδή ο Πατήρ με το Άγιο Πνεύμα, «έλαιον αγαλλιάσεως παρά τους μετόχους σου». Μέτοχοι του Χριστού είναι όσοι κάνουν το θέλημά Του. Το Πνεύμα του Θεού οδήγησε ακόμη τον Άγιο να πάει στο Ιερό. Κατά τον καιρό εκείνο πήγαν το Χριστό ως βρέφος μικρό, οι γονείς Του στο Ιερό.

Γονείς όμως πολλούς ο Κύριος δεν είχε. Γιατί λοιπόν λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς «Οι γονείς του παιδίου»; Ο Κύριος μόνο την Παναγία είχε μητέρα. Αυτή είναι η αλήθεια. Αλλά επειδή κατά το φαινόμενο ο Ιωσήφ νομιζόταν πατέρας του Χριστού, γι' αυτό και ο Ευαγγελιστής λέγει «Οι γονείς του παιδίου». Όταν λοιπόν πήγαν το Χριστό βρέφος μικρό στο Ιερό, αυτός ο Συμεών τον δέχτηκε στην αγκαλιά του και είπε: «Νυν απολύεις τον δούλο σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών. Φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ». Δηλαδή τώρα με ελευθέρωσες, Δέσποτα, από την σύγχυση του κόσμου,

από τους πειρασμούς του. Ας αποθάνω λοιπόν με ειρήνη να ελευθερωθώ από το γήρας και από τον πεπλανημένο αυτόν κόσμο, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, το καλό δηλαδή που έκανες σε όλους τους ανθρώπους τους δούλους σου. Τέτοιο έργο έκανες, Χριστέ μου, ώστε φως φανερό έγινε σε όλα τα έθνη το φως σου και δόξα έγινε το έργο σου σε όλο το λαό σου, τον Ισραήλ, σε όσους δηλαδή πίστεψαν προηγουμένως στους προφήτες και σε όσους θα πιστέψουν τώρα σε σένα. Μετά, είπε ο Συμεών προς τη μητέρα του Κυρίου: «Ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον». Δηλαδή, ο Υιός σου αυτός είναι εις πτώσιν και έγερσιν πολλών,

σημείο στο οποίο πολλοί θα εναντιώνονται. Οι ειδωλολάτρες, τα έθνη τα οποία θα πιστέψουν στο Χριστό, θα εγερθούν από τις αμαρτίες τους, από την πλάνη, από το σκότος, από την ειδωλολατρία. Από τον τόπο του άδου θα υψωθούν στη βασιλεία των ουρανών, θα φωτιστούν με το φως της θεογνωσίας, θα καθαριστούν με το βάπτισμα του Υιού σου. Οι δε Εβραίοι θα τον καταφρονήσουν, εφόσον θα τον ονομάσουν Σαμαρείτη και δαιμονισμένο, εφόσον θα τον σταυρώσουν, θα τον εμπτύσουν, θα τον υβρίσουν και θα τον θανατώσουν. Δικαίως λοιπόν θα εκπέσουν από την πρώτη τους χάρη. Σημείο αντιλεγόμενο τον Χριστό και τον Σταυρό ονόμαζε ο Συμεών. Τον Χριστό μεν, διότι κατά τον καιρό της Σταυρώσεως πολλοί σκανδαλίσθηκαν, τον δε Σταυρό

ονόμασε ο Συμεών, επειδή πολλοί άπιστοι εναντιώθηκαν στα έργα και τα θαύματα του Τιμίου Σταυρού. «Εμείς δε κηρύττουμε», λέγει ο Απόστολος Παύλος, «Χριστόν εσταυρωμένον. Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν». Οι μεν Ιουδαίοι έχουν το Σταυρό για σκάνδαλο, οι δε Έλληνες για μωρία και αγνωσία. Ακόμη ο Συμεών είπε προς την Κυρία Θεοτόκο: «Ξίφος δίστομο θα εισέλθει εις την καρδίαν σου». Ξίφος δίστομο ονόμασε τη λύπη και την οδύνη, την οποία θα είχε η καρδία της όταν θα έβλεπε το Χριστό στο σταυρό, όταν θα τον έβλεπε γυμνό και νεκρό.

Και ήταν ο Υιός της και Θεός και γνώριζε η Παναγία τότε στο πάθος του Χριστού θα ακολουθούσε η Ανάσταση, αλλά όμως, σαν μητέρα που ήταν, ήταν πρέπον να δακρύσει, να θρηνήσει, να κλάψει τον αγαπημένο της Υιό. Προσέθεσε δε ο Συμεών: «Όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί», που σημαίνει ότι όταν σταυρωθεί ο Υιός σου, όταν εμπτυστεί, όταν ραπιστεί, όταν κριθεί, όταν τέλος θανατωθεί, τότε θα φανούν ποιοι είναι με το Χριστό και ποιοι είναι εναντίον Του. Τότε θα φανούν ποιοι τον αγαπούν, τότε θα φανεί καθενός ο λογισμός. Τότε θα ξεσκεπαστούν οι καρδιές όλων. Και όχι μόνο τότε, αλλά και μετά, μέχρι η συντέλεια των αιώνων. Στο ιερό εκείνο που πήγαν το Χριστό ως βρέφος, ήταν και μια γυναίκα, Άννα.

Το όνομά της, προφήτις, θυγατέρα του Φανουήλ από τη φυλή του Ασήρ, γερασμένη κατά την ηλικία. Είχε δε κάποτε κι άνδρα και έζησε μαζί του επτά μόνο χρόνους. Τότε δε ήταν χήρα ογδόντα τεσσάρων χρόνων, ποτέ δε από το ιερό δεν έλειπε, αλλά ήταν πάντα εκεί και νήστευε και προσευχόταν και λάτρευε το Θεό νύκτα και μέρα. Αυτή ήταν γερόντισσα, όχι μόνο στους χρόνους, αλλά και στα θεάρεστα και άγια έργα. Γερόντισσα ήταν στο σώμα, αλλά νέα στην ψυχή. Παλαιά στις ημέρες, αλλά νέα στο νόμο του Χριστού. Όχι δε μόνο γερόντισσα στο σώμα, αλλά και στο νόμο το μωσαϊκό. Νέα ήταν στη χάρη.

Στον καιρό του γήρατός της πρωτοφάνηκε ο Χριστός σωματικός. Κατά τη στιγμή κατά την οποία ο ευλαβής Συμεών δέχθηκε τον Χριστό ως βρέφος στην αγκαλιά του, αυτή στάθηκε και είπε προς τον Κύριο και προς όσους βρέθηκαν εκεί και περίμεναν να ακούσουν κάποιο λόγο για τη σωτηρία τους μεγάλα και παράδοξα πράγματα. Αυτό το βρέφος, είπε, είναι ο ποιητής του κόσμου όλου. Αυτό έπλασε και τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ. Αυτό το βρέφος έδωσε σ' αυτόν πνοή και ψυχή ζώσα. Αυτό και τους προπάτορές μας δικαίωσε. Αυτό και για τη σωτηρία μας κατήλθε από τους ουρανούς και φόρεσε σάρκα από την Αγία αυτή Παρθένο. Αυτό το βρέφος το οποίο φέρει ο Συμεών στην αγκαλιά του,

αυτό ο ουρανός όλος και η γη όλη δεν μπορούν να χωρέσουν, αλλά αυτό χώρεσε στην κοιλιά αυτής της παρθένου μητέρας του για τις δικές μας αμαρτίες. Αυτό το βρέφος υμνούν οι άγγελοι, αυτό δοξάζουν οι αρχάγγελοι, αυτό το βρέφος λατρεύουν τα χερουβείμ, τα σεραφείμ, οι θρόνοι, οι κυριότητες, οι εξουσίες, οι αρχές, οι δυνάμεις. Αυτό και εμείς ας προσκυνήσουμε. Αυτό και εμείς ας δοξάσουμε ως Θεό αληθινό. Αυτοί ήταν οι λόγοι της σωφρονεστάτης Άννης. Αυτές οι προφητείες την ονόμασαν προφήτιδα. Κατόπιν, όταν έγιναν όλα όσα πρόσταζε ο νόμος, επέστρεψαν στην πατρίδα τους, στην πόλη της Γαλιλαίας, Ναζαρέτ. Το δε παιδίον, δηλαδή ο Χριστός,

αύξανε και δυναμωνόταν εν πνεύματι Αγίω και γέμιζε σοφία και χάρη Θεού ήταν σ' αυτό. Ποια δε ήταν η Γαλιλαία και η Ναζαρέτ; Γαλιλαία ονομαζόταν κατά την εποχή του Χριστού η χώρα της Παλαιστίνης που είναι βόρεια από τη Σαμάρια και κατοικούνταν από τις φυλές Νεφθαλίμ, Ασήρ, Ζαβουλών και Ισάχαρ, χωριζόταν δε στην άνω και την κάτω Γαλιλαία. Η δε Ναζαρέτ ήταν μικρή και ασήμαντη πόλη της Γαλιλαίας, στην οποία ανατράφηκε ο Χριστός και από την οποία ονομάστηκε Ναζωραίος, καθώς προφήτευσαν οι προφήτες, κατά τη μαρτυρία του θείου Ευαγγελιστού Ματθαίου, που λέγει «Ναζωραίος κληθήσεται». Επειδή δε τα Ιεροσόλυμα υψομετρικώς βρίσκονται σε θέση υψηλότερη από εκείνη της Ναζαρέτ,

γι' αυτό ο Ευαγγελιστής Λουκάς λέγει στην αρχή του σημερινού Ευαγγελίου: «Ανήγαγον αυτόν εις τα Ιεροσόλυμα», δηλαδή ανέβασαν τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα. Τέλος, ο Ευαγγελιστής επιλέγει: «Το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι, πληρούμενον σοφίας και χάρις Θεού ην επ' αυτό». Ο Χριστός ήταν Θεός αληθινός, αλλά επειδή έγινε άνθρωπος και ενδύθηκε σάρκα καθώς εμείς, έπρεπε και ως άνθρωπος να αναπτύσσεται λίγο λίγο. Διότι, εάν δεν αναπτυσσόταν βαθμιαία, θα είχαν αιρετική αφορμή να πουν ότι δεν έγινε άνθρωπος κατά αλήθεια, αλλά κατά φαντασία. Αληθινά αύξανε το παιδίο, αλλά ως άνθρωπος, όχι ως Θεός.

Επειδή η Θεότης ούτε αυξάνεται, ούτε ελαττώνεται. Είναι τέλεια σε όλα και τίποτε ελλιπές δεν υπάρχει σ' αυτή. Σοφία δε λέγει, όχι την ευτελή των ανθρώπων, αλλά τη Θεία Σοφία, την οποία είχε έμφυτη ο Χριστός, επειδή αυτός από ανθρώπους σοφία και γνώση δεν χρειαζόταν, εφόσον αυτός ήταν η Αυτοσοφία.

Όσο δε αυξανόταν κατά το σώμα, τόσο φαινόταν ότι αύξανε και η σοφία και η γνώση του. Αποκάλυπτε δηλαδή λίγο λίγο τη Θεία Σοφία η οποία ενοικούσε σ' αυτόν.

Την ημέρα λοιπόν, την οποία σήμερα εορτάζουμε, ο Κύριός μας ως άνθρωπος αφιερώθηκε εντελώς στο Θεό. Αλλά και εμείς, σαν χριστιανοί, όχι μόνο οι πρωτότοκοι, όχι μόνο οι άρρενες, αλλά όλοι μας έχουμε δοθεί, έχουμε αφιερωθεί στο Θεό. Και αυτό έχει γίνει και κατά το σαραντισμό μας, αλλά προπαντός κατά το Άγιο Βάπτισμά μας. Δεν γνωρίζετε, ερωτά ο Απόστολος Παύλος, ότι δεν ανήκετε πλέον στον εαυτό σας; Το Άγιο Βάπτισμα είναι θάνατος που συμβολίζει η κατάδυση και Ανάσταση που συμβολίζει η ανάδυση. Θάνατος του παλαιού ανθρώπου. Αυτός είναι ο εαυτός μας και από αυτό το πτώμα το Άγιο Πνεύμα έκανε ένα καινούριο άνθρωπο, τον πνευματικό άνθρωπο,

είναι τώρα μέλος μιας νέας πνευματικής κοινωνίας που είναι η Εκκλησία, ενός νέου πνευματικού σώματος που είναι Σώμα Χριστού. Γνωρίζουμε όμως εμείς αυτά τα πράγματα, τα δεχόμαστε έτσι και ακόμη περισσότερο ζούμε ανάλογα με αυτά; Ζούμε με τη συνείδηση ότι δεν ανήκουμε πλέον στον εαυτό μας αλλά στο Θεό;

Σκεπτόμαστε συχνά, όταν καλλιεργούμε, ότι δεν είμαστε ανεξάρτητοι, αλλά μέλη του σώματος του Χριστού, όταν αποφεύγουμε να κάνουμε το δικό μας θέλημα, αλλά ποθούμε να κάνουμε το θέλημα του Χριστού, όταν ζούμε για το Θεό, όταν σε όλα επιδιώκουμε την ευαρέστησή Του.

Ευχαριστώ. ανανεώνουμε με τη συχνή συμμετοχή μας στα μυστήρια της Εκκλησίας μας και ιδιαίτερα στη Θεία Κοινωνία. Όταν έτσι δινόμαστε στο Θεό, Αυτός θα δίνεται όλο και πιο πολύ σε εμάς και έτσι θα αγιαζόμαστε προς δόξαν Αυτού και σωτηρία δική μας.

Αγγλική μετάφρασηEN · 27 παράγραφοι

On the second of February, our Church celebrates the Presentation of our Lord and God and Savior Jesus Christ. It also commemorates Saint Agathodoros the Martyr, Saint Jordan of Trebizond the New Martyr, and Gabriel the New Monastic Martyr.

The last of the Ptolemies were ruling in Egypt. One of their predecessors had gathered Jewish teachers and required them to translate Holy Scripture into the version known as the Septuagint. In Judea, one of the Maccabees, Alexander Jannaeus, was king. In Jerusalem there lived a devout and righteous Jewish teacher named Simeon, who would later receive Christ in his arms. At that time, about eighty years before Christ came in the flesh, Simeon was returning to Jerusalem with other Jewish teachers from a mission they had been sent on. As they traveled, they discussed various passages

from the books of the prophets. Simeon said to them, “While interpreting the prophet Isaiah, I read: ‘Behold, the virgin shall conceive and bear a son, and they shall call his name Emmanuel.’” Simeon said, “This puzzles me greatly. How can a virgin give birth? And how can God be born? I do not believe this will ever happen.” At once, he felt as though an unseen hand had struck him sharply across the face, and he heard a voice say, “You will see Christ, and you will hold him in your hands.” The teachers continued on and, late in the day, reached a river.

Then Simeon took off his ring and threw it into the river, saying, “If this prophecy is true, let me find my ring again.” They traveled farther and came to a town near the river, where they bought fish to cook and eat. The fish had been caught in that very river. By God’s good pleasure, when Simeon cut open one of them, he found his ring inside it. Then he believed the prophecy. From that time on, he waited to see Christ as an infant and receive him in his arms.

Simeon grew old, living to more than a hundred and ten years. Then he was counted worthy to see the one his soul longed for. How did this happen? As the Holy Gospel tells us, when the forty days prescribed by the Law for the purification of a woman who had borne a son were complete, the Most Holy Theotokos took the infant Jesus to the Temple to fulfill the Law’s command. Of course, she had conceived by the Holy Spirit and given birth without corruption, so she had no need of purification after forty days. But the Jews did not know this, and if she had gone before the forty days were over, they would not have let her enter the sanctuary. For this reason,

and to show that she too observed the Law, she remained at home for the prescribed forty days. When they were complete, she took the infant Christ to Jerusalem and brought him into the Temple. It was their custom to bring young children into the sanctuary and dedicate them, for the Law of Moses said that every firstborn son was to be holy and dedicated to God. They also customarily brought two turtledoves or two pigeons to the sanctuary, for these were considered the purest of birds. The turtledove is known for its faithfulness: when one of a pair dies,

the other flies away to the mountains and the wilderness. The pigeon is known for its innocence, its gentleness and freedom from malice. That is why the Lord says in the Holy Gospel, “Be wise as serpents and innocent as doves.” When a serpent is struck, it leaves its body exposed but hides its head. We Christians must be wise in this way. If need be, we should give up all our possessions, even surrender our bodies to death for the love of Christ, while guarding our faith above everything else. And like doves, we should be innocent in all things,

bearing no hatred or hostility toward anyone, and never twisting another’s words into something evil or harboring malicious logismoi, intrusive thoughts. What did they do with these birds? They sacrificed one turtledove or pigeon and released the other to fly wherever it wished. This signified that Christ has two natures. He is God and man: in his humanity he suffered and died, while in his divinity he remained beyond suffering and immortal. That is what the two birds signified. So the Most Holy Theotokos acted according to the Law. Simeon, whom we spoke of earlier, was in Jerusalem. As the holy Evangelist says, he was righteous and devout.

And so he was. Otherwise, he would not have been counted worthy of such a gift. If we too wish to receive Christ, not as an infant but in his fullness, not bodily but spiritually, not in our arms but in our hearts, let us become righteous, virtuous and devout. Let us fear God, so that we may be counted worthy of an even greater gift. Simeon was righteous and devout, and he was waiting for the consolation of Israel. He was waiting for Israel’s comfort to come. The comfort of the spiritual Israel is Christ, who came to free us from sin and give us true consolation.

The Evangelist Luke goes on to tell us of righteous Simeon: “And the Holy Spirit was upon him.” Because he was righteous and devout, he had the Holy Spirit. Simeon was a servant of Christ, worthy to serve him, and so he had the Spirit of God. The prophet Solomon tells us, “Wisdom will not enter a deceitful soul; and if it does enter, it will soon depart.” In other words, God’s grace does not enter the heart of a sinful person; and if it enters, it soon leaves again. But righteous Simeon was devout and feared God, and the Holy Spirit was upon him.

The Spirit of God revealed to this righteous man that he would not die before he had received the Lord’s Christ in his arms. Our Lord Jesus Christ is called “the Lord’s Christ” because the Father anointed him spiritually with the oil of gladness. As David prophesied: “God, your God, has anointed you”—that is, the Father anointed him through the Holy Spirit—“with the oil of gladness above your companions.” Those who do Christ’s will are his companions. The Spirit of God also led Saint Simeon to the sanctuary. At that same time, the infant Christ was brought there by his parents.

Yet the Lord did not have two parents in the ordinary sense. Why, then, does the Evangelist Luke say, “The child’s parents”? The Lord had only the Most Holy Theotokos as his mother. That is the truth. But Joseph was regarded outwardly as Christ’s father, and for this reason the Evangelist says, “The child’s parents.” When they brought the infant Christ into the sanctuary, Simeon received him in his arms and said: “Lord, now let your servant depart in peace according to your word, for my eyes have seen your salvation, which you have prepared before all peoples: a light to reveal you to the nations and the glory of your people Israel.” That is, “Now, Master, you have freed me from the turmoil of this world,

and from its temptations. Let me die in peace and be freed from old age and this wayward world, for my eyes have seen your salvation—the good you have done for all people, your servants. My Christ, your work has made your light shine openly among all nations, and it has become the glory of your people Israel: those who believed the prophets before and those who will now believe in you.” Then Simeon said to the Lord’s mother, “This child is set for the fall and rising of many in Israel, and for a sign that will be opposed.” In other words, her Son would bring about the fall of some and the rising of others,

and many would oppose him. The Gentiles who believe in Christ would rise from their sins, from error, darkness and idolatry. They would be lifted from Hades into the Kingdom of Heaven, enlightened by the knowledge of God and cleansed through the Baptism of her Son. But the Jews would reject him, calling him a Samaritan and demon-possessed. They would crucify him, spit on him, insult him and put him to death. Thus they would fall away from the grace first given to them. Simeon called both Christ and the Cross signs that would be opposed: Christ, because many would stumble at the time of the Crucifixion; and the Cross,

because many unbelievers would oppose the works and miracles of the Precious Cross. “We preach,” says the Apostle Paul, “Christ crucified: a stumbling block to the Jews and foolishness to the Greeks.” The Jews regard the Cross as a stumbling block, and the Greeks regard it as foolishness and ignorance. Simeon also said to the Lady Theotokos, “A two-edged sword will pierce your heart.” By this sword he meant the sorrow and anguish she would feel when she saw Christ on the Cross, naked and dead.

He was her Son and her God. The Most Holy Theotokos knew that Christ’s Passion would be followed by the Resurrection. Yet as his mother, she would naturally shed tears, mourn and weep for her beloved Son. Simeon added, “So that the thoughts of many hearts may be revealed.” This means that when her Son was crucified, spat upon, struck, judged and finally put to death, it would become clear who stood with Christ and who stood against him. It would become clear who loved him. What lay in each person’s heart would be revealed. And this would continue, not only then, but until the end of the ages. In the sanctuary where they brought the infant Christ, there was also a woman named Anna.

She was a prophetess, the daughter of Phanuel, of the tribe of Asher, and she was advanced in years. She had once been married, but had lived with her husband for only seven years. Now she was an eighty-four-year-old widow. She never left the sanctuary, but remained there fasting, praying and worshiping God night and day. She was mature not only in years but in works pleasing to God. Old in body, she was young in soul. Though advanced in years, she was young in the law of Christ. She had grown old under the Law of Moses, yet was young in grace.

It was in her old age that Christ first appeared in the flesh. As devout Simeon received the infant Christ in his arms, Anna stood and spoke to the Lord and to those gathered there, who were waiting to hear a word about their salvation. She spoke of great and wondrous things: “This infant is the maker of the whole world. He formed the first man, Adam, and gave him breath and a living soul. He also made our forefathers righteous. For our salvation he came down from heaven and took flesh from this holy Virgin. This infant whom Simeon holds in his arms

cannot be contained by all of heaven and earth, yet for the sake of our sins he was contained in the womb of this Virgin, his mother. The angels sing his praise; the archangels glorify him. The cherubim and seraphim, the thrones, dominions, authorities, principalities and powers worship him. Let us worship him too. Let us glorify him as the true God.” These were the words of the wise Anna. Through these prophecies she came to be called a prophetess. After they had fulfilled everything commanded by the Law, they returned to their home, to Nazareth, a town of Galilee. And the child, that is, Christ,

grew and became strong in the Holy Spirit. He was filled with wisdom, and the grace of God was upon him. What were Galilee and Nazareth? In Christ’s time, Galilee was the region of Palestine north of Samaria, inhabited by the tribes of Naphtali, Asher, Zebulun and Issachar. It was divided into Upper and Lower Galilee. Nazareth was a small, little-known town in Galilee where Christ was raised. From its name he was called a Nazarene, as the prophets foretold, according to the holy Evangelist Matthew’s testimony: “He shall be called a Nazarene.” And because Jerusalem lies at a higher elevation than Nazareth,

That is why the Evangelist Luke says at the beginning of today’s Gospel, “They brought Him up to Jerusalem.” In other words, they took Christ up to Jerusalem. Finally, the Evangelist says, “The child grew and became strong in spirit, filled with wisdom, and the grace of God was upon Him.” Christ was true God. But because He became man and took on flesh like ours, He had to grow little by little as a human being. If He had not grown gradually, heretics could have claimed that He became man only in appearance, and not in truth. The child truly grew, but as man, not as God.

For the Godhead neither grows nor diminishes. It is perfect in every way and lacks nothing. And by wisdom, the Evangelist means divine wisdom, not the limited wisdom of human beings. Christ possessed that wisdom by nature. He had no need to learn wisdom or knowledge from others, for He Himself was Wisdom itself.

As His body grew, His wisdom and knowledge also seemed to grow. Little by little, He revealed the divine wisdom that dwelt within Him.

On the day we celebrate today, our Lord, as man, was dedicated entirely to God. And we Christians too have all been given and dedicated to God—not only the firstborn, and not only males. This happened when we were brought to the Church after forty days, but above all at our Holy Baptism. “Do you not know,” the Apostle Paul asks, “that you no longer belong to yourselves?” Holy Baptism is a death, symbolized by going down into the water, and a resurrection, symbolized by rising from it. It is the death of the old self. From that lifeless old self, the Holy Spirit made a new person, a spiritual person,

who is now a member of a new spiritual community, the Church, and of a new spiritual body, the Body of Christ. But do we understand these things? Do we accept them? More than that, do we live by them? Do we live knowing that we no longer belong to ourselves, but to God?

Do we often remember, as we cultivate our spiritual life, that we are not independent, but members of the Body of Christ? Do we set aside our own will and long to do Christ’s will? Do we live for God and seek to please Him in everything?

Thank you. We renew our dedication through frequent participation in the Mysteries of our Church, especially Holy Communion. When we give ourselves to God in this way, He gives Himself more and more to us. Thus we are made holy, for His glory and our salvation.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

02 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ\02 02.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα