Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Οι μάρτυρες της Ρώμης και η ζωή εν Χριστώ

Στις 10 Αυγούστου η Εκκλησία μνημονεύει τους Λαυρέντιο, Ξύστο και Ιππόλυτο, μαζί με τον Άγιο Ήρωνα τον Φιλόσοφο και τους Έξι Μάρτυρες της Βιζύης. Ο Ξύστος ομολόγησε τον Χριστό ως Θεό και Δημιουργό και εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια διωγμού των Χριστιανών.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων10 Αυγούστου10:53Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Στις 10 Αυγούστου η Εκκλησία μνημονεύει τους Λαυρέντιο, Ξύστο και Ιππόλυτο, μαζί με τον Άγιο Ήρωνα τον Φιλόσοφο και τους Έξι Μάρτυρες της Βιζύης.
  • Ο Ξύστος ομολόγησε τον Χριστό ως Θεό και Δημιουργό και εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια διωγμού των Χριστιανών.
  • Όταν διατάχθηκε να παραδώσει τους θησαυρούς της Εκκλησίας, ο Λαυρέντιος παρουσίασε τους φτωχούς, τα ορφανά και τους ανάπηρους που υποστήριζε η Εκκλησία.
  • Ο Λαυρέντιος παρέμεινε πιστός μέσα από βασανιστήρια και φυλάκιση, θεράπευσε αρρώστους και πέθανε μάρτυρας.
  • Ο Ιππόλυτος ενταφίασε τον Λαυρέντιο και στη συνέχεια υπέμεινε τον θάνατο της οικογένειάς του και το δικό του μαρτύριο, αντί να απαρνηθεί τον Χριστό.
  • Η διάλεξη διδάσκει ότι η πίστη στον Χριστό, προσβάσιμη σε όλους, φέρνει αιώνια ζωή και οδηγεί μέσω της χάριτος στον αγιασμό και τη θέωση.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 12 παράγραφοι

Σήμερα, 10 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Λαυρεντίου Αρχιδιακόνου, Ξύστου Πάπα Ρώμης και Ιππολύτου, του Αγίου Ήρωνος του Φιλοσόφου και των Έξι Μαρτύρων των εν Βιζύη.

Οι Μάρτυρες Λαυρέντιος, Ξύστος και Ιππόλυτος άθλησαν κατά το έτος 253 μετά Χριστόν, κατά την περίοδο που βασίλευε ο Αυτοκράτορας Δέκιος. Από αυτούς, ο μεν Άγιος Ξύστος ήταν από την Αθήνα, όπου διδάχτηκε τη φιλοσοφία. Μετά πήγε στη Ρώμη, όπου χειροτονήθηκε επίσκοπος μετά τον Άγιο Στέφανο τον Πάπα της Ρώμης. Επειδή δε τότε προετοιμαζόταν ο κατά των Χριστιανών διωγμός, διέταξε ο Άγιος Ξύστος τον Αρχιδιάκονό του Άγιο Λαυρέντιο να οικονομήσει τα σκεύη της Εκκλησίας της Ρώμης. Ο δε Άγιος Λαυρέντιος τα μοίρασε στους πτωχούς. Όταν λοιπόν επανήλθε από την Περσία ο Δέκιος, οδηγήθηκε μπροστά του ο Άγιος Ξύστος

επειδή δεν πείστηκε να αρνηθεί το Χριστό, αλλά ομολόγησε Αυτόν με παρρησία Θεό Αληθινό και Δημιουργό του Παντός, αποκεφαλίστηκε και έλαβε του μαρτυρίου το στέφανο. Κατόπιν συνελήφθηκε ο Λαυρέντιος και διατάχθηκε να παραδώσει τους εκκλησιαστικούς θησαυρούς. Τα εκκλησιαστικά αποταμιεύματα ήταν τότε ελάχιστα, θησαυροί δε της Εκκλησίας θεωρούνταν και λέγονταν οι πτωχοί και τα ορφανά υπέρ των οποίων ξοδεύονταν όλα όσα προσφέρονταν από τους πιστούς. Ο Λαυρέντιος υποσχέθηκε ότι θα έφερνε τους θησαυρούς. Αλλά μετά από λίγο φάνηκε μακριά σειρά από αμάξια, τα οποία ήταν γεμάτα πτωχούς, ορφανά και ανάπηρους. «Οι δε θησαυροί πού;» ρώτησε τον Λαυρέντιο ο εκπρόσωπος του Αυτοκράτορα.

«Αυτοί», απάντησε ο Αρχιδιάκονος, «οι εκκλησίες του Χριστού αυτούς έχουν και φυλάττουν τους θησαυρούς». Οι ειδωλολάτρες νόμισαν ότι ο Λαυρέντιος τους κορόιδευε. Ερεύνησαν λοιπόν το θησαυροφυλάκιο της εκκλησίας και όπου αλλού νόμιζαν ότι ήταν δυνατό να κρύβονται εκκλησιαστικά πλούτη, αλλά δεν βρήκαν. Τότε βίασαν τον Λαυρέντιο να αρνηθεί το Χριστό, αλλά εκείνος επέμενε να τον ομολογεί. Ο δε δικαστής, μην μπορώντας να τον κάμψει, του ξέσκισε τις σάρκες και μετά τον έριξε στη φυλακή. Εκεί ο Άγιος ευρισκόμενος γιάτρευε όλους τους ασθενείς που έρχονταν προς Αυτόν. Βλέποντας δε τις θεραπείες αυτές, ο Τριβούνος Καλλίνικος, ο οποίος ήταν επιστάτης της φυλακής, πίστεψε στο Χριστό και βαπτίστηκε.

Μετά από κάποιες μέρες πρόσταξε ο κριτής να φέρουν και πάλι μπροστά του τον Λαυρέντιο. Μάταιες απέβηκαν οι νέες προς αυτόν προτροπές και απειλές. Αποφάσισε λοιπόν το θάνατό του. Τον ξάπλωσαν σε πυρακτωμένη σχάρα, κάτω από την οποία ήταν η αναμμένη φωτιά. Αφού λοιπόν ο Άγιος απλώθηκε σε αυτή και ευχαρίστησε το Θεό, παρέδωσε την ψυχή και έλαβε τον της αθλήσεως αμάραντο στέφανο. Το ιερό του αρχιδιακόνου λείψανο παρέλαβε ο ευσεβής χριστιανός Ιππόλυτος, ο οποίος είχε κατηχηθεί από τον Λαυρέντιο και το ενταφίασε με ευλάβεια. Όταν έμαθε τούτο ο ασεβής βασιλέας, έστειλε και έφεραν τον Άγιο Ιππόλυτο, τον οποίο, καθώς ομολόγησε ότι ήταν χριστιανός, πρόσταξε να μαστιγώσουν με αλυσίδες

με σιδερένια δόντια. Την τιμωρία αυτή υπέμεινε με ηρωικότατη καρτερία που διήγειρε το θαυμασμό και αυτού του βασιλέα, ο οποίος θέλησε να τον έχει μεταξύ των συνοδών του. Του υποσχέθηκε λοιπόν τιμές και αξιώματα για να τον σαγηνεύσει, αλλά ο Ιππόλυτος δεν ενέδωσε και προτίμησε τη δόξα του υπέρ Χριστού μαρτυρίου. Μετά κατέβαλαν ύστατη απόπειρα για να κάμψουν την αντίστασή του. Πήγαν δηλαδή στο σπίτι του για να δουν εάν οι οικείοι του ήταν χριστιανοί. Όταν το βεβαιώθηκαν, τον απείλησαν ότι εάν δεν αρνούνταν το Χριστό, θα θανάτωναν όλους τους οικείους του. Αλλά και το μέτρο αυτό δεν έκαμψε το μάρτυρα. Θανάτωσαν όλους τους δικούς του κοντά στην πύλη την Τιβουρτίνη.

Όλοι τους πέθαναν με μεγάλη τους ευχαρίστηση, διότι το αίμα τους χυνόταν για την Αγία Πίστη του Χριστού. Τελευταία έδεσαν τον Ιππόλυτο σε άγρια άλογα, τα οποία καλπάζοντας τον έσυραν επί πολύ σε τόπους γεμάτους αγκάθια, και έτσι παρέδωσε ο Αθλητής του Χριστού την ψυχή του στα χέρια του Θεού. Το τίμιο του λείψανο, μαζί με εκείνα των οικείων του, ενταφιάστηκαν από τον Ιερέα Ιουστίνο.

Ωραία!

Μέσα από το συναξάρι των εορταζομένων Αγίων προβάλλεται και τονίζεται ως ο κυριώδης παράγοντας της πίστεως με την οποία οι Άγιοι έγιναν κοινωνοί της Αγίας Ζωής του Χριστού. Να αποκτήσουμε εμείς οι άνθρωποι την αιώνια ζωή, τη ζωή του Χριστού, δεν μας ζητείται ούτε μόρφωση, ούτε δόξα, ούτε πλούτος, ούτε κάτι άλλο από εκείνα που μπορεί κάποιος από εμάς να μην έχει, αλλά απαιτείται εκείνο μόνο το οποίο μπορεί καθένας μας να διαθέτει, η πίστη στο Χριστό. Γι' αυτό Αυτός

Άνθρωπος διακήρυξε: «Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ' έχει ζωήν αιώνιον». «Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον». Κι αλλού δηλώνει ο ίδιος ο Κύριος, καθώς ως αληθινός Θεός δίνει στον άνθρωπο εκείνο το οποίο κανείς από τους αγγέλους ή τους ανθρώπους δεν μπορεί να δώσει. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον» και «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν», ακόμη και από την παρούσα ζωή. Η πίστη στο Χριστό ενώνει τον άνθρωπο με τον αιώνιο Κύριο, ο οποίος κατά το μέτρο της πίστεως του ανθρώπου γεμίζει την ψυχή του με την αιώνια ζωή και τότε ξεπερνά το θάνατο και τότε αισθάνεται και κατανοεί τον εαυτό του ως αιώνιο.

Γίνεται τόσο περισσότερο, όσο περισσότερο ο άνθρωπος ζει σύμφωνα με αυτή την πίστη, η οποία αγιάζει βαθμιαία την ψυχή του, την καρδιά του, τη συνείδησή του. Όλη του η ύπαρξη υφίσταται την καλή αλλοίωση από τη χάρη του Χριστού. Ανάλογα με την πίστη του ανθρώπου, αυξάνει και ο αγιασμός της φύσεώς του. Καθώς δε ο άνθρωπος γίνεται αγιότερος, αποκτά όλο και περισσότερο δυνατή, περισσότερο ζωντανή πείρα της Αθανασίας. Η αληθινή ζωή του ανθρώπου αρχίζει με την πίστη του στο Χριστό, με την οποία πίστη παραδίδει στο Χριστό όλο το νου, όλη την καρδιά, όλη την ψυχή, όλη τη δύναμη. Αυτός δε αγιάζει, μεταμορφώνει και θεώνει

Ο Κύριος διαχέει τις θείες ενέργειες της Χάριτός Του, οι οποίες δίνουν στον πιστό την αίσθηση και επίγνωση της προσωπικής του Αθανασίας και αιωνιότητος. Η ζωή μας είναι τόσο ζωή όσο είναι ζωή εν Χριστώ, όσο είναι ζωή του Χριστού. Η αγιότητα είναι η ζωή, η αμαρτωλότητα ο θάνατος, η ευσέβεια είναι η ζωή, η ασέβεια ο θάνατος, η πίστη είναι η ζωή, η απιστία ο θάνατος.

Αγγλική μετάφρασηEN · 12 παράγραφοι

Today, August 10, our Church commemorates the holy martyrs Lawrence the Archdeacon, Sixtus the Pope of Rome, and Hippolytus, along with Saint Heron the Philosopher and the Six Martyrs of Bizye.

The martyrs Lawrence, Sixtus, and Hippolytus suffered in the year 253 after Christ, during the reign of Emperor Decius. Saint Sixtus was from Athens, where he studied philosophy. He later went to Rome and was ordained bishop after Saint Stephen, the Pope of Rome. As persecution of the Christians was being prepared, Saint Sixtus instructed his archdeacon, Saint Lawrence, to take care of the possessions of the Church of Rome. Saint Lawrence distributed them to the poor. When Decius returned from Persia, Saint Sixtus was brought before him.

Because he refused to deny Christ and boldly confessed Him as the true God and Creator of all, he was beheaded and received the crown of martyrdom. Lawrence was then arrested and ordered to hand over the Church’s treasures. At that time, the Church had very little money. Its treasures were the poor and the orphans, for whom all the gifts of the faithful were spent. Lawrence promised to bring the treasures. Soon afterward, a long line of carts appeared, filled with poor people, orphans, and people with disabilities. “Where are the treasures?” the emperor’s representative asked Lawrence.

“These are the treasures,” the archdeacon replied. “These are the treasures the churches of Christ possess and care for.” The pagans thought Lawrence was mocking them. They searched the church treasury and every other place where they thought the Church’s wealth might be hidden, but found nothing. They then tried to force Lawrence to deny Christ, but he continued to confess Him. Unable to break his resolve, the judge had his flesh torn and then threw him into prison. There, the saint healed all the sick who came to him. Seeing these healings, Callinicus, the tribune in charge of the prison, believed in Christ and was baptized.

A few days later, the judge ordered Lawrence brought before him again. Further appeals and threats were in vain, so he sentenced Lawrence to death. They laid him on a red-hot gridiron over a burning fire. The saint gave thanks to God, surrendered his soul, and received the unfading crown of his struggle. A devout Christian named Hippolytus, whom Lawrence had instructed in the faith, took the archdeacon’s holy remains and buried them with reverence. When the impious emperor learned of this, he had Saint Hippolytus brought before him. Hippolytus confessed that he was a Christian, and the emperor ordered him to be scourged with chains fitted with iron teeth.

Hippolytus endured this punishment with such courageous resolve that even the emperor admired him and wanted him among his attendants. He promised Hippolytus honors and high office to win him over, but Hippolytus refused, choosing instead the glory of martyrdom for Christ. They made one final attempt to break his resolve. They went to his home to see whether his household were Christians. When they learned that they were, they threatened to kill them all unless Hippolytus denied Christ. Even this did not sway the martyr. They killed all his loved ones near the Tiburtine Gate.

They all died with great joy, because their blood was being shed for the holy faith of Christ. Finally, they tied Hippolytus to wild horses. As the horses galloped, they dragged him for a long distance over thorn-covered ground. Thus this champion of Christ surrendered his soul into God’s hands. His precious remains, together with those of his household, were buried by the priest Justin.

Very good.

The account of the saints we celebrate today brings faith to the fore: through faith, the saints came to share in the holy life of Christ. To receive eternal life, the life of Christ, we are asked for neither education nor glory nor wealth, nor anything else that some of us may lack. What is required is the one thing each of us can offer: faith in Christ. That is why He proclaimed:

“For God so loved the world that He gave His only-begotten Son, so that everyone who believes in Him should not perish but have eternal life.” “Whoever believes in the Son has eternal life.” Elsewhere, the Lord Himself speaks as the true God, giving us what no angel or human being can give: “Amen, amen, I say to you, whoever believes in Me has eternal life,” and “has passed from death into life,” even while still living in this world. Faith in Christ unites a person with the eternal Lord. According to the measure of that person’s faith, the Lord fills the soul with eternal life. Then the person overcomes death and comes to feel and understand that they are made for eternity.

This grows stronger the more a person lives according to that faith, which gradually sanctifies the soul, the heart, and the conscience. Their whole being is changed for the better by the grace of Christ. As a person’s faith grows, so does the sanctification of their nature. And as they become holier, they gain an ever stronger, more vivid experience of immortality. A person’s true life begins with faith in Christ. Through that faith, they entrust to Christ their whole nous, their spiritual intellect, their whole heart, soul, and strength. Christ sanctifies, transforms, and brings them to theosis, union with God.

The Lord pours out the divine uncreated energies of His grace, giving the believer a sense and awareness of their own immortality and eternal life. Our life is truly life insofar as it is life in Christ, the life of Christ. Holiness is life; sinfulness is death. Godliness is life; ungodliness is death. Faith is life; unbelief is death.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\10 08.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα