Οι βίοι και οι αποστολές των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου
Ο Ανδρέας φέρνει τον αδελφό του Σίμωνα στον Ιησού, που τον ονομάζει Πέτρο· η ομιλία θυμίζει την ομολογία του Πέτρου, το περπάτημα επάνω στα νερά και τη μαρτυρία του στη Μεταμόρφωση. Μετά την Ανάσταση του Χριστού, ο Πέτρος συμβάλλει στην αποκατάσταση των Δώδεκα, κηρύττει στην Πεντηκοστή, θεραπεύει αρρώστους, αναστήνει την Ταβιθά και καλωσορίζει τον Κορνήλιο στην Εκκλησία.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Ανδρέας φέρνει τον αδελφό του Σίμωνα στον Ιησού, που τον ονομάζει Πέτρο· η ομιλία θυμίζει την ομολογία του Πέτρου, το περπάτημα επάνω στα νερά και τη μαρτυρία του στη Μεταμόρφωση.
- Μετά την Ανάσταση του Χριστού, ο Πέτρος συμβάλλει στην αποκατάσταση των Δώδεκα, κηρύττει στην Πεντηκοστή, θεραπεύει αρρώστους, αναστήνει την Ταβιθά και καλωσορίζει τον Κορνήλιο στην Εκκλησία.
- Η ομιλία διηγείται τα ταξίδια του Πέτρου, τη χειροτονία επισκόπων, τη σύγκρουσή του με τον Σίμωνα τον Μάγο στη Ρώμη και το μαρτύριό του με ανάποδη σταύρωση επί Νέρωνα.
- Ο Παύλος ξεκινά ως Σαύλος, διώκτης των Χριστιανών, αλλά συναντά τον Χριστό στον δρόμο προς τη Δαμασκό, βαπτίζεται και αρχίζει να κηρύττει.
- Μαζί με τον Βαρνάβα και αργότερα τον Σιλά και τον Τιμόθεο, ο Παύλος ταξιδεύει στην Κύπρο, τη Μικρά Ασία, τη Μακεδονία και την Ελλάδα, ιδρύοντας και ενισχύοντας χριστιανικές κοινότητες.
- Μετά τη σύλληψή του στα Ιεροσόλυμα, ο Παύλος επικαλείται τον Καίσαρα, επιζεί ναυαγίου και διδάσκει στη Ρώμη· η ομιλία έπειτα διηγείται το μαρτύριό του επί Νέρωνα.
- Η ομιλία κλείνει με τον έπαινο του Ιωάννη Χρυσοστόμου για τους Πέτρο και Παύλο και με προσευχή για πιστότητα στη διδασκαλία τους.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 36 παράγραφοι
Πέτρος ήταν από γένος Εβραϊκό, από τη μικρή Βηθσαϊδά. Καταγόταν από τη φυλή του Σιμεών, ο δε πατέρας του ονομαζόταν Ιωνάς. Αδελφός του ήταν ο γνωστός Απόστολος Ανδρέας, ο οποίος ήταν κι αυτός ένας από τους δώδεκα, λεγόμενος δε πρωτόκλητος, καθώς ο πρώτος αυτός κλήθηκε από το Χριστό στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Από αυτούς λοιπόν τους δύο αδελφούς, ο μεν Πέτρος έλαβε γυναίκα τη θυγατέρα του Αριστοβούλου, ο οποίος ήταν αδελφός του Αποστόλου Βαρνάβα, και γέννησε ένα γιο και μια θυγατέρα. Ο δε Ανδρέας αγάπησε την παρθενία. Επειδή ο τίμιος Πρόδρομος Ιωάννης κήρυττε τις μέρες εκείνες τη μετάνοια, προσήλθε σε αυτόν και έγινε μαθητής του.
Ο δε Πρόδρομος βάπτισε τον Χριστό και είπε γι' αυτόν ότι ήταν μεγαλύτερος από τον εαυτό του. Άκουσε αυτά ο Ανδρέας και, αφού άφησε τον Ιωάννη, πήγε και έγινε μαθητής του Χριστού. Μετά μερικές μέρες βρήκε τον αδελφό του Πέτρο και του είπε: «Βρήκαμε τον Μεσσία, εκείνον τον Χριστό, τον οποίο προκατήγγειλαν οι προφήτες». Αφού ο Απόστολος Ανδρέας είπε αυτά στον αδελφό του, τον πήρε και τον οδήγησε στο Χριστό. Ο Κύριος δε βλέποντας τον Πέτρο είπε: «Συ είσαι ο Σίμων ο υιός του Ιωνά, συ θα ονομαστείς Κηφάς, το οποίο ερμηνεύεται Πέτρος». Από τότε λοιπόν ο Απόστολος αυτός έμεινε μαζί με τον Χριστό, αφού με προθυμία άφησε το σπίτι του και τις συγχύσεις του κόσμου.
Σε αυτό ο Κύριος προσέθεσε: «Συ είσαι Πέτρος και σ' αυτή την πέτρα τη δική σου, δηλαδή την ομολογία σου, θα στερεώσω την εκκλησία μου και οι πύλες του άδου, δηλαδή τα στόματα των αιρετικών, δεν θα μπορέσουν να την κατακρημνίσουν και θα σου δώσω τα κλειδιά της Βασιλείας των Ουρανών και ό,τι λύσεις στη γη θα είναι λυμένο και στους ουρανούς». Αυτός ο Απόστολος περπάτησε πάνω στη θάλασσα, καθώς διηγείται ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Αυτός αξιώθηκε και είδε και το φως της Θείας Μεταμορφώσεως και άκουσε την πατρική φωνή. Και άλλα πολλά διηγείται το Ιερό Ευαγγέλιο για αυτόν, τα οποία για λόγους συντομίας αφήνουμε.
Μετά την Ανάσταση του Χριστού, με προτροπή δική Του έγινε η εκλογή του Ματθία και αναπληρώθηκε ο αριθμός των δώδεκα Αποστόλων. Από το λόγο του κατά την Πεντηκοστή πίστευσαν τρεις χιλιάδες άνδρες, καθώς το γράφει ο θείος Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων. Αυτός γιάτρεψε τον εκ γενετής χωλό, ο οποίος κειτόταν στη θύρα του ιερού τη λεγομένη Ωραία. Αυτός και τον Ανανία και τη γυναίκα του Σαπφείρα παρέδωσε σε παράδοξο θάνατο,
που κράτησαν κρυφά χρήματα από εκείνα τα οποία αφιέρωσαν στον Θεό. Αυτός ο Απόστολος Πέτρος πρώτος κήρυξε και το Πνεύμα το Άγιο Θεό αληθινό και καρδιογνώστη, αλλά και πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν κάτω από τη σκιά του σώματός του. Αυτός και στην πόλη Λύδδα θεράπευσε κάποιον χωλό άνθρωπο, Αινέα λεγόμενο. Αυτός ανάστησε και τη φιλόπτωχο Ταβιθά, η οποία πέθανε στην πόλη Ιόππη. Αυτός και στην Καισάρεια του Στράτωνος βάπτισε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο, που ήταν πριν ειδωλολάτρης. Αυτός άνοιξε και στα έθνη τη θύρα της πίστεως με το να διδάξει ότι δεν αποστρέφεται ο Θεός ούτε Εβραίο ούτε Εθνικό ο οποίος θέλει να μετανοήσει. Αυτός και από τον βασιλέα Ηρώδη, τον επικαλούμενο Αγρίππα, δέθηκε με αλυσίδες, ρίχτηκε στη φυλακή και έμελλε να θανατωθεί, αλλά άγγελος Κυρίου τη νύχτα τον έβγαλε από εκεί και έτσι τον γλίτωσε. Μετά από αυτά, επειδή ο Σίμων ο Μάγος πλανούσε με τις μαγείες του τους ανθρώπους να μην πιστεύουν στον Χριστό ότι είναι Θεός αληθινός, περιήλθε ο Απόστολος αυτός όλες τις πόλεις της λεγομένης Κοίλης Συρίας
διδάσκοντας τον Χριστό Θεό αληθινό. Όταν ο Απόστολος πήγε στην Αντιόχεια της Συρίας και δίδασκε το λαό, πήγε και ο Σίμων ο Μάγος εκεί για να πλανήσει εκείνους που είχαν πιστεύσει. Οι χριστιανοί που είχαν πιστεύσει στο κήρυγμα του Αποστόλου κινήθηκαν εναντίον του για τις πολλές του μαγείες. Φοβήθηκε ο Σίμων το λαό, επειδή δε και ο αυτοκράτορας της Ρώμης Κλαύδιος είχε στείλει στρατιώτες και ζητούσε να τον συλλάβει, έφυγε και πήγε στις πόλεις της Ιουδαίας, όπου πλανώντας δίδασκε και έλεγε τον εαυτό του Θεό. Ο δε Απόστολος Πέτρος έμεινε αρκετό καιρό στην Αντιόχεια, έκανε πολλά θαύματα εις δόξα του Κυρίου Ιησού, χειροτόνησε δε και δύο επισκόπους, τον Μαρκιανό και τον Παγκράτιο, και τους έστειλε στο νησί της Σικελίας. Τον μεν Μαρκιανό στην πόλη Συρακούσες,
τον δε Παγκράτιο στο Ταυρομένιο. Από την Αντιόχεια πήγε στα Τύανα που είναι στα σύνορα της Καππαδοκίας και από εκεί πήγε στην Άγκυρα της Γαλατίας. Εκεί ανέστησε νεκρό με την προσευχή του, βάπτισε πολλούς, έκτισε εκκλησία και, αφού χειροτόνησε επίσκοπο, πήγε στην πόλη Σινώπη της Μαύρης Θάλασσας. Στην πόλη αυτή λέγεται ότι πήγε και ο Άγιος Ανδρέας, ο Απόστολος, για να δει τον αδερφό του. Μέχρι σήμερα δε δείχνουν δύο θρόνους μαρμάρινους, τους οποίους έχουν σε μεγάλη τιμή, στους οποίους λένε ότι κάθισαν οι θείοι Απόστολοι Πέτρος και Ανδρέας και δίδασκαν το λαό. Από τη Σινώπη ο Απόστολος Πέτρος πήγε στην Αμάσεια, έπειτα στη Γάγγρα και από εκεί στην Κλαυδιούπολη την ονομαζομένη της Ονωριάδος.
Από εκεί πήγε στη Νικομήδεια και μετά στη Νίκαια. Επειδή πλησίαζε η εορτή του Πάσχα, θέλησε ο Απόστολος κατά την εορτή αυτή να βρεθεί στα Ιεροσόλυμα. Έτσι αναχώρησε από τη Νίκαια και περνώντας τις πόλεις της Καππαδοκίας και της Συρίας πάλι επέστρεψε στην Αντιόχεια. Από εκεί πήγε στα Ιεροσόλυμα, όπου συναντήθηκε με τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος είχε τρίτο χρόνο αφού του ήλθε στη Θεογνωσία. Αυτό το μαρτυρεί ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος γράφει στην προς Γαλάτας επιστολή του: «Έπειτα, μετά έτη τρία, ανήλθον εις Ιεροσόλυμα ιστορήσαι Πέτρον και επέμεινα προς αυτόν ημέρας δέκα πέντε». Εκεί λοιπόν στα Ιεροσόλυμα οι δύο αυτοί Απόστολοι και οι υπόλοιποι συνήρθαν σε σύνοδο και σύνταξαν τους
ευρισκομένους ογδόντα πέντε κανόνες τους, καθώς και τις εκκλησιαστικές διατάξεις, και μετά πάλι αποχωρίστηκαν. Και ο μεν Παύλος πήγε πάλι προς τα έθνη, διδάσκοντάς τα και οδηγώντας τα στη Θεογνωσία. Ο δε Απόστολος Πέτρος πήγε και πάλι στην Αντιόχεια, αφού δε χειροτόνησε επίσκοπο τον Απόστολο Εύοδο, έναν από τους Εβδομήκοντα, πήγε στα Σύναδα, στα σύνορα της Φρυγίας. Στη συνέχεια πήγε στη Νικομήδεια, όπου χειροτόνησε επίσκοπο τον Πρόχορο, μετά δε στην Ηλιούπολη του Ελλησπόντου, όπου χειροτόνησε επίσκοπο τον εκατόνταρχο Κορνήλιο και πάλι επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα. Τότε εμφανίστηκε στον θείο Απόστολο σε όραμα ο Κύριος και του είπε: «Σήκω, Πέτρε, και πήγαινε στις πόλεις της Δύσεως
που έχουν ανάγκη διδασκαλίας και εγώ θα είμαι μαζί σου». Κατά τις ημέρες δε εκείνες κατά τις οποίες ήταν ο Απόστολος στην Ιερουσαλήμ, έστειλε ο αυτοκράτορας της Ρώμης Κλαύδιος στρατιώτες να συλλάβουν τον Σίμωνα το μάγο και να τον οδηγήσουν στη Ρώμη για να τον θανατώσει για τις μαγείες του. Όταν όμως τον πήγαν σ' αυτόν, αντί να τον θανατώσει, τον τίμησε και τον δόξασε τόσο, που του έκανε κι άγαλμα, στο οποίο έγραψε «Σίμωνι Ντέο Σάνκτο», δηλαδή «Αυτό το είδωλο είναι του Σίμωνος του Αγίου». Τόσο πλάνησε ο μιαρός τον βασιλέα και τους Ρωμαίους με τις μαγείες και τις τερατουργίες του, ώστε όλοι τον προσκυνούσαν ως Θεό. Μετά το όραμα που προαναφέρθηκε, ο Απόστολος Πέτρος ετοιμάστηκε αμέσως και ξεκίνησε για τη Δύση.
Από την Αντιόχεια πήγε στην Ταρσό, την πατρίδα του Αποστόλου Παύλου, όπου χειροτόνησε επίσκοπο τον Ορκανό. Μετά πήγε στην Έφεσο, όπου χειροτόνησε επίσκοπο τον Φίγκελο και μετά στη Σμύρνη, όπου χειροτόνησε επίσκοπο τον Απελλή, τον αδελφό του Αγίου Πολυκάρπου. Κατόπιν πήγε στη Μακεδονία και στους μεν Φιλίππους χειροτόνησε επίσκοπο τον Ολυμπά, στη δε Θεσσαλονίκη τον Ιάσωνα. Μετά κατέβηκε στην Κόρινθο και χειροτόνησε επίσκοπο τον Σύλλα, στις δε Πάτρες χειροτόνησε τον Ηρωδίωνα. Κατόπιν μπήκε σε πλοίο και δια θαλάσσης έπλευσε στη Σικελία. Εκεί τον δέχθηκε με μεγάλη τιμή ο αρχιερέας του Ταυρομενίου Παγκράτιος, βάπτισε δε εκεί τον άρχοντα Μάξιμο, τον οποίον και χειροτόνησε επίσκοπο και απέπλευσε για τη Ρώμη.
Μάζευε κάθε μέρα τον λαό και τον δίδασκε να πιστεύουν στον Άγιο Τριαδικό Θεό. Έτσι έφερε πολλούς στην πίστη του Χριστού και με το Άγιο Βάπτισμα τους ελευθέρωσε από την πλάνη των ειδώλων. Βλέποντας αυτά ο Σίμων ο Μάγος άρχισε να εναντιώνεται φανερά στη διδαχή του Αποστόλου. Μαζεύοντας τον μωρό λαό, με τη συνέργεια του διαβόλου, τους επεδείκνυε πολλά κατά φαντασία θαύματα. Ο δε Απόστολος του Χριστού, οπλισμένος με τη δύναμη του αληθινού Θεού, όλες αυτές τις τέχνες του πλάνου τις απεδείκνυε ψευδείς και φαντασιώδεις. Τέλος, βλέποντας ο Σίμων ότι ενώπιον του Αποστόλου δεν ίσχυαν οι τέχνες του, επινόησε να παρακινήσει το πλήθος των Ρωμαίων να φονεύσουν τον Πέτρο
για να μπορεί εκείνος ανενόχλητος να πλανά τους ανθρώπους. Μια μέρα λοιπόν έβαλε στεφάνι από δάφνη στην κεφαλή του και έτσι ανέβηκε σε έναν ψηλό ειδωλολατρικό ναό και από εκεί είπε στο λαό: «Επειδή τόσο παραφρονήσατε και δεν πιστέψατε εμένα τον αληθινό Θεό αλλά πιστέψατε έναν άνθρωπο ψεύστη, τον Πέτρο, γι' αυτό θα προστάξω τους αγγέλους μου να με πάρουν, να με μεταφέρουν στον επουράνιο πατέρα μου, και από κει θα σας τιμωρήσω ως ασεβείς, επειδή δεν ακούσατε τους λόγους μου». Αφού είπε αυτά, χτύπησε τις παλάμες και άρχισε να πετά, διότι οι δαίμονες τον κρατούσαν αόρατα και φαινόταν σαν να ανέβαινε στον ουρανό. Ο λαός εντυπωσιασμένος φώναξε: «Μέγας Θεός ο Σίμων». Ο δε Απόστολος Πέτρος, βλέποντας την πλάνη,
ευχήθηκε και είπε: «Ιησού Χριστέ ο Θεός μου, μην αφήσεις αυτόν τον άθλιο να πράξει αυτό που θέλει για να μην πλανηθεί ο λαός αυτός». Μετά στράφηκε προς τον Σίμωνα και είπε: «Σας λέγω, τους υπηρέτες του σατανά, στο όνομα του Ιησού Χριστού, τον οποίο εγώ κηρύττω, μην τον βαστάζετε πλέον, αλλά αφήστε τον μόνο στον τόπο που στέκεται». Καθώς είπε αυτά ο Απόστολος, αμέσως άφησαν οι δαίμονες τον Σίμωνα και έφυγαν. Τότε έπεσε ο ταλαίπωρος από το ύψος εκείνο, συντρίφθηκαν τα οστά του και την επόμενη μέρα παρέδωσε τη μιαρή του ψυχή στον διάβολο με πολλούς και μεγάλους πόνους. Μετά από αυτά άλλαξε ο λαός και φώναξε: «Μέγας ο Θεός, ο υπό του Πέτρου κηρυττόμενος». Ο δε Απόστολος άρχισε να τους διδάσκει το λόγο της αλήθειας, έκανε δε και πολλά θαύματα.
Στη Ρώμη έμεινε ο Πέτρος αρκετό καιρό. Αφού χειροτόνησε επίσκοπο Ρώμης τον Λίνο, πήγε στην Ταρακινή και από εκεί στο Σύρμιο της Ισπανίας, όπου χειροτόνησε επίσκοπο έναν από τους Αποστόλους, τον Επαίνετο, και δια θαλάσσης πήγε στην Καρχηδόνα της Βορείου Αφρικής. Χειροτόνησε εκεί επίσκοπο τον Κρίσκεντα και κατόπιν πήγε στις πόλεις της Αιγύπτου και στην Αλεξάνδρεια χειροτόνησε επίσκοπο τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Μάρκο. Μετά από αυτά πήγε ο Απόστολος κατά αποκάλυψη Θεού και πάλι στα Ιεροσόλυμα για την κοίμηση της Θεοτόκου και μετά επέστρεψε στην Αίγυπτο. Πέρασε τις πόλεις της Αφρικής και από εκεί απέπλευσε για δεύτερη φορά στη Ρώμη για να επιστηρίξει τους χριστιανούς να μένουν στην πίστη του Χριστού. Ύστερα από αρκετές μέρες πήγε στα Μεδιόλανα, το
σημερινό Μιλάνο, όπου πολλούς οδήγησε στη Θεογνωσία και από εκεί πήγε στην Αγγλία. Έμεινε εκεί αρκετά χρόνια, εργάστηκε ιεραποστολικά και από εκεί πήγε για τρίτη φορά στη Ρώμη για να υποστεί μαρτυρικό σταυρικό θάνατο, καθώς του είπε ο άγγελος που του παρουσιάστηκε. Τότε στη Ρώμη βασίλευε ο Νέρων, ο επίσκοπος Λίνος είχε τελευτήσει και ο Απόστολος Πέτρος χειροτόνησε αντί για αυτόν τον Άγιο Κλήμεντα. Καθώς ο Απόστολος Πέτρος δίδασκε στη Ρώμη και πολλοί προσέρχονταν στην πίστη του Χριστού, πίστεψαν και δυο από τις γυναίκες του Νέρωνα. Επειδή δε αυτές θέλησαν να παρθενεύσουν, ο Νέρων θυμώθηκε και πρόσταξε να φονευτεί ο Απόστολος και οι μαθητές του. Οι στρατιώτες συνέλαβαν τον Απόστολο Πέτρο,
τον Κλήμεντα και πολλούς άλλους Χριστιανούς. Και τους μεν άλλους αποκεφάλισαν, τον Κλήμεντα απέλυσαν ως συγγενή του βασιλέα, τον δε Απόστολο Πέτρο τον σταύρωσαν ανάποδα, με την κεφαλή προς τα κάτω, επειδή έτσι το ζήτησε ο ίδιος. Έτσι σταυρωμένος έμεινε μια μέρα. Την επομένη δε παρέδωσε στα χέρια του Θεού την αγία και ολόφωτη ψυχή του. Ο μαθητής του και επίσκοπος Ρώμης Κλήμης ενταφίασε μεγαλόπρεπα το άγιο του λείψανο στον τόπο που ονομάζεται Βατικανό. Τελειώθηκε δε ο Απόστολος αυτός 34 χρόνους μετά το κοσμοσωτήριο Πάθος του Χριστού. Κατά προσταγή του Αποστόλου αυτού γράφτηκε το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, δέκα χρόνια μετά την ανάληψη του Κυρίου, ο ίδιος δε έγραψε δύο καθολικές επιστολές.
Ο μέγας του Κυρίου Απόστολος Παύλος ήταν από γένος Εβραϊκό, από τη φυλή του Βενιαμίν, Φαρισαίος από αρχοντική οικογένεια. Πατρίδα του είχε την Ταρσό της Κιλικίας. Υπήρξε μαθητής του μεγάλου διδασκάλου των Ιουδαίων Γαμαλιήλ και έγινε τέλειος γνώστης του νόμου του Μωυσέως. Ονομαζόταν πρώτα Σαούλ ή Σαύλος και, ζηλωτής του Μωσαϊκού νόμου, καταδίωκε σκληρά τους χριστιανούς. Συνήργησε στο φόνο του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου. Στις Πράξεις των Αποστόλων αναφέρεται ότι εκείνοι που λιθοβολούσαν τον Στέφανο άφησαν τα ενδύματά τους και τα φύλαγε ο Παύλος. Επειδή δε αυτά από άγνοια τα έκανε, γι' αυτό δεν τον άφησε ο Θεός να πολεμά μέχρι το τέλος, αλλά ευδόκησε να τον επιστρέψει προς Θεογνωσία.
Ο Απόστολος αυτός, βλέποντας ότι πληθυνόταν το κήρυγμα του Ευαγγελίου, όχι μόνο στην Ιερουσαλήμ αλλά και στη Δαμασκό και στις γύρω πόλεις, ζήτησε από τους αρχιερείς και διδασκάλους των Ιουδαίων επιστολή προς τους εν Δαμασκώ Ιουδαίους για να οδηγούσε στα Ιεροσόλυμα δεμένους όσους έβρισκε εκεί χριστιανούς, άντρες και γυναίκες. Πηγαίνοντας λοιπόν προς τη Δαμασκό, φως Κυρίου τον περιέλαμψε και τους μεν αισθητούς οφθαλμούς του σώματος τύφλωσε, τους δε νοητούς της ψυχής άνοιξε. Ακούστηκε δε φωνή που έλεγε: «Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις;» Αποκρίθηκε ο Σαύλος: «Ποιος είσαι εσύ, Κύριε, ο οποίος με καλείς;» Ο Κύριος του είπε: «Εγώ είμαι ο Ιησούς, τον οποίον εσύ διώκεις». Κακό δικό σου είναι το να χτυπάς με τα πόδια σου τα αγκάθια.
Αποκρίθηκε ο Σαύλος τρέμοντας: «Κύριε, τι με προστάζεις να κάνω;» Ο δε Κύριος: «Πήγαινε», του είπε, «στη Δαμασκό και εκεί θα σου αποκαλυφθεί τι να κάνεις». Μετά από αυτά οδηγήθηκε χειραγωγούμενος ως τυφλός στη Δαμασκό. Εκεί δε βαπτίστηκε από τον Απόστολο Ανανία και αμέσως ανοίχθηκαν οι οφθαλμοί του.
Ο Απόστολος άρχισε να κηρύττει το Χριστό Θεό αληθινό. Οι δε Ιουδαίοι που ήταν στη Δαμασκό, βλέποντας την ξαφνική μεταστροφή του, θέλησαν να τον φονεύσουν. Αλλά οι χριστιανοί, νύχτα, κρυφά τον κατέβασαν από τα τείχη της πόλεως με σχοινί μέσα σε καλάθι. Και ο Παύλος, αφού έτσι γλίτωσε από το θάνατο, επανήλθε στα Ιεροσόλυμα. Αλλά και εκεί κινδύνευσε και έτσι πήγε στην Καισάρεια και μετά στην Ταρσό, την πατρίδα του. Εκεί τον βρήκε ο Απόστολος Βαρνάβας, τον πήρε μαζί του και τον οδήγησε στην Αντιόχεια. Εκεί έκαναν ένα χρόνο διδάσκοντας το λαό και βαπτίζοντας. Από την Αντιόχεια οι δύο αυτοί Απόστολοι στάλθηκαν προς τους πτωχούς Χριστιανούς της Ιουδαίας με αρκετά χρήματα των Αντιοχέων για να τα μοιράσουν ως ελεημοσύνη, διότι τότε είχε γίνει μεγάλη πείνα. Από την Ιερουσαλήμ οι Απόστολοι πήγαν στη Σελεύκεια και από εκεί στη Σαλαμίνα της Κύπρου και μετά στην Πάφο, όπου ο ψευδοπροφήτης Βαριησούς πλανούσε το λαό της Κύπρου, εναντιωνόταν στο έργο των Αποστόλων, γι' αυτό και τυφλώθηκε, κατά το λόγο των Αποστόλων. Καθώς δε έγινε αυτό, πολλοί από τους Κυπρίους πίστευσαν στο Χριστό,
και ο άρχοντας της πόλεως Σέργιος. Από την Κύπρο πήγαν στην Πέργη της Παμφυλίας και από εκεί στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στην οποία ο Απόστολος Παύλος πολλούς οδήγησε στην πίστη του Χριστού. Οι Ιουδαίοι όμως τους φθόνησαν και τους έβγαλαν έξω από την πόλη. Οι δε Απόστολοι, αφού τίναξαν τη σκόνη από τα πόδια τους κατά την παραγγελία του Κυρίου, πήγαν στο Ικόνιο. Εκεί βάπτισαν πολλούς Ιουδαίους και ειδωλολάτρες, μεταξύ των οποίων και την πρωτομάρτυρα Θέκλα. Διώχτηκαν όμως κι από κει και κατέφυγαν στις πόλεις της Λυκαονίας, Λύστρα και Δέρβη. Εκεί θεράπευσε ο Παύλος κάποιον χωλό από τη γέννησή του, γι' αυτό και από τους ειδωλολάτρες θεωρήθηκαν θεοί. Αφού κήρυξαν το Ευαγγέλιο στην πόλη εκείνη, επέστρεψαν πάλι στο Ικόνιο και μέσω της Αττάλειας
στην Αντιόχεια και, αφού μάζεψαν τους χριστιανούς, διηγήθηκαν όσα έκαμε ο Θεός μέσω αυτών. Μετά πήγαν πάλι στην Ιερουσαλήμ και από εκεί επέστρεψαν πάλι στην Αντιόχεια φέρνοντας την Επιστολή των Αποστόλων, με την οποία έλεγαν στους χριστιανούς να μην περιτέμνονται, να μην τρώγουν πνικτό και ειδωλόθυτο, να απέχουν δε και από την πορνεία. Αργότερα αποχωρίστηκαν και ο μεν Βαρνάβας, αφού πήρε μαζί του τον Απόστολο Μάρκο, πήγε στην Κύπρο, ο δε Απόστολος Παύλος, αφού πήρε μαζί του το Σύλλα, πήγε στα μέρη της Συρίας, της Κιλικίας, στηρίζοντας τους πιστούς. Όταν επανήλθε ο Παύλος στη Δέρβη και τη Λύστρα, πήρε μαζί του τον Απόστολο Τιμόθεο και μαζί πέρασαν τη Φρυγία και τη Γαλατική χώρα και, αφού εμποδίστηκαν από το Άγιο Πνεύμα να
κηρύξουν στη Μικρά Ασία, πήγαν στην Τρωάδα και ο Παύλος είδε σε όραμα άνδρα Μακεδόνα, ο οποίος τον παρακαλούσε και του έλεγε: «Διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν». Καθώς είδε το όραμα αυτό κατάλαβε ότι ήταν θέλημα Θεού να μεταβούν στη Μακεδονία για να κηρύξουν εκεί το Λόγο του Θεού. Έτσι πέρασαν στη Νεάπολη, τη σημερινή Καβάλα, και από εκεί πήγαν στους Φιλίππους της Μακεδονίας, όπου, επειδή θεράπευσαν θαυματουργικά κάποια γυναίκα που είχε πνεύμα πύθωνος, βάλθηκαν στη φυλακή από τους κυρίους της. Αφού οδήγησαν στην πίστη του Χριστού τον δεσμοφύλακα και βάπτισαν όλους του σπιτιού του, βγήκαν από την πόλη και, αφού πέρασαν από την Αμφίπολη και την Απολλωνία, πήγαν στη Θεσσαλονίκη όπου ήταν συναγωγή των Ιουδαίων.
Έγιναν μαθητές τους πολλοί και, καθώς διώχθηκαν από Εβραίους που δεν πίστευσαν, πήγαν στη Βέροια. Και ο μεν Τιμόθεος και ο Σύλλας απέμειναν εκεί, ο δε Παύλος δια θαλάσσης πήγε στην πόλη των Αθηνών, όπου καθώς είδε βωμό επιγραφόμενο «τω αγνώστω Θεώ», δίδαξε στον Άρειο Πάγο ότι ο άγνωστος μέχρι τότε για αυτούς Θεός ήταν ο αληθινός Θεός, ο Κύριος Ιησούς. Με τη διδασκαλία του εκείνη ο Παύλος οδήγησε πολλούς στην πίστη του Χριστού, μεταξύ των οποίων και τον Αρεοπαγίτη Διονύσιο και την αρχόντισσα Δάμαρη. Κατόπιν πήγε στην Κόρινθο. Εκεί βρήκε τον Ακύλα και τη σύζυγό του Πρίσκιλλα, τους ομοτέχνους, και έμεινε ένα χρόνο και πέντε μήνες. Εργαζόταν δε ο Απόστολος την τέχνη του σκηνοποιού.
σκηνές και αφού φώτισε πολλούς με το λόγο του κηρύγματός του, παρέλαβε τον Τιμόθεο, τον Ακίλα και την Πρίσκυλα και πήγε στην Έφεσο. Από εκεί πήγε με τον Τιμόθεο στην Καισάρεια και επανήλθε στην Αντιόχεια. Αφού παρέμεινε εκεί κάποιο χρόνο, δια της Γαλατίας και της Φρυγίας επανήλθε στην Έφεσο, όπου έμεινε δύο χρόνους και χειροτόνησε επίσκοπο Εφέσου τον Τιμόθεο. Περιόδευσε και πάλι τη Μακεδονία και την υπόλοιπη Ελλάδα και πήγε στην Τροάδα. Εκεί ανάστησε τον Εύτυχο, ο οποίος καθώς νύσταξε είχε πέσει από το ανώγιο και απέθανε. Έπειτα απήλθε στην Άσο, στη Μυτιλήνη και έφτασε στη Μίλητο. Από εκεί έστειλε ανθρώπους στην Έφεσο και κάλεσε τους πρεσβυτέρους και επισκόπους της Εκκλησίας.
Τους δίδαξε να προσέχουν τον εαυτό τους και το ποίμνιο από τους αιρετικούς και αφού προείπε ότι έμελλε να γίνει δέσμιος στα Ιεροσόλυμα, προσευχήθηκε και άφησε τον εαυτό του στο Θεό. Έτσι μπήκε σε πλοίο, πήγε στα Πάταρα και μετά στην Τύρο.
Εκεί επτά μέρες και πάλι δια θαλάσσης πήγε στην Πτολεμαΐδα και από εκεί στην Καισάρεια όπου αναπαύθηκε στο σπίτι του Αποστόλου Φιλίππου, ενός από τους επτά διακόνους, και μετά πήγε στην Ιερουσαλήμ. Εκεί κινδύνευσε να θανατωθεί από τους Ιουδαίους, διότι νόμισαν ότι έβαλε εθνικούς στο ιερό, αλλά ο χιλίαρχος Λυσίας επενέβη, τον φύλαξε και με συνοδεία στρατιωτών τον έστειλε στο Φήστο, τον άρχοντα της Καισάρειας. Καθώς ο Απόστολος είδε τον κίνδυνο που διέτρεχε από τους Ιουδαίους, ότι διαφορετικά δεν μπορούσε να ελευθερωθεί από τα χέρια τους, φώναξε εν μέσω του συνεδρίου «Καίσαρα επικαλούμαι», δηλαδή επιθυμώ να πάω και να κριθώ στη Ρώμη ενώπιον του Καίσαρος. Μετά από αυτό παραδόθηκε στον εκατόνταρχο Ιούλιο μαζί με άλλους δεσμίους για να οδηγηθεί μέσω θαλάσσης στη Ρώμη. Από την Καισάρεια, λοιπόν, πέρασαν στη Σιδώνα, από εκεί στην Κύπρο, στα Μύρα της Λυκίας, όπου άλλαξαν πλοίο. Καθώς δε παρέπλεαν το νησί της Κρήτης, έφτασαν στον τόπο που ονομαζόταν Καλοί Λιμένες. Βγήκαν από εκεί με μεγάλη τρικυμία και πήγαν σε κάποιο νησί που ονομαζόταν Κλαύδη. Καθώς βρέθηκαν σε μεγάλη τρικυμία, έριξαν με τα ίδια τους τα χέρια στη θάλασσα το φορτίο του πλοίου. Κινδύνευσαν επί 14 μέρες και τελικά το μεν πλοίο συντρίφθηκε,
οι δε άνθρωποι μόλις μπόρεσαν να σώσουν τη ζωή τους, το νησί δε στο οποίο βγήκαν έμαθαν ότι ονομαζόταν Μελίτη. Εκεί καθώς μάζεψε ο Άγιος Απόστολος φρύγανα για να ανάψει φωτιά και να θερμαθούν από το ψύχος, βγήκε μια οχιά και τον δάγκασε στο χέρι. Όλοι νόμισαν ότι πρόκειτο να αποθάνει, αυτός όμως αφού τίναξε το φίδι στη φωτιά έμεινε αβλαβής. Όταν είδαν αυτό οι άνθρωποι του τόπου εκείνου έλεγαν ότι ήταν Θεός. Εκεί λοιπόν πολλά θαύματα αφού έκανε ο Απόστολος και θεράπευσε από δυσεντερία τον πατέρα του Ποπλίου, του άρχοντα του νησιού, ανέβηκε σε άλλο πλοίο με τους άλλους που σώθηκαν από τη θάλασσα, πήγε στις Συρακούσες της Σικελίας, από εκεί στο Ρήγιο της Ιταλίας, μετά στους Ποτιόλους και έτσι έφτασαν στη Ρώμη.
Ο εκατόνταρχος Ιούλιος, τους μεν άλλους δεσμώτες παρέδωσε στον στρατοπεδάρχη, ο δε Παύλος φυλαγόταν από ένα στρατιώτη δύο χρόνους, διότι κανείς από τους Ιουδαίους δεν τον ακολούθησε για να τον εγκαλέσει στον Καίσαρα. Πέρασε δε τους δύο εκείνους χρόνους ο Απόστολος με την άδεια να συνάζει τους Ρωμαίους και να τους διδάσκει την αληθινή πίστη του Χριστού. Μέχρι εδώ μας διηγείται ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Ο δε Ευσέβιος του Παμφύλου γράφει στην εκκλησιαστική του ιστορία ότι ο Απόστολος Παύλος παρουσιάστηκε τελικά στον Καίσαρα Νέρωνα και αφού απολογήθηκε, απολύθηκε ως αναίτιος και παρέμεινε στη Ρώμη διδάσκοντας δέκα χρόνια. Κατά το διάστημα αυτό δίδαξε και βάπτισε στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία.
Νέρων, ο οποίος είχε φονεύσει και την ίδια του τη μητέρα Αγριππίνα, τη θεία του, τη σύζυγό του Οκταβία και πολλούς άλλους συγγενείς του, τέλος έκανε και διωγμό κατά των χριστιανών και τότε συνέβη να αποκεφαλιστεί και ο μακάριος Απόστολος Παύλος ένα έτος μετά τη σταύρωση του Αποστόλου Πέτρου. Μερικοί χριστιανοί πήραν κρυφά το τίμιο λείψανο του Αποστόλου και το έθαψαν κοντά στην οδό η οποία ονομαζόταν Οστία. Έγραψε δε ο μεγάλος αυτός Απόστολος τουλάχιστον 14 επιστολές, τις οποίες απέστειλε στις πόλεις από τις οποίες είχε περάσει και διδάξει, περικοπές από τις οποίες διαβάζονται στην Θεία Λειτουργία και σε άλλες ακολουθίες.
Ευχαριστώ.
Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σε εγκωμιαστικό του λόγο στους σήμερα εορταζομένους πρωτοκορυφαίους Αποστόλους, μεταξύ των άλλων αναφωνεί: «Ω μακαρία δυάς, εμπιστευθείσα όλου του κόσμου τας ψυχάς. Πέτρος, η αρχή της Ορθοδοξίας, ο μέγας της Εκκλησίας ιεροφάντης, ο αναγκαίος σύμβουλος των Χριστιανών, το κειμήλιον των άνω δυνάμεων, ο τετιμημένος υπό του Δεσπότου Απόστολος. Παύλος, ο μέγας της αληθείας κήρυξ, το καύχημα της οικουμένης, ο ουράνιος άνθρωπος και επίγειος άγγελος, η δόξα της Εκκλησίας, ο εν υψηλοίς πετώμενος αετός, η λύρα του Πνεύματος, η χελιδών και τέττιξ, το όργανο των δεσποτικών, κήρυξ του Χριστού, υπηρέτης. Παύλος και Πέτρος, οι την Εκκλησία κάθε μέρα φαιδρύνοντες, τα ταμεία τα δεσποτικά, τα πανδοχεία της οικουμένης, τα δοχεία του Πνεύματος, της Αγίας Τριάδος τα ερμηνευτήρια, της οικονομίας του Θείου Λόγου. Η υψιπετής Πέτρος, ο αιμός πνευματικός έρως Παύλος. Παύλος, το σκεύος της εκλογής, η εμίβα κτηρία, Πέτρος, ο ναός του Θεού. Παύλος, το στόμα του Χριστού, η λύρα του Πνεύματος, ο τρίπηχης άνθρωπος και των ουρανών απτόμενος. Χαίροις Πέτρε, της πίστεως η πέτρα, χαίροις Παύλε, της Εκκλησίας το καύχημα, χαίροις Πέτρε, η κρηπίς της Ορθοδοξίας, χαίροις Παύλε, η μέριμνα των Εκκλησιών.
Χαίροις Πέτρε, το εγκαλλώπισμα της οικουμένης, χαίροις Παύλε, η είσοδος του παραδείσου, χαίροις Πέτρε, ο χειραγωγός της βασιλείας των Ουρανών, χαίροις Παύλε, εύδιος λιμήν των χειμαζομένων». Και καταλήγει ο χρυσορρήμων Άγιος προτρέποντάς μας:
Άπασαν ουν σπουδήν επιδείξασθαι οφείλομεν, αγαπητοί, δεόμενοι του Πανβασιλέως Χριστού του Θεού ημών, ίνα ημάς αξιώσει τη αυτού φιλανθρωπία, ταις αυτών παραδόσεσι και διδασκαλίαις εμμένειν, ίνα λάβωμεν έλεος έμπροσθεν του βήματος αυτού, δι' ου και μεθ' ου, τω Θεώ και Πατρί η δόξα συν τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ Πνεύματι.
Νίκαια Ι. Εις τους αιώνας των αιώνων.»
Αγγλική μετάφρασηEN · 36 παράγραφοι
Peter was a Jew from the small town of Bethsaida. He belonged to the tribe of Simeon, and his father was named Jonah. His brother was the well-known Apostle Andrew, one of the Twelve. Andrew was called the First-Called because he was the first whom Christ called to preach the Gospel. Of the two brothers, Peter married the daughter of Aristobulus, the brother of the Apostle Barnabas, and they had a son and a daughter. Andrew, for his part, loved virginity. In those days, the venerable Forerunner John was preaching metanoia, repentance, so Andrew went to him and became his disciple.
The Forerunner baptized Christ and said that Christ was greater than he was. When Andrew heard this, he left John and became a disciple of Christ. A few days later, he found his brother Peter and told him, “We have found the Messiah, the Christ whom the prophets foretold.” Andrew then took his brother to Christ. Looking at Peter, the Lord said, “You are Simon, son of Jonah. You shall be called Cephas,” which means Peter. From then on, Peter remained with Christ, willingly leaving his home and the cares of the world behind.
To this the Lord added, “You are Peter, and on this rock of yours, that is, on your confession of faith, I will establish my Church. The gates of Hades, that is, the mouths of the heretics, will not be able to overthrow it. I will give you the keys of the Kingdom of Heaven, and whatever you loose on earth will be loosed in heaven.” This Apostle walked on the sea, as Matthew the Evangelist relates. He was also counted worthy to see the light of the divine Transfiguration and to hear the voice of the Father. The Holy Gospel tells many other things about him, which we leave aside for the sake of brevity.
After Christ’s Resurrection, at Christ’s urging, Matthias was chosen, restoring the number of the Twelve Apostles. Through Peter’s preaching at Pentecost, three thousand men came to believe, as Saint Luke writes in the Acts of the Apostles. Peter healed the man lame from birth who lay at the temple gate called Beautiful. He also brought Ananias and his wife Sapphira to an extraordinary death
because they had secretly kept some of the money they had dedicated to God. The Apostle Peter was the first to preach that the Holy Spirit is true God and knows the hearts of all. Many sick people were healed when his shadow fell upon them. In the city of Lydda, he healed a paralyzed man named Aeneas. In Joppa, he raised from the dead Tabitha, who had cared for the poor. In Caesarea by the Sea, he baptized the centurion Cornelius, who had previously been a pagan. Peter also opened the door of faith to the nations, teaching that God turns away neither Jew nor Gentile who wishes to repent. King Herod, called Agrippa, had Peter bound in chains and thrown into prison, where he was to be put to death. But an angel of the Lord led him out by night and saved him. After this, Simon Magus used his sorcery to mislead people and keep them from believing that Christ is true God. So Peter traveled through all the cities of the region called Coele-Syria
teaching that Christ is true God. When Peter went to Antioch in Syria and taught the people, Simon Magus came there too, hoping to deceive those who had believed. The Christians who had accepted the Apostle’s preaching turned against Simon because of his many acts of sorcery. Simon was afraid of the people. And when the Roman emperor Claudius sent soldiers to arrest him, he fled to the cities of Judea, where he deceived people by teaching and claiming to be God. Peter remained in Antioch for some time. He performed many miracles to the glory of the Lord Jesus, ordained Marcian and Pancratius as bishops, and sent them to Sicily: Marcian to the city of Syracuse,
and Pancratius to Tauromenium. From Antioch, Peter went to Tyana on the borders of Cappadocia, and from there to Ancyra in Galatia. There he raised a dead person through prayer, baptized many people, built a church, and ordained a bishop. Then he went to Sinope on the Black Sea. It is said that Saint Andrew the Apostle also went to that city to see his brother. Even today, people point to two marble thrones held in great honor, where they say the blessed Apostles Peter and Andrew sat and taught the people. From Sinope, Peter went to Amasia, then to Gangra, and from there to Claudiopolis in Honorias.
From there he went to Nicomedia and then to Nicaea. As the feast of Pascha was approaching, the Apostle wanted to be in Jerusalem for it. So he left Nicaea, passed through the cities of Cappadocia and Syria, and returned to Antioch. From there he went to Jerusalem, where he met the Apostle Paul, three years after Paul had come to know God. Paul himself bears witness to this in his Epistle to the Galatians: “Then, after three years, I went up to Jerusalem to visit Peter, and I stayed with him for fifteen days.” There in Jerusalem, these two Apostles and the others gathered in a council and drew up their
eighty-five Canons, which are still known today, as well as the Church ordinances. Then they parted again. Paul returned to the Gentiles, teaching them and leading them to know God. Peter went back to Antioch, ordained as bishop the Apostle Evodius, one of the Seventy, and went to Synnada on the borders of Phrygia. He then went to Nicomedia, where he ordained Prochorus as bishop, and afterward to Heliopolis on the Hellespont, where he ordained the centurion Cornelius as bishop. Then he returned once more to Jerusalem. There the Lord appeared to the blessed Apostle in a vision and said, “Rise, Peter, and go to the cities of the West
that need to be taught, and I will be with you.” During the days when Peter was in Jerusalem, the Roman emperor Claudius sent soldiers to arrest Simon Magus and bring him to Rome to be executed for his sorcery. But when Simon was brought before him, Claudius honored and glorified him instead. He even made a statue of him, inscribed “Simoni Deo Sancto,” meaning “To Simon the Holy God.” Through his sorcery and supposed wonders, that wicked man so deceived the emperor and the Romans that they all worshiped him as God. After the vision just mentioned, Peter immediately made ready and set out for the West.
From Antioch, Peter went to Tarsus, the hometown of the Apostle Paul, where he ordained Orcanus as bishop. Then he went to Ephesus, where he ordained Phigellus as bishop, and to Smyrna, where he ordained Apelles, the brother of Saint Polycarp. Next he went to Macedonia. He ordained Olympas as bishop in Philippi and Jason in Thessalonica. Then he went down to Corinth and ordained Silas as bishop, and in Patras he ordained Herodion. After that he boarded a ship and sailed to Sicily. There Pancratius, the chief priest of Tauromenium, received him with great honor. Peter baptized a ruler named Maximus, ordained him as bishop, and sailed on to Rome.
Every day Peter gathered the people and taught them to believe in the Holy Trinity. In this way he brought many to faith in Christ and freed them from the deception of idols through Holy Baptism. Seeing this, Simon Magus began openly to oppose the Apostle’s teaching. He gathered the gullible people and, with the devil’s help, showed them many apparent miracles. But the Apostle of Christ, armed with the power of the true God, showed that all the deceiver’s tricks were false illusions. At last, seeing that his tricks had no power before the Apostle, Simon devised a plan to stir up the Romans to kill Peter
so that he could deceive people without hindrance. One day he placed a laurel wreath on his head, climbed to the top of a pagan temple, and said to the people, “You have gone so mad that you would not believe in me, the true God, but believed instead in that liar Peter. So I will command my angels to take me up to my heavenly father, and from there I will punish you for your impiety, because you did not listen to my words.” With that, he clapped his hands and began to fly. Demons were holding him up invisibly, so he seemed to be ascending into heaven. Astonished, the people cried out, “Simon is a great God!” But the Apostle Peter saw the deception
and prayed, “Jesus Christ, my God, do not let this wretched man carry out his plan and lead these people astray.” Then he turned toward Simon and said, “I tell you, servants of Satan: in the name of Jesus Christ, whom I preach, hold him up no longer. Leave him where he is.” As soon as the Apostle said this, the demons let Simon go and fled. The wretched man fell from that height and broke his bones. The next day, in great pain, he gave up his defiled soul to the devil. After this, the people changed their cry to “Great is the God whom Peter preaches!” The Apostle began to teach them the word of truth and performed many miracles.
Peter stayed in Rome for some time. After ordaining Linus as bishop of Rome, he went to Tarracina and from there to Sirmium in Spain, where he ordained Epainetus, one of the Apostles, as bishop. He then sailed to Carthage in North Africa. There he ordained Crescens as bishop. Next he traveled through the cities of Egypt and ordained the Apostle and Evangelist Mark as bishop of Alexandria. After this, by a revelation from God, Peter went back to Jerusalem for the Dormition of the Theotokos, and then returned to Egypt. He passed through the cities of Africa and sailed to Rome a second time to strengthen the Christians in the faith of Christ. Some days later he went to Mediolanum,
modern-day Milan, where he led many to know God, and from there he went to England. He stayed there for several years doing missionary work. Then he went to Rome for a third time to suffer a martyr’s death on the cross, as an angel who appeared to him had told him. Nero was emperor in Rome at that time. Bishop Linus had died, so Peter ordained Saint Clement in his place. As Peter taught in Rome, many came to faith in Christ, including two of Nero’s wives. When they wished to live in virginity, Nero became angry and ordered the Apostle and his disciples killed. The soldiers arrested Peter,
Clement, and many other Christians. They beheaded the others but released Clement because he was related to the emperor. They crucified Peter upside down, with his head toward the ground, because he himself had asked for this. He remained on the cross for a day. On the following day, he gave his holy and radiant soul into God’s hands. His disciple Clement, bishop of Rome, buried his holy remains with great honor in the place called the Vatican. This Apostle completed his martyrdom thirty-four years after Christ’s saving Passion. At his direction, the Gospel according to Mark was written ten years after the Ascension of the Lord. Peter himself wrote two general epistles.
The great Apostle of the Lord, Paul, was a Jew of the tribe of Benjamin, a Pharisee from a prominent family. His hometown was Tarsus in Cilicia. He was a student of Gamaliel, the great teacher of the Jews, and came to know the Law of Moses thoroughly. At first he was called Saul, and in his zeal for the Law of Moses, he fiercely persecuted Christians. He took part in the killing of Stephen, the first martyr and archdeacon. The Acts of the Apostles tells us that those who stoned Stephen laid down their garments for Paul to watch over. But because Paul did these things in ignorance, God did not leave him to fight against the faith to the end. God was pleased instead to turn him toward the knowledge of Himself.
When Paul saw that the preaching of the Gospel was spreading, in Jerusalem and also in Damascus and the surrounding cities, he asked the chief priests and teachers of the Jews for a letter to the Jews in Damascus. He intended to bring any Christians he found there, men and women, bound to Jerusalem. But as he traveled toward Damascus, the light of the Lord shone around him. It blinded the eyes of his body and opened the eyes of his soul. A voice said, “Saul, Saul, why are you persecuting me?” Saul answered, “Who are you, Lord, who calls to me?” The Lord said, “I am Jesus, whom you are persecuting. You only hurt yourself by kicking against the goads.”
Trembling, Saul answered, “Lord, what do you command me to do?” The Lord said to him, “Go to Damascus, and there you will be told what to do.” After this, others led him by the hand into Damascus, for he was blind. There the Apostle Ananias baptized him, and at once his eyes were opened.
The Apostle began to preach that Christ is the true God. When the Jews in Damascus saw his sudden conversion, they wanted to kill him. But the Christians secretly lowered him over the city wall at night in a basket on a rope. Having escaped death, Paul returned to Jerusalem. He was in danger there too, so he went to Caesarea and then to his hometown of Tarsus. The Apostle Barnabas found him there and brought him to Antioch. They spent a year teaching and baptizing the people. From Antioch, the two Apostles were sent to the poor Christians of Judea with a generous gift from the people of Antioch to distribute as alms, for there had been a severe famine. From Jerusalem they went to Seleucia, then to Salamis in Cyprus, and on to Paphos. There the false prophet Bar-Jesus was leading the people of Cyprus astray and opposing the Apostles’ work. At the Apostles’ word, he was struck blind. When this happened, many Cypriots came to believe in Christ,
including Sergius, the ruler of the city. From Cyprus they went to Perga in Pamphylia, and then to Antioch in Pisidia, where the Apostle Paul brought many to faith in Christ. But the Jews envied them and drove them out of the city. The Apostles shook the dust from their feet, as the Lord had instructed, and went to Iconium. There they baptized many Jews and pagans, among them the first martyr Thecla. Driven out of Iconium as well, they fled to the Lycaonian cities of Lystra and Derbe. There Paul healed a man who had been lame from birth, and the pagans took the Apostles for gods. After preaching the Gospel in that city, they returned to Iconium and traveled by way of Attalia
to Antioch. They gathered the Christians and told them all that God had done through them. Later they went back to Jerusalem, then returned to Antioch carrying the Apostles’ letter. It told the Christians that they did not have to be circumcised, but that they must not eat meat from strangled animals or food offered to idols, and must abstain from sexual immorality. Later Barnabas and Paul parted ways. Barnabas took the Apostle Mark with him to Cyprus, while the Apostle Paul took Silas through Syria and Cilicia, strengthening the faithful. When Paul returned to Derbe and Lystra, he took the Apostle Timothy with him. Together they passed through Phrygia and Galatia. The Holy Spirit prevented them from
preaching in Asia Minor, so they went to Troas. There Paul saw a Macedonian man in a vision, pleading with him: ‘Come over to Macedonia and help us.’ From this vision, Paul understood that God wanted them to go to Macedonia and preach His word there. They crossed to Neapolis, today’s Kavala, and from there went to Philippi in Macedonia. There they miraculously healed a woman possessed by a spirit of divination, and her masters had them thrown into prison. After bringing the jailer to faith in Christ and baptizing everyone in his household, they left the city. Passing through Amphipolis and Apollonia, they went to Thessalonica, where there was a Jewish synagogue.
Many became their disciples. When Jews who did not believe drove them out, they went to Berea. Timothy and Silas stayed there, while Paul sailed to Athens. He saw an altar inscribed ‘To an unknown god,’ and taught at the Areopagus that the God they had not known until then was the true God, the Lord Jesus Christ. Through his teaching, Paul brought many to faith in Christ, including Dionysius the Areopagite and a noblewoman named Damaris. He then went to Corinth. There he met Aquila and his wife Priscilla, who shared his trade, and stayed for a year and five months. The Apostle worked at his trade as a tentmaker,
making tents. After bringing many to the light through his preaching, he took Timothy, Aquila, and Priscilla with him to Ephesus. From there he and Timothy went to Caesarea, and Paul returned to Antioch. He stayed there for a time, then traveled through Galatia and Phrygia back to Ephesus. He remained there for two years and ordained Timothy bishop of Ephesus. He again traveled through Macedonia and the rest of Greece before going to Troas. There he raised Eutychus from the dead after the young man had fallen asleep, fallen from an upper room, and died. Paul then went to Assos and Mytilene and arrived at Miletus. From there he sent for the priests and bishops of the Church in Ephesus.
He taught them to watch over themselves and their flock and guard against heretics. After foretelling that he would be imprisoned in Jerusalem, he prayed and entrusted himself to God. Then he boarded a ship and went to Patara, and from there to Tyre.
He spent seven days there, then sailed to Ptolemais and on to Caesarea. There he rested at the home of the Apostle Philip, one of the seven deacons, before going to Jerusalem. The Jews nearly killed him there because they thought he had brought Gentiles into the Temple. But the commander Lysias intervened, protected him, and sent him under military escort to Festus, the governor of Caesarea. Seeing the danger he faced from the Jews, Paul knew he could not otherwise escape their hands. So before the council he cried out, ‘I appeal to Caesar,’ meaning that he wished to go to Rome and be judged before Caesar. He was then handed over, with other prisoners, to the centurion Julius for the voyage to Rome. They sailed from Caesarea to Sidon, then past Cyprus to Myra in Lycia, where they changed ships. Sailing along Crete, they reached a place called Fair Havens. They set out from there in a great storm and came near an island called Clauda. As the storm raged, they threw the ship’s cargo into the sea with their own hands. They were in danger for fourteen days, until the ship was finally wrecked,
and the people barely escaped with their lives. They learned that the island where they had come ashore was called Malta. As the holy Apostle gathered brushwood to make a fire and warm them against the cold, a viper came out and bit his hand. Everyone thought he would die, but he shook the snake into the fire and suffered no harm. When the local people saw this, they said he was a god. The Apostle performed many miracles there and healed the father of Publius, the island’s governor, of dysentery. Then he and the others who had survived the shipwreck boarded another ship. They went to Syracuse in Sicily, then to Rhegium in Italy and to Puteoli, and so reached Rome.
The centurion Julius handed the other prisoners over to the officer in charge. Paul, however, was guarded by a soldier for two years, since none of the Jews had followed him to bring charges before Caesar. During those two years the Apostle was allowed to gather the Romans and teach them the true faith in Christ. This is as far as the Evangelist Luke’s account takes us. Eusebius Pamphilus writes in his Church History that the Apostle Paul finally appeared before Caesar Nero. After making his defense, he was released as innocent and remained in Rome, teaching for ten years. During that time he also taught and baptized in Italy, France, and Spain.
Nero had killed his own mother Agrippina, his aunt, his wife Octavia, and many other relatives. At last he began a persecution of the Christians, and during it the blessed Apostle Paul was beheaded, one year after the crucifixion of the Apostle Peter. Some Christians secretly took the Apostle’s precious remains and buried them near the road called the Ostian Way. This great Apostle wrote at least fourteen epistles, which he sent to cities where he had traveled and taught. Passages from them are read at the Divine Liturgy and at other services.
Thank you.
In a homily praising the foremost Apostles we celebrate today, John Chrysostom exclaims: ‘O blessed pair, to whom the souls of the whole world were entrusted! Peter, the beginning of Orthodoxy, the great minister of the Church’s holy things, the indispensable counselor of Christians, treasured by the heavenly powers, the Apostle honored by the Master. Paul, the great preacher of truth, the glory of the whole world, a heavenly man and an earthly angel, the glory of the Church, an eagle soaring on high, the lyre of the Spirit, the swallow and the songbird, an instrument of the Master’s work, a herald and servant of Christ. Paul and Peter, who brighten the Church every day, the Master’s treasuries, places of welcome for the whole world, vessels of the Spirit, interpreters of the Holy Trinity and of the saving work of the divine Word (Logos). Peter soars on high; Paul burns with spiritual love. Paul is the chosen vessel; Peter is the temple of God. Paul is the mouth of Christ, the lyre of the Spirit, a man who stands on earth and touches the heavens. Rejoice, Peter, rock of faith! Rejoice, Paul, glory of the Church! Rejoice, Peter, foundation of Orthodoxy! Rejoice, Paul, who cares for the Churches!’
‘Rejoice, Peter, adornment of the whole world! Rejoice, Paul, gateway to Paradise! Rejoice, Peter, guide to the Kingdom of Heaven! Rejoice, Paul, safe harbor for those tossed by storms!’ And the golden-tongued Saint concludes by urging us:
‘We must therefore make every effort, beloved, praying to Christ our God, the King of all, that in His love for mankind He may count us worthy to remain faithful to their traditions and teachings, so that we may receive mercy before His judgment seat. Through Him and with Him, glory be to God the Father, together with the All-Holy, good, and life-giving Spirit.’
Nicaea I. Unto the ages of ages.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
06 ΙΟΥΝΙΟΥ\29 06 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.