Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Τα θαύματα του Ελισέου και το καθήκον της αλήθειας

Ο Ηλίας καλεί τον Ελισέο από τα χωράφια του πατέρα του, και ο Ελισέος αφήνει τη δουλειά του για να τον ακολουθήσει. Μετά την ανάληψη του Ηλία, ο Ελισέος διχοτομεί τον Ιορδάνη με τη μηλωτή του και θεραπεύει τα νερά της Ιεριχώ.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων14 Ιουνίου21:59Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Ηλίας καλεί τον Ελισέο από τα χωράφια του πατέρα του, και ο Ελισέος αφήνει τη δουλειά του για να τον ακολουθήσει.
  • Μετά την ανάληψη του Ηλία, ο Ελισέος διχοτομεί τον Ιορδάνη με τη μηλωτή του και θεραπεύει τα νερά της Ιεριχώ.
  • Ο Ελισέος παρέχει λάδι στη χρεωμένη χήρα ενός προφήτη και αναστήνει τον γιο της Σουνεμίτισσας.
  • Ο Ναιμάν θεραπεύεται αφού λούζεται επτά φορές στον Ιορδάνη, το οποίο η διάλεξη παρουσιάζει ως προεικονισμό του χριστιανικού βαπτίσματος.
  • Ο Ελισέος αρνείται τα δώρα του Ναιμάν, ενώ ο Γιεζί τα παίρνει με απάτη και χτυπιέται από λέπρα.
  • Ο Ελισέος προστατεύει τον Ισραήλ κατά τις συριακές επιθέσεις, και μετά τον θάνατό του ένας άνδρας αναζωπυρώνεται όταν αγγίξει τα οστά του.
  • Η διάλεξη προειδοποιεί ότι το ψέμα χωρίζει τους ανθρώπους από τον Χριστό, την αλήθεια, και θυμίζει το ψέμα του Ανανία και της Σαπφείρας προς το Άγιο Πνεύμα.
  • Κλείνει προτρέποντας τους χριστιανούς να τηρούν τις υποσχέσεις τους προς τον Θεό, ιδίως τη βαπτισματική δέσμευση για απόταξη του σατανά και σύναξη με τον Χριστό.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 25 παράγραφοι

Ελισέος ήταν γιος του Σαφάτ και καλλιεργούσε τα χωράφια του μεγαλοκτηματία πατέρα του στο χωριό Αελμούθ ή Αβέλ Μεολά. Εκεί τον βρήκε ο προφήτης Ηλίας, κατά θεία οδηγία και διαταγή, να επιστατεί στο όργωμα δώδεκα ζευγών βοδιών, έριξε δε πάνω του την περίφημή του μηλωτή. Ο Ελισέος κατάλαβε ότι ο Ηλίας τον καλούσε να γίνει ακόλουθος και διάδοχός του. Έσφαξε ένα ζευγάρι βόδια, έψησε το κρέας τους, με το οποίο φίλευσε τους πτωχούς συντοπίτες του, και ακολούθησε τον Ηλία. Πήγαν μαζί στα Γάλγαλα, μετά στη Βεθύλ και μετά στην Ιεριχώ. Μετά πήγαν στον Ιορδάνη. Ο Ηλίας κτύπησε τα νερά με τη μηλωτή του, τα διεχώρησε και έτσι πέρασαν τον ποταμό.

Περπάτησαν κάποιο διάστημα και, καθώς βάδιζαν και συνομιλούσαν, ξαφνικά ένα πύρινο άρμα και πύρινοι ίπποι διεχώρησαν τον ένα από τον άλλον και ο Ηλίας μέσα σε ανεμοστρόβιλο αναλήφθηκε και φερόταν ως εις τον ουρανό. Έτσι μετατέθηκε ζωντανός από τον Θεό στις σκηνές των δικαίων. Η μηλωτή του όμως αφέθηκε να καταπέσει κοντά στην όχθη του Ιορδάνου και ο Ελισέος, γεμάτος χαρά, έσκυψε και την πήρε. Χτύπησε με αυτή τα νερά του ποταμού και τα διεχώρησε όπως πριν από λίγο ο Ηλίας. Οι προφήτες της Ιεριχούς παρακολουθούσαν τα θαυμαστά αυτά γεγονότα από την όχθη του Ιορδάνου που ήταν προς την Ιεριχώ. Είπαν δε ότι το πνεύμα του Ηλία επαναπαύθηκε στον Ελισέο.

Αυτό το διέδωσαν στους συμπολίτες τους. Έτσι, όταν ο Ελισσαίος πήγε στην Ιεριχώ, οι κάτοικοί της τον παρακάλεσαν να καθαρίσει και να εξυγιάνει τα νερά της πηγής που ήταν εκεί, τα οποία έκαναν τη γη να μην βλαστάνει και να μην καρποφορεί. Ο Ελισσαίος εισάκουσε την παράκλησή τους, εξυγίανε τα νερά και από τότε η πηγή έγινε η ευλογία της Ιεριχούς. Αναβλύζει δε μέχρι σήμερα άφθονα και διαυγέστατα νερά, σε απόσταση τριάντα πέντε λεπτών βορειοδυτικά του χωριού Ρίχα. Η πηγή ονομάζεται Ύδατα του Ελισσαίου. Κάποια μέρα πήγε και βρήκε τον προφήτη γυναίκα χήρα, η οποία πριν από λίγο είχε χάσει τον άντρα της, ο οποίος ήταν από την τάξη των προφητών. Φώναξε και του είπε:

«Ο άνδρας μου πέθανε και εσύ γνωρίζεις ότι φοβόταν τον Θεό. Και όμως, δανειστής του άσπλαχνος ήρθε τώρα και, επειδή δεν έχουμε να τον πληρώσουμε, ζητεί να πάρει τους γιους μου για να τον δουλεύουν». Ο Ελισσαίος συγκινήθηκε από τη θλίψη και τον πόνο της χήρας και της είπε: «Τι να σου κάνω; Πες μου τι έχεις στο σπίτι σου». Η χήρα του απάντησε: «Τίποτε άλλο δεν έχω παρά μόνο ένα αγγείο με λάδι». Ο Ελισσέας τότε της συνέστησε να πάει και να δανειστεί από τους γείτονές της όσο περισσότερα θα μπορούσε άδεια αγγεία. Έπειτα να κλείσει την πόρτα του σπιτιού της και μαζί με τους γιους της να γεμίζουν τα αγγεία αυτά με το λάδι του δικού τους αγγείου.

Ευσεβής γυναίκα, γνωρίζοντας ότι ο Θεός κάνει δια των Αγίων Του θαύματα, υπάκουσε. Πήγε λοιπόν στα γειτονικά σπίτια, δανείστηκε αρκετά άδεια δοχεία και έπειτα οι μεν γιοι της έφερναν κοντά της τα αγγεία αυτά, αυτή δε έχυνε σε αυτά και τα γέμιζε με το λάδι που έπαιρνε από το δικό της αγγείο, το οποίο βρέθηκε πάλι γεμάτο. Έτσι, αφού πούλησε το πολύ εκείνο λάδι, πλήρωσε το χρέος. Της έμειναν δε και αρκετά χρήματα για αυτή και τα παιδιά της. Θαυμαστή επίσης είναι η ιστορία του Ελισέου και της Σωμανίτιδος γυναίκας, της ταλαίπωρης εκείνης μητέρας, η οποία είδε το μοναδικό της παιδί να πεθαίνει και το έβαλε πάνω στο κρεβάτι, το οποίο αυτή και ο σύζυγός της είχαν για τον Ελισέο

όσες φορές περνούσε απ' εκεί, στο υπερώο του σπιτιού τους. Η ταλαίπωρη μητέρα, αφού άφησε τον άνδρα της και το νεκρό της παιδί, έτρεξε αναζητώντας τον προφήτη για να ζητήσει τη βοήθειά του. Ο Ελισέος τη σπλαχνίστηκε. Πήγε και ανέβηκε στο υπερώο. Είδε το νεκρό παιδί και συγκινήθηκε η καρδιά του.

Την πόρτα και μόνος κοντά στο κρεβάτι προσευχήθηκε επί μακρόν και με μεγάλη θέρμη. Ακολούθως πλησίασε το παιδί και έβαλε το στόμα του στο στόμα εκείνου, τα μάτια του στα μάτια του παιδιού, τα χέρια του στα χέρια εκείνου. Έπειτα αποσύρθηκε και μετά από λίγο ακούστηκαν επτά πτερνίσματα και το παιδί ανέζησε. Τότε κάλεσε τον υπηρέτη του και αυτός πάλι φώναξε τη Σωμανίτιδα.

Η ταλαίπωρη ανέβηκε στο υπερώο γεμάτη αγωνία. Ο Ελισσέως της πρόσφερε ζωντανό το μικρό της γιο, και αυτή, πριν το λάβει, έπεσε στα πόδια του προφήτου, τον προσκύνησε μέχρι το έδαφος, και μετά, αφού πήρε το γιο της, βγήκε για να τον δώσει στα φιλήματα του πατέρα του. Εντυπωσιακή και θαυμαστή η θεραπεία του Νεεμάν, αλλά και διδακτική η τιμωρία του φιλάργυρου και ψευδολόγου Γιεζή. Ο Νεεμάν ήταν αρχιστράτηγος του στρατού της Συρίας, δυνατός, ένδοξος, πλούσιος, αλλά λεπρός και δεν μπορούσε να βρει πουθενά τη θεραπεία του. Κάποια μικρή όμως Ισραηλίτισσα, η οποία είχε αιχμαλωτιστεί και υπηρετούσε τη σύζυγο του Νεεμάν, λυπόταν να βλέπει τόσο παραμορφωμένο και πάσχοντα τον κύριό της,

είπε κάποια μέρα στην κυρία της ότι ο προφήτης της Σαμαρίας θα μπορούσε να θεραπεύσει τον Νεεμάν, εννοούσε δε τον Ελισσαίο. Με την ελπίδα της θεραπείας, ο Νεεμάν ξεκίνησε να πάει στον προφήτη, με άδεια του βασιλέα της Συρίας, με μεγάλα δώρα: άφθονο ασήμι, πολύ χρυσάφι και δέκα πολυτιμότατες φορεσιές. Και ο μεν Σύρος αρχιστράτηγος πήγε έξω από την πόρτα του Ελισέου, πάνω σε άμαξα που την έσυραν μεγαλοπρεπέστατα άλογα, ο δε προφήτης, χωρίς καθόλου να βγει, του μήνυσε ότι θα καθαριζόταν και θα θεραπευόταν εάν πήγαινε στον Ιορδάνη και λουζόταν επτά φορές στα νερά του. Ο Νεεμάν απογοητεύτηκε και κυριεύθηκε από θυμό. Η θεραπευτική συνταγή του φάνηκε σαν εμπαιγμός.

Είπε: «Έλπιζα ότι θα έβγαινε ο περίφημος προφήτης να με συναντήσει, ότι θα επικαλούνταν το όνομα του Κυρίου του Θεού του, ότι θα έβαζε πάνω το χέρι του και έτσι θα θεράπευε τον λεπρό. Αλλά αυτός με στέλνει στα νερά του Ιορδάνου. Αλλά μήπως ο Αβανά και ο Φαρφάρ, οι ποταμοί της Δαμασκού, δεν έχουν καθαρότερα νερά από όλους τους ποταμούς των Ισραηλιτών;» Και αναχώρησε γεμάτος οργή. Οι υπηρέτες του όμως, κρίνοντας το πράγμα νηφαλιότερα, τον έπεισαν να κάνει τη συμβουλή του προφήτου, αφού ο κόπος ήταν τόσο μικρός. Έτσι ο Νεεμάν κατέβηκε και βυθίστηκε στα νερά του Ιορδάνου επτά φορές και πράγματι η σάρκα του καθαρίστηκε και έγινε σαν μικρού παιδιού. Θαυμαστή προτύπωση του καθαρισμού και της πνευματικής ανακαινήσεως

του χριστιανικού βαπτίσματος που γίνεται με την πίστη σε εκείνον ο οποίος με τη δική του βάπτιση καθαγίασε τα Ιορδάνια ρείθρα. Ο Νεεμάν γύρισε στον Ελισέο, αλλά μάταια επίμονα τον παρακαλούσε να δεχτεί τα δώρα. Ο προφήτης, περιφρουρώντας την αγνότητα του χαρίσματός του, αρνήθηκε και έδωσε μόνο την ευχή του. Αλλά ο Γιεζή, ο υπηρέτης του Ελισσέου, έβρισκε ότι κακώς ο κύριός του έκανε πέρα τέτοια δώρα ανθρώπου που τα πρόσφερε με όλη του την καρδιά και είχε πολύ περισσότερα. Δεν τα χρειαζόταν ο ίδιος, αρκούμενος στη μηλωτή του Ηλία, μήπως θα ήταν άτοπο εάν τα έδινε στον υπηρέτη του; Με τον πόθο αυτό ο Γιεζή έτρεξε να προφτάσει τον Νεεμάν. Αυτός μόλις είχε διανύσει μικρή απόσταση.

Είδε τον Γιεζή να τρέχει από πίσω, κατέβηκε από το άρμα του για να τον συναντήσει και του είπε: «Πώς μέχρι εδώ; Με το καλό;» Ο Γιεζή του απάντησε: «Ο κύριός μου με έστειλε για να σου πω: Ήρθαν σε μένα δυο νέοι, παιδιά των προφητών, από το όρος Εφραίμ. Δώσ' μου, σε παρακαλώ, για να τους δώσω ένα τάλαντο αργυρίου και δυο καινούργιες στολές». Ο Νεεμάν είπε: «Πάρε δύο τάλαντα αργυρίου». Πήρε ο Γιεζή τα δύο τάλαντα και τα έβαλε σε δυο σάκους και τις δυο καινούριες στολές. Αυτά τα έδωσε ο Γιεζή στους δύο δούλους του, οι οποίοι και τα μετέφεραν πηγαίνοντας μπρος από αυτόν. Αλλά όταν πήγαν σε κάποιο απόκρυφο και σκοτεινό μέρος, τα πήρε από τα χέρια τους ο Γιεζή, τα έβαλε στο κρυφό μέρος του σπιτιού

άφησε τους δούλους του να φύγουν. Μετά πήγε ο Γιεζή στο σπίτι που ήταν ο Ελισέος. Εκείνος τον ρώτησε: «Γιεζή, από πού έρχεσαι;» «Ο δούλος σου δεν πήγε πουθενά», απάντησε εκείνος. Έτσι πρόσθεσε έγκλημα στο έγκλημα. Απάτησε τον Νεεμάν, ιδιοποιήθηκε δόλια τα ξένα και τώρα ψευδόταν αναίσχυντα στον κύριό του. Ο προφήτης του είπε:

«Νομίζεις ότι το μάτι της ψυχής μου δεν σε παρακολούθησε όταν ο Νεεμάν επέστρεψε από το άρμα του για να σε συναντήσει; Πήρες λοιπόν τις δυο στολές, πήρες και το αργύριο, ώστε με τα χρήματα αυτά να αγοράσεις ελαιώνες, αμπελώνες, πρόβατα, βόδια, δούλους και δούλες. Αλλά για το ψεύδος που είπες, ιδού η λέπρα του Νεεμάν θα προσκολληθεί πάνω σε σένα και στους απογόνους σου». Ο Γιεζή έφυγε από τον Ελισσαίο γεμάτος λέπρα, λευκός όπως το χιόνι. Ο Ελισσαίος διακρινόταν και για τον πατριωτικό του ζήλο. Γι' αυτό, όταν ο βασιλέας της Συρίας εξεστράτευσε κατά των Ισραηλιτών, ο προφήτης, καθώς γνώρισε τις σκέψεις και τα σχέδια του εχθρού με θείο φωτισμό, τα γνωστοποίησε όλα στον βασιλέα του Ισραήλ, ο οποίος έτσι μπορούσε έγκαιρα να τα ματαιώσει. Το πράγμα καταγγέλθηκε στον εχθρό, ο οποίος αποφάσισε να συλλάβει τον προφήτη και για το σκοπό αυτό έστειλε ολόκληρη μοίρα στρατού με ιππείς και πολεμικά άρματα, η οποία κύκλωσε την πόλη Δωθάν. Αλλά ο Ελισέος προσευχήθηκε και μάστιγα του Κυρίου τύφλωσε όλους τους εχθρούς που τον κύκλωσαν.

Με νέα του προσευχή τούς έδωσε και πάλι την όραση, έφυγαν όμως άπρακτοι προς το βασίλειό τους. Άλλοτε πάλι, ο βασιλέας της Συρίας Άδερ, με πολυάριθμο στρατό, πολιόρκησε τη Σαμάρια. Τότε έγινε φοβερή πείνα. Αλλά ο Ελισέος, μέσα στη γενική απελπισία, προσευχήθηκε προς τον Θεό και τη νύχτα στο στρατόπεδο των Συρίων ακούστηκαν κρότοι μεγάλοι σαν να επέρχονταν πολυάριθμο στράτευμα με ιππείς και άμαξες. Οι αρχηγοί των Συρίων νόμισαν ότι εξεστράτευσαν εναντίον τους σύμμαχοι των Ισραηλιτών, οι βασιλείς των Χετταίων και των Αιγυπτίων, και καθώς κυριεύτηκαν από πανικό αναχώρησαν βιαστικά με όλο τους το στράτευμα, έλυσαν την πολιορκία και άφησαν τις σκηνές τους με πολλά τρόφιμα.

Άκουσε την είδηση ο βασιλέας των Ισραηλιτών, υποπτεύθηκε ότι επρόκειτο για τέχνασμα. Υπέθεσε δηλαδή ότι οι εχθροί απομακρύνθηκαν και κρύφτηκαν πιο πέρα για να παραπλανήσουν τους Ισραηλίτες να βγουν από την πόλη και, επιστρέφοντας εκείνοι ξαφνικά, να επιφέρουν την καταστροφή. Αλλά δύο άνδρες, τους οποίους έστειλε για να εξερευνήσουν το δρόμο μέχρι τον Ιορδάνη, τον βεβαίωσαν ότι οι εχθροί είχαν φύγει γρήγορα, ρίχνοντας μάλιστα στο δρόμο τους πολλά φορέματα και σκεύη. Τότε βγήκαν οι Ισραηλίτες και κατέλαβαν το στρατόπεδο των Συρίων, τα πολλά δε τρόφιμα που βρήκαν σε αυτό μοιράστηκαν ή πουλήθηκαν σε πολύ μικρή τιμή. Ο Άγιος Ελισέως έδρασε προφητικά κατά τους χρόνους των βασιλέων Ιωράμ, Ιού, Ιωάχαζ και του Ιωάς

επί του οποίου και απέθανε, τον έθαψαν δε με θρήνους ο βασιλέας και όλος ο λαός του Ισραήλ. Αλλά και τα τίμιά του λείψανα διατήρησαν τη θαυματουργό εκείνη δύναμη, την οποία είχε ο προφήτης και όταν ζούσε. Το ακόλουθο έτος του θανάτου του, κάποιοι που πήγαιναν ένα νεκρό για να τον θάψουν, καθώς φοβήθηκαν από την ξαφνική επιδρομή Μωαβιτών, έριξαν τον νεκρό πάνω στον ανοιχτό τάφο του Ελισέου και τράπηκαν σε φυγή. Ο νεκρός, μόλις άγγιξε τα οστά του Ελισέου, ανέζησε και σηκώθηκε. Λέγεται ότι το ιερό λείψανο του προφήτου αυτού Ελισσέου μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια, μετά στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων, γεγονός το οποίο εορτάζεται κατά την 20ή του τρέχοντος μηνός.

Ευχαριστώ.

Από τα πολλά εντυπωσιακά και αξιοπρόσεκτα της ζωής του Αγίου Προφήτου Ελισέου είναι η παραδειγματική τιμωρία ή μάλλον αυτοτιμωρία του υπηρέτου του Γιεζή, ο οποίος με δόλο φερόμενος και ψευδόμενος προσπάθησε να ικανοποιήσει τη φιλαργυρία του.

Το ψέμα φαίνεται ότι είναι από τα μεγαλύτερα αμαρτήματα και ιδιαίτερα το απεχθάνεται ο Θεός. Το ψέμα είναι απομάκρυνση, αποξένωση από τον τρόπο ζωής του Θεού, ο οποίος πάντα αληθεύει. Ο Χριστός είναι η αλήθεια, επομένως το ψεύδος είναι αποξένωση από το Χριστό.

Αρχή του ψεύδους

στον διάβολο, ο οποίος γι' αυτό θεωρείται και είναι ο πατέρας του ψεύδους. Το λόγο του Κυρίου: «Εκείνος», ο διάβολος δηλαδή, «ανθρωποκτόνος είναι απ' αρχής και εν τη αληθεία ουκ έστηκεν, ότι ουκ έστιν αλήθεια εν αυτώ. Όταν λαλεί το ψεύδος, εκ των ιδίων λαλεί, ότι ψεύστης εστίν και ο πατήρ αυτού». Και η κλοπή και η ψευδολογία είναι σοβαρά αμαρτήματα, και ο κλέπτης και ο ψεύτης αμφότεροι από όλοι οι ανκληρονομήσουσιν, αλλά αιρετώτερον κλέπτης ή ο ενδελεχίζων ψεύδη. Ο κλέπτης είναι προτιμότερος από τον ψεύτη. Το ψέμα είναι χειρότερο και από την κλοπή και αποκλείει από τη σωτηρία. Από τη Βασιλεία του Θεού έξω οι κύνες και οι φαρμακοί και οι πόρνοι και οι φονείς και οι ειδωλολάτραι και πας φιλών και

ποιών ψεύδος. Όσο δε πιο μεγάλος είναι εκείνος προς τον οποίο ψευδόμαστε, τόσο μεγαλύτερο και το αμάρτημα, μέγιστο δε όταν ψευδολογούμε στον ίδιο τον Θεό. Έτσι μπορεί να γίνει κατανοητή η παραδειγματική τιμωρία του Γιεζή που είπε ψέματα στον πνευματοφόρο και πνευματοκίνητο προφήτη Ελισσαίο, αλλά και η φοβερότερη του Ανανίου και της συζύγου του Σαπφύρας που είπαν ψέματα στο Πνεύμα το Άγιο. Ο Άγιος Αθανάσιος λέγει ότι οι Ιουδαίοι ψεύστηκαν κατά του Σωτήρος διότι, ενώ υποσχέθηκαν να τηρούν τον νόμο, παρανομούσαν κατά εκείνου που έδωσε τον νόμο και αντί της χάριτος ανταπέδωσαν θάνατο. Έτσι, κατά τρόπο φυσικό, αποβλήθηκαν

τον θάνατο που κατά του Κυρίου ψευδόμενοι επέφεραν, αυτόν έφεραν στον εαυτό τους, όπως και οι Ανανίας και Σαπφύρα στις Πράξεις των Αποστόλων, οι οποίοι ενώ υποσχέθηκαν στον Θεό παρακράτησαν από εκείνο που υποσχέθηκαν. Και από μεν τους άλλους κρύφτηκαν, ο δε διάκονος της αληθείας τους απέδειξε λέγοντας: «Δεν είπατε ψέματα σε ανθρώπους, αλλά στον Θεό». Και εκείνο που μόνο ο Πέτρος γνώριζε, αυτό με το θάνατο του Ανανίου σε όλους φανέρωσε, ώστε όλοι να έρθουν σε ευλάβεια και να φοβηθούν το παράδειγμα της Σαπφύρας. Διότι πρέπει να γνωρίζουμε και να μην αγνοούμε ότι όσα υποσχεθήκαμε στον Θεό δεν είναι πλέον δικά μας. Και αν πάρουμε κάτι από αυτά, δεν τα παίρνουμε σαν κάτι δικό μας,

αλλά τα του Θεού ιεροσυλούμε. Η δε υπόσχεση δεν περιορίζεται μόνο στα χρήματα, αλλά περιλαμβάνει και τα λόγια και την προαίρεση. Όλοι υποσχεθήκαμε και όλοι χρεωστούμε να εκπληρώσουμε εκείνο που υποσχεθήκαμε. Ώστε είναι ανάγκη η παρθένος να αποδώσει την παρθενία που υποσχέθηκε, ο εγκρατής την εγκράτεια, οι έγγαμοι τη σωφροσύνη και τη μεταξύ τους αγάπη και τιμή. Και τέλος όλη την πίστη και την ευλάβεια προς τον Θεό και την αρετή και ανδρεία. Εάν θέλουμε να μην βρεθούμε ψεύστες, οφείλουμε να εκπληρώσουμε κατά δύναμη εκείνα τα οποία στο Άγιο Βάπτισμα υποσχεθήκαμε, την απόταξη του σατανά και τη σύνταξή μας με τον Χριστό.

Αγγλική μετάφρασηEN · 25 παράγραφοι

Elisha was the son of Shaphat. He worked the fields of his father, a wealthy landowner, in the village of Abel-meholah. There the prophet Elijah found him, by God's guidance and command, overseeing the plowing with twelve yoke of oxen, and threw his famous mantle over him. Elisha understood that Elijah was calling him to become his follower and successor. He slaughtered a pair of oxen, cooked the meat, shared it with his poor neighbors, and followed Elijah. Together they went to Gilgal, then Bethel, then Jericho, and finally to the Jordan. Elijah struck the water with his mantle, parted it, and they crossed the river.

They walked on for a while, talking as they went. Suddenly a chariot of fire and horses of fire separated them, and Elijah was taken up in a whirlwind, as though carried into heaven. Thus God took him alive to the dwelling place of the righteous. But his mantle fell near the bank of the Jordan. Elisha, filled with joy, bent down and picked it up. He struck the river with it and parted the water, just as Elijah had done moments before. The prophets of Jericho watched these wondrous events from the bank on their side of the Jordan. They said, “The spirit of Elijah rests upon Elisha.”

They spread the news among their fellow citizens. So when Elisha came to Jericho, its people asked him to purify the water of a nearby spring, which kept the land from growing crops and bearing fruit. Elisha heard their plea and made the water wholesome. From then on, the spring became a blessing to Jericho. To this day it pours forth abundant, crystal-clear water, about thirty-five minutes northwest of the village of Riha. It is called the Waters of Elisha. One day a widow came to the prophet. She had recently lost her husband, who was one of the prophets. She cried out to him:

“My husband has died, and you know that he feared God. Yet a merciless creditor has come, and because we cannot pay him, he wants to take my sons to work for him.” Elisha was moved by the widow’s sorrow and said, “What can I do for you? Tell me, what do you have in your house?” She answered, “Nothing but a jar of oil.” Elisha told her to borrow as many empty vessels as she could from her neighbors. Then she was to shut the door of her house and, with her sons, fill those vessels from her own jar of oil.

The devout woman knew that God works miracles through His Saints, and she obeyed. She went to the neighboring houses and borrowed many empty vessels. Her sons brought them to her, and she poured oil into them until they were full. Each time, her own jar was full again. She sold that great supply of oil and paid her debt, with enough money left for herself and her children. Wondrous, too, is the story of Elisha and the Shunammite woman. This suffering mother saw her only child die and laid him on the bed that she and her husband had provided for Elisha

whenever he passed through, in the upper room of their house. Leaving her husband and her dead child behind, the grieving mother hurried to find the prophet and ask for his help. Elisha had compassion on her. He went up to the upper room, saw the dead child, and was deeply moved.

He shut the door and prayed alone beside the bed for a long time, with great fervor. Then he drew near to the child and placed his mouth on the child’s mouth, his eyes on the child’s eyes, and his hands on the child’s hands. He stepped away, and after a little while the child sneezed seven times and came back to life. Elisha then called his servant, who in turn called the Shunammite woman.

The anxious mother went up to the upper room. Elisha gave her little son back to her alive. Before taking him, she fell at the prophet’s feet and bowed to the ground. Then she took her son out to receive his father’s kisses. The healing of Naaman is striking and wondrous; the punishment of greedy, deceitful Gehazi also teaches us much. Naaman was commander of the Syrian army, a powerful, honored, wealthy man. But he had leprosy and could find no cure. A young Israelite girl who had been taken captive and served Naaman’s wife was grieved to see her master so disfigured and afflicted.

One day she told her mistress that the prophet in Samaria could heal Naaman. She meant Elisha. Hoping to be cured, Naaman set out for the prophet with the king of Syria’s permission and with lavish gifts: much silver, much gold, and ten costly changes of clothing. The Syrian commander arrived at Elisha’s door in a chariot drawn by magnificent horses. Without coming outside, the prophet sent word that Naaman would be cleansed and healed if he went to the Jordan and washed seven times in its waters. Naaman was disappointed and overcome with anger. The remedy sounded like mockery to him.

He said, “I expected this famous prophet to come out and meet me, call on the name of the Lord his God, and lay his hand on me to heal my leprosy. Instead, he sends me to the waters of the Jordan. Aren’t Abana and Pharpar, the rivers of Damascus, cleaner than all the rivers of Israel?” He left in a rage. But his servants looked at the matter more calmly and persuaded him to follow the prophet’s advice, since it required so little effort. So Naaman went down and immersed himself in the Jordan seven times. His flesh was indeed cleansed and became like that of a little child. What a wondrous foreshadowing of the cleansing and spiritual renewal

of Christian Baptism, which comes through faith in the One who sanctified the waters of the Jordan by His own Baptism. Naaman returned to Elisha and urged him again and again to accept his gifts, but to no avail. The prophet guarded the purity of the gift God had given him: he refused the gifts and offered only his blessing. But Elisha’s servant Gehazi thought his master was wrong to turn away gifts offered so wholeheartedly by a man who had plenty more. Elisha himself, content with Elijah’s mantle, might have no need of them, but why should he not give them to his servant? With that desire, Gehazi ran after Naaman, who had gone only a short distance.

Naaman saw Gehazi running behind him, got down from his chariot to meet him, and asked, “Is everything all right?” Gehazi answered, “My master has sent me to say: ‘Two young men, sons of the prophets, have just come to me from the hill country of Ephraim. Please give me a talent of silver and two new changes of clothing for them.’” Naaman said, “Take two talents of silver.” Gehazi took the two talents, packed them in two bags along with the two new sets of clothing, and handed them to two of Naaman’s servants to carry ahead of him. But when they reached a secluded, dark place, Gehazi took the gifts from them and hid them in his house.

He sent the servants away and went to the house where Elisha was. The prophet asked him, “Gehazi, where have you come from?” “Your servant went nowhere,” he replied. So he added one offense to another. He had deceived Naaman and dishonestly taken what belonged to someone else. Now he was shamelessly lying to his master. The prophet said to him:

“Do you think the eye of my soul did not follow you when Naaman turned back from his chariot to meet you? You have taken the silver and the two sets of clothing, intending with that money to buy olive groves, vineyards, sheep, oxen, and male and female servants. But because of your lie, Naaman’s leprosy will cling to you and your descendants.” Gehazi left Elisha covered with leprosy, white as snow. Elisha was also known for his zeal for his people. When the king of Syria marched against the Israelites, God gave the prophet insight into the enemy’s thoughts and plans. Elisha told the king of Israel everything, so that he could thwart those plans in time. The Syrian king learned of this and decided to seize the prophet. He sent a whole force of soldiers, horsemen, and war chariots to surround the city of Dothan. But Elisha prayed, and a scourge from the Lord struck all the enemies around him with blindness.

At another prayer from Elisha, they regained their sight, but returned to their kingdom without accomplishing anything. On another occasion, the Syrian king Hadad besieged Samaria with a great army, and a terrible famine followed. In the midst of widespread despair, Elisha prayed to God. That night, loud sounds were heard in the Syrian camp, as though a vast army with horsemen and chariots were approaching. The Syrian commanders thought that Israel’s allies, the kings of the Hittites and the Egyptians, were marching against them. Panic seized them, and they fled in haste with their whole army, lifting the siege and leaving their tents stocked with food.

When the king of Israel heard the news, he suspected a trick. He thought the enemy had withdrawn only to hide nearby and lure the Israelites out of the city, then return suddenly and destroy them. But two men whom he sent to scout the road as far as the Jordan assured him that the enemy had fled in haste, even throwing away clothing and equipment along the way. The Israelites then went out and took the Syrian camp. They divided up the great quantity of food they found there or sold it at a very low price. Saint Elisha served as a prophet during the reigns of Joram, Jehu, Jehoahaz, and Jehoash,

in whose reign he died. The king and all the people of Israel buried him with mourning. Yet his precious relics kept the same power to work miracles that the prophet had possessed in life. The year after his death, some people were carrying a dead man to be buried. Frightened by a sudden Moabite raid, they threw the body into Elisha’s open tomb and fled. As soon as the dead man touched Elisha’s bones, he came back to life and stood up. It is said that the sacred relics of the prophet Elisha were taken to Alexandria, then to Constantinople, and placed in the Church of the Holy Apostles. This event is commemorated on the twentieth day of this month.

Thank you.

Among the many striking and remarkable events in the life of Saint Elisha the Prophet is the exemplary punishment—or rather, the punishment he brought upon himself—of his servant Gehazi. Through deceit and lies, Gehazi tried to satisfy his greed for money.

Lying seems to be among the gravest sins, and God especially abhors it. A lie draws us away and estranges us from God’s way of life, for God always speaks the truth. Christ is the truth. To lie, then, is to estrange ourselves from Christ.

Falsehood has its origin

in the devil, who is therefore called, and truly is, the father of lies. Remember the Lord’s words about him: “He was a murderer from the beginning and did not remain in the truth, because there is no truth in him. When he speaks a lie, he speaks from his own nature, for he is a liar and the father of lies.” Theft and lying are both serious sins, and neither thieves nor liars will inherit the Kingdom of God. Yet it is better to be a thief than to persist in lying. The thief is preferable to the liar. Lying is worse even than theft, and it bars us from salvation. Outside the Kingdom of God are “the dogs and sorcerers and the sexually immoral and murderers and idolaters, and everyone who loves

and practices falsehood.” The greater the person we lie to, the greater the sin; greatest of all is lying to God Himself. This helps us understand the exemplary punishment of Gehazi, who lied to the prophet Elisha, a man filled with and guided by the Spirit. It also helps us understand the still more terrible punishment of Ananias and his wife Sapphira, who lied to the Holy Spirit. Saint Athanasius says that the Jews lied against the Savior: they promised to keep the Law, yet broke it against the very One who gave it, and repaid grace with death. And so, as a natural consequence,

they brought upon themselves the death they had brought upon the Lord through their falsehood. So too did Ananias and Sapphira in the Acts of the Apostles. They made a promise to God but kept back part of what they had promised. They concealed it from everyone else, but the deacon of the truth exposed them, saying, “You have not lied to men but to God.” What Peter alone knew was revealed to everyone through the death of Ananias, so that all would be filled with reverence and take warning from Sapphira’s example. We must understand that what we have promised to God is no longer ours. If we take any of it back, we are not taking what belongs to us;

we are stealing what belongs to God. A promise is not limited to money. It also includes our words and the commitments we make in our hearts. We have all made promises, and we all owe it to God to fulfill them. The virgin must keep the virginity she promised, the person who pledged self-control must keep that pledge, and married people must remain faithful and show each other love and honor. We must also keep our faith and reverence toward God, and live with virtue and courage. If we do not want to be found liars, we must do all we can to fulfill what we promised at Holy Baptism: to renounce Satan and unite ourselves to Christ.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

06 ΙΟΥΝΙΟΥ\14 06 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα