Η ζωή και η διδασκαλία του Αγίου Ανδρέα Κρήτης
Γεννήθηκε στη Δαμασκό και άρχισε να μιλά στην ηλικία των επτά ετών, μετά τη μετάληψη της Θείας Ευχαριστίας, και αργότερα αφιερώθηκε στις Γραφές και στην καλλιέργεια της αρετής. Οι γονείς του τον αφιέρωσαν στον Πανάγιο Τάφο, όπου ο Πατριάρχης Θεόδωρος Ιεροσολύμων τον έκανε μοναχό και πατριαρχικό νοτάριο.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννήθηκε στη Δαμασκό και άρχισε να μιλά στην ηλικία των επτά ετών, μετά τη μετάληψη της Θείας Ευχαριστίας, και αργότερα αφιερώθηκε στις Γραφές και στην καλλιέργεια της αρετής.
- Οι γονείς του τον αφιέρωσαν στον Πανάγιο Τάφο, όπου ο Πατριάρχης Θεόδωρος Ιεροσολύμων τον έκανε μοναχό και πατριαρχικό νοτάριο.
- Ο Ανδρέας μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη την αποδοχή από τα Ιεροσόλυμα της καταδίκης του μονοθελητισμού από την Έκτη Οικουμενική Σύνοδο και στη συνέχεια παρέμεινε εκεί για περίοδο μοναχικής προσευχής.
- Κληθείς σε δημόσια διακονία, υπηρέτησε ως διάκονος και φρόντισε ορφανά και φτωχούς, πριν γίνει Μητροπολίτης Κρήτης.
- Στην Κρήτη καθοδήγησε κληρικούς, μοναστήρια και λαϊκούς, βοήθησε όσους είχαν ανάγκη και ανήγειρε εκκλησίες και φιλανθρωπικά ιδρύματα.
- Συνέθεσε ομιλίες, ύμνους και τον Μέγα Κανόνα, ο οποίος καλεί τους χριστιανούς σε μετάνοια και σε προσεκτική ανάγνωση της Γραφής.
- Η αφήγηση αποδίδει στις προσευχές του την προστασία του ποιμνίου του κατά την επίθεση των Αράβων, τον τερματισμό μιας ξηρασίας και τον περιορισμό μιας επιδημίας· πέθανε στην Έρεσο καθ' οδόν προς την Κρήτη.
- Ένα κλείσιμο από τη διδασκαλία του για τον Τελώνη και τον Φαρισαίο προτρέπει σε ταπείνωση, εξομολόγηση των δικών μας αμαρτιών και συγχώρηση αντί για κρίση των άλλων.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι
Άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης άκμασε κατά τον 7ο αιώνα. Πατρίδα είχε την περίφημη Δαμασκό, γονείς δε θεοσεβείς και ενάρετους, Γεώργιο και Γρηγορία ονομαζόμενους. Μέχρι την ηλικία των 7 ετών δεν μπορούσε να μιλήσει και οι γονείς του στενοχωρούνταν, νομίζοντας ότι θα έμενε για πάντα βουβός. Όμως, καθώς την ηλικία εκείνη πήγε κάποτε με τους γονείς του να μεταλάβει, αμέσως καθώς έλαβε τα άχραντα μυστήρια, λύθηκε η γλώσσα του και από τότε άρχισε να ομιλεί κανονικά.
Τον έβαλαν οι γονείς του στο σχολείο, όπου, καθώς ήταν ευφυής, έχοντας προθυμία και επιμέλεια, αλλά και δασκάλους καλούς, προχώρησε στη μάθηση. Μπορούσε να ομιλεί τεχνικά και γλυκύτατα και την ψυχή του έκανε κατάλληλη για την απόκτηση της αρετής και το νου στο να προχωρεί στις υψηλότερες θεωρίες. Μελετώντας ακόμη τις Θείες Γραφές και καθώς φωτίστηκε από αυτές, έγινε εραστής της αληθινής, της Θείας Σοφίας και προς αυτή πάντοτε απέβλεπε. Στοχαζόμενος πως με άλλο τρόπο δεν μπορούσε να ενωθεί με εκείνη τη Θεία Σοφία παρά με το να ελευθερωθεί από όλα τα γήινα και μη έχοντας καμία κλίση προς τα κοσμικά, παρακάλεσε τους γονείς του να τον αφιερώσουν στον Θεό. Έτσι εκείνοι, κατά Θεόν κινούμενοι, τον αφιέρωσαν στον Πανάγιο Τάφο ως προσφορά ευπρόσδεκτη.
Πατριάρχης τότε των Ιεροσολύμων ήταν ο Αγιότατος Θεόδωρος, ο οποίος ανέλαβε τον Ανδρέα, τον έκανε μοναχό και πατριαρχικό νοτάριο και φρόντιζε να τον καταστήσει άνδρα τέλειο, να τον ανεβάσει εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού. Όμως δεν πρόλαβε να απολαύσει τον αναμενόμενο καρπό. Πεθαίνοντας με χαρά στα χέρια του πνευματικού του τέκνου, απήλθε από τον κόσμο αυτό προς το Δεσπότη Χριστό για να λάβει τους στεφάνους για την καλή οικονομία του εμπιστευθέντος ποιμνίου. Άφησε δε τον Ανδρέα μαζί με τον οικονόμο της Εκκλησίας, επίτροπο των εκκλησιαστικών πραγμάτων, όχι δε διάδοχό του, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, αν και ο Άγιος κατά την αρετή και τη διοικητική ικανότητα
υπολειπόταν από κανένα άλλο, αλλά ήταν στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων πατέρας και διδάσκαλος, οικονόμος και υπηρέτης και λαμπρό παράδειγμα κάθε καλού. Επειδή δε με διαταγή του ευσεβή βασιλέα Κωνσταντίνου του Πογονάτου το 680 συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη η Αγία Έκτη Οικουμενική Σύνοδος και καταδίκασε τον μονοθελητισμό, οι αποφάσεις της στάλθηκαν στις διάφορες εκκλησίες για να γίνουν αποδεκτές. Έτσι στάλθηκαν και στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων και ζητήθηκε από αυτή γραπτή ομολογία αποδοχής. Πράγματι συντάχθηκε αυτή και στάλθηκε στην πρωτεύουσα με αποστολή που αποτελούσαν ο πατριαρχικός αυτός νοτάριος Ανδρέας και δύο άλλοι γέροντες.
Όταν έφτασε η αποστολή στην Κωνσταντινούπολη, το 685, βρήκε τον Κωνσταντίνο να έχει αποθάνει, στο θρόνο του δε, το γιο και διάδοχό του, Ιουστινιανό το δεύτερο, τον καλούμενο Ρινότμητο. Παραδόθηκε στον βασιλέα η ομολογία και οι μεν δύο κληρικοί επέστρεψαν στα Ιεροσόλυμα, ο δε Ανδρέας παρέμεινε στην πόλη για να μείνει ελεύθερος από τις εκκλησιαστικές υποθέσεις και να ζήσει ζωή ήσυχη ως μοναχός. Πιθανώς εγκαταβίωσε στο περίφημο μοναστήρι της Θεοτόκου των Βλαχερνών και εκεί αναπτύχθηκε η προς τη Θεοτόκο αφοσίωσή του. Αφήνοντας κάθε μέριμνα, επιδόθηκε στη θεία μελέτη και θεωρία, αγωνιζόμενος δε με νηστείες, αγρυπνίες και δάκρυα,
αγνίστηκε κατά το σώμα και την ψυχή, φωτίστηκε κατά το νου και έτσι ενώθηκε μυστικώς με το Θεό και απολάμβανε τους αρραβώνες των μελλόντων αγαθών. Κάνοντας πολύ καιρό στην πνευματική αυτή ησυχία, έφτασε στα υψηλά πνευματικά μέτρα των τελείων και έτσι προξενούσε πολλή ωφέλεια σε όσους κατέφευγαν σ' αυτόν. Ο λαμπρός όμως αυτός λύχνος δεν ήταν δυνατόν να κρυφθεί μέχρι τέλους, μένοντας κάτω από το μόδιο της ησυχίας. Καθώς έγινε φανερό στον βασιλέα και στους προστάτες της εκκλησίας, αποσπάστηκε με βία από την ησυχαστική ζωή και αφού χειροτονήθηκε διάκονος, διορίστηκε στη διακονία της Μεγάλης Εκκλησίας. Μετά του ανατέθηκε η φροντίδα και διοίκηση του ορφανοτροφείου.
Πατέρας και τροφέας των ορφανών και των πτωχών, του ανατέθηκε δε η φροντίδα και δευτέρου φιλανθρωπικού ιδρύματος. Μετά από είκοσι περίπου χρόνια, καθώς φάνηκε άξιος κατά πάντα, του ανατέθηκε ακόμη μεγαλύτερη υπηρεσία. Ανέβηκε στον υψηλό θρόνο της αρχιεροσύνης και έγινε Μητροπολίτης Κρήτης, της οποίας τότε πρωτεύουσα ήταν η Γορτίνη. Πηγαίνοντας στην επαρχία του, έγινε δεκτός με μεγάλη χαρά και άρχισε το έργο του. Επιμελήθηκε άοκνα τη διοίκηση της εκκλησίας, την αύξηση και σωτηρία του ποιμνίου του. Έβαλε πάνσοφα σε σεμνή τάξη τους ιερωμένους, εκφωνώντας λαμπρό και γλυκύτατο λόγο περί λειτουργικής τάξεως, υποδεικνύοντας τι λογής πρέπει να είναι ο ιερέας που
αξιώθηκε όχι μόνο αυτός να πλησιάζει το πρώτο και απρόσιτο φως, δηλαδή το Θεό, αλλά να φωτίζει και άλλους και να τους συμφιλιώνει με το Θεό. Έπειτα έβαλε σε τάξη τα μοναστήρια με τους κατάλληλους νόμους. Μετά επιμελήθηκε τους κοσμικούς, διδάσκοντάς τους να έχουν προσπάθεια και προσήλωση στο Θεό και όχι στη σάρκα και τον κόσμο, και τις μεν κοσμικές ηδονές να καταφρονούν, τις δε εντολές του Θεού να φυλάττουν και να αγωνίζονται για τη σωτηρία τους. Παιδαγωγούσε τους νέους, σοφρόνιζε τους γέροντες, επέστρεφε στη μετάνοια τους αμαρτωλούς, έδινε ελπίδα θείου ελέους στους μετανοούντες, παρακινούσε στους αγώνες της αρετής τους αγωνιζομένους,
όσους κινδύνευαν να πέσουν στην αμαρτία τους βάσταζε. Πεσμένους σήκωνε, στους ασθενείς γινόταν δύναμη, στους λυπημένους παρηγοριά, στις χήρες προστάτης, στα ορφανά πατέρας, στους πτωχούς θησαυρός, στους πεινασμένους τροφή, στους γυμνούς φόρεμα. Σε όλους έγινε όλα για να σώσει όλους. Και καθώς ο Κύριος μέλλει να γίνει στο μέλλον τα πάντα και φως στους Αγίους, και ζωή, και δόξα, και τροφή, και ένδυμα, και χαρά, και κάθε άλλο αγαθό της μακαριότητας, έτσι και ο Άγιος αυτός Ανδρέας ήταν στο ποίμνιό του αντί για κάθε αγαθό, όχι μόνο ψυχικό αλλά και σωματικό. Ακόμη με τη σοφία, τη σύνεση που είχε, αλλά και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος έγραψε και βιβλία
στα οποία αναδεικνύεται θαυμάσιος και θεόπνευστος ρήτορας. Με τους λόγους του λαμπρά εγκωμιάζει την Υπεραγία Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού στις διάφορες θεομητερικές της εορτές. Εγκωμιάζει επίσης τον ζωοποιό του Σωτήρος Σταυρό, πολλές δεσποτικές εορτές, Αγίους και κατεξοχήν τον Τίμιο Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Ακόμη συνέθεσε σύμφωνα με τη μουσική τέχνη πολλά τροπάρια και κανόνες, με τα οποία όχι μόνο λαμπρύνει τις εορτές και παρακινεί τους χριστιανούς σε πνευματική ευφροσύνη, αλλά και κατάνυξη προξενεί. Κοντά δε στους άλλους συνέθεσε και τον μέγα και κατανυκτικό κανόνα, ο οποίος όχι μόνο κατάνυξη και μετάνοια προκαλεί
και διδάσκει με ποια διάθεση πρέπει να διαβάζουν οι χριστιανοί τις ιερές ιστορίες της Θείας Γραφής, πώς να τις μεταχειρίζονται ως αφορμές υψηλότερων πνευματικών θεωριών. Όχι δε μόνο με τους λόγους του στόλισε την Εκκλησία ο Άγιος, αλλά και με έργα οικοδομικά. Ανακαίνισε παλαιούς ναούς, έκτισε νέο εκ θεμελίων ναό προς τιμή της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία επωνόμασε Βλαχέρνες, γηροκομείο, ξενώνα και πτωχοκομείο, δίνοντας πλουσιοπάροχα τα αναγκαία, ξοδεύοντας σοφά και θεάρεστα τα χρήματα του Θεού και ακόμη υπηρετώντας και με τα ίδια του τα χέρια τους ξένους και τους ασθενείς. Ας αναφέρουμε όμως και κάποια θαυμαστά γεγονότα για να φανεί η αγιότητα και η παρρησία την οποία είχε στο Θεό ο θείος
αυτός Ανδρέας. Μια φορά πήγε αρμάδα των Αράβων στην Κρήτη για να αιχμαλωτίσουν και να ερημώσουν την ποίμνη του Αγίου. Έκαναν φοβερή πολιορκία και μεταχειρίστηκαν κάθε πολεμική μηχανή. Ο δε Άγιος με τις ευπρόσδεκτες από το Θεό προσευχές του, όχι μόνο φύλαξε το ποίμνιό του από τον κίνδυνο, αλλά και στις καρδιές των βαρβάρων τόσο μεγάλο φόβο έβαλε, ώστε τους έκανε να φύγουν από μόνοι τους και στην άτακτη φυγή τους να αφανιστούν πολλοί. Άλλη φορά έκανε τέτοια ξηρασία που τα σπαρτά κινδύνευαν να ξεραθούν, οι δε άνθρωποι από το φόβο της πείνας, την έλλειψη νερού και τον καύσωνα ήταν σχεδόν απελπισμένοι από τη ζωή.
Θεάγιος υψώνοντας στον ουρανό τα χέρια και τα μάτια, επικαλέστηκε το Θεό με όλη του την ψυχή για να δώσει βροχή και, ω του θαύματος, γέμισε από σύννεφα ο ουρανός και έβρεξε τόσο που και τα σπαρτά δροσίστηκαν και έκαναν καρπό πολύ και οι άνθρωποι έλαβαν αναψυχή και πολλή παρηγοριά. Άλλοτε, σε καιρό που παρουσιάστηκε πανούκλα και θανάτωνε πολλούς στην επαρχία του Αγίου, αυτός με τις προς το Θεό ικεσίες του και τα δάκρυα εμπόδισε την ορμή του θανατικού. Όμως και πολλά άλλα θαύματα έκανε ο Άγιος, διότι με το να ήταν θεοφόρος στο μεν ποίμνιό του έφερνε πάντα τα αγαθά του Θεού και το λύτρωνε από κάθε κακό, στο δε Θεό πρόσφερε τις σεσωσμένες ψυχές
προσφορά πολύτιμη και ευπρόσδεκτη. Πέρασαν πολλά χρόνια και κατά το 740 για κάποιες υποθέσεις της Αρχιεπισκοπής του ανέβηκε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί παρέμεινε μερικούς μήνες διακονώντας τη διδασκαλία του Λόγου του Θεού με τη ρητορικότητα, τη θερμότητα και την πρακτικότητα της διδασκαλίας του. Τέλος, ετοιμάστηκε για να αναχωρήσει. Αν και προγνώρισε ότι δεν θα ξανάβλεπε το ποίμνιό του, όμως παρέδωσε τον εαυτό του στο πνεύμα το Άγιο που τον κινούσε. Μπήκε σε ένα καράβι και κίνησε για την Κρήτη. Φτάνοντας στη Μυτιλήνη, στάθηκε εκεί. Ο Άγιος ρώτησε πώς ονομαζόταν ο τόπος εκείνος και όταν του απάντησαν «Ερεσός», είπε:
«Πρέπει να αποδώσω την εικόνα στο Θεό, όπου μου την έδωκεν», δηλαδή εδώ έχω να αποθάνω, το οποίο και έγινε. Και η μεν ψυχή του λύθηκε από το δεσμό του σώματος και χαρούμενη ανέβηκε προς τον ποθούμενο Θεό και καταλαμπόμενη από το απρόσιτο φως της θεότητας απολαμβάνει τα ανεκλάλητα αγαθά της βασιλείας του, το δε ιερό του λείψανο κατατέθηκε στον εκεί ναό της Αγίας Αναστασίας ως θησαυρός ασύλητος και πηγή αέναων θαυμάτων εις δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού.
Το σημερινό συναξάρι με ένα απόσπασμα σε μετάφραση από λόγο του σήμερα εορταζομένου Αγίου στην παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου. Γράφει λοιπόν μεταξύ των άλλων ο Άγιος: «Η ταπεινοφροσύνη ρίχνει όλα τα αμαρτήματα, ενώ η υπερηφάνεια αφανίζει όλες τις αρετές, γιατί είναι πιο μεγάλη και πιο βαριά από κάθε αμαρτία και κακία. Είναι προτιμότερο αφού αμαρτήσουμε να επιστρέψουμε και να ταπεινωθούμε, παρά να πράττομε το ορθό και να καυχιόμαστε. Ο Τελώνης έβγαλε το ένδυμα των αμαρτιών του, αφού δέχθηκε την κατηγορία του Φαρισαίου με πραότητα και υπομονή. Και ο Φαρισαίος από τη δόξα κατέπεσε στο βάραθρο της ανομίας, επειδή έδωσε δίκιο στον εαυτό του,
κατηγόρησε τον Τελώνη και τους άλλους ανθρώπους. Ο Τελώνης από τη ζωή της ντροπής και της αμαρτίας γύρισε στη μακαριστή ζωή και κατάσταση. Ο Φαρισαίος ταπεινώθηκε από τον εγωισμό και την έπαρσή του. Δύο πράγματα ζητούνται από όλους μας: να καταδικάζουμε τα αμαρτήματά μας και να συγχωρούμε τα αμαρτήματα των άλλων. Γιατί όποιος βλέπει τα αμαρτήματά του γίνεται πιο συγχωρητικός απέναντι στους άλλους. Και όποιος κατακρίνει τους άλλους κατακρίνει και καταδικάζει τον εαυτό του, ακόμα κι αν έχει πολλές αρετές. Είναι στ' αλήθεια μεγάλο πράγμα, αδελφοί μου, να μην κατακρίνεις τους άλλους αλλά τον εαυτό σου. Εμείς όμως, παραβλέποντας τα δικά μας αμαρτήματα, τους άλλους πιο πολύ κατακρίνουμε, τους άλλους εξετάζουμε,
δεν ξέρουμε ότι κι αν είμαστε από όλους οι πιο δίκαιοι, όταν κατακρίνουμε τους άλλους, κρινόμαστε ένοχοι και είμαστε άξιοι για την ίδια τιμωρία και κόλαση που αξίζει κι αυτός που εμείς κρίνουμε. Με όποιο μέτρο κρίνετε, θα κριθείτε. Όποιος πορνεύει παραβαίνει εντολή, καθώς κι αυτός που κρίνει τον πορνεύοντα. Επομένως, και οι δυο παραβαίνουν θεία εντολή, και όποιος πορνεύει και όποιος κρίνει. Ας μεταστρέψουμε την εξέταση και την ενασχόλησή μας με τους άλλους στον εαυτό μας, αγαπητοί. Και αν δούμε κάποιους να αμαρτάνουν, ας έχουμε μπροστά στα μάτια μας τα δικά μας αμαρτήματα και ας λογαριάζουμε τα δικά μας χειρότερα από τον άλλον, γιατί όποιος αμάρτησε ίσως μετάνιωσε κατά την ώρα της αμαρτίας.
Εμείς μένουμε αδιόρθωτοι πάντα, κατακρίνοντας και εξετάζοντας τους άλλους. Εκείνος ο Λωτ, αν και κατοικούσε στα Σόδομα, κανένα δεν κατέκρινε και κανένα δεν κατηγόρησε. Γι' αυτό και δικαιώθηκε και διασώθηκε από τη φωτιά και τη γενική καταστροφή, στην οποία καταδικάστηκαν οι Σοδομήτες. Με ταπείνωση λοιπόν κι εμείς, ας κατακρίνουμε τον εαυτό μας, ας εξευτελίσουμε τον εαυτό μας, για να υψώσουμε τον εαυτό μας, για να υψωθούμε ακατάκριτοι στον ουρανό. Ας αγαπήσουμε την ταπεινοφροσύνη. Μ' αυτήν δικαιώθηκε ο Τελώνης και πέταξε των αμαρτημάτων του το φόρτωμα. Ας μισήσουμε την έπαρση, γιατί μ' αυτήν ο Φαρισαίος κατακρίθηκε και έχασε τις αρετές που είχε.»
Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι
Saint Andrew of Jerusalem lived in the seventh century. His homeland was the famous city of Damascus, and his parents, George and Gregoria, were devout and virtuous. Until the age of seven he could not speak. His parents were distressed, thinking he would remain mute forever. But one day, when he went with them to receive Holy Communion, his tongue was loosed as soon as he received the Holy Gifts. From then on, he spoke normally.
His parents sent him to school. He was intelligent and eager to learn, worked diligently, and had good teachers, so he made progress in his studies. He learned to speak with skill and sweetness. He prepared his soul to acquire virtue and his nous, his spiritual intellect, to advance to higher contemplation. As he studied the Holy Scriptures, their light awakened in him a love for true, divine Wisdom, which he always sought. He understood that he could be united with that Wisdom only by freeing himself from earthly things and letting go of any attachment to the world. So he asked his parents to dedicate him to God. Moved by God, they offered him to the Holy Sepulchre as an acceptable gift.
At that time the Patriarch of Jerusalem was the most holy Theodore. He took Andrew into his care, made him a monk and a patriarchal notary, and sought to form him into a mature man, bringing him ‘to the measure of the stature of the fullness of Christ.’ But Theodore did not live to see the fruit he hoped for. He died joyfully in the arms of his spiritual son and departed this world to be with Christ the Master, to receive the crowns earned by his faithful care of the flock entrusted to him. He left Andrew, together with the Church’s steward, in charge of Church affairs, though he did not name him as his successor because Andrew was still young. Yet in virtue and ability to govern, the Saint
was second to none. In the Church of Jerusalem he was a father and teacher, a steward and servant, and a shining example of every good thing. In 680, by order of the devout Emperor Constantine Pogonatus, the Holy Sixth Ecumenical Council met in Constantinople and condemned Monothelitism. Its decisions were sent to the various Churches for acceptance. They were sent to the Church of Jerusalem as well, with a request for a written declaration of acceptance. That declaration was duly prepared and sent to the capital with a delegation consisting of Andrew, the patriarchal notary, and two other elders.
When the delegation reached Constantinople in 685, they found that Constantine had died and that his son and successor, Justinian II, known as Rhinotmetos, was on the throne. The declaration was delivered to the emperor. The other two clerics returned to Jerusalem, but Andrew stayed in the city, hoping to be free from Church affairs and live a quiet life as a monk. He probably lived in the renowned monastery of the Theotokos at Blachernae, where his devotion to the Theotokos deepened. Leaving every care behind, he devoted himself to sacred study and theoria, contemplation of God. Through fasting, vigils, and tears,
he was purified in body and soul, and his nous, his spiritual intellect, received illumination. In this way he was mystically united with God and tasted a foretaste of the good things to come. He spent a long time in this spiritual hesychia, this inner stillness, and reached the spiritual maturity of the perfected. He brought great benefit to those who came to him. But so bright a lamp could not remain hidden forever under the bushel of his quiet life. When the emperor and the leaders of the Church learned of him, they drew him away from his life of stillness. He was ordained a deacon and appointed to serve in the Great Church. Later he was entrusted with the care and administration of the orphanage.
He became a father and provider to orphans and the poor, and was also entrusted with the care of a second charitable institution. After about twenty years, having shown himself worthy in every respect, he was given an even greater ministry. He was raised to the high office of bishop and became Metropolitan of Crete, whose capital at the time was Gortyna. He was welcomed with great joy when he arrived in his diocese, and he began his work. He tirelessly tended the affairs of the Church and the growth and salvation of his flock. With great wisdom he brought the clergy into good order, delivering a splendid and gracious address on the order of worship. He showed them what sort of person a priest must be, one who
has been counted worthy not only to approach the first and unapproachable Light, that is, God, but also to enlighten others and reconcile them to Him. He then set the monasteries in order with fitting rules. After that he cared for the laypeople, teaching them to strive toward God and remain devoted to Him, rather than to the flesh and the world. He taught them to turn away from worldly pleasures, keep God’s commandments, and struggle for their salvation. He guided the young, counseled the elderly, called sinners to metanoia, to repentance, gave those who repented hope in God’s mercy, and encouraged those striving for virtue to continue their struggle.
He supported those in danger of falling into sin and raised up those who had fallen. He became strength to the sick, comfort to the sorrowful, a protector of widows, a father to orphans, a treasure to the poor, food for the hungry, and clothing for those who had none. He became all things to all people so that he might save them all. And just as the Lord will be everything to the Saints in the life to come—their light, life, glory, food, clothing, joy, and every other blessing—so Saint Andrew was every good thing to his flock, caring for their bodies as well as their souls. With his wisdom, understanding, and the illumination of the Holy Spirit, he also wrote books
in which he shows himself to be a remarkable and God-inspired preacher. In his homilies he gives radiant praise to the Most Holy Mother of the Son and Word (Logos) of God on the various feasts in her honor. He also praises the life-giving Cross of the Savior, many feasts of the Lord, and the Saints, especially the Honorable Forerunner and Baptist John. He composed many hymns and canons in the musical tradition. Through them he adorns the feasts and calls Christians to spiritual gladness, while also stirring katanyxis, or compunction, in their hearts. Among these works he composed the Great Canon, which stirs both compunction and metanoia, repentance,
and teaches Christians how to read the sacred stories of Holy Scripture: with a heart ready to draw from them deeper spiritual contemplation. Saint Andrew adorned the Church not only with his words but also with buildings. He restored old churches and built a new church from its foundations in honor of the Most Holy Theotokos, naming it Blachernae. He also built a home for the elderly, a guesthouse, and a shelter for the poor. He provided generously for their needs, spent the money entrusted to God’s service wisely and in a way pleasing to Him, and served strangers and the sick with his own hands. Let us also recount some wondrous events that reveal the holiness of this Saint Andrew and the freedom he had to approach God in prayer.
Once, an Arab fleet came to Crete to take captives and lay waste to the Saint’s flock. The attackers laid a fierce siege and used every weapon of war. But through his prayers, which were pleasing to God, the Saint protected his flock from danger. He also struck such fear into the hearts of the invaders that they fled of their own accord, and many perished in their disorderly retreat. At another time, a drought became so severe that the crops were in danger of withering. Fearing hunger, and suffering from the lack of water and the scorching heat, the people had almost lost hope of living.
The man of God lifted his hands and eyes toward heaven and called upon God with all his soul to send rain. And, O wonder, clouds filled the sky and so much rain fell that the crops were refreshed and bore abundant fruit, while the people found relief and great comfort. On another occasion, a plague broke out and killed many in the Saint’s diocese. Through his tears and supplications to God, he checked its deadly course. The Saint performed many other miracles as well. Because he bore God within him, he brought every good gift from God to his flock and delivered them from every evil. To God he offered the souls he had helped save
as a precious and acceptable gift. Many years passed. Around 740, he traveled to Constantinople on matters concerning his archdiocese. He remained there for several months, ministering through his preaching of the Word (Logos) of God with eloquence, warmth, and practical wisdom. At last he prepared to leave. Though he knew beforehand that he would not see his flock again, he entrusted himself to the Holy Spirit who guided him. He boarded a ship bound for Crete. When it reached Mytilene, it stopped there. The Saint asked the name of the place, and when he was told, ‘Eresos,’ he said:
‘I must return the image to God in the place where He gave it to me.’ He meant that he would die there, and so it happened. His soul was released from the bonds of the body and rose joyfully to the God he longed for. Bathed in the unapproachable light of the Godhead, he now enjoys the blessings of God’s Kingdom that words cannot express. His sacred relics were laid in the church of Saint Anastasia there, an unfailing treasure and a source of endless miracles, to the glory of the Holy Triune God.
We close today’s account of the Saint’s life with a translated passage from a homily by the Saint we celebrate today, on the parable of the Publican and the Pharisee. Among other things, he writes: ‘Humility casts off every sin, while pride destroys every virtue, for it is greater and more grievous than every other sin and vice. It is better to sin and then turn back and humble ourselves than to do what is right and boast about it. The Publican cast off the garment of his sins because he accepted the Pharisee’s accusation with gentleness and patient endurance. But the Pharisee fell from glory into the abyss of lawlessness because he declared himself righteous
and accused the Publican and everyone else. The Publican turned from a life of shame and sin to a blessed life. The Pharisee was brought low by his selfish pride. Two things are asked of us all: to condemn our own sins and forgive the sins of others. Whoever sees his own sins becomes more forgiving toward others. Whoever judges others also judges and condemns himself, even if he has many virtues. Truly, my brothers and sisters, it is a great thing to judge ourselves instead of judging others. Yet we overlook our own sins and spend our time judging and scrutinizing other people.
We fail to see that even if we are more righteous than everyone else, when we judge others, we become guilty and deserve the same punishment and Hell as the person we judge. ‘With the measure you use, it will be measured to you.’ A person who commits sexual sin breaks a commandment, and so does the person who judges him. Both have broken a divine commandment: the one who sins and the one who judges. Beloved, let us turn our scrutiny and concern for others back upon ourselves. If we see someone sinning, let us keep our own sins before our eyes and consider them worse. For that other person may already have repented of the sin he committed.
Yet we remain unchanged, always judging and scrutinizing others. Lot, though he lived in Sodom, judged no one and accused no one. That is why he was counted righteous and saved from the fire and the destruction that fell upon all the people of Sodom. So let us, too, humbly judge ourselves and bring ourselves low, that we may be raised up and ascend to heaven without condemnation. Let us love humility. Through it the Publican was made righteous and threw off the burden of his sins. Let us hate arrogance, for through it the Pharisee was condemned and lost the virtues he had.’
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
07 ΙΟΥΛΙΟΥ\04 07 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.