Ο βίος και το μαρτύριο του Αγίου Μιχαήλ Γρανίτσας
Ο Μιχαήλ μεγάλωσε στη Γρανίτσα της Ευρυτανίας, όπου οι γονείς του τον δίδαξαν να αγαπά τον Χριστό τηρώντας τις εντολές Του. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Μιχαήλ παντρεύτηκε και μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, όπου πουλούσε ψωμί, έδινε ελεημοσύνες και παρακολουθούσε τις εκκλησιαστικές ακολουθίες.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Μιχαήλ μεγάλωσε στη Γρανίτσα της Ευρυτανίας, όπου οι γονείς του τον δίδαξαν να αγαπά τον Χριστό τηρώντας τις εντολές Του.
- Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Μιχαήλ παντρεύτηκε και μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, όπου πουλούσε ψωμί, έδινε ελεημοσύνες και παρακολουθούσε τις εκκλησιαστικές ακολουθίες.
- Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, μια συνομιλία στο μαγαζί του είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη και ανάκρισή του από έναν Οθωμανό δικαστή.
- Ο Μιχαήλ ομολόγησε την Αγία Τριάδα, τον Χριστό ως τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, και την Παναγία ως Θεοτόκο.
- Αρνούμενος να απαρνηθεί την πίστη του παρά τις απειλές θανάτου με φωτιά, είπε ότι ο Χριστός τον ενίσχυσε σε όραμα στη φυλακή.
- Στις 10 Μαρτίου επιβεβαίωσε την πίστη του ενώπιον ανώτερου δικαστή και κάηκε μέχρι θανάτου στη Θεσσαλονίκη.
- Η ομιλία συγκρίνει τον πόθο του για τον Χριστό με εκείνον του Αγίου Ιγνατίου και προτρέπει τους χριστιανούς να δείξουν την ίδια αγάπη μέσω της υπακοής και της υπομονής στις καθημερινές δοκιμασίες.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι
Χριστού Νεομάρτυς Μιχαήλ Μαυρουδής καταγόταν από το μικρό χωριό της Ευρυτανίας που ονομάζεται Γρανίτσα, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή των Αγράφων. Οι γονείς του ονομάζονταν Δημήτριος και Σωτήρα. Ήταν δε και οι δύο θεοσεβείς, δίκαιοι, φιλόπτωχοι και τακτικότατοι στις ακολουθίες της Εκκλησίας. Ανέτρεφαν το γιο τους με κάθε σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη. Του δίδασκαν να φυλάττει τις εντολές του Θεού, διότι από τη φύλαξη των εντολών του αποδεικνύεται η αγάπη την οποία έχει κανείς προς αυτόν, καθώς ο ίδιος λέγει στο Ιερό Ευαγγέλιο: «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με. Ο δε αγαπών με, αγαπηθήσεται υπό του Πατρός μου και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν».
Αυτά τα ευαγγελικά ρητά έκανε καλή αρχή στο να γίνει πληρωτής των εντολών του Κυρίου. Μετά από λίγο καιρό πέθανε ο πατέρας του και αναπαύτηκε στις αιώνιες μονές. Η δε μητέρα του, όσο μπορούσε, με κάθε προθυμία ανέτρεφε το γιο της, τον οποίο και νύμφεψε στην κατάλληλη ηλικία. Κατόπιν, ο Μιχαήλ αναχώρησε και πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπου, πωλώντας άρτους, εξοικονομούσε τα απαραίτητα για τη ζωή του. Έδινε δε και ελεημοσύνη στους πτωχούς και στις εκκλησίες κατά τη δύναμή του. Σύχναζε στις ακολουθίες της εκκλησίας, άκουγε και πρόσεχε τα θεία λόγια. Θέλοντας δε ο Άγιος να γίνει μοναχός, εμποδιζόταν από πολλούς, οι οποίοι του έλεγαν ότι σύμφωνα με τους θείους και ιερούς κανόνες δεν
είναι συγχωρημένο να μονάσει κανείς χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της συζύγου του. Όταν δε έφτασε η τρίτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, πήγε αυτός πρώτος από όλους στην Εκκλησία. Άκουγε δε με προσοχή όλη την ακολουθία, καθώς και τα ιερά λόγια του Ευαγγελίου, τα οποία ως θείο σπόρο φύτευε στο βάθος της καρδιάς του. Τη Δευτέρα της Μεσονηστίμου Εβδομάδος, μετά τον Εσπερινό, αφού πήρε ευλογία από τον Ιερέα, αναχώρησε γρήγορα, ενεργώντας αντίθετα από τη συνήθειά του. Σαν κάποιος να τον βίαζε, πήγε στο εργαστήριό του και κάθισε εκεί. Όταν τότε ήλθε κάποιο παιδί των Αγαρηνών γειτόνων του, που τον γνώριζε από προηγουμένως,
ζήτησε να αγοράσει ψωμί. Ο δε Μάρτυς ρώτησε το παιδί πού πηγαίνει, τι πιστεύει και αν εννοεί εκείνο το οποίο λέγει. Αυτό ο Μάρτυς το έκανε συχνά. Τότε συνέβη να περνά από εκεί κάποιος από τους νομοδιδασκάλους των Οθωμανών, τον οποίο, αφού χαιρέτησε ο μικρός, του είπε: «Ακούεις, διδάσκαλε, τι μου λέγει αυτός ο άπιστος;» Εκείνος στράφηκε και είπε στο μάρτυρα: «Τι είναι αυτά τα οποία λέγεις, άπιστε άνθρωπε, και βλασφημείς την πίστη μας, η οποία είναι ένδοξη και πολύτιμη;» Ο δε Άγιος με παρρησία απάντησε: «Εγώ είμαι αληθινά πιστός και ευσεβής με τη χάρη του Χριστού μου, του αληθινού Θεού, και γνωρίζω τι λέγω και πιστεύω, ώστε να είμαι έτοιμος να πεθάνω για την πίστη μου. Ευχαριστώ.
Τι λέγετε γνωρίζετε, ούτε τι πιστεύετε, αλλά είστε πλανεμένοι και περπατάτε στο σκοτάδι, έχοντας μια θρησκεία γεμάτη μύθους και φαντασίες». Καθώς λέχτηκαν αυτά, σε λίγο μαζεύτηκαν εκεί πολλοί Αγαρηνοί, οι οποίοι συνέλαβαν τον Άγιο και τον πήγαν στον κριτή της πόλεως λέγοντας: «Ακούσαμε τον άνθρωπο αυτό να βλασφημεί τον Μωάμεθ και το Θεό». Ο κριτής τότε, αφού πήρε στα χέρια του χαρτί, άρχισε να ρωτά με λεπτομέρειες τον Άγιο και να καταγράφει τις αποκρίσεις του. Πρώτα τον ρώτησε: «Τι πιστεύεις και πώς ονομάζεσαι και ποια είναι η πατρίδα σου;» Ο δε Άγιος αποκρίθηκε: «Είμαι χριστιανός από την επαρχία της Ευρυτανίας, γεννήθηκα από χριστιανούς γονείς και ονομάζομαι Μιχαήλ». Ο κριτής συνέχισε:
«Γράμματα;» Αποκρίθηκε ο Μάρτυς: «Όχι». Του είπε ο κριτής: «Εφόσον δεν γνωρίζεις γράμματα, πώς κηρύττεις μπρος στο κριτήριό μου το Χριστό, ο οποίος ήταν άνθρωπος, Θεό αληθινό και δημιουργό του παντός, και ο οποίος, καθώς εσείς λέτε, υπέμεινε πάθη και σταυρώθηκε και τάφηκε;» Θεολογώντας τότε ο απλός και θεοφώτιστος Μιχαήλ, ανέλυσε πρώτα το μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Στη συνέχεια, ανέλυσε το χριστολογικό δόγμα, παρουσιάζοντας τον Χριστό ως τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, καθώς και το σωτηριολογικό. Μετά, καθώς ρωτήθηκε, αναφέρθηκε στην Παναγία μας, την οποία κήρυξε Θεοτόκο. «Τον προφήτη μας πώς τον έχετε;» ρώτησε στη συνέχεια ο κριτής.
Αποκρίθηκε ο Μάρτυς: «Από τον καιρό του Χριστού μέχρι σήμερα κανείς προφήτης δεν ήλθε, διότι λέγει ο Κύριος ότι οι προφήτες έως του Βαπτιστού Ιωάννου προφήτευσαν. Ώστε ο δικός σας δεν είναι προφήτης, επειδή είναι μεταγενέστερος από τον Χριστό και καμιά προφητεία δεν είπε. Πώς λοιπόν θα τον πούμε προφήτη;» Όλα αυτά τα είπε ο Μάρτυς Μιχαήλ και ο κριτής τα κατέγραψε. Έπειτα στράφηκε με άγριο βλέμμα προς τον Άγιο και του είπε: «Βλέπεις ότι έγινες κατάκριτος από τα δικά σου τα λόγια και υπόδικος στους νόμους. Γι' αυτό θα παραδοθείς στη φωτιά αν δεν μετανοήσεις και δεν αρνηθείς εκείνα που είπες για να βρεις έλεος». Τότε ο Μάρτυς με φωνή μεγάλη του είπε: «Πιστεύω στον Κύριό μου Ιησού Χριστό,
ο οποίος είναι Θεός αληθινός και δημιουργός και πλάστης μου. Και είμαι έτοιμος, αν είναι δυνατόν, να υπομείνω μύρια βάσανα για την αγάπη του. Γι' αυτό από τα χρήματα που έχω πάρτε και αγοράστε ξύλα για να με κάψετε, διότι δεν θέλω από τα δικά σας να προσφερθώ θυσία στο Θεό μου». Και αμέσως τον έφτυσε, καθώς και το χαρτί του.
Ο κριτής έριξε τον Άγιο στη γη, τον ράβδισε και τον φυλάκισε. Εκείνο το βράδυ, καθώς είπε ο Άγιος σε χριστιανούς που τον επισκέφτηκαν, καθώς προσευχόταν, του παρουσιάστηκε ο ίδιος ο Κύριος και τον δυνάμωσε. Δίνοντας θάρρος στην ψυχή του, είπε: «Μιχαήλ, δικέ μου αθλητά, χαίρε, καθώς εγώ για σένα και για όλο το ανθρώπινο γένος πρόσφερα τη ζωή μου και υπέμεινα σταυρικό θάνατο, με όμοιο τρόπο είναι ανάγκη κι εσύ να πεθάνεις για την αγάπη μου, για να ζήσεις και να βασιλεύσεις μαζί μου. Βλέπε λοιπόν και μη φοβηθείς τη φωτιά, διότι η θεωρία της μόνο έχει το φόβο, η δε δοκιμή της είναι ευκαταφρόνητη. Αυτά θα τα υπομείνεις καθώς θα δυναμώνεσαι από την ανίκητή μου δύναμη». Αφού είπε αυτά ο Κύριος, τον ευλόγησε και απήλθε. Ο δε Μάρτυς γέμισε από υπερβολική αγάπη και ανεκλάλητη χαρά, ώστε να μην μπορεί να κρατήσει τον εαυτό του και πρόσμενε μόνο οπότε να έλθει η ευλογημένη εκείνη η ώρα να χωριστεί από αυτόν τον κόσμο και να ενωθεί με το Χριστό του. Μετά, τον έκλεισαν και πάλι στη φυλακή.
Την Πέμπτη της Μεσονηστίμου Εβδομάδος, τον έφεραν μπρος στον ανώτερο δικαστή. Ο Μάρτυς ήταν όλος χαρά και άστραφτε από τις ακτίνες της Θείας Χάριτος. Πλησίαζε τότε το μεσημέρι και ο κριτής, αφού πήρε στα χέρια του το χαρτί στο οποίο είχε καταγραφεί η ομολογία του Αγίου, άρχισε και αυτός να τον ρωτά για αυτά που ήταν γραμμένα, αν αληθεύουν και αν καθώς ήταν τα ομολόγησε και από πού τα διδάχθηκε. Ο Μάρτυς αποκρίθηκε: «Μη ρωτάς, κριτά, αν αληθεύουν αυτά, γιατί είναι φανερότερο από τον ήλιο και εγώ είμαι τότε που τα ομολόγησα αυτά. Τώρα δε πάλι τα ομολογώ και τα κηρύττω ως αληθινά και πιστά και βέβαια. Αυτά διδάχτηκα πατροπαράδοτα από τους γονείς μου.
Διδάσκαλός μου είναι ο Ιησούς, ο Υιός του Θεού και Θεός αληθινός». Του είπε με θυμό ο κριτής: «Άφησε, άθλιε, αυτά και μετανόησε για να ελεηθείς από το Θεό στους ουρανούς και από τον προφήτη μας για να σε δοξάσουμε κι εμείς στη γη, αλλά περισσότερο για να αποφύγεις τον πικρό θάνατο της πυράς». Αλλά και πάλι ο Μάρτυς του Χριστού αποκρίθηκε με γενναιότητα: «Δεν αρνούμαι το Θεό μου, δεν προτιμώ το σκοτάδι από το φως, ούτε το ψέμα από την αλήθεια, αλλά θέλω να αποθάνω για το Χριστό μου, για να ζήσω με Αυτόν. Μη με φοβερίζεις, κριτά, γιατί δε θα με καταπείσεις, διότι εγώ περίμενα τη μέρα αυτή σαν πανηγύρι λαμπρό και σαν ημέρα ελευθερίας, της οποίας όλος ο κόσμος δεν είναι αντάξιος.
Με ωφελούν τα κέρδη των χρημάτων τα οποία μου υπόσχεστε; Λοιπόν μη χάνεις καιρό, αλλά παράδοσέ με στο Θεό μια ώρα νωρίτερα, γιατί θέλω και αγαπώ να γίνω θυσία του Κυρίου μου, να ψηθώ ως άρτος ηδύς, να τεθώ στην τράπεζα της Αγίας Τριάδος και να προσφερθώ ως ευώδες θυμίαμα σ' αυτή». Με τα λόγια αυτά και άλλα παρόμοια εξέπληξε ο Άγιος τον κριτή. Μετά εξέδωσε την έγγραφη κατά του μάρτυρος απόφαση, η οποία κατέληγε: «Τον ειδικό μας προφήτην, τον Μωάμεθ, φανερά απεκάλυψε ψεύστην και πλάνον και με άλλας ύβρεις εξουθένωσεν και επειδή δεν θέλει να μετανοήσει διά εκείνα τα οποία ελάλησε, ορίζει ο νόμος να παραδοθεί εις το πυρ κατά την δεκάτη του Μαρτίου,
Πέμπτη της εβδομάδος, ώρα ενάτη». Την απόφαση αυτή, αφού πήρε ο έπαρχος, βγήκε από το κριτήριο, έχοντας και τον Άγιο δεμένο, ο οποίος, μιμούμενος και σ' αυτό τον Κύριο, πήγαινε πίσω σαν άκακο αρνείο στη σφαγή, χωρίς να εναντιώνεται ή να κραυγάζει. Μόνο με ευχαριστία και με ταπεινό σχήμα μάζευε όλο το νου του στα ουράνια, εκεί όπου είναι ο Δεσπότης Χριστός. Όλοι δε οι υπόλοιποι της Θεσσαλονίκης μαζεύτηκαν για να δουν το μαρτύριό του. Όλοι σαν σμήνος μέλισσες μαζεύτηκαν για να δουν τον αγώνα του μάρτυρος, πώς αγωνιζόταν και πώς νίκησε τους ορατούς και αοράτους εχθρούς. Έφτασαν λοιπόν στον τόπο στον οποίο έμελε να τελειωθεί ο Άγιος. Αφού τον ξέντυσαν,
άφησαν μόνο με το επανωφόρι και άρχισε πάλι ο έπαρχος να τον κολακεύει, συμπονώντας τον δήθεν, νομίζοντας ότι θα μαλακώσει την αδαμάντινη του ψυχή. Αλλά ο Μάρτυς του είπε: «Γιατί δεν εκτελείς σύντομα την απόφαση του θανάτου μου; Εγώ πιστεύω και ομολογώ, καθώς σας προείπα, ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Υιός του Θεού και Θεός, ο οποίος ήλθε στον κόσμο για να σώσει τους αμαρτωλούς, από τους οποίους εγώ είμαι ο τελευταίος. Δεν θα με καταπείσεις, έστω και αν μου δώσεις μύριες βασιλείες. Άλλη βασιλεία με περιμένει, άφθαρτη και παντοτινή». Τότε διέταξε ο έπαρχος να τον αλείψουν με θειάφι, μετά άναψαν φωτιά από κάτω και αμέσως άναψε σαν κερί.
Δε στεκόταν και καιγόταν πολλή ώρα, υμνώντας το Θεό. Έπειτα, στρέφοντας δεξιά και αριστερά, κι αφού είδε πού βρισκόταν η περισσότερη φωτιά, έπεσε εκεί ο Μακάριος, και το μεν σώμα του παρέδωσε στη φωτιά, τη δε ψυχή του στα χέρια του Θεού.
Θαυμάζει κάθε χριστιανός την πίστη και την αγάπη του νεομάρτυρος αυτού, του Αγίου Μιχαήλ, τον πόθο του για το μαρτύριο. «Θέλω να αποθάνω για το Χριστό μου», δήλωσε, «για να ζήσω με Αυτόν». Εγώ περίμενα τη μέρα αυτή ως πανηγύρι λαμπρό και ως ημέρα ελευθερίας, της οποίας όλος ο κόσμος δεν είναι αντάξιος. Πόθος μαρτυρίου που μας θυμίζει εκείνον του Αγίου Ιερομάρτυρος Ιγνατίου του Θεοφόρου, ο οποίος έλεγε: «Επιθυμώ διακαώς τα θηρία που με περιμένουν στο στάδιο και εύχομαι να μην διστάσουν να ριχτούν επάνω μου. Θα τα καλοπιάσω να με κατασπαράξουν ευθύς και όχι να δειλιάσουν, όπως συνέβη σε ορισμένους μάρτυρες που δεν τους άγγιξαν καν. Και αν αυτά δεν θελήσουν,
θα τα βιάσω. Συγχωράτε με. Τι με συμφέρει, εγώ το ξέρω καλά. Τώρα μόλις αρχίζω να είμαι μαθητής του Κυρίου. Ας σβηστούν μπροστά μου όλα τα θέλγητρα του κόσμου, ορατά και αόρατα, μόνο ο Χριστός ας είναι ο πόθος μου. Φωτιά και σταυρός και θηρίων έφοδοι, σκορπίσματα οστών, λιάνισμα σαρκών, αλεσμοί όλου του σώματος, όλοι οι τρόποι δοκιμασίας του σατανά, ας έλθουν κατεπάνω μου, μόνο να απολαύσω τον Ιησού Χριστό». Αυτός ο πόθος του μαρτυρίου, ο οποίος τελικά είναι πόθος για το Χριστό, πρέπει να κατέχει τον κάθε χριστιανό. Αυτός είναι ικανός να σβήσει κάθε άλλο πόθο, να εξαλείψει κάθε ροπή προς την αμαρτία.
Εμείς οι σημερινοί χριστιανοί δεν χρειάζεται ή δεν έχουμε τις πνευματικές αντοχές για μεγάλα μαρτύρια αίματος. Όμως έχουμε πάρα πολλές καθημερινές ευκαιρίες για να υποφέρουμε για το Χριστό και να δείξουμε την αγάπη, τον πόθο μας για Αυτόν. Πολύμορφες κακοπάθειες για την εφαρμογή των εντολών του Χριστού, υπομονές στις θλίψεις της καθημερινής ζωής. Εάν ποθούμε το Χριστό, τη Βασιλεία Του, δεν μπορεί παρά να έχουμε και πόθο μαρτυρίου. Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός, η απάγουσα εις την ζωήν.
Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι
The New Martyr of Christ, Michael Mavroudis, came from the small village of Granitsa in Evrytania, in the region of Agrafa. His parents were named Dimitrios and Sotira. Both were devout, upright, generous to the poor, and faithful in attending the services of the Church. They raised their son with modesty and humility. They taught him to keep God’s commandments, because keeping His commandments shows the love a person has for Him. As the Lord Himself says in the Holy Gospel: “Whoever has My commandments and keeps them is the one who loves Me. And the one who loves Me will be loved by My Father, and I will love him and reveal Myself to him.”
Michael took these words of the Gospel to heart and began to live by the Lord’s commandments. After some time, his father died and went to rest in the eternal dwelling places. His mother continued to raise him as well as she could, with every care, and arranged his wedding when he came of age. Later, Michael went to Thessaloniki, where he earned his living by selling bread. He also gave alms to the poor and to the churches as much as he could. He regularly attended the services of the Church, listening carefully to the words of God. The saint wanted to become a monk, but many people held him back, telling him that, according to the holy Canons,
a man could not become a monk without his wife’s consent. When the third Sunday of Great Lent arrived, the Sunday of the Veneration of the Cross, Michael was the first to come to church. He listened attentively to the whole service and to the sacred words of the Gospel, planting them deep in his heart like divine seed. On the Monday of Mid-Lent Week, after Vespers, he received the priest’s blessing and left quickly, contrary to his usual habit. As though someone were urging him on, he went to his shop and sat there. Then a boy from one of his Muslim neighbors’ families, who knew him already, came in
to buy bread. The martyr asked the boy where he was going, what he believed, and whether he understood what he was saying. The martyr often did this. Just then, an Ottoman teacher of religious law happened to pass by. The boy greeted him and said, “Teacher, do you hear what this unbeliever is saying to me?” The man turned to the martyr and said, “What are you saying, unbeliever? Why do you blaspheme our faith, which is glorious and precious?” The saint answered boldly, “By the grace of my Christ, the true God, I am truly a believer and a devout man. I know what I say and what I believe, and I am ready to die for my faith. I give thanks.
You do not know what you are saying or what you believe. You have gone astray and walk in darkness, following a religion full of myths and fantasies.” As he spoke, many Muslims gathered there. They seized the saint and brought him before the city judge, saying, “We heard this man blaspheme Muhammad and God.” The judge took up a sheet of paper and began questioning the saint closely, writing down his answers. First he asked, “What do you believe? What is your name, and where are you from?” The saint replied, “I am a Christian from Evrytania. I was born to Christian parents, and my name is Michael.” The judge went on:
“Can you read and write?” “No,” the martyr answered. The judge said, “If you cannot read and write, how can you stand before my court and proclaim as true God and Creator of all this Christ, who was a man and who, as you say, suffered, was crucified, and was buried?” Then simple Michael, enlightened by God, began to speak of theology. First he explained the Mystery of the Holy Trinity. Then he explained the teaching about Christ, proclaiming Him fully God and fully human, and spoke of His work of salvation. When questioned further, he spoke of our Most Holy Theotokos (All-Holy), proclaiming her the Theotokos (God-bearer). “What do you say of our prophet?” the judge then asked.
The martyr answered, “From the time of Christ until today, no prophet has come. The Lord says that the prophets prophesied until John the Baptist. So your man is no prophet: he came after Christ and uttered no prophecy. How, then, can we call him a prophet?” The martyr Michael said all this, and the judge wrote it down. Then the judge looked at the saint fiercely and said, “Your own words have condemned you and made you answerable under the law. You will be given to the fire unless you repent and take back what you have said, so that you may receive mercy.” At this, the martyr said in a loud voice, “I believe in my Lord Jesus Christ,
who is the true God, my Creator and Maker. And I am ready, if it is possible, to endure countless torments for love of Him. Take my money and buy the wood to burn me, for I do not want to be offered as a sacrifice to my God at your expense.” Then he spat at the judge and at his paper.
The judge threw the saint to the ground, beat him with a rod, and imprisoned him. That night, as the saint later told Christians who visited him, the Lord Himself appeared while he was praying and strengthened him. Giving courage to his soul, the Lord said, “Michael, My own champion, rejoice. Just as I gave My life for you and for the whole human race and endured death on the Cross, you too must die for love of Me, so that you may live and reign with Me. Take care, then, and do not fear the fire. Only the sight of it is frightening; when you undergo it, you will find it bearable. You will endure these things because My unconquerable power will strengthen you.” After saying this, the Lord blessed him and departed. The martyr was filled with such abundant love and unspeakable joy that he could hardly contain himself. He longed only for that blessed hour when he would leave this world and be united with his Christ. Afterward, they shut him in prison again.
On the Thursday of Mid-Lent Week, they brought him before a higher judge. The martyr was full of joy and shone with the rays of divine grace. It was nearly noon. The judge took the paper on which the saint’s confession had been recorded and began asking whether what was written was true, whether he had indeed confessed it, and where he had learned it. The martyr answered, “Judge, do not ask whether these things are true. They are clearer than the sun. I am the same man who confessed them then, and I confess and proclaim them again now as true, trustworthy, and certain. I learned them from my parents, who had received them from their own parents.
My teacher is Jesus, the Son of God and true God.” The judge said angrily, “Give up these things, wretched man, and repent. Then God in heaven and our prophet will have mercy on you, and we will honor you here on earth. Above all, you will escape the bitter death of the fire.” But the martyr of Christ answered bravely once more: “I will not deny my God. I will not choose darkness over light, or falsehood over truth. I want to die for my Christ so that I may live with Him. Do not threaten me, judge. You will not persuade me. I have awaited this day as a splendid feast and a day of freedom, a day of which the whole world is unworthy.
What good would the money you promise me do me? Do not waste time, then. Send me to God without delay, for I long to be an offering to my Lord: to be baked like sweet bread, placed on the table of the Holy Trinity, and offered to the Holy Trinity like fragrant incense.” With these and similar words, the saint astonished the judge. The judge then issued a written sentence against the martyr. It concluded: “He has openly declared our own prophet, Muhammad, a liar and deceiver, and has insulted him in other ways. Since he refuses to repent of what he has said, the law orders that he be given to the fire on the tenth of March,
Thursday, at the ninth hour.” The governor received the sentence and came out of the court with the saint bound. In this too, the saint imitated the Lord: he followed like a harmless lamb led to slaughter, neither resisting nor crying out. With thanksgiving and a humble bearing, he gathered his whole nous, his spiritual mind, and fixed it on heaven, where Christ his Master dwells. People from all over Thessaloniki gathered to witness his martyrdom. They came like a swarm of bees to see the martyr’s contest, how he struggled and overcame enemies both visible and invisible. At last they reached the place where the saint was to meet his end. They stripped him,
leaving him only his outer garment. The governor again tried to flatter him, pretending to pity him and thinking he could soften his steadfast soul. But the martyr said, “Why do you delay carrying out my death sentence? As I told you before, I believe and confess that Christ is the true Son of God and is God. He came into the world to save sinners, of whom I am the least. You will not persuade me, even if you offer me countless kingdoms. Another kingdom awaits me, one that is incorruptible and everlasting.” The governor then ordered them to coat him with sulfur. They lit a fire beneath him, and he caught fire at once like a candle.
He stood burning for a long time, praising God. Then he turned to the right and to the left, saw where the flames were strongest, and fell into them. The blessed martyr gave his body to the fire and his soul into the hands of God.
Every Christian marvels at the faith and love of this New Martyr, Saint Michael, and at his longing for martyrdom. “I want to die for my Christ,” he declared, “so that I may live with Him. I have awaited this day as a splendid feast and a day of freedom, a day of which the whole world is unworthy.” His longing for martyrdom calls to mind that of the holy martyr and priest Ignatius the God-bearer, who said: “I eagerly desire the wild beasts waiting for me in the arena, and I pray that they will not hesitate to spring upon me. I will coax them to devour me at once, instead of holding back, as happened with certain martyrs whom they would not even touch. And if they refuse,
I will force them. Forgive me. I know well what is best for me. Only now am I beginning to be a disciple of the Lord. Let every attraction of this world, visible and invisible, fade before me. Let Christ alone be my desire. Let fire and cross, attacks by wild beasts, the scattering of bones, the tearing of flesh, the crushing of my whole body, and every trial Satan can devise come upon me, if only I may gain Jesus Christ.” This longing for martyrdom is, in the end, a longing for Christ, and it should live in every Christian. It can extinguish every other longing and remove every inclination toward sin.
We Christians today are not called to great martyrdoms of blood, and perhaps we do not have the spiritual strength for them. Yet every day gives us many chances to suffer for Christ and to show our love and longing for Him: the many hardships that come with keeping Christ’s commandments, and patient endurance through the troubles of daily life. If we long for Christ and His Kingdom, we will also long to bear witness through suffering. “Narrow is the gate and hard is the way that leads to life.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
03 ΜΑΡΤΙΟΥ\10 03 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.