Το μαρτύριο των Αγίων Τροφίμου, Σαββατίου και Δορυμέδοντος
Στις 19 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία τιμά τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Τροφίμου, Σαββατίου και Δορυμέδοντος. Ο Τρόφιμος και ο Σαββάτιος καταδικάζουν τις ειδωλολατρικές εορτές στη Δάφνη και συλλαμβάνονται στην Αντιόχεια.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Στις 19 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία τιμά τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Τροφίμου, Σαββατίου και Δορυμέδοντος.
- Ο Τρόφιμος και ο Σαββάτιος καταδικάζουν τις ειδωλολατρικές εορτές στη Δάφνη και συλλαμβάνονται στην Αντιόχεια.
- Ο Τρόφιμος αρνείται να θυσιάσει στους θεούς και υπομένει βασανιστήρια επί του διοικητή Ηλιοδώρου.
- Και ο Σαββάτιος ομολογεί τον Χριστό, εξηγώντας ότι τα δάκρυα του πόνου του δεν εξασθενούν την επιθυμία του να πάσχει για Εκείνον.
- Σταλμένος στη Συνάδα της Φρυγίας, ο Τρόφιμος παραμένει σταθερός υπό περαιτέρω βασανιστήρια, ενώ ο Δορυμέδων περιποιείται τις πληγές του και δηλώνει ανοιχτά ότι είναι χριστιανός.
- Αφού τα άγρια θηρία δεν έβλαψαν τον Τρόφιμο και τον Δορυμέδοντα στο αμφιθέατρο, ο διοικητής διέταξε να αποκεφαλιστούν.
- Η διάλεξη παρουσιάζει την καρτερία και τη χαρά των μαρτύρων ως καρπούς της αγάπης προς τον Θεό και της χάρης του Αναστημένου Χριστού, με βάση τα λόγια του Παύλου προς Κορινθίους.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι
Σήμερα, 19 του μηνός Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Τροφίμου, Σαββατίου και Δορυμέδοντος.
Οι μάρτυρες Τρόφιμος, Σαββάτιος και Δορυμέδων άθλησαν κατά το έτος 276 μ.Χ., όταν αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Πρόβος, στη δε Αντιόχεια διοικητής ο Ηλιόδωρος. Είναι γνωστός ο Ναός του Απόλλωνος στο περίφημο προάστιο της Αντιόχειας, Δάφνη, και τα πανηγύρια και οι βακχικοί θόρυβοι οι οποίοι συνόδευαν τη γιορτή του. Σε μια τέτοια επέτειο βρέθηκαν στην Αντιόχεια ο Τρόφιμος και ο Σαββάτιος, οι οποίοι ήταν χριστιανοί ευσεβέστατοι και είχαν έλθει εκεί από άλλη χώρα.
Είδαν όλη την οργιώδη κίνηση, η οποία δέσποζε μέρες και νύχτες στις μυριάδες των ειδωλολατρών, ανδρών, γυναικών, νέων, νεανίδων, και αντιλήφθηκαν την πολυποίκιλη αμαρτία, την οποία μεθούσαν τα πλήθη εκείνα. Ο Τρόφιμος και ο Σαββάτιος δεν συγκρατήθηκαν, αλλά αποδοκίμασαν την πλάνη εκείνη και την παραφροσύνη. Γι' αυτό συνελήφθηκαν, υποβλήθηκαν σε δίκη, και πρώτος ο Τρόφιμος. «Πώς ονομάζεσαι;» του είπαν. «Τρόφιμος», απάντησε, «πρώην θρέμμα της απωλείας, τώρα Τρόφιμος της ζωής». «Και ποια είναι η θρησκεία σου;» «Χριστιανός», ήταν η απάντησή του, «δούλος του Χριστού, επιθυμών να γίνω υπέρ Χριστού θύμα». «Διάβασες το κατά των χριστιανών αυτοκρατορικό θέσπισμα;» «Το διάβασα. Πάνω από τον αυτοκράτορα που πλανάται, είναι ο Θεός που αληθεύει». Ο Ηλιόδωρος φρίαξε. Διέταξε να γυμνώσουν αμέσως τον Τρόφιμο, να τον ξαπλώσουν κατά γης και να τον μαστιγώσουν. Μετά από λίγο
η σκληρή μαστίγωση. Αυλάκια αίματος περιέλουσαν τον μάρτυρα και πότιζαν το έδαφος. «Θυσίασε», φώναξε ο αυτοκρατορικός διοικητής, «δεν βλέπεις ότι οι σάρκες σου κομματιάζονται και πέφτουν;» Και ο Τρόφιμος αποκρίθηκε: «Η δύναμη του Χριστού είναι ικανή να κάνει ευχάριστες τις πληγές μου, με την προσδοκία δε και την ελπίδα των αοράτων λησμονούνται οι οδύνες του παρόντος. Έπειτα, μολονότι το βάπτισμα και η ζωντανή πίστη μας καθαρίζουν τα αμαρτήματά μας, αλλά και αυτά, τα για το Χριστό αίματα, καθαρίζουν την ψυχή από κάθε κηλίδα ως θείο λουτρό». Ο Ηλιόδωρος θέλησε να αλλάξει τακτική. Είπε να σηκώσουν τον Τρόφιμο και τον παρακινούσε να θυσιάσει, υποσχόμενος πολλά. «Διαφορετικά», πρόσθεσε,
«σε στέλνω στον ηγεμόνα της Φρυγίας, Διονύσιο Περόνιο». Ήταν δε αυτός ξακουστός για τις προς τους χριστιανούς ωμότητές του. Ο Τρόφιμος απάντησε: «Δεν σε φοβάμαι, δεν τρέμω τον Διονύσιο, δεν πτοούμαι κανέναν εκτός από την αμαρτία. Και αν θέλεις θυσία, να σου προσφέρω τον εαυτό μου». Δέθηκε τότε πάνω σε ένα ξύλο και τα σιδερένια όργανα χωρίς έλεος ξέσκιζαν τις πλευρές του, μέχρι που έφυγαν και αυτά τα σπλάχνα του. «Πού λοιπόν είναι ο Χριστός σου, Τρόφιμε;» φώναξε ο Ηλιόδωρος. «Ο Χριστός μας», αποκρίθηκε εκείνος, «εμένα δεν με εγκαταλείπει και σε όλους τους μάρτυρες είναι κοντά και τους βοηθά. Δεν βλέπεις πως νικάμε και καταντροπιάζουμε τα βασανιστήριά σας και την ωμότητά σας;»
Αιμόφυρτος και γεμάτος τραύματα στάλθηκε ο Τρόφιμος στη φυλακή. Μετά από αυτόν προσήλθε ο Σαββάτιος. «Ποια είναι η πατρίδα και το αξίωμά σου;» ρωτήθηκε. «Σε μένα αξίωμα και πατρίδα και δόξα και περιουσία και όλα τα άλλα είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, του οποίου η πρόνοια κυβερνά και διευθύνει τα πάντα». Αμέσως άρχισαν με σφοδρότητα να τον κτυπούν και μετά σιδερένια νύχια άνοιξαν γρήγορα τις πλευρές του, πλήγωσαν δε και αυτά τα σπλάχνα του. Οι πόνοι ήταν φοβεροί και από το μάρτυρα βγήκαν στεναγμοί και έτρεξαν δάκρυα. Ο Ηλιόδωρος χαμογέλασε και του είπε: «Εάν είναι γλυκό, Σαββάτιε, το να πάσχει κανείς για το Χριστό, από πού λοιπόν οι στεναγμοί και τα δάκρυα;» Και εκείνος απάντησε:
«Να μάθεις», του είπε, «πόσο το πράγμα αυτό διψώ και πόσο ποθητό και πολύτιμο μου είναι το να πάθω γι' αυτόν. Από τους πόνους που είναι τόσο δυνατοί ώστε να μη συγκρατώ τα δάκρυά μου, θερμότερος με αναφλέγει ο πόθος του Χριστού και δεν παραιτούμαι από τον αγώνα μου γι' αυτόν». Μετά στάλθηκε ο Τρόφιμος με συνοδεία στον Διονύσιο Περόνιο στα Σύναδα της Φρυγίας. «Εσύ είσαι ο Τρόφιμος;» τον ρώτησε εκείνος. «Ναι», του απάντησε ο μάρτυς. «Και πώς επιμένεις ακόμη στην ανόητη πίστη σου και τον μάταιο αυτόν επικαλείσαι Χριστό, ο οποίος έγινε αιτία να αποθάνουν τόσοι; Έλα στον εαυτό σου τώρα τουλάχιστον, θυσίασε στους θεούς για να αποφύγεις το θάνατο και να κερδίσεις την επίγεια ζωή». «Ο Χριστός», απάντησε ο Τρόφιμος,
«έχει γίνει αιτία θανάτου σε κανένα; Απαιτεί μόνο να μένουμε πιστοί στην αλήθεια, οι δε φονείς είστε εσείς, οι οποίοι και την αλήθεια διώκετε και την ελευθερία της συνειδήσεως καταπολεμείτε. Με προτρέπεις να θυσιάσω για να αποφύγω το θάνατο. Αλλά είμαι άνθρωπος και αν δεν το λάβω από σένα, η φύση, επιτελώντας το έργο της, θα με φέρει στον τάφο. Γιατί λοιπόν να μην επωφεληθώ από τη ζωή μου, χρησιμοποιώντας την για την απόκτηση της αιωνίου ζωής;» Αμέσως ο Τρόφιμος γυμνώθηκε και οι πληγωμένες ακόμη σάρκες του μαστιγώθηκαν και πάλι. Και ο Διονύσιος με μανία: «Θυσίασε, Τρόφιμε, στους θεούς», φώναξε, «και αμέσως θα απαλλαγείς από όλο αυτό το κακό». Αλλά ο Τρόφιμος σιωπούσε και υπέμενε.
Τον κρέμασαν σε ξύλο και του ξέσκιζαν τις πλευρές. Βαθιά ανοίγονταν τα αυλάκια στις σάρκες του και ρυάκια έτρεχε το αίμα. «Ακόμη δεν αισθάνθηκες, Τρόφιμε, τους βασανισμούς;» αναφώνησε εμπαικτικά ο Διονύσιος. «Όσο το σώμα μου κατακόπτεται», απάντησε ο μάρτυς, «τόσο λύνεται από τα δεσμά και προχωρεί η ελευθέρωσή μου και θεϊκότερη γίνεται η ψυχή μου». Και προσευχόταν ο μάρτυς λέγοντας: «Επίβλεψον εξ ουρανού και ρύσαι με, ο Θεός, εκ της παγίδος των θηρευόντων, ότι συ ει η υπομονή μου, Κύριε». Ο Διονύσιος, προσποιούμενος τον φιλάνθρωπο, έστειλε τον Τρόφιμο στη φυλακή. Εκεί τη νύχτα προσήλθε κάποιος Δορυμέδων, βουλευτής από τους πιο επιφανείς, άνδρας πλούσιος,
ο οποίος, καθώς ήταν παρών στο μαρτύριο του Τροφίμου, στερεώθηκε στην πίστη του Χριστού. Επί αρκετές κατά σειρά νύχτες ερχόταν προς το μάρτυρα και περιποιούνταν τις πληγές του. Μετά από λίγο γινόταν η εορτή προς τιμή των Διοσκούρων, κατά την οποία προσέρχονταν όλοι μαζί οι επίσημοι με τον ηγεμόνα. Αλλά ο Δορυμέδων τη φορά αυτή απουσίαζε. Γι' αυτό ο ηγεμόνας τον κάλεσε επίμονα. Προσήλθε εκείνος και δήλωσε ότι δεν συμμετέχει στην ειδωλολατρική εορτή, διότι είναι χριστιανός. Ο Διονύσιος στο απροσδόκητο αυτό άκουσμα καταλήφθηκε από λύσσα. Μη ευκαιρώντας όμως τότε, τον έκλεισε στο δεσμοτήριο. Όταν επέστρεψε από την τελετή, έστειλε στον Δορυμέδοντα άλλους βουλευτές
να τον καταπείσουν να ανακαλέσει τη χριστιανική του δήλωση. Εκείνοι του υπέμνησαν όλες τις συνέπειες μιας επιμονής σε αυτή του τη δήλωση, αλλά εκείνος απάντησε ότι είναι και θα είναι χριστιανός και προσπαθούσε να τους πείσει κι αυτούς ότι όφειλαν να αποκηρύξουν την ψεύτικη θρησκεία των ειδώλων. Μετά από μάταιη απόπειρα, την οποία έκανε κι αυτός ο Διονύσιος, ο Δορυμέδων υποβλήθηκε σε βασανισμούς. Τον καταξέσχισαν με σιδερένια νύχια, τον έκαψαν με πυρωμένα σίδερα, του έβγαλαν νύχια και δόντια, του ξερίζωσαν μαλλιά και γένια. Αλλά φάνηκε καρτερικός και έτσι στάλθηκε και πάλι στη φυλακή. Τότε οδηγήθηκε από αυτή και πάλι ο Τρόφιμος. Ίσως εν τω μεταξύ να είχε αλλάξει
τίποτε. Ο Τρόφιμος παρέμενε σταθερός και πιστός στο Χριστό. Πόθος του και δόξα του, όπως το είχε πει, ήταν να αποθάνει για την αγάπη του Σωτήρος του. Μετά από λίγο οδηγούνταν και πάλι στη φυλακή, αλλά τυφλός πλέον, διότι ο τύραννος του είχε βγάλει τους οφθαλμούς. Αλλά καθώς τον πήγαιναν, ο μάρτυς φώναξε: «Βλέπω». «Τι βλέπεις;» τον ρώτησε εμπαικτικά ο Διονύσιος. «Βλέπω τον Χριστό μου, ο οποίος ετοιμάζει σε μένα το στέφανο, σε σένα τη φλόγα». Μετά από λίγες μέρες το αμφιθέατρο ήταν γεμάτο. Και στις επίσημες θέσεις καθόταν και ο Διονύσιος. Ποιο θα ήταν το θέαμα; Κάτω στην παλαίστρα έφεραν τον Τρόφιμο και τον Δορυμέδοντα.
Επρόκειτο να γίνουν βορά των θηρίων. Και πρώτα εξαπολύθηκε κατά των μαρτύρων μια τεράστια αρκούδα. Το θηρίο, γρήγορο, ανυπόμονο, με μεγάλα βήματα όρμησε εναντίον τους. Αλλά μόλις πλησίασε, άρχισε παραδόξως να γλείφει ήμερα τον Δορυμέδοντα. Τα πλήθη καταπλάγηκαν. Τι λοιπόν συνέβαινε; Ο Διονύσιος διέταξε να αφεθεί κατά των μαρτύρων τρομερή πάρδαλη, αλλά κι αυτή έμεινε ήμερη κοντά στα πόδια τους. Το ίδιο συνέβη και όταν εξαπολύθηκε τεράστιο λιοντάρι. Ο Διονύσιος, μανιασμένος για τις επανειλημμένες εκείνες αλλόκοτες αποτυχίες, άρχισε να φωνάζει κατά του φύλακα των θηρίων και ο ταλαίπωρος εκείνος, φοβούμενος μήπως χάσει το κεφάλι του,
ερέθιζε με τις κραυγές του το λιοντάρι, διεγείροντάς το εναντίον των μαρτύρων, αλλά το λιοντάρι παραλίγο να κατασπαράξει το φύλακα. Τα πλήθη φώναζαν μανιασμένα: «Θάνατος στους Χριστιανούς». Ο Διονύσιος κάλεσε τους δημίους και τους διέταξε να μπουν μέσα στο στάδιο. Και μετά από λίγο αποκόπτονταν οι σεπτές κεφαλές των Αγίων και έτσι έλαβαν τους λαμπρούς και αμαράντινους στεφάνους του μαρτυρίου.
Τα παθήματά τους, πώς μπορεί κανείς να πονά φρικτά και να χαίρεται, πώς οι Άγιοι ποθούσαν το μαρτύριο, πώς υπέμειναν τα φρικτά βασανιστήρια, πώς πέθαιναν με χαρά, πρόκειται για ένα μυστήριο, μυστήριο και με την έννοια του ακατανόητου για αυτούς που δεν έχουν την πίστη και την ανάλογη πείρα,
και με την έννοια ότι ήταν ένα θαύμα που έκανε η Χάρη του Θεού. Αυτό το μυστήριο μπορούμε κάπως να το καταλάβουμε αν αναλογιστούμε ότι όταν κάποιον πραγματικά τον αγαπάμε, χαιρόμαστε όταν κάνουμε κάτι και έτσι του δείχνουμε την αγάπη μας. Η ευφροσύνη των Αγίων είναι η αγάπη του Θεού.
Ό,τι συμβάλλει στην εκδήλωση της αγάπης αυτής, τους δίνει χαρά. Η φωτιά, τα θηρία, τα ξίφη, η πείνα, η παγωνιά και όλα τα άλλα εύφραιναν τους Αποστόλους, τους Προφήτες, τους Μάρτυρες για την αγάπη που είχαν για το Θεό. Επάξει επί σε ευφροσύνη και ένεσιν εν τη αγαπήσει αυτού. Η πολλή τους αγάπη για το Θεό ξεπερνούσε κάθε άλλη αγάπη, κατανικούσε τους πόνους, τα βασανιστήρια, το θάνατο. Η χαρά είναι ένας από τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, ουράνιο δώρο που υπερνικά κάθε επίγεια θλίψη. Έγραφε ο Απόστολος Παύλος στους Κορινθίους: ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἡμεῖς έχουμε το θησαυρό της Χάριτος του Θεού, είμαστε σαν πήλινα δοχεία. Ίνα η υπερβολή της δυνάμεως ή του Θεού και μη εξ ημών, ώστε να γίνεται φανερό πως η υπερβολική αξία του θησαυρού αυτού προέρχεται από το Θεό και όχι από μας. Εν παντί θλιβόμενοι, αλλ' ου στενοχωρούμενοι, αν και μας πιέζουν από παντού δεν μας καταβάλλουν, απορούμενοι αλλ' ουκ εξαπορούμενοι, βρισκόμαστε σε αδιέξοδο όμως δεν απελπιζόμαστε, διωκόμενοι αλλ' ουκ εγκαταλειπόμενοι, μας καταδιώκουν, ο Θεός όμως δεν μας εγκαταλείπει,
καταβαλλόμενοι αλλ' ουκ απολλύμενοι, μας ρίχνουν κάτω μα δεν χάνουμε τον αγώνα. Πάντοτε την νέκρωσιν του Ιησού εν τω σώματι περιφέροντες, ίνα και η ζωή του Ιησού εν τω σώματι ημών φανερωθή. Συνεχώς υποφέρουμε σωματικά, μετέχοντας έτσι στο θάνατο του Κυρίου Ιησού, για να φανερωθεί στο πρόσωπό μας η ζωή του Αναστημένου Ιησού. Η υπομονή και η χαρά των Αγίων είναι φανέρωση της ζωής του Αναστημένου Χριστού που είχαν μέσα τους. Η σταυροαναστάσιμη ζωή τους αποτελεί οδοδείκτη και για μας.
Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι
Today, September 19, our Church commemorates the Holy Martyrs Trophimus, Sabbatius, and Dorymedon.
The martyrs Trophimus, Sabbatius, and Dorymedon suffered in the year 276 AD, when Probus was emperor in Rome and Heliodorus was governor in Antioch. The temple of Apollo in Daphne, the famous suburb of Antioch, was well known, as were the festivals and wild revelry that accompanied its feast. Trophimus and Sabbatius happened to be in Antioch for one such celebration. They were devout Christians who had come from another land.
They saw the frenzied activity that gripped the countless pagans, men and women, young men and young women, day and night. They saw the many forms of sin in which the crowds were immersed. Trophimus and Sabbatius could not keep silent. They condemned that error and madness, and so they were arrested and brought to trial. Trophimus was questioned first. “What is your name?” they asked. “Trophimus,” he answered. “Once I was a child of perdition; now I am Trophimus of life.” “And what is your faith?” “I am a Christian,” he replied, “a servant of Christ, and I desire to become a sacrifice for His sake.” “Have you read the imperial decree against the Christians?” “I have. Above an emperor who is in error stands the God who speaks the truth.” Heliodorus flew into a rage. He ordered Trophimus to be stripped, laid on the ground, and flogged. Soon,
the brutal flogging began. Blood ran down the martyr’s body and soaked the ground. “Sacrifice!” the imperial governor shouted. “Can’t you see that your flesh is being torn away?” Trophimus answered, “Christ’s power can make my wounds a joy to me. As I look forward in hope to what is unseen, I forget the pain of the present. Baptism and living faith cleanse us from our sins, and the blood we shed for Christ also cleanses the soul of every stain, like a divine washing.” Heliodorus decided to change tactics. He had Trophimus raised up and urged him to sacrifice, promising him many rewards. “Otherwise,” he added,
“I will send you to Dionysius Peronius, the governor of Phrygia.” This governor was notorious for his cruelty toward Christians. Trophimus replied, “I do not fear you. I do not tremble before Dionysius. I fear no one and nothing except sin. And if you want a sacrifice, I offer you myself.” They bound him to a wooden post, and iron instruments tore mercilessly at his sides until even his internal organs were exposed. “Where is your Christ now, Trophimus?” Heliodorus shouted. “Our Christ has not abandoned me,” he answered. “He stays close to all the martyrs and helps them. Can you not see how we overcome your tortures and put your cruelty to shame?”
Covered in blood and wounds, Trophimus was sent to prison. Then Sabbatius was brought forward. “What is your homeland, and what is your rank?” they asked. “Christ, the Son of God, whose providence governs and directs all things, is my rank, my homeland, my glory, my wealth, and everything else.” At once they began to beat him fiercely. Then iron claws tore open his sides and wounded even his internal organs. The pain was terrible. The martyr groaned, and tears ran down his face. Heliodorus smiled and said, “Sabbatius, if suffering for Christ is sweet, why do you groan and weep?” Sabbatius answered:
“Know how deeply I thirst for this, and how dear and precious it is to me to suffer for Him. The pain is so strong that I cannot hold back my tears. Yet my longing for Christ burns all the more intensely, and I will not give up my struggle for Him.” After this, Trophimus was escorted to Dionysius Peronius in Synnada of Phrygia. “Are you Trophimus?” Dionysius asked. “Yes,” the martyr replied. “Why do you still cling to your foolish faith and call upon this worthless Christ, who has caused so many deaths? Come to your senses at last. Sacrifice to the gods, escape death, and keep your earthly life.” Trophimus answered,
“Has Christ caused anyone’s death? He asks only that we remain faithful to the truth. You are the killers: you persecute the truth and fight against freedom of conscience. You urge me to sacrifice so that I may avoid death. But I am human. If I do not die at your hands, nature will eventually bring me to the grave. Why, then, should I not make the most of my life by using it to gain eternal life?” At once they stripped Trophimus and flogged his still-wounded body again. Dionysius cried out in fury, “Sacrifice to the gods, Trophimus, and you will be freed from all this suffering at once!” But Trophimus remained silent and endured.
They hung him from a wooden post and tore at his sides. Deep furrows opened in his flesh, and blood ran in streams. “Have you still not felt the torture, Trophimus?” Dionysius asked mockingly. “The more my body is cut to pieces,” the martyr answered, “the more its bonds fall away. My liberation draws nearer, and my soul becomes more godlike.” Then the martyr prayed: “Look down from heaven and deliver me, O God, from the snare of those who hunt me, for You are my patient endurance, O Lord.” Pretending to be merciful, Dionysius sent Trophimus to prison. That night, a man named Dorymedon came to him. He was a wealthy man and one of the most prominent members of the council,
and witnessing Trophimus’s martyrdom had strengthened his faith in Christ. For several nights in a row, he came to the martyr and tended his wounds. Soon the feast in honor of the Dioscuri took place, and all the officials were expected to attend with the governor. But Dorymedon was absent. The governor repeatedly summoned him. When Dorymedon came, he declared that he would not take part in the pagan feast because he was a Christian. Dionysius was enraged by this unexpected declaration. He had no time to deal with him then, so he put him in prison. After returning from the celebration, he sent other council members to Dorymedon
to persuade him to withdraw his declaration that he was a Christian. They reminded him of everything that would follow if he stood by it. But Dorymedon replied that he was a Christian and would remain one. He also tried to persuade them to renounce the false worship of idols. Dionysius himself made a vain attempt to change his mind, and then Dorymedon was tortured. They tore him with iron claws, burned him with red-hot irons, pulled out his nails and teeth, and tore out his hair and beard. He remained steadfast, and they sent him back to prison. Then Trophimus was brought out again. Perhaps the governor hoped that, in the meantime, something had changed
in him. But Trophimus remained steadfast and faithful to Christ. As he had said, his desire and his glory were to die for love of his Savior. Soon he was led back to prison, now blind, for the tyrant had put out his eyes. As they took him away, the martyr cried out, “I see!” “What do you see?” Dionysius asked mockingly. “I see my Christ, who is preparing a crown for me and a flame for you.” A few days later, the amphitheater was full, and Dionysius sat among the officials. What spectacle had they come to see? Trophimus and Dorymedon were brought down into the arena.
They were to be thrown to the wild beasts. First, a huge bear was released against the martyrs. The beast charged at them with long, eager strides. But as soon as it came near, it began, strangely, to lick Dorymedon gently. The crowds were astonished. What was happening? Dionysius ordered a fierce leopard released against the martyrs, but it too stood quietly at their feet. The same thing happened when a huge lion was released. Enraged by these repeated and bewildering failures, Dionysius began shouting at the keeper of the beasts. The poor man, afraid he would lose his head,
shouted to provoke the lion and drive it against the martyrs, but the lion nearly mauled him instead. The crowds cried out furiously, “Death to the Christians!” Dionysius summoned the executioners and ordered them into the arena. Soon the heads of the Saints were cut off, and so they received the radiant, unfading crowns of martyrdom.
How could they suffer such terrible pain and still rejoice? How could the Saints long for martyrdom, endure dreadful tortures, and die with joy? Their suffering is a mystery, in the sense that those without faith and the experience that comes with it cannot understand it,
and in the sense that it was a miracle worked by the grace of God. We can begin to understand this mystery when we consider how, if we truly love someone, we rejoice in doing something that shows our love. The Saints’ gladness came from their love for God.
Anything that let them show that love brought them joy. Fire, wild beasts, swords, hunger, cold, and every other hardship brought gladness to the Apostles, the Prophets, and the Martyrs because of their love for God. “He will bring you gladness and joy in His love.” Their great love for God surpassed every other love and overcame pain, torture, and death. Joy is one of the fruits of the Holy Spirit, a heavenly gift that overcomes every earthly sorrow. The Apostle Paul wrote to the Corinthians: “We have this treasure in earthen vessels.” We carry the treasure of God’s grace, though we are like clay jars, “so that the surpassing power may be of God and not of us.” In this way, it becomes clear that the extraordinary power of this treasure comes from God, not from us. “We are afflicted in every way, but not crushed”: we are pressed from every side, yet we are not overcome. “Perplexed, but not driven to despair”: we may see no way forward, yet we do not despair. “Persecuted, but not forsaken”: people pursue us, but God does not abandon us.
“Struck down, but not destroyed”: they knock us down, but we do not lose the struggle. “Always carrying in the body the dying of Jesus, so that the life of Jesus may also be made manifest in our body.” We continually suffer in the body, sharing in the death of the Lord Jesus, so that the life of the risen Jesus may be revealed in us. The Saints’ patient endurance and joy reveal the life of the risen Christ within them. Their life, marked by the Cross and the Resurrection, also points the way for us.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
09 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ\19 09.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.