Οι μάρτυρες Κρήσκης, Αναστασία και Βασιλίσσα και η αντοχή της Εκκλησίας
Ο γέροντας άγιος Κρήσκης από τα Μύρα αμφισβήτησε δημόσια τη λατρεία των ειδώλων και κήρυξε τον Χριστό παρά τον κίνδυνο διωγμού. Ενώπιον του επάρχου, ο Κρήσκης υπερασπίστηκε την αλήθεια του Χριστού μέσω της ζωής της Εκκλησίας και δέχτηκε με χαρά τον πόνο για την πίστη του.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο γέροντας άγιος Κρήσκης από τα Μύρα αμφισβήτησε δημόσια τη λατρεία των ειδώλων και κήρυξε τον Χριστό παρά τον κίνδυνο διωγμού.
- Ενώπιον του επάρχου, ο Κρήσκης υπερασπίστηκε την αλήθεια του Χριστού μέσω της ζωής της Εκκλησίας και δέχτηκε με χαρά τον πόνο για την πίστη του.
- Ο Κρήσκης πέθανε στη φωτιά μετά από βασανιστήρια, ευχαριστώντας τον Θεό καθώς οι φλόγες δεν άγγιξαν το σώμα του.
- Στη Ρώμη του Νέρωνα, η Αναστασία και η Βασιλίσσα χρησιμοποίησαν την περιουσία τους για να στηρίξουν τους χριστιανούς και άκουγαν τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο.
- Μετά τη θανάτωση των αποστόλων, οι γυναίκες έθαψαν τα λείψανά τους, ομολόγησαν τη χριστιανική πίστη τους, υπέμειναν ακρωτηριασμό και αποκεφαλίστηκαν.
- Η ομιλία παρουσιάζει την αταλάντευτη αγάπη των μαρτύρων προς τον Χριστό ως μαρτυρία της αντοχής της Εκκλησίας στους διωγμούς.
- Με βάση τον Ιωάννη Χρυσόστομο, λέει ότι ο διωγμός αποδυναμώνει τους διώκτες, ενώ η Εκκλησία αυξάνεται μέσα από τα πάθη και επιζητεί τη σωτηρία όλων, ακόμη και των διωκτών της.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 9 παράγραφοι
Άγιος Μάρτυς του Χριστού Κρήσκης καταγόταν από τα Μύρα της Λυκίας της Μικράς Ασίας, από γένος λαμπρό και περήφανο. Η ειδωλολατρική θρησκεία ήταν ακόμη στην ακμή της και η Εκκλησία βρισκόταν στους χρόνους των διωγμών. Ήταν δε πλέον προχωρημένης ηλικίας, γέροντας ο Κρήσκης, και είχε ανάγκη ησυχίας και ειρήνης. Αλλά ο χριστιανός νίκησε τον γέροντα. Η φλόγα της πίστεως του έδωσε τη δύναμη της νεότητας και του αγώνα. Κάποια μέρα εμφανίστηκε μεταξύ ομάδος ειδωλολατρών, οι οποίοι θυσίαζαν στα είδωλα, και μίλησε κατά της πλάνης της πολυθεΐας, προσπάθησε δε να τους πείσει για την αλήθεια του χριστιανισμού. Άλλοι τον πρόσεξαν και άλλοι εξεγέρθηκαν. Εκείνος, αδιάφορος για τον κίνδυνο, εξακολούθησε να ομιλεί για τον Χριστό.
Το πληροφορήθηκε ο έπαρχος, τον κάλεσε και του είπε ότι παραφρονεί με το να πιστεύει ως Θεό εκείνον που σταυρώθηκε από τους Εβραίους και με το να ζητά σε τέτοια ηλικία βασανιστήρια και θάνατο. Ο γέροντας κοίταξε τον έπαρχο με πραότητα και του απάντησε ότι η αλήθεια της ζωής του Χριστού αποδεικνύεται από τη ζωή και τους θριάμβους της Εκκλησίας και ότι για αυτόν, τον γέροντα, τα βασανιστήρια θα αποτελούσαν ευχαρίστηση μεγάλη, διότι οι χριστιανοί θεωρούν ευεργέτημα το να αγωνιστούν και να πάθουν για τον Χριστό. Για όλα αυτά πρώτα κρεμάστηκε ο Άγιος και ξεσκίστηκε, κατόπιν δε ανάφθηκε πυρά και ρίχτηκε σε αυτή, όπου ευχαριστώντας παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού, χωρίς όμως η φωτιά να αγγίξει ούτε τρίχα της κεφαλής του, και έτσι
έλαβε τον στέφανο της αθλήσεως.
Άγιες Μάρτυρες Αναστασία και Βασίλισσα άκμασαν κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Νέρωνα, που βασίλευσε από το 54 μέχρι το 68 μετά Χριστόν. Ήταν και οι δυο από τη μεγαλούπολη της Ρώμης, ευγενείς, πλούσιες, με σεμνότητα ηθών. Λοιπόν, δέχτηκαν την πίστη του Χριστού και έγιναν με τον ζήλο και την αγαθοεργή διανομή των υπαρχόντων τους στήριγμα και παρηγοριά των χριστιανών της Ρώμης. Όταν ο Πέτρος και ο Παύλος παραβρέθηκαν και οι δυο στο μέσο της χριστιανικής τους κοινότητας, και οι δυο αυτές γυναίκες δεν ήξεραν πώς να εκφράσουν την ευτυχία τους για το ότι έβλεπαν και άκουαν τους μεγάλους αυτούς προτεργάτες και αθλητές της χριστιανικής Εκκλησίας. Οι πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι θανατώθηκαν κατά τον πρώτο από τον Νέρωνα διωγμό των Χριστιανών.
Η Αναστασία και η Βασίλισσα νύχτα παρέλαβαν και έθαψαν τα τίμια και αποστολικά τους λείψανα. Μετά από λίγο συνελήφθησαν και τους απαγγέλθηκε η κατηγορία ότι ανήκαν στην ομάδα των Χριστιανών. Εκείνες δεν το αρνήθηκαν. Δήλωσαν μάλιστα ότι και καυχώνταν γι' αυτό και ευχήθηκαν ο κόσμος όλος να γίνει άξιος της ζωής του Χριστού. Απειλές και βασανισμοί δεν μπόρεσαν να μεταβάλουν τη γνώμη τους, παρέμειναν δε σταθερές στην πίστη τους, κι ενώ τους απέκοψαν τα χέρια και τη γλώσσα τους. Τελευταία έκοψαν τις κεφαλές τους και έτσι μακάριες ανήλθαν στεφανηφόρες στα ουράνια.
Σήμερα τον Άγιο Μάρτυρα Κρήσκεντα, αλλά και τις Άγιες Γυναίκες Αναστασία και Βασίλισσα να μένουν σταθεροί έως θανάτου στην πίστη τους στον Χριστό, να πεθαίνουν από αγάπη για τον Χριστό. Από την άλλη μεριά ήταν αλλά και είναι μέχρι σήμερα και φαίνεται ότι θα υπάρχουν μέχρι συντελείας του αιώνος αυτού όλοι εκείνοι που καταδιώκουν την Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού, τον ίδιο τον Χριστό. Μισούν την Εκκλησία και επιδιώκουν την εξαφάνισή της. Όμως τελικά το μόνο που κατορθώνουν είναι το να εξαφανιστούν οι ίδιοι. Δια των αιώνων αποδεικνύεται ότι ο Χριστός, η Εκκλησία Του, είναι ο ισχυρός λίθος πάνω στον οποίο όποιος πέσει θα συντριβεί.
Πρέπει δε να λεχθεί ότι ο Χριστός και η Εκκλησία Του ουσιαστικά δεν έχουν εχθρούς από τους οποίους να κινδυνεύουν. Απλώς αυτοί, όπως και ο Διάβολος, είναι τυφλοί και άρρωστοι και εκδηλώνουν την αρρώστια τους και έτσι φανερώνουν την ανάγκη να θεραπευτούν και το απαραίτητο και σωτήριο του Χριστού και της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία από την πλευρά της, όπως και κάθε χριστιανός από τη δική του πλευρά, δεν έχει εχθρούς, μόνο ευεργέτες έχει. Όλοι όσοι πολέμησαν την Εκκλησία, μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αυτοί μεν δεν την έσεισαν. Τη δική τους δε δύναμη αφού έχασαν, καταντροπιάστηκαν. Ενώ χτυπούσαν, διαλύονταν. Ενώ έβαλαν κατά της Εκκλησίας, αυτοί εξασθενούσαν και από τους πάσχοντες νικιόνταν.
Το θαυμαστό δε της Εκκλησίας είναι όχι ότι νίκησε, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο νίκησε. Διότι διωκόμενοι, με μύριους τρόπους κατακοπτόμενοι, όχι μόνο δεν ελαττώνονταν, αλλά και μεγάλωναν, και αυτούς που τα επιχειρούσαν αυτά και μόνο με το πάσχειν τους κατέλυαν. Η Εκκλησία διωκόμενη αγαπά, επιθυμεί και επιδιώκει τον θάνατο του θανάτου, τη λύτρωση του ταλαιπώρου ανθρώπου, να του χαρίσει αυτό που βαθύτερα επιθυμεί, να τον κάνει πολίτη της Βασιλείας του Θεού, μέτοχο της Θεότητος, μέτοχο της Αγάπης, μέτοχο της αιωνίου, της μακαρίας ζωής, της αληθινής, της όντως ζωής.
Αγγλική μετάφρασηEN · 9 παράγραφοι
Saint Crescens, a martyr of Christ, came from Myra in Lycia, Asia Minor, and from a distinguished and proud family. Pagan worship was still flourishing, and the Church was living through persecution. Crescens was advanced in years and needed quiet and peace. But the Christian in him overcame the frailty of age. The flame of faith gave him the strength of youth to enter the struggle. One day he came upon a group of pagans sacrificing to idols. He spoke against the error of worshipping many gods and tried to persuade them of the truth of Christianity. Some listened to him; others rose up against him. Unmoved by the danger, he went on speaking about Christ.
When the governor heard of this, he summoned Crescens and told him he was out of his mind to believe that the one crucified by the Jews was God, and to seek torture and death at his age. Crescens looked at the governor gently and replied that the truth of Christ’s life was shown by the life and triumphs of the Church. For him, even in his old age, torture would be a great joy, because Christians count it a blessing to struggle and suffer for Christ. So the saint was first hung up and torn with instruments of torture. Then a fire was lit, and he was thrown into it. Giving thanks, he surrendered his soul into God’s hands, yet the fire did not touch even a hair of his head. And so
he received the crown of martyrdom.
The holy martyrs Anastasia and Basilissa lived in the time of Emperor Nero, who reigned from AD 54 to 68. Both were from the great city of Rome: women of noble birth, wealthy, and modest in their conduct. They embraced faith in Christ, and through their zeal and generous sharing of their possessions, they became a support and comfort to the Christians of Rome. When Peter and Paul were both present among their Christian community, the two women could hardly express their joy at seeing and hearing these great pioneers and champions of the Church. The foremost Apostles were put to death during Nero’s first persecution of the Christians.
By night, Anastasia and Basilissa took the precious remains of the Apostles and buried them. Before long, they were arrested and charged with belonging to the Christians. They did not deny it. Indeed, they said they were proud of it and prayed that the whole world might become worthy of the life of Christ. Neither threats nor torture could change their minds. They remained firm in their faith even when their hands and tongues were cut off. Finally, they were beheaded, and so, blessed and crowned, they ascended to heaven.
Today we see Saint Crescens, along with the holy women Anastasia and Basilissa, remaining faithful to Christ unto death, dying out of love for Him. On the other side were those who persecuted the Church, the Body of Christ, and Christ Himself. They are still with us today, and it seems they will remain until the end of this age. They hate the Church and seek to destroy her. Yet in the end, they only bring about their own destruction. Century after century, it has been shown that Christ and His Church are the mighty stone on which whoever falls will be broken.
We should also say that Christ and His Church have no enemies who can truly endanger them. Those who oppose them, like the devil, are blind and sick. In showing their sickness, they reveal their need for healing, and how necessary and saving Christ and His Church are.
For her part, the Church has no enemies, only benefactors; and the same is true of every Christian. Saint John Chrysostom tells us that all who fought against the Church failed to shake her. They lost their own strength and were put to shame. As they struck, they fell apart. As they attacked the Church, they grew weak and were overcome by those who suffered at their hands.
The wonder of the Church lies not only in her victory, but also in the way she won it. Though her people were persecuted and cut down in countless ways, they did not diminish; they grew. By their suffering alone, they overcame those who inflicted it. Even while persecuted, the Church loves. She longs and strives for the death of death and the deliverance of suffering humanity. She seeks to give each person what they most deeply desire: to become a citizen of the Kingdom of God, a partaker of divinity, a partaker of love, and a partaker of eternal, blessed life—true life, life itself.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
04 ΑΠΡΙΛΙΟΥ\15 04 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.