Η ζωή και οι διδασκαλίες του Αγίου Συμεών του Στυλίτη του Νεότερου
Μετά από προσευχή της Μάρθας για ένα παιδί, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος της εμφανίστηκε και προανήγγειλε τη γέννηση του Συμεών. Ο Συμεών επέζησε από τον σεισμό της Αντιόχειας, κατά τον οποίο σκοτώθηκε ο πατέρας του, και μεγάλωσε αφοσιωμένος στις εντολές του Θεού.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Μετά από προσευχή της Μάρθας για ένα παιδί, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος της εμφανίστηκε και προανήγγειλε τη γέννηση του Συμεών.
- Ο Συμεών επέζησε από τον σεισμό της Αντιόχειας, κατά τον οποίο σκοτώθηκε ο πατέρας του, και μεγάλωσε αφοσιωμένος στις εντολές του Θεού.
- Σε μοναστήρι κοντά στη Σελεύκεια διδάχθηκε από τον ασκητή Ιωάννη και ξεχώρισε για τη νηστεία, την προσευχή και τη συγχώρηση.
- Ο Συμεών θεράπευσε τον μοναχό που είχε επιχειρήσει να τον σκοτώσει, ενώ οράματα του Χριστού ενίσχυσαν την καρτερία του.
- Χειροτονημένος διάκονος, πέρασε οκτώ χρόνια σε στύλο, διδάσκοντας μοναχούς και θεραπεύοντας ανθρώπους με προσευχή και ευλογημένα αντικείμενα.
- Αναζητώντας μοναξιά στο Θαυμαστό Όρος, συνέχισε να φροντίζει τους αρρώστους και ίδρυσε τη μονή γνωστή ως Μάνδρα.
- Μετά από σαράντα πέντε χρόνια στον δεύτερο στύλο του, ο Συμεών πέθανε σε ηλικία ογδόντα πέντε ετών στις 24 Μαΐου, αφήνοντας στους μαθητές του κάλεσμα σε αδιάλειπτη προσευχή, ταπείνωση, ελεημοσύνη, εγκράτεια και μετάνοια.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι
Θαυμαστορείτης άκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέα Ιουστίνου του Δευτέρου, ο οποίος βασίλευσε από το 565 μέχρι το 578. Κάποιος νέος, ονόματι Ιωάννης, καταγόμενος από την Έδεσσα της Μεσοποταμίας, πήγε με τους γονείς του, μυροποιούς στην τέχνη, να κατοικήσει στην Αντιώχεια. Εκεί νυμφεύθηκε κάποια νέα, Μάρθα ονόματι, η οποία ήταν πολύ ευλαβής και τακτικά πήγαινε στο ναό του Τιμίου Προδρόμου για να προσεύχεται, τη συνήθεια δε αυτή διατήρησε και μετά το γάμο της. Νηστεύοντας παρακαλούσε τον Δεσπότη, με τις πρεσβείες του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, να της δωρίσει τέκνο, το οποίο αμέσως μετά τη γέννησή του θα
το αφιέρωνε στον Τίμιο Πρόδρομο. Έτσι προσευχόμενη είδε τον Τίμιο Πρόδρομο, ο οποίος της είπε ότι θα γεννούσε γιο, τον οποίο να ονόμαζε Σημεών και ο οποίος θα γινόταν μεγάλος Άγιος. Όταν δε γινόταν τριών ετών, να τον πήγαινε στο ναό του για να λάβει το Άγιο Βάπτισμα. Πράγματι η Μάρθα γέννησε γιο, ο οποίος τριετής βαπτίστηκε και ονομάστηκε Σημεών. Όταν αυτός έγινε πέντε ετών, στην Αντιόχεια έγινε μεγάλος σεισμός, κατά τον οποίο φονεύθηκε ο πατέρας του. Η δε μητέρα του, καθώς την ώρα εκείνη βρισκόταν μέσα στο ναό του Τιμίου Προδρόμου, δεν έπαθε τίποτε, και ο ίδιος διασώθηκε, καθώς την ώρα εκείνη βρισκόταν μέσα στο ναό του Αγίου Στεφάνου.
Η Μάρθα βρήκε μετά τον μικρό Σημεών, οδηγημένη από όραμα, κατά το οποίο της φάνηκε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και της είπε ότι ο γιος της είχε περισυλλεγεί από κάποια ευσεβή γυναίκα που είχε νομίσει ότι η μητέρα του είχε βρει το θάνατο κάτω από τα ερείπια. Μετά από μερικές μέρες είδε στον ύπνο ότι πετούσε προς τον ουρανό βαστάζοντας το γιο της στην αγκαλιά της και ότι τον έφερε ενώπιον του Θεού και του τον παρέδωσε. Όταν ξύπνησε δοξολόγησε τον Ύψιστο και δεήθηκε όπως για αυτή και για το Σημεών της δοθεί κάποια θέση στον Παράδεισο. Ο Σημεών αύξανε γεμάτος χάρη και φρόντιζε να μαθαίνει τον νόμο του Θεού για να τον εκτελεί με κάθε ακρίβεια.
Είδε σε οπτασία τον Δεσπότη Χριστό να κάθεται σε θρόνο υψηλό, προς το μέρος δε της Ανατολής βρισκόταν ο Παράδεισος της Τρυφής και προς δυσμάς λίμνη πυρός κοχλάζουσα. Τότε άκουσε τη φωνή του Κυρίου να του λέγει: «Έκλεξε το καλύτερο και σπεύσε όχι μόνο να απαλλαγείς από τα δεινά, αλλά και τα ανεκλάλητα αγαθά να απολαύσεις για να αγάλλεσαι αιωνίως». Μετά από μερικές μέρες, ακολουθώντας λευκοφόρο άνδρα, πήγε στη Σελεύκεια και ανέβηκε σε κάποιο όρος κοντά στο χωριό Πίλασα, όπου σε μικρό μοναστήρι βρισκόταν ασκητής περίφημος για την αρετή του ονομαζόμενος Ιωάννης. Κοντά σε αυτόν διδάχθηκε υψηλότερη πνευματική ζωή και ησυχάζοντας ζούσε ισάγγελη πολιτεία.
Έτρωγε μόνο λίγα βρεγμένα όσπρια και έπινε λίγο νερό. Όσο αύξανε κατά την ηλικία, τόσο πρόκοβε και στην άσκηση. Μιλούσε δε συνετά και φρόνιμα. Έτσι ξεχώριζε ανάμεσα στους συμμοναστές του. Δυστυχώς κάποιος μοναχός, από φθόνο για την ανώτερη αρετή του, αποπειράθηκε να τον φονεύσει. Η θεία όμως δίκη πάταξε αμέσως τη δεξιά του εγκληματία, την οποία έκανε ξερή και ακίνητη. Ο Σημεών έδειξε όλη του την αμνησικακία. Συγχώρησε τον φταίστη, ο οποίος μετά την τιμωρία εκείνη ζήτησε συγνώμη, προσευχήθηκε γι' αυτόν και μετά, αφού σφράγισε το ξεραμένο και παράλυτο χέρι με το σταυρό, του απέδωσε την προηγούμενή του υγεία. Μετά από μερικές μέρες, ενώ...
ο Όσιος Σημεών προσευχόταν, είδε και πάλι το Δεσπότη Χριστό και τον ρώτησε: «Κύριε, πώς εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι;» Τότε εκείνος, για να διδάξει τον Όσιο την υπομονή στις θλίψεις και τη νέκρωση του σαρκικού φρονήματος, άπλωσε τα άχραντά του χέρια σε σχήμα σταυρού και είπε: «Έτσι σταυρώθηκα καθώς ευδόκησα. Συ δε, ανδρίζου και υπόμενε». Ο δε Όσιος Σημεών αγωνιζόταν περισσότερο, προσθέτοντας κόπους στους κόπους και άσκηση στην άσκηση. Οι θαυμαστοί αγώνες του Σημεών ενοχλούσαν τους δαίμονες, οι οποίοι του έφεραν διάφορες φαντασίες, όμως εκείνος τους διασκόρπιζε με το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Αξιώθηκε δε και τελειότερη οπτασία να δει.
να ο Άγιου από τον οποίο έβγαινε δόξα η οποία τον λάμπρυνε, ένας δε πατριάρχης τον έχρισε με ευώδες μύρο και είπε: «Με αυτό το μύρο θα διώξεις τους δαίμονες και δεχόμενος από τον ουρανό θεία δύναμη θα αποδείξεις κενές και άπρακτες τις προσβολές τους». Έτσι απέκτησε το χάρισμα να θεραπεύει δαιμονισμένους και ενήργησε πολλές τέτοιες θεραπείες σε πάσχοντες οι οποίοι προσέρχονταν σε αυτόν, ελκυόμενοι από τη φήμη του. Αλλά και άλλες ασθένειες θεράπευε με τις προσευχές και την επίθεση των χεριών του. Ακόμη ο Όσιος νουθετούσε θαυμάσια τους μοναχούς με ψυχοσωτήρια λόγια και εκείνοι εκπλήσσονταν για τη σύνεσή του. Είχε δε και την εξής αρετή ο μακάριος, όταν ερχόταν κάποιος πτωχός,
το ράσο του και του το έδινε, μένοντας αυτός γυμνός, πολλές φορές σε εποχή χειμώνος. Ο δε Ιωάννης τον λυπούνταν για την κακοπάθεια και του έδινε άλλο ιμάτιο. χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, το οποίο πήρε με την προσευχή του, άρχισε να συνθέτει λόγους για τη μετάνοια, τη μέλλουσα κρίση, ερμήνευε δε χωρία από τις θείες γραφές και δυσνόητα κείμενα, καταπλήσσοντας όλους. Γεμίζοντας δε ακόμη περισσότερο με τη χάρη του Θεού και καθημερινά αποκτώντας θερμότερη πίστη, πρόσταξε να κατασκευάσουν γι' αυτόν
υψηλό στύλο. Ο Αρχιεπίσκοπος της Αντιοχίας και ο Επίσκοπος της Σελευκείας τον χειροτόνησαν ιεροδιάκονο. Μετά δε τον ανέβασαν στο στύλο με πολύ ευλάβεια. Έμεινε εκεί πάνω οκτώ χρόνους, κάνοντας μεγαλύτερο αγώνα. Προγνώρισε και του ηγουμένου του την κοίμηση, η οποία και έγινε μετά από λίγες μέρες. Επίσης έλαβε δε μήνυμα από Αγίους Αγγέλους ότι όχι μόνο δαιμονισμένους θα γιατρεύει, αλλά και κάθε ασθένεια, και όχι μόνο με το άγγιγμα των χεριών του, αλλά και με τη μηλωτή και με το τρίχινο ράσο και με τη ράβδο του θα τελούνταν θαυμάσια, ενώ ζούσε ο Όσιος και μετά την κοίμησή του. Κάποιος από την Αντιόχεια υπέφερε από βαριά νόσο του στομάχου και πονούσε τόσο, ώστε κυλιόταν κατά γης και κραύγαζε γοερά. Ο Όσιος του έδωσε ένα κομμάτι από το ράσο του και τον γιάτρεψε. Αλλά και κάποιο νέο, ο οποίος πέθανε, τον επανέφερε στη ζωή με την προσευχή του.
Νέο όραμα είδε και πάλι τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, με τα τάγματα των Θείων Αγγέλων, του ζήτησε δε και έλαβε τη χάρη να μην χρειάζεται πλέον ανθρώπινη τροφή. Όπως δε ο ίδιος εκμυστηρεύτηκε κατά το τέλος της ζωής του στους μαθητές του, έβλεπε να έρχεται στον αέρα νέος ωραίος, ντυμένος φως ως ιμάτιο, με στολή ιερατική, ο οποίος κρατούσε θείο σκεύος, από το οποίο με λαβίδα έπαιρνε και το έδινε τρεις φορές. Δε γνώριζε τι τροφή ήταν εκείνη, κατά την όψη όμως και τη γεύση ήταν γλυκυτάτη. Κάθε Κυριακή μετά τη Θεία Λειτουργία πήγαινε και του πρόσφερε αυτή τη Θεία Τροφή η οποία χόρταινε την καρδιά του και τον στήριζε μέχρι την άλλη Κυριακή
δεν πεινούσε καθόλου. Πολλοί ασθενείς, οι οποίοι άκουγαν τη φήμη του, έτρεχαν προς τον Όσιο και ζητούσαν τη μεσιτεία του προς τον Πανάγαθο Θεό για να επέλθει θεραπεία. Επειδή δε οι προσερχόμενοι ήταν μεγάλο πλήθος, ευλόγησε ραβδιά και τα έδωσε στους μαθητές του, οι οποίοι αγγίζοντας με αυτά τους ασθενείς και προσευχόμενοι τους θεράπευαν και προπαντός απομάκρυναν από τους ανθρώπους τα πονηρά πνεύματα. Ακόμη προείδε την κατά της Αντιόχειας επιδρομή του βασιλέα των Περσών, Χοσρόη, και τη σφαγή των κατοίκων της λόγω των αμαρτιών τους, με θερμή δε προς το Θεό δέηση, το όρος όπου βρισκόταν η μονή του κάλυψε με νέφος, ώστε να την αποκρύψει από τα βλέμματα των βαρβάρων. Επειδή όμως εξαιτίας όλων αυτών των θαυμαστών
τα οποία τελούσε ο Όσιος έρχονταν σε αυτόν αναρίθμητο πλήθος ανθρώπων, ο Όσιος σκέφτηκε να αναχωρήσει από εκεί για να αποφύγει το θόρυβο. Έτσι αφού κατέβηκε από το στύλο, πήγε στην κορυφή κάποιου όρους το οποίο του υποδείχθηκε με όραμα. Ήταν τότε τριάντα ετών, αλλά οι ασθενείς τον βρήκαν και εκεί. Ο Όσιος λυπήθηκε, βλέποντας ότι ούτε και εκεί δεν μπορούσε να ησυχάσει, αλλά σπλαχνίστηκε τα δάκρυά τους, έβαλε το χέρι του στην κεφαλή του καθενός και τους θεράπευσε με την ευσπλαχνία του Θεού. Εκεί έκανε πολλά θαύματα. Κάποιον ασθενή τον έσωσε από το στόμα λιονταριού, το οποίο και έδιωξε από το όρος. Κολλητική αρρώστια που έπεσε στην Αντιόχεια την κατέπαυσε, δαιμονισμένο γιάτρεψε, κάποιον που δαγκώθηκε από φίδι
γλίτωσε από τον κίνδυνο. Πρόβλεψε μεγάλο σεισμό, τυφλό, παράλυτο και δαιμονισμένο τον γιάτρεψε, σε λεπρό έδωσε την υγεία του. Από όλους αυτούς δεν ζητούσε τίποτε άλλο παρά τη μετάνοιά τους και την τήρηση των εντολών του Κυρίου. Εκεί ο Άγιος έμενε στον βράχο, άστεγος, έχοντας μόνο μια μικρή μηλωτή. Ο δε φιλάνθρωπος Θεός φώτισε τον Άγιο να κτιστεί εκεί μοναστήρι, του οποίου τα όρια και το σχήμα της Εκκλησίας χάραξε Άγγελος Κυρίου. Το μοναστήρι αυτό ονομάστηκε Μάνδρα, εκεί δε κοντά έκτισαν και στύλο. Μεταξύ των άλλων πολλών θαυμάτων συνέβηκε το εξής. Κάποιος ιερέας των Ιβήρων πήγε στον Όσιο.
Συνομίλησαν και πολύ ωφελήθηκε ο ιερέας εκείνος, φεύγοντας πήρε μερικές τρίχες του Οσίου και όταν έφτασε στον τόπο του, έκτισε ναό και έθεσε στον σταυρό τις τρίχες του Σημεών. Θαυματουργούσαν λοιπόν αυτές και από αυτούς που ευεργετούνταν προσφέρονταν δώρα στο ναό. Κάποιοι συκοφάντησαν τον ιερέα στον επίσκοπο ότι τάχα ήταν μάντης και πλανούσε το λαό. Τότε ο Επίσκοπος τον καθήρεσε. Ο ιερέας εκείνος στη συμφορά του επικαλέστηκε τον Όσιο Σημεών και τότε μπήκε δαιμόνιο στον Επίσκοπο, ο οποίος υποφέροντας και καθώς κατάλαβε την αιτία ζήτησε συγχώρηση από τον ιερέα. Εκείνος δε του έφερε τον σταυρό που περιείχε τις τρίχες του Οσίου, τον οποίο αφού ασπάστηκε ο Επίσκοπος θεραπεύθηκε
επανέφερε τον ιερέα στο αξίωμά του. Ο Όσιος Σημεών, αν και δεν ήθελε, μετά από οπτασία πείστηκε και χειροτονήθηκε ιερέας από τον Επίσκοπο Σελευκείας Διονύσιο, ήταν δε τότε 43 ετών. Αναρίθμητα και ποικίλα είναι τα θαύματα τα οποία ακολούθησαν, μέχρι και νεκρό ανέστησε με κατανυκτική του προσευχή. Τα χρόνια πέρασαν και επειδή ήταν άνθρωπος κι αυτός, ήρθε η ώρα να μεταβεί προς τον ποθούμενο. Ήταν δε τότε ογδόντα πέντε ετών, από τα οποία σαράντα πέντε έμεινε πάνω στο δεύτερο στύλο, εκεί στο Θαυμαστό Όρος. Όταν λοιπόν πληροφορήθηκε από το Πνεύμα το Άγιο ότι πλησίαζε στο τέλος της παροικίας του, κάλεσε τους μαθητές του και ανακοίνωσε το πικρό γι' αυτούς μήνυμα
εκείνον όμως ποθητό και γλυκύτατο. Μετά δέκα μέρες, την 24η του μηνός Μαΐου, ο μακάριος αυτός Σημεών απήλθε προς τον Χριστόν τον οποίον πόθησε για να απολαύσει τα άρρητα αγαθά τα οποία για Αυτόν και για όλους που Τον αγαπούν ετοίμασε ο των όλων Δημιουργός και Δεσπότης. Το δε τίμιο και σεβάσμιο του λείψανο έμεινε εκεί στην Μάνδρα του πάνω στο Θαυμαστό Όρος όπου τέλεσε τους θαυμάσιους του αγώνες ως ακένωτο ταμείο θαυμάτων αναβλύζοντας ιάματα όχι μόνο σωμάτων αλλά και ψυχών.
Το συναξάρι του σήμερα εορταζομένου Οσίου Σημεών του εν τω Θαυμαστώ Όρει ή Θαυμαστορείτη ή του εν τη Μάνδρα, με μερικούς από τους λόγους, τους οποίους απηύθυνε προς τους μαθητές του, όταν τους ανακοίνωσε την επικείμενη τελευτή του, οι οποίοι λόγοι του νομίζουμε ότι είναι πολύτιμοι και μπορούν να αξιοποιηθούν από όλους μας. Είπε λοιπόν ο Όσιος: Αδελφοί και πατέρες, αδιαλείπτως προσεύχεσθε. Να είστε ταπεινοί στην καρδιά. Μισήσατε τη φιλαργυρία και προσφέρετε ελεημοσύνη όσο μπορείτε. Διότι εκείνος που δεν ελεεί τον πτωχό, δεν αξιώνεται να εισέλθει στον αιώνιο νυμφώνα με τις φρόνιμες παρθένες, αλλά κλείνεται έξω με τις μωρές, επειδή ο λύχνος του σβήνεται,
μη έχοντας έλαιο. Εκείνος ο οποίος δεν συμπονεί τον αδελφό του και δεν τον βοηθεί στην ανάγκη του, αρνείται τον Υιόν του Θεού και τρόπον τινά δεν ομολογεί, όπως και οι Σαδδουκαίοι, Ανάσταση νεκρών, ούτε ελπίζει στη μέλλουσα ανταπόδοση. Φυλάτετε με όλη σας τη δύναμη την εγκράτεια, διότι αυτή χαλιναγωγεί τις ηδονές και καταπαύει τον πόλεμο της σαρκός, έτσι δε να γίνεστε σώφρονες. Εάν δε έρθει σε κάποιον λογισμός ακάθαρτος για να μολύνει τη διάνοιά του, ας φωνάξει αυτά προς τον Κύριο με πικρότατα δάκρυα: «Δέσποτα Χριστέ, ο των οικτιρμών και του ελέους Θεός, ο πάντοτε υπάρχων και διαμένων εις τους αιώνας, που δεν καταισχύνεις αυτούς που πιστεύουν σε Σένα
με από τα χέρια των εχθρών μου, πρόσεξε την ψυχή μου, σώσε με κατά το έλεός σου. Το αγαλλίαμά μου, λύτρωσέ με Κύριε από αυτούς που με περικύκλωσαν, Κύριε δύναμη της σωτηρίας μου, σκέπασέ με την ώρα του πολέμου. Ελέησόν με ο Θεός, ο Θεός εις την βοήθειά μου πρόσχες». Τέτοια και παρόμοια με αυτά, ας λέγει με δάκρυα και συντριβή καρδίας αυτός που ενοχλείται από ρυπαρούς λογισμούς. Και ο Κύριος θα τον βοηθήσει.
Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι
Saint Simeon of the Wondrous Mountain flourished during the reign of Emperor Justin II, who ruled from 565 to 578. A young man named John, from Edessa in Mesopotamia, moved to Antioch with his parents, who made perfumes. There he married a devout young woman named Martha. She regularly went to the church of the Honorable Forerunner to pray, and continued to do so after her wedding. Fasting, she asked the Master, through the intercessions of Saint John the Forerunner, to grant her a child. As soon as the child was born, she would
dedicate him to the Honorable Forerunner. As she prayed, the Forerunner appeared to her and said that she would bear a son named Simeon, who would become a great Saint. When he turned three, she was to bring him to the Forerunner’s church to receive Holy Baptism. And so Martha bore a son. He was baptized at the age of three and named Simeon. When he was five, a great earthquake struck Antioch and killed his father. His mother was unharmed because she was in the church of the Honorable Forerunner. Simeon, too, survived, for he was in the church of Saint Stephen.
Martha later found little Simeon through a vision. John the Baptist appeared and told her that a devout woman had taken him in, believing his mother had died beneath the ruins. A few days later, Martha dreamed that she was flying toward heaven with her son in her arms. She brought him before God and entrusted him to Him. When she awoke, she praised the Most High and prayed that she and Simeon might be given a place in Paradise. Simeon grew in grace and took care to learn God’s law so that he could keep it faithfully in every detail.
In a vision, he saw Christ the Master seated on a lofty throne. To the east lay the Paradise of Delight, and to the west a boiling lake of fire. Then he heard the Lord say to him, “Choose what is better. Make haste, so that you may escape these torments and also enjoy the blessings beyond words, rejoicing forever.” A few days later, he followed a man dressed in white to Seleucia and climbed a mountain near the village of Pilasa. There, in a small monastery, lived an ascetic named John, renowned for his virtue. From him Simeon learned a deeper spiritual life, and in inner stillness he lived like an angel.
He ate only a few soaked legumes and drank a little water. As he grew older, he advanced in ascetic discipline. He spoke with wisdom and good sense, and stood out among his fellow monks. Sadly, one monk envied his greater virtue and tried to kill him. Divine judgment immediately struck the man’s right hand, leaving it withered and motionless. Simeon bore him no resentment. When the monk asked forgiveness, Simeon forgave him and prayed for him. Then he made the sign of the Cross over the withered, paralyzed hand and restored it to health. A few days later, while...
Saint Simeon was praying, he again saw Christ the Master and asked Him, “Lord, how did the Jews crucify You?” To teach him patient endurance in tribulation and how to put fleshly desires to death, Christ stretched out His pure hands in the shape of a cross and said, “This is how I was crucified, because I willed it. Be courageous, and endure.” Simeon then struggled all the more, adding labor to labor and ascetic discipline to ascetic discipline. His wondrous struggles troubled the demons, who brought him all kinds of deceptive visions. But he drove them away with the sign of the Honorable Cross. He was also granted a still greater vision.
He saw a holy figure shining with glory, and a Patriarch anointed him with fragrant myrrh, saying, “With this myrrh you will drive out demons. Receiving divine power from heaven, you will show that their attacks are empty and powerless.” Simeon was thus given the gift of healing those afflicted by demons, and he healed many who came to him because of his reputation. Through prayer and the laying on of his hands, he healed other illnesses as well. He also gave the monks wonderful counsel in words that helped save their souls, and they marveled at his wisdom. The blessed man had another virtue: whenever a poor person came,
he would give him his cassock, leaving himself naked, often in winter. John, moved by his hardship, would give him another garment. Through a gift of the Holy Spirit received in prayer, Simeon began to compose teachings on repentance and the judgment to come. He explained passages from Holy Scripture and difficult texts, astonishing everyone. Filled still more with God’s grace, and growing warmer in faith each day, he ordered them to build him
a tall pillar. The Archbishop of Antioch and the bishop of Seleucia ordained him a deacon. Then, with great reverence, they raised him onto the pillar. He remained there for eight years, intensifying his spiritual struggle. He also foresaw the death of his abbot, which came a few days later. Holy angels told him that he would heal every kind of illness, as well as those afflicted by demons. Miracles would take place through his sheepskin cloak, his rough woolen cassock, and his staff, as well as through the touch of his hands, both during his life and after his death. A man from Antioch suffered from a severe stomach illness. His pain was so great that he rolled on the ground and cried out. Simeon gave him a piece of his cassock and healed him. Through prayer, he also brought a young man who had died back to life.
In another vision, he saw our Lord Jesus Christ with the ranks of divine angels. He asked for and received the grace to no longer need ordinary food. As he confided to his disciples near the end of his life, he would see a handsome young man approach through the air, clothed in light as in a garment and wearing priestly vestments. The young man carried a sacred vessel. With a spoon, he took something from it and gave it to Simeon three times. Simeon did not know what this food was, but it looked and tasted exceedingly sweet. Every Sunday after the Divine Liturgy, the young man came and offered him this divine food. It filled Simeon’s heart and sustained him until the following Sunday;
he felt no hunger at all. Many sick people, hearing of his reputation, hurried to Simeon and asked him to intercede with the all-good God for their healing. Because so many came, he blessed staffs and gave them to his disciples. The disciples touched the sick with them and prayed, healing them and, above all, driving evil spirits out of people. Simeon also foresaw the attack on Antioch by Khosrow, king of the Persians, and the slaughter of its inhabitants because of their sins. Through fervent prayer to God, he covered the mountain where his monastery stood with a cloud, hiding it from the invaders. But because of all these wonders
that Simeon performed, countless people came to him. He thought of leaving to escape the commotion. So he came down from the pillar and went to the summit of a mountain shown to him in a vision. He was then thirty years old, but the sick found him there as well. He was saddened that he could find no inner stillness even there. Yet their tears moved him to compassion. He placed his hand on each person’s head and healed them through God’s mercy. He worked many miracles there. He rescued a sick man from the jaws of a lion and drove the lion from the mountain. He brought an epidemic in Antioch to an end, healed a person afflicted by a demon, and saved someone bitten by a snake
from danger. He foretold a great earthquake and healed a blind person, a paralyzed person, someone afflicted by a demon, and a man with leprosy. He asked nothing of them except repentance and obedience to the Lord’s commandments. There the Saint lived on a rock without shelter, possessing only a small sheepskin cloak. God, in His love for mankind, inspired him to build a monastery there. An angel of the Lord marked out its boundaries and the shape of its church. The monastery was called the Mandra, and a pillar was built nearby. Among his many other miracles was this one: a priest of the Iberians came to Simeon.
They spoke together, and the priest was greatly edified. When he left, he took a few of Simeon’s hairs with him. Back in his homeland, he built a church and placed the hairs in a cross. Miracles took place through them, and those who received help offered gifts to the church. Some people falsely accused the priest before the bishop, claiming that he was a fortune teller who deceived the people. The bishop then removed him from the priesthood. In his distress, the priest called upon Saint Simeon. A demon entered the bishop, and as he suffered, he understood the cause and asked the priest’s forgiveness. The priest brought him the cross containing Simeon’s hairs. The bishop kissed it and was healed,
and restored the priest to his ministry. Though he had not wished it, Saint Simeon was persuaded by a vision and ordained a priest by Dionysius, bishop of Seleucia. He was then forty-three years old. Countless miracles of many kinds followed; through a prayer filled with compunction, he even raised a dead person. The years passed, and because he too was human, the time came for him to go to the One he longed for. He was eighty-five years old, and had spent forty-five of those years on his second pillar, there on the Wondrous Mountain. When the Holy Spirit made known to him that the end of his earthly sojourn was near, he called his disciples and told them the news, bitter to them
but deeply desired and sweet to him. Ten days later, on May 24, blessed Simeon departed to Christ, whom he had longed for. He went to enjoy the blessings beyond words that the Creator and Master of all had prepared for him and for all who love Him. His precious and honored relics remained at his Mandra on the Wondrous Mountain, where he had undertaken his wondrous struggles. They became an inexhaustible treasury of miracles, pouring forth healing for souls as well as bodies.
We close the account of Saint Simeon of the Wondrous Mountain, also known as Simeon of the Mandra, whom we celebrate today, with some words he spoke to his disciples when he told them of his approaching death. We believe these words are precious and can help us all. The Saint said: “Brothers and fathers, pray without ceasing. Be humble in heart. Hate the love of money, and give alms as much as you can. For anyone who shows no mercy to the poor is not counted worthy to enter the eternal bridal chamber with the wise virgins. He is shut outside with the foolish ones, because his lamp goes out,
having no oil. Whoever has no compassion for his brother and does not help him in his need denies the Son of God. In a sense, like the Sadducees, he does not confess the resurrection of the dead or hope for the reward to come. Guard self-control with all your strength. It reins in pleasures and quiets the struggle of the flesh, helping you live with purity. If an unclean intrusive thought comes to defile someone’s spiritual mind, let him cry out to the Lord with bitter tears: ‘Christ our Master, God of compassion and mercy, who always are and remain forever, who do not put to shame those who believe in You,
deliver me from the hands of my enemies. Look upon my soul and save me according to Your mercy. My joy, deliver me, Lord, from those who surround me. Lord, the strength of my salvation, shelter me in the hour of battle. Have mercy on me, O God. O God, come to my aid.’ Let anyone troubled by impure intrusive thoughts say these and similar words with tears and a broken heart. And the Lord will help him.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
05 ΜΑΪΟΥ\24 05 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.