Το μαρτύριο της Αντωνίνας και του Αλεξάνδρου και ο Άγιος Κανίδης
Η Αντωνίνα υπηρέτησε τους φτωχούς και προσέλκυσε γυναίκες στην Εκκλησία, και έπειτα ομολόγησε σταθερά την χριστιανική της πίστη ενώπιον του έπαρχου Φίστου. Αφού ο Φίστος προσπάθησε να παραβιάσει την αγνότητά της, ο Αλέξανδρος τη βοήθησε να διαφύγει δίνοντάς της τον μανδύα του και παίρνοντας τη θέση της.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Αντωνίνα υπηρέτησε τους φτωχούς και προσέλκυσε γυναίκες στην Εκκλησία, και έπειτα ομολόγησε σταθερά την χριστιανική της πίστη ενώπιον του έπαρχου Φίστου.
- Αφού ο Φίστος προσπάθησε να παραβιάσει την αγνότητά της, ο Αλέξανδρος τη βοήθησε να διαφύγει δίνοντάς της τον μανδύα του και παίρνοντας τη θέση της.
- Η Αντωνίνα επέστρεψε στο σπίτι για προσευχή, συνελήφθη ξανά και επέπληξε τον Φίστο για τη σκληρότητά του· αυτή και ο Αλέξανδρος ακρωτηριάστηκαν και πέθαναν σε φωτιά ως μάρτυρες.
- Ο Κανίδης από την Καππαδοκία, που μεγάλωσε με ευσεβείς γονείς, ασκούσε εγκράτεια και απλότητα από νεαρή ηλικία.
- Όταν ένας πεινασμένος ξένος δεν έλαβε τροφή μετά από ένα γεύμα, ο Κανίδης είπε ότι όσα είχε φάει πέρα από τις ανάγκες του ανήκουν στους φτωχούς.
- Αργότερα ο Κανίδης έζησε σε σπηλιά στο βουνό, μοιραζόταν με τους χρειαζόμενους τα δώρα των επισκεπτών του και πέθανε σε ηλικία 73 ετών.
- Η διάλεξη παρουσιάζει το μαρτύριο και την άσκηση ως εκδηλώσεις αγάπης προς τον Χριστό, που υπερνικά τη φιλαυτία μέσω εγκράτειας, προσπάθειας και υπομονής.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι
Μάρτυς Αντωνίνα ήταν ευσεβής παρθένος, η οποία αποτελούσε στόλισμα της κωμοπόλεως Καρδάμου. Ζούσε με σωφροσύνη και αγνότητα, με πίστη και ελπίδα, λατρεύοντας το Θεό, επιδιδόταν δε σε αγαθοεργίες και ελεημοσύνες, στην περίθαλψη ορφανών και στην παρηγοριά δυστυχών. Ήταν μια δύναμη η οποία έλκυε άπιστες γυναίκες στην εκκλησία. Για όλα αυτά καταγγέλθηκε στον έπαρχο Φίστο, συνελήφθηκε κατά διαταγή του και υποβλήθηκε σε ανάκριση. Ομολόγησε ότι ήταν χριστιανή και επέμεινε στην ομολογία αυτή ανίκητη από τις υποσχέσεις, απτόητη από τις απειλές. Βλέποντας ο έπαρχος την αποτυχία του, διακρίνοντας το πόσο πολύ η νεαρή Αντωνίνα ενδιαφερόταν για την πλήρη διατήρηση της παρθενικής της τιμής, συνέλαβε το σατανικό σχέδιο να την καταπτοήσει εγκλείοντάς την σε καταγώγιο διεφθαρμένων γυναικών. Αλλά ήταν τόση η αγνότητά της και τόση δύναμη είχαν ενώπιον του Θεού οι προσευχές της, ώστε κατά τη νύχτα αντήχησε φοβερή βροντή και σεισμός συγκλόνισε τον οίκο εκείνο της απωλείας. Περίτρομες οι γυναίκες που ήταν εκεί μέσα εξόρκισαν την Αντωνίνα να φύγει για να μην ξεσπάσει εναντίον τους η οργή του Θεού. Η Αντωνίνα βγήκε, αλλά ο έπαρχος Φίστος πληροφορήθηκε το πράγμα, τη συνέλαβε εκ νέου.
Υπέβαλε σε πολλούς δαρμούς και στη συνέχεια την έστειλε σε άλλο παρόμοιο καταγώγιο με αυστηρότατη διαταγή να την επιτηρούν άγρυπνα, μήπως βγει και φύγει, και να φροντίσουν να χάσει το ταχύτερο την τιμή της. Την άθλια αυτή προσταγή πληροφορήθηκε νεαρός χριστιανός ονόματι Αλέξανδρος, ο οποίος έτρεφε προς την Αντωνίνα μεγάλη εκτίμηση για τα θεία χαρίσματα τα οποία την κοσμούσαν. Και ο κίνδυνος τον οποίο μπορούσε αυτή να διατρέξει μέσα στο σπίτι εκείνο της αισχρότητος, του ενέπνευσε σχέδιο και απόφαση αντάξια χριστιανού νέου.
Δηλαδή κατά την εσπέρα στο καταγώγιο και ζήτησε την Αντωνίνα. Αυτή, καθώς άκουσε τη φωνή του, τον δέχθηκε. Μετά από λίγο... καθώς είχε πέσει το σκοτάδι, φάνηκε να βγαίνει από το δωμάτιο της Αντωνίνης ο Αλέξανδρος. Υποτέθηκε δηλαδή ότι ήταν αυτός και βγήκε με όλη την ελευθερία ανεμπόδιστος. Αλλά μετά από λίγο θόρυβος και φωνές γέμισαν το καταγώγιο. Μερικοί στρατιώτες μεθυσμένοι που είχαν έλθει εκεί ζήτησαν να μπουν στο δωμάτιο της Αντωνίνης καθώς στάλθηκαν επίτηδες από τον έπαρχο Φίστο για να επιτύχουν την ατίμωσή της. Αλλά μέσα στο δωμάτιο βρέθηκε μόνος ο Αλέξανδρος. Δεν ήταν λοιπόν εκείνος που προ λίγο βγήκε σκεπασμένος με τον μανδύα. Ο χριστιανός νέος δήλωσε ότι για να σώσει την Αντωνίνα από την ατιμία μεταχειρίστηκε κατά καθήκον το τέχνασμα αυτό. Ευχαριστώ.
Έτσι πήγε και τη συνάντησε και της έδωσε τον μανδύα του για να μπορέσει να διαφύγει. Οι στρατιώτες εξοργίστηκαν, κακοποίησαν τον Αλέξανδρο, τον έδεσαν και το πρωί τον παρουσίασαν στον έπαρχο Φίστο. Εκείνος, καθώς άκουσε το συμβάν, άναψε από το θυμό, έστειλε δε πολλούς στρατιώτες για να βρουν την Αντωνίνα. Δεν ήταν όμως ανάγκη να γίνει τόση κινητοποίηση. Η ευσεβής παρθένος βρέθηκε στο σπίτι της να προσεύχεται. Όταν την πήγαν στον Φίστο, ο ειδωλολάτρης έπαρχος την επέπληξε με δριμύτητα ως ασεβή στα προστάγματα των αρχόντων και πολλούς άλλους της προκάλεσε ονειδισμούς. Η Αντωνίνα τα υπέμεινε όλα χωρίς να θορυβηθεί. Έλεγξε με δύναμη τον έπαρχο για την ποταπότητα με
την οποία θέλησε να της αφαιρέσει την τιμή και καυτηρίασε τη διαγωγή του ως ανάξια ελευθέρου και τιμίου ανδρός, την απέδωσε δε στην ειδωλολατρία, η οποία περιέθαλπτε και καλλιεργούσε στους κόλπους της κάθε ακολασία και αισχρότητα. Να λοιπόν έναντι ποίας αχρειότητος της ζητούσαν να απαρνηθεί το Χριστό, την πηγή όχι μόνο κάθε αλήθειας, αλλά και κάθε κοσμιότητας και σωφροσύνης. Και να πώς ο άρχοντας, θύμα της ελεεινής αυτής ψευδοθρησκίας, καταντούσε σε πράξεις για τις οποίες έπρεπε να ντρέπεται και ο χειρότερος εγκληματίας. Οι λόγοι αυτοί έκαναν στον έπαρχο αίσθηση πεπυρακτωμένου σιδήρου και η αυθαιρεσία του έγινε ακόμη μεγαλύτερη. Βρίζοντας και βωμολοχώντας,
...διέταξε να αποκόψουν χέρια και πόδια της Αντωνίνης και του Αλεξάνδρου. Έπειτα, ακρωτηριασμένους και ματωμένους και τους δυο τους άλειψαν με πίσσα και τους έριξαν σε λάκκο γεμάτο φωτιά και έτσι μέσα σ' αυτόν τελείωσαν το δρόμο της αθλήσεως και έλαβαν οι μακάριοι από τον Κύριο τους στεφάνους του μαρτυρίου.
Επίσης σήμερα εορταζόμενος Όσιος Κανίδης άκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέα Θεοδοσίου του Μεγάλου, καταγόταν δε από την Καππαδοκία. Οι γονείς του, Θεόδοτος και Θεοφανώ, διακρίνονταν για την ευσέβειά τους, την οποία μετέδωσαν και στο γιο τους, φροντίζοντας από την απαλή ηλικία με την κατάλληλη ανατροφή να τον βάλουν στον δρόμο του Θεού. Από την άποψη της εγκράτειας και της ολιγάρκειας, ο Όσιος Κανίδης ακόμη από τη νεότητά του είχε φτάσει σε υψηλό επίπεδο. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου, ότι οι χριστιανοί πρέπει να έχουμε νεκρά τα μέλη μας και τις επιθυμίες απέναντι στις απατηλές ηδονές του κόσμου, εύρισκε πλήρη την εφαρμογή του με τη χάρη του Θεού
ζωή του Οσίου. Αφού στις αρχές αγωνίστηκε για να γίνει σώφρων, μετά ο Θεός βράβευσε τους ιδρώτες του και η σωφροσύνη του έγινε φύση ώστε τη φύλαγε χωρίς κόπο και δυσκολία. Και έτσι εκπληρώθηκε σ' αυτόν ό,τι λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για την οδό της αρετής. Ότι δηλαδή στενή και τεθλιμμένη είναι στην αρχή, μέχρι που να κατορθώσει κανείς να μπει σ' αυτή. Αφού όμως καταβληθούν οι κόποι και με την υπομονή περάσουμε τα στενά του δρόμου αυτού, ελεύθεροι από τα σαρκικά βάρη, με το σώμα πτερωμένο με την ηθική καθαρότητα, προχωρούμε χωρίς δυσκολίες και ο δρόμος πλατείνεται.
γίνεται λείος και ομαλός. Και η ολιγάρκεια του Αγίου Κανίδου ήταν ίση και εφάμιλλη προς την άλλη του εγκράτεια. Ποτέ δεν γνώρισε το περιττό. Όχι διότι δεν είχε, αλλά διότι δεν ήθελε. Το ορεκτικότερο φαγητό και το προκλητικότερο ποτό δεν μπορούσαν να εξασκήσουν καμιά εξουσία επάνω του. Τέλειος κύριος της γεύσεως και της γαστέρας του, τις είχε ακατάπαυστα υπό χαλινό και δεν επέτρεπε σε αυτές υπέρβαση και κατάχρηση. Μια φορά μόνο στη νεότητά του είχε φάγει περισσότερο από ό,τι έπρεπε με κάποιους φίλους του. Μετά το τέλος του γεύματος πέρασαν δύο ζητιάνοι στους οποίους έδωσαν τα απομεινάρια. Μετά πέρασε και τρίτος για τον οποίον δεν βρέθηκε τίποτε.
Ο Κανίδης αναστέναξε. «Έκλεψα», είπε, «τον πτωχό αυτόν. Ό,τι έφαγα που ήταν πάνω από την ανάγκη, ανήκε σ' αυτόν». Εκείνοι που ήταν μαζί του στο τραπέζι γέλασαν. Αλλά η λεπτή και φιλάδελφη εκείνη συνείδηση του Κανίδου επέφερε τον θρίαμβό της. Όλοι τους αναγνώρισαν ότι η αγάπη του πλησίον σφαγιάζεται όπου δίδεται στον χορτασμένο πλέον στόμαχο εκείνο που ανήκει σε άλλα πεινασμένα στόματα και από την ώρα εκείνη κανόνισαν και αυτοί τις ορέξεις τους κατά τις υπαγορεύσεις της χριστιανικής φιλανθρωπίας. Καθένας μπορεί να εννοήσει ότι έτσι ο Άγιος Κανίδης είχε την ελεημοσύνη καθημερινή τροφή και τρυφή της ψυχής του.
Την ιερή αυτή εργασία δεν την εγκατέλειπε ούτε όταν αποχώρησε από τον κόσμο και έμεινε στο σπήλαιο ενός βουνού το οποίο διασκεύασε σε κάποιο είδος καλύβης και ναΐσκου. Πολλοί θαυμαστές του θείου ζήλου και της αρετής του έτρεχαν στο ερημητήριό του ζητώντας συμβουλές και προσφέροντας διάφορα δώρα. Τώρα, ο όσιος Κανίδης τα δεχόταν μόνο για να τα μοιράζει στους πτωχούς που πάμπολλοι κατέφευγαν καθημερινά σε αυτόν ως προς πατέρα γνωρίζοντας ότι αυτός ως μη κατέχων θα είχε πάντοτε να δώσει σε αυτούς αρκετά. Έτσι λοιπόν πολιτευόμενος ο μακάριος σε ηλικία 73 ετών απήλθε προς τον Κύριο.
Πνευματική, η χριστιανική ζωή, αν και κατά τις μορφές της ποικίλλει, κατά βάση όμως είναι η ίδια. Τόσο στα συναξάρια των Αγίων Μαρτύρων, όσο και των Οσίων, βασικό στοιχείο που εύκολα διακρίνει κανείς είναι η αγάπη για τον Χριστό, την οποία όμως απειλεί ένα βασικό πάθος, η φιλαυτία. Της φιλαυτίας, η οποία παίρνει δύο γενικές μορφές, της φιληδονίας, της αγάπης δηλαδή της ηδονής, και της φυγοπονίας, της αποφυγής δηλαδή του κόπου και του πόνου. Ακριβώς δε εκείνο που χαρακτηρίζει τη ζωή των Αγίων Μαρτύρων και των Οσίων, εκείνο που έκανε τους Αγίους Μάρτυρες,
ανέδειξε τους οσίους ασκητές και γενικότερα τους Αγίους της Εκκλησίας μας, ήταν αφενός η αποστροφή των σαρκικών, των κοσμικών ηδονών, αφετέρου η έλλειψη του φόβου απέναντι στον πόνο και μάλλον η επιδίωξη του κόπου ως φιλοπονία και η υπομονή του πόνου ως καρτερία και μάλιστα με ευχαριστίες. Και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, εφόσον Εκείνος τον οποίο αγάπησαν και του οποίου τη ζωή πόθησαν, αφενός δεν είχε καμία σχέση με την επιδίωξη των σαρκικών ηδονών. Αφετέρου για χάρη μας, για τη δική μας σωτηρία, πόνεσε μέχρι θανάτου και αποτελεί αιώνιο υπόδειγμα.
Γαρ εκλήθητε, ότι και Χριστός απέθανεν υπέρ ημών, ημίν υπολιμπάνων υπογραμμόν, ίνα επακολουθήσετε τοις ίχνεσιν αυτού. Ασφαλώς και εμείς, εάν θελήσουμε να προχωρήσουμε πνευματικά, δεν μπορούμε παρά να ακολουθήσουμε αυτό το πρότυπο του Κυρίου, το παράδειγμα των Αγίων της Εκκλησίας μας, να μπούμε σε αυτό το ρεύμα της αποφυγής των ηδονών και της φιλοπονίας, της απαρνήσεως της φιλαυτίας. Εί τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι. Της Αναστάσεως προηγείται η Σταύρωση.
Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι
The martyr Antonina was a devout young woman, an ornament to the town of Kardamos. She lived with self-control and purity, faith and hope, worshipping God. She devoted herself to good works and almsgiving, cared for orphans, and comforted those in misery. She drew women who did not believe into the Church. For all this, she was denounced to Prefect Festus, arrested by his order, and questioned. She confessed that she was a Christian and held firm, unmoved by promises and undaunted by threats. Seeing that he had failed, and knowing how deeply she cared about preserving her chastity, the prefect devised a wicked plan to break her spirit: he shut her in a house of prostitution. But her purity was so great, and her prayers so powerful before God, that during the night a terrible thunderclap rang out and an earthquake shook that house of ruin. The terrified women inside begged Antonina to leave, lest the wrath of God fall upon them. Antonina went out, but when Prefect Festus learned what had happened, he had her arrested again.
He had her beaten repeatedly, then sent her to another such house with strict orders to watch her constantly, so that she could not escape, and to see that she lost her chastity as quickly as possible. A young Christian named Alexander heard of this wretched command. He held Antonina in high esteem for the gifts of grace that adorned her, and the danger she faced in that shameful place inspired him to make a plan worthy of a Christian young man.
That evening, he went to the house and asked for Antonina. When she heard his voice, she received him. A little later, after darkness had fallen, someone appeared to leave Antonina’s room. Everyone assumed it was Alexander, and the person went out freely, without being stopped. But soon the house filled with shouting and commotion. Some drunken soldiers had arrived, sent there deliberately by Prefect Festus to dishonor Antonina. They demanded to enter her room, but found Alexander there alone. The person who had gone out a little earlier under his cloak had not been Alexander after all. The young Christian declared that he had used this ruse, as duty required, to save Antonina from disgrace. Thank you.
Alexander had gone to Antonina and given her his cloak so that she could escape. The soldiers were furious. They beat him, bound him, and brought him before Prefect Festus in the morning. When the prefect heard what had happened, he blazed with anger and sent many soldiers to find Antonina. But such a search was unnecessary. The devout young woman was found at home, praying. When they brought her before Festus, the pagan prefect harshly rebuked her for disobeying the rulers’ commands and heaped other insults upon her. Antonina bore it all without losing her composure. She forcefully rebuked the prefect for the vile way he had tried to rob her of her honor.
She condemned his conduct as unworthy of a free and honorable man. She attributed it to idolatry, which sheltered and encouraged every kind of immorality and shame. And for this depravity they were asking her to renounce Christ, the source of all truth, decency, and self-control. Look how this ruler, a victim of that wretched false religion, had sunk to deeds that would shame even the worst criminal. Her words struck the prefect like red-hot iron, and he became still more ruthless. Cursing and shouting obscenities,
he ordered the hands and feet of Antonina and Alexander to be cut off. Then, mutilated and bleeding, they were both smeared with pitch and thrown into a pit full of fire. There they finished the course of their struggle, and the blessed martyrs received their crowns of martyrdom from the Lord.
We also commemorate today Saint Kanides, who lived during the reign of Theodosius the Great and came from Cappadocia. His parents, Theodotus and Theophano, were known for their devotion to God. They passed that devotion on to their son, taking care from his earliest years to raise him on God’s path. Even in his youth, Saint Kanides had reached a high degree of self-control and contentment with little. By the grace of God, his life fully embodied the words of the Apostle Paul: we Christians must put to death the desires of our earthly nature rather than yield to the deceptive pleasures of the world.
At first, the Saint struggled to gain self-control. Then God rewarded his efforts, and self-control became so much a part of him that he maintained it without difficulty. In him we see what Saint John Chrysostom says about the path of virtue: at first it is narrow and hard, until one manages to enter it. But once we have labored and, through patient endurance, passed through its narrow stretches, we are freed from the weight of fleshly desires. With our bodies made light by moral purity, we move forward without difficulty, and the path grows wider.
It becomes smooth and level. Saint Kanides’s contentment with little matched his self-control in every other respect. He never sought more than he needed, not because he lacked the means, but because he did not want to. The most tempting food and drink had no power over him. He was fully master of his appetite and kept it constantly in check, never letting it run to excess. Only once, in his youth, did he eat more than he should have while dining with some friends. After the meal, two beggars passed by, and they gave them the leftovers. Then a third came, and there was nothing left for him.
Kanides sighed. “I have stolen from this poor man,” he said. “What I ate beyond what I needed belonged to him.” His companions at the table laughed. But Kanides’s sensitive conscience and love for his neighbor won them over. They all came to see that love for one’s neighbor is sacrificed whenever food that belongs in other hungry mouths is given to a stomach already full. From then on, they too governed their appetites according to the demands of Christian compassion. It is easy to see that Saint Kanides made almsgiving the daily nourishment and delight of his soul.
He did not abandon this holy work even when he withdrew from the world and settled in a mountain cave, which he made into a simple shelter and small chapel. Many who admired his godly zeal and virtue came to his hermitage for counsel and brought various gifts. Saint Kanides accepted the gifts only so he could distribute them to the poor. Great numbers came to him every day as to a father, knowing that although he kept nothing for himself, he would always have enough to give them. Living in this way, the blessed Kanides departed to the Lord at the age of seventy-three.
The Christian spiritual life takes many forms, yet at its heart it is the same. In the lives of both the holy martyrs and the venerable saints, we can readily see one essential thing: love for Christ. But this love is threatened by a deep-rooted passion, self-love. Self-love takes two broad forms: love of pleasure, and avoidance of effort and pain. What marked the lives of the holy martyrs and the venerable saints, what made the holy martyrs
and raised up the venerable ascetics and, more broadly, all the saints of our Church, was their rejection of fleshly, worldly pleasures. They did not fear pain; indeed, they willingly undertook hard work and bore suffering with patient endurance, even with thanksgiving. How could it be otherwise? The One they loved, whose life they longed to share, never sought fleshly pleasures. And for our sake, for our salvation, He suffered unto death and remains our eternal example.
“For to this you were called, because Christ also died for us, leaving us an example, that you should follow in His footsteps.” Surely, if we too wish to grow spiritually, we must follow this example of the Lord and of the saints of our Church. We must turn away from pleasure, embrace the labor of the spiritual life, and renounce self-love. “If anyone wishes to come after Me, let him deny himself, take up his cross, and follow Me.” The Crucifixion comes before the Resurrection.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
06 ΙΟΥΝΙΟΥ\10 06 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.