Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Οι μάρτυρες και η καινή κτίση εν Χριστώ

Ο Λεόντιος ο Τριπολίτης, σεβαστός στρατιώτης και χριστιανός, μοιραζόταν τις μερίδες του με τους φτωχούς. Αφού ένας άγγελος έδωσε οδηγία στον πυρετώδη Ιπάτιο να επικαλεστεί τον Θεό του Λεοντίου, ο Ιπάτιος θεραπεύτηκε και ζήτησε βάπτισμα μαζί με τον Θεόδουλο.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων18 Ιουνίου11:54Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Λεόντιος ο Τριπολίτης, σεβαστός στρατιώτης και χριστιανός, μοιραζόταν τις μερίδες του με τους φτωχούς.
  • Αφού ένας άγγελος έδωσε οδηγία στον πυρετώδη Ιπάτιο να επικαλεστεί τον Θεό του Λεοντίου, ο Ιπάτιος θεραπεύτηκε και ζήτησε βάπτισμα μαζί με τον Θεόδουλο.
  • Ο Ιπάτιος και ο Θεόδουλος αποκεφαλίστηκαν για την πίστη τους, ενώ ο Λεόντιος υπέστη επαναλαμβανόμενα βασανιστήρια μέχρι τον θάνατό του.
  • Ο μάρτυρας Εθέριος ομολόγησε τον Χριστό επί Διοκλητιανού, επέζησε από φλογερά βασανιστήρια με θεία βοήθεια και τελικά αποκεφαλίστηκε.
  • Ο Λεόντιος ο Μυροβλήτης έζησε εξήντα χρόνια στη Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, και μύρο έρρεε από τα λείψανά του μετά τον θάνατό του.
  • Με βάση τον Απόστολο Παύλο, η ομιλία διδάσκει ότι ο Χριστός ανανεώνει την πεσούσα ανθρωπότητα μέσω της ενανθρώπισης, του σταυρού και της ανάστασής του.
  • Μέσω του Αγίου Πνεύματος και του βαπτίσματος, οι πιστοί εισέρχονται στη νέα ζωή της Εκκλησίας του Χριστού και καλούνται να τη ζήσουν με προσωπικό πνευματικό αγώνα.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 13 παράγραφοι

Λεόντιος καταγόταν από την Ελλάδα, έζησε δε κατά τους χρόνους του βασιλέως Βεσπασιανού, διαδόχου του Νέρονος, ο οποίος βασίλευσε από το 69 μέχρι το 79 μετά Χριστόν. Διακρινόταν για το ρωμαλέο και μεγαλοπρεπές παράστημά του, το οποίο συνόδευε έκτακτη γενναιότητα και ανδρεία. Κατατάχθηκε στο στρατό, διέπρεψε σε πολλές μάχες και προβιβάστηκε έτσι σε μεγάλα αξιώματα. Ήταν συνετός, γη αγαθή, στην οποία θα μπορούσε να καρποφορήσει εκατονταπλασίονα ο λόγος του Θεού. Αφού πίστευσε στον Χριστό και βρισκόταν στην Τρίπολη της Αφρικής, έδινε στους πτωχούς από τα βασιλικά σιτηρέσια.

Γενικώς λάτρευε γνήσια και καθαρά το Χριστό. Αλλά ο ηγεμόνας της Φοινίκης Αδριανός, που είχε έρθει στην Τρίπολη, έστειλε στον Άγιο τον τριβούνο, τον δικαστή Ιπάτιο, μαζί με δύο στρατιώτες, ο ένας από τους οποίους ονομαζόταν Θεόδουλος. Ο Ιπάτιος λοιπόν αυτός, καθώς πήγε στον Άγιο, ασθένησε και παρουσίασε υψηλό πυρετό. Τότε του παρουσιάστηκε Άγγελος Θεού και του είπε ότι, αν ήθελε να θεραπευτεί από την ασθένειά του, θα έπρεπε να επικαλεστεί τρεις φορές το Θεό του Λεοντίου. Τα λόγια αυτά τα άκουσε και ο Θεόδουλος. Ο Ιπάτιος έκανε καθώς του είπε ο Άγγελος και πραγματικά θεραπεύθηκε από τη θέρμη εκείνη. Όταν μετά συνάντησε τον Άγιο,

χωρίς να γνωρίζει ότι αυτός ήταν ο Λεόντιος, τον οποίο ζητούσε, φιλοξενήθηκε από αυτόν και τον ονόμασε φίλο δικό του και των θεών. Τότε ο Άγιος φανέρωσε τον εαυτό του ότι ήταν εκείνος που ζητούσε, είπε δε ότι τους ονομαζομένους θεούς μισεί και αποστρέφεται. Όταν άκουσαν αυτά ο Ιπάτιος και ο Θεόδουλος, έπεσαν στα πόδια του Αγίου και του ζητούσαν να γίνουν μέσω αυτού χριστιανοί. Ο Άγιος προσευχήθηκε στον Θεό για αυτούς και τότε ήρθε από τον ουρανό σύννεφο, το οποίο τους βάπτισε και τους φώτισε, ντύθηκαν δε τα λευκά του Αγίου Βαπτίσματος ενδύματα. Καθώς όλα αυτά οι ειδωλολάτρες είδαν, ταράχτηκαν και όλα τα φανέρωσαν στον ηγεμόνα Αδριανό,

ο οποίος κάλεσε τους τρεις Αγίους και τους παρακινούσε να αρνηθούν την πίστη τους στο Χριστό. Επειδή δεν μπόρεσε να τους καταπείσει, τον μεν Ιπάτιο και Θεόδουλο, μετά από κάποιους βασανισμούς, τους αποκεφάλισε και έτσι έλαβαν αυτοί από τον Κύριο τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου.

Τον δε Άγιο Λεόντιο πρώτα τον μαστίγωσαν, μετά τον κρέμασαν και τον ξέσχισαν, κατόπιν κρέμασαν μεγάλη και βαριά πέτρα στο λαιμό του και έτσι τον έκλεισαν στη φυλακή. Μετά τον ξάπλωσαν στη γη και, αφού τον τάνυσαν από τέσσερις πασάλους, τον έδειραν. Ο Λεόντιος, με τη ρώμη του σώματός του και την ψυχική του ανδρεία, έχοντας δε και την από την πίστη ακατανίκητη καρτερία, υπέμεινε όλη εκείνη τη σκληρή βάσανο.

Με τρόπο που κατέπληξε τους βασανιστές του και όλους τους παρισταμένους. Αλλά οι ραβδισμοί και οι μαστιγώσεις εξακολουθούσαν χωρίς τελειωμό, με νέα πάντοτε ένταση. Έτσι επήλθε ο θάνατος, αλλά η νίκη απέμεινε δική του, διότι δεν λιποψύχησε και δεν υποχώρησε, αλλά επισφράγισε με το τίμιο αίμα και το θάνατό του την προς το Χριστό αγάπη και αφοσίωσή του.

Ο σήμερα εορταζόμενος Άγιος Μάρτυς Εθέριος έζησε κατά τους χρόνους της βασιλείας Διοκλητιανού, κατά το τέλος του τρίτου μετά Χριστόν αιώνος. Η χάρη του Θεού τον είχε καταστήσει ήδη από τη γη πολίτη του ουρανού. Νεκρός απέναντι στον κόσμο και την αμαρτία, ζούσε μόνο για το Χριστό. Διαβλήθηκε ότι ήταν χριστιανός και οδηγήθηκε εμπρός στον άρχοντα Ελεύσιο, όπου ομολόγησε το Χριστό. Γι' αυτό βασανίστηκε και κάηκε με αναμμένες δάδες. Μετά, με πυρακτωμένες περόνες έκαψαν τις μασχάλες, τη ράχη και το στήθος του και κατόπιν τον ξάπλωσαν σε πυρακτωμένο σιδερένιο δάπεδο. Από όλα αυτά διαφυλάχθηκε αβλαβής με την παρουσία Θείου Αγγέλου.

Τελευταία αποκεφαλίστηκε και έτσι έλαβε και του μαρτυρίου τον στέφανο.

Όσιος Λεόντιος, του οποίου τη μνήμη επίσης σήμερα η Εκκλησία μας επιτελεί, καταγόταν από το Άργος της Πελοποννήσου. Έζησε δε γύρω στο 1530 μετά Χριστόν. Αφού αποτάχτηκε τον κόσμο και τα του κόσμου, αναχώρησε και πήγε στο Άγιο Όρος. Κοινοβίασε στη Μονή του Διονυσίου και επί εξήντα χρόνους δεν βγήκε από το μοναστήρι. Αξιώθηκε διορατικού και προφητικού χαρίσματος, μετά δε την τελευτή του, από τα θεία του λείψανα έβλυσε μύρο, από το οποίο και Μυροβλύτης ονομάστηκε.

Απόστολος Παύλος λέγει:

Εν Χριστώ, καινή κτίσις, τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονεν καινά. Η καινή, η καινούργια κτίσις, είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός. Η παλαιά, η πεσμένη κτίση του πεπτωκότος, του αμαρτωλού ανθρώπου, έγινε καινούργια διά της ενανθρωπήσεως, του σταυρού και της αναστάσεως.

Αναστάσεως. Συμφιλιώθηκε με το Θεό Πατέρα, απέβαλε το φθαρτό και το θνητό, ενδύθηκε την αφθαρσία και την αθανασία και ως τέτοια ανήλθε και κάθισε στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Πατρός. Ο Χριστός είναι το πραγματικά, το μόνο καινό, καινούριο υπό τον Ήλιο. Σώμα του Χριστού είναι είναι η Εκκλησία του. Επομένως, η της εν τη Εκκλησία, τη μία Αγία Καθολική και Αποστολική, δηλαδή τη Ορθοδόξου Εκκλησία, καινή κτίσις. Σε αυτό το καινό του Χριστού και της Εκκλησίας εισέρχεται και μετέχει ο άνθρωπος διά του Αγίου Πνεύματος. Αυτού του καινούργιου του Χριστού μέτοχος έγινε η Παναγία μας. Σε αυτήν καταργήθηκαν οι νόμοι της ανηδόνου συλλήψεως, της ανωδύνου κυήσεως και του αφθάρτου τοκετού. Αυτό το καινούργιο του Χριστού το βλέπουμε στους Αγίους που βιώνουν τη χάρη και το φως του Αναστάντος Χριστού. Ζώντας οι Άγιοι σε κοινωνία μίσους, έχουν αγάπη για όλο τον κόσμο.

Ζώντας σε ταραγμένες εποχές, έχουν βαθιά και αναφαίρετη ειρήνη. Έχουν την άνωθεν θαυμαστή δύναμη που νικά όλες τις βασιλείες και τους κοσμοκράτορες. Έχουν πείρα του Θεού. Η Αναστημένη Ζωή φαίνεται και στα σώματά τους, τα οποία ως μέλη του Αναστημένου Σώματος του Χριστού ευωδιάζουν, θαυματουργούν, δεν υπόκεινται σε φθορά, δεν βλάπτονται από τη φωτιά όπως το σώμα του σήμερα εορταζομένου Αγίου Μάρτυρος Εθερίου ή εκβλύζουν μύρα όπως τα τίμια λείψανα του μυροβλύτου Οσίου Λεοντίου. Σε αυτό το καινούριο, το αγιασμένο σώμα του Χριστού, της Εκκλησίας, βρισκόμαστε και εμείς με το Άγιο Βάπτισμα καλούμαστε με τον προσωπικό μας αγώνα όχι μόνο να βρισκόμαστε αλλά και να ζούμε την αγία της ζωή.

Αγγλική μετάφρασηEN · 13 παράγραφοι

Leontius was from Greece and lived during the reign of Emperor Vespasian, Nero’s successor, who ruled from AD 69 to 79. He was known for his strong, imposing stature, as well as his exceptional courage. He joined the army, distinguished himself in many battles, and rose to high rank. He was a prudent man, good soil in which the word of God could bear fruit a hundredfold. After coming to faith in Christ, he was stationed in Tripoli in Africa, where he gave the poor a share of his imperial rations.

In all things, he worshipped Christ with a sincere and pure heart. But Hadrian, the governor of Phoenicia, had come to Tripoli. He sent the tribune and judge Hypatius to Saint Leontius with two soldiers, one of whom was named Theodulus. On his way to Leontius, Hypatius fell ill with a high fever. An angel of God appeared to him and said that, if he wished to be healed, he must call three times upon the God of Leontius. Theodulus heard these words too. Hypatius did as the angel told him and was healed of the fever. Later, when he met Leontius,

he did not know that this was the man he was seeking. Leontius welcomed him into his home, and Hypatius called him a friend of his and of the gods. The saint then revealed who he was and said that he hated and rejected those so-called gods. At this, Hypatius and Theodulus fell at his feet and asked him to help them become Christians. The saint prayed to God for them. Then a cloud came down from heaven, baptized them, and filled them with light. They were clothed in the white garments of Holy Baptism. When the pagans saw all this, they were shaken and reported everything to Governor Hadrian,

who summoned the three saints and urged them to renounce their faith in Christ. When he could not persuade them, he had Hypatius and Theodulus tortured and then beheaded. Thus they received from the Lord the unfading crown of martyrdom.

Saint Leontius was first whipped, then suspended and torn with hooks. Next, they hung a large, heavy stone around his neck and put him in prison. After that, they laid him on the ground, stretched him between four stakes, and beat him. With his bodily strength, his courage of soul, and the unconquerable endurance his faith gave him, Leontius bore all that cruel suffering.

His endurance astonished his torturers and everyone who stood watching. Yet the beatings and whippings went on without end, each time with renewed force. At last he died, but the victory was his. He never lost heart or gave way. With his precious blood and his death, he sealed his love and devotion to Christ.

The holy Martyr Etherius, whom we commemorate today, lived during the reign of Diocletian, toward the end of the third century after Christ. By God’s grace, he had already become a citizen of heaven while still on earth. Dead to the world and to sin, he lived for Christ alone. He was accused of being a Christian and brought before the ruler Eleusius, where he confessed Christ. For this he was tortured and burned with flaming torches. Then they burned his armpits, back, and chest with red-hot metal pins and laid him on a heated iron floor. Through the presence of an angel of God, he came through all this unharmed.

Finally, he was beheaded and received the crown of martyrdom.

Venerable Leontius, whose memory the Church also celebrates today, came from Argos in the Peloponnese. He lived around AD 1530. Renouncing the world and all that belongs to it, he went to the Holy Mountain, Mount Athos. He entered the monastic community at Dionysiou Monastery and did not leave the monastery for sixty years. He was granted the gifts of spiritual insight and prophecy. After his death, myrrh flowed from his holy relics, and so he came to be called the Myrrh-streamer.

The Apostle Paul says:

“In Christ, a new creation. The old things have passed away; behold, all things have become new.” This new creation is the God-Man, Christ. The old, fallen creation of fallen, sinful humanity was made new through his Incarnation, the Cross, and the Resurrection.

Through the Resurrection, it was reconciled with God the Father. It cast off corruption and mortality, put on incorruption and immortality, and, thus renewed, ascended and sat at the right hand of the Father’s majesty. Christ is truly the only new thing under the sun. The Church is his Body. Therefore, the new creation is found in the one, holy, catholic, and apostolic Church: the Orthodox Church. Through the Holy Spirit, we enter this new life of Christ and his Church and share in it. Our Most Holy Theotokos (All-Holy) shared in this new life of Christ. In her, the ordinary laws of birth were set aside: she conceived without pleasure, carried her child without pain, and gave birth without corruption. We see this new life of Christ in the saints, who live by the grace and light of the risen Christ. Even in a society filled with hatred, they love the whole world.

Though they live in troubled times, they have a deep peace that no one can take away. They have a wondrous strength from above that overcomes every kingdom and worldly ruler. They know God through experience. The risen life is visible even in their bodies. As members of the risen Body of Christ, their bodies give off a sweet fragrance, work miracles, and do not decay. They are unharmed by fire, like the body of the holy Martyr Etherius whom we commemorate today, or they stream myrrh, like the precious relics of Venerable Leontius the Myrrh-streamer. Through Holy Baptism, we too belong to this new, sanctified Body of Christ, the Church. Through our own spiritual struggle, we are called not simply to belong to it, but to live its holy life.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

06 ΙΟΥΝΙΟΥ\18 06 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα