Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Η εικόνα του Χριστού που δεν έγινε με ανθρώπινα χέρια

Η Εκκλησία τιμά στις 16 Αυγούστου την άφιξη της Αχειροποίητης εικόνας του Χριστού στην Κωνσταντινούπολη. Πάσχοντας από λέπρα και αρθρίτιδα, ο Άβγαρος της Εδέσσης έστειλε τον Ανανία να ζητήσει από τον Χριστό θεραπεία και εικόνα.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Εορτές και Μνήμες16 Αυγούστου20:57Εορτή ή μνήμη
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά στις 16 Αυγούστου την άφιξη της Αχειροποίητης εικόνας του Χριστού στην Κωνσταντινούπολη.
  • Πάσχοντας από λέπρα και αρθρίτιδα, ο Άβγαρος της Εδέσσης έστειλε τον Ανανία να ζητήσει από τον Χριστό θεραπεία και εικόνα.
  • Σύμφωνα με την παράδοση, ο Χριστός αποτύπωσε το πρόσωπό Του σε ύφασμα και το έστειλε στον Άβγαρο, με την υπόσχεση ότι θα στείλει τον Απόστολο Θαδδαίο.
  • Ο Άβγαρος θεραπεύτηκε σε μεγάλο βαθμό όταν προσκύνησε την εικόνα και θεραπεύτηκε πλήρως και βαπτίστηκε αφού έφτασε στην Έδεσσα ο Θαδδαίος.
  • Η εικόνα τοποθετήθηκε πάνω από την πύλη της Εδέσσης, αργότερα κρύφτηκε για προστασία και ανακαλύφθηκε με ένα δεύτερο αποτύπωμα σε κεραμίδι.
  • Αφού η εικόνα μεταφέρθηκε σε πομπή κατά την περίοδο της περσικής πολιορκίας, μεταφέρθηκε από την Έδεσσα στην Κωνσταντινούπολη και τιμήθηκε εκεί.
  • Η ομιλία καταλήγει ότι η πιστή προσκύνηση των εικόνων οδηγεί τους πιστούς προς τον Χριστό, ενώ ο καθαρισμός της καρδιάς οδηγεί στην πνευματική όραση και τη θέωση.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 22 παράγραφοι

16 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Διομήδους, του Οσίου Χαιρήμονος, του Αγίου Μάρτυρος Αλκιβιάδου, των Αγίων 33 Μαρτύρων των εκ Παλαιστίνης. Επιτελείται η ανάμνηση της εισόδου της αχειροτεύκτου μορφής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, η οποία ανακομίστηκε από την πόλη των Εδεσσηνών στην θεοφύλακτη βασιλίδα. Επιτελείται η ανάμνηση της εξαντλήσεως του Αγιασμού και της πάλιν αναδόσεως στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής. Επιτελείται η μνήμη της μετά εκτιρμών φοβεράς απειλής του σεισμού εις τους παλαιούς χρόνους, από την οποία παρά πάσαν ελπίδα Ελύτρωσε ο Πανεκτίρμων Θεός. Επιτελείται η μνήμη του Οσίου Νείλου του Ερικουσίου, του Αγίου Νέου Οσιομάρτυρος Νικοδήμου του εκ Μετεώρων, του Οσίου Γερασίμου του Νέου Ασκητού του εν Κεφαλληνία, του Αγίου Νεομάρτυρος Σταματίου του εκ Βόλου, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Αποστόλου του Νέου του εξ Αγίου Λαυρεντίου. Επιτελείται η ανάμνηση της ευρέσεως στα Μέγαρα των τιμίων λειψάνων των Αγίων Μαρτύρων Σεραφείμ, Δωροθέου, Ιακώβου, Δημητρίου, Βασιλείου και Σαράντη και του Οσίου Τιμοθέου, Αρχιεπισκόπου Ευρίπου, του κτίτορος της Ιεράς Μονής Πεντέλης.

Τέσσερις αχειροποίητες εικόνες ή τέσσερις αχειροποίητοι χαρακτήρες υπήρξαν του Κυρίου. Πρώτη ήταν εκείνη η οποία στάλθηκε στον Άβγαρο, για την οποία θα γίνει σήμερα λόγος. Δεύτερη ήταν εκείνη η οποία τυπώθηκε στο Άγιο Κεράμιο, το οποίο ήταν μπροστά στην προηγούμενη εικόνα.

Ήταν εκείνη η οποία βρέθηκε στα Καμουλιανά και τετάρτη ήταν εκείνη η οποία τυπώθηκε κατά τον έκτο μετά Χριστόν αιώνα. Ας έρθουμε όμως στην πρώτη. Όταν ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός βρισκόταν στη γη και έκαμνε πολλά και εξαίσια θαύματα, καθώς αυτά αναφέρονται στα Ιερά Ευαγγέλια, και η φήμη τους διαδιδόταν σε όλα τα μέρη του κόσμου, Τότε ο τοπάρχης της Εδέσσης Άβγαρος καθόταν άκουσε τη φήμη αυτή, επεθύμησε να πάγει στην Ιερουσαλήμ για να δει τον Κύριο με τα ίδια του τα μάτια. Δεν μπορούσε όμως, διότι η μαύρη λέπρα του παρουσιάστηκε σε όλο του το σώμα, το οποίο το κατέφθειρε και το κατέτρωγε, και ακόμη τον τυραννούσε και άλλη ασθένεια, η αρθρίτιδα. Και η μεν λέπρα του προξενούσε ασχήμια και ταλαιπωρία μεγάλη, η δε αρθρίτιδα δριμύτατους πόνους. Για τα δυο αυτά πάθη δεν έβγαινε από το σπίτι του ούτε παρουσιαζόταν στους υπηκόους του. Κατά δε τις ημέρες του σωτηρίου πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού έγραψε επιστολή προς τον Κύριο, την οποία του έστειλε με κάποιον Ανανία, στον οποίο παρήγγειλε να ζωγραφίσει με κάθε ακρίβεια τον Κύριο.

Ήξερε άριστα τη ζωγραφική τέχνη ο Ανανίας και να του πάει την εικόνα του. Η δε επιστολή του Άβγαρου περιείχε τα εξής: «Άβγαρος τοπάρχης πόλεως Εδέσσης, Ιησού σωτήρι αγαθώ ιατρώ, αναφανέντι εν Ιεροσολύμοις. Ήκουσα τα περισσού φημιζόμενα θαύματα και τας ιατρίας, τας υπό σου γενομένας, άνευ ιατρικών βοτάνων, διότι, ως η φήμη διαλαλεί, συ κάμνεις τους τυφλούς να αναβλέπωσι, τους χωλούς να περιπατώσι, συ καθαρίζεις τους λεπρούς, συ διώκεις τα ακάθαρτα πνεύματα και τους δαίμονας, συ ιατρεύεις τους πάσχοντας από μακράς και πολυχρονίους ασθενείας, συ και νεκρούς ανιστάς. Όθεν εγώ ακούσας περί σου όλα τα θαυμάσια ταύτα,

ελογίστην εν των δύο τούτων, ή ότι συ ο ταύτα ποιών είσαι Υιός του Θεού, ή ότι είσαι Θεός. Δια τούτο λοιπόν έγραψα προς σε και σε παρακαλώ να κάμεις τον κόπον και να έρθεις προς με για να ιατρεύσεις το πάθος μου. Ήκουσα δε και τούτο, ότι οι Ιουδαίοι γογγύζουσι κατά σου και έχουσι σκοπόν να σε κακοποιήσωσιν. Η δε πόλις μου Έδεσσα, ούσα μεν μικροτάτη, αλλά σεμνή, θα εξαρκέσει εις αμφοτέρους ημάς να κατοικώμεν εν αυτή με ειρήνην». Ο Ανανίας λοιπόν πήγε στην Ιερουσαλήμ και έδωσε στον Κύριο την ανωτέρω επιστολή. Έπειτα δε ατένιζε το Άγιο του πρόσωπο με επιμέλεια και μεγάλη προσοχή.

Μη μπορώντας δε να πλησιάσει τον Κύριο για το μεγάλο πλήθος του λαού, το οποίο συνέρεε εκεί, ανέβηκε και κάθισε σε μια πέτρα, και έτσι με το μεν βλέμμα του έβλεπε στο πρόσωπο του Κυρίου, με το χέρι του δε σχεδίαζε σε ένα κεραμίδι την εικόνα του προσώπου του. Δεν μπορούσε όμως να ζωγραφίσει με ακρίβεια το Άγιο του πρόσωπο, διότι άλλαζε όψη και άλλοτε μεν φαινόταν έτσι και άλλοτε αλλιώς. Τότε ο Κύριος, ο οποίος γνωρίζει τα κρύφια των καρδιών, καθώς γνώρισε τον σκοπό του Ανανία, ζήτησε νερό για να νιφθεί και αφού νίφθηκε πήρε ένα διπλωμένο ύφασμα και με αυτό σπόγγισε το θείο και άχραντο του πρόσωπο και, ω του θαύματος, αμέσως τυπώθηκε στο τετράδιπλο εκείνο μανδήλι

το θεανδρικό του πρόσωπο. Έτσι το πήρε και το έδωσε στον Ανανία λέγοντας: «Δώσε αυτό σε εκείνον που σε έστειλε». Έγραψε δε και επιστολή στον Άβγαρο, η οποία σε μετάφραση έχει ως εξής: «Μακάριος είσαι, Άβγαρε, επειδή χωρίς να με δεις πίστευσες σε μένα. Είναι δε γραμμένο για μένα ότι εκείνοι μεν οι οποίοι με είδαν οφθαλμοφανώς δεν πιστεύουν σε μένα, οι δε μη ιδόντες και πιστεύσαντες ζήσωσιν. Ως προς εκείνο που μου γράφεις με την επιστολή σου, να έρθω σε σένα, γνώριζε ότι πρέπει να τελειώσω τα έργα για τα οποία στάλθηκα στον κόσμο από τον πατέρα μου και αφού αυτά τελειώσω και αναληφθώ στους ουρανούς προς τον πατέρα που με απέστειλε, τότε θα σου αποστείλω ένα μαθητή μου

Θαδδαίο ονομαζόμενο, ο οποίος το μεν πάθος σου θα θεραπεύσει, ζωή δε αιώνια και ειρήνη στη ζωή αυτή θα χαρίσει σε σένα και σε αυτούς που είναι μαζί σου. Αλλά και την πόλη σου Έδεσσα θα βοηθήσει αρκετά για να μην την νικήσει κανένας εχθρός». Στο τέλος δε της επιστολής αυτής έβαλε επτά σφραγίδες, οι οποίες ήταν σημαδεμένες με εβραϊκά γράμματα, τα οποία ερμηνεύονται ως εξής: «Θεού θέα, θείον θαύμα». Όταν ο Ανανίας πήγε στον Άβγαρο, εκείνος έπεσε και προσκύνησε την Αγία και άχραντη εικόνα του Κυρίου με πίστη και πόθο πολύ.

Έτσι θεραπεύτηκε αμέσως από την ασθένειά του, μόνο δε έμεινε στο μέτωπό του κάτι λίγο από τη λέπρα. Μετά δε από το σωτήριο πάθος και την Ανάσταση και την εις ουρανούς Ανάληψη του Κυρίου, πήγε ο Απόστολος Θαδδαίος στην Έδεσσα και βάπτισε τον Άβγαρο και όλους τους ανθρώπους του στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Μόλις δε βγήκε ο Άβγαρος από την Αγία Κολυμβήθρα, καθαρίστηκε και εκείνη η λίγη λέπρα η οποία είχε μείνει στο μέτωπό του. Από τότε ο Άβγαρος σεβόταν και τιμούσε με κάθε τρόπο τη Θεία εικόνα του Κυρίου. Θέλοντας δε να την τιμούν και να την προσκυνούν παρόμοια και όλοι οι κάτοικοι της Εδέσσης, κοντά στα άλλα καλά έκανε και το εξής. Την αχειροποίητη εικόνα του Δεσπότου, αφού την κόλλησε σε σανίδα και έγραψε πάνω σ' αυτήν «Χριστέ ο Θεός, ο εις σε ελπίζων

ουκ αποτυγχάνει ποτέ», την έβαλε πάνω από τη δημόσια πύλη της πόλεως. Έβγαλε δε νόμο και διαταγή ότι καθένας ο οποίος εισέρχεται δια της πύλης εκείνης στην πόλη της Εδέσσης έπρεπε πρώτα να αποδίδει σέβας και προσκύνηση στη θαυματουργή εκείνη και θεία εικόνα του Κυρίου. Ο νόμος και η προσταγή αυτή φυλασσόταν μέχρι το τέλος της ζωής του Άβγαρου και του γιου του. Όταν όμως ανέλαβε την εξουσία ο εγγονός του, αποστράφηκε την ευσέβεια και στράφηκε εθεληματικά στη θρησκεία των ειδώλων. Έτσι θέλησε να στήσει πάνω από την πύλη της Εδέσσης δαιμονικό άγαλμα και να γκρεμίσει την εικόνα του Χριστού.

Αυτό δε το γνώρισε με θεία αποκάλυψη ο τότε επίσκοπος της Εδέσσης, κατέβαλε την πρέπουσα φροντίδα και επιμέλεια. Καθώς το μέρος πάνω από την πύλη στο οποίο βρισκόταν η αχειροποίητη εικόνα του Κυρίου ήταν κοίλο, ο Επίσκοπος μπροστά στην Αγία Εικόνα άναψε λύχνο, έβαλε μπροστά κεραμίδα, έκτισε το μέρος εξωτερικά με πλίνθους, το έχρισε με άσβεστο και έτσι έκλεισε το εσωτερικό μέρος, στον τοίχο έκανε ομαλή επιφάνεια και έτσι δεν φαινόταν πλέον η εικόνα του Κυρίου και ο δυσσεβής δεν την γκρέμισε. Από τότε πέρασε τόσος καιρός ώστε δεν θυμόταν κανείς πλέον πού ήταν κρυμμένη η Αγία Εικόνα. Όταν δε ο βασιλέας των Περσών Χοσρόης,

επί της βασιλείας των Ρωμαίων Ηρακλείου, κατά το έτος 615 μ.Χ., πολεμούσε τις πόλεις της Ασίας, έφτασε μέχρι την Έδεσσα. Οι κάτοικοί της καταλήφθηκαν από φόβο και αγωνία, προσέφυγαν στο Θεό και τον παρακάλεσαν με θερμά δάκρυα και συντριβή και αμέσως βρήκαν σωτηρία ως ακολούθως. Κάποια νύχτα παρουσιάστηκε στον τότε επίσκοπο Ευλάβιο ενδοξότατη γυναίκα η οποία του είπε ότι θα έκαμνε πολύ καλά εάν έπαιρνε την επί της πύλης της πόλεως κρυμμένη αχειροποίητη εικόνα του Χριστού και με το χέρι της του έδειξε τον τόπο. Ο δε επίσκοπος πήγε στον τόπο και αφού έσκαψε, ω του θαύματος, βρήκε τη μεν θεία εικόνα του Κυρίου σώα

και αδιάφθορη, το δε λύχνο αναμμένο μετά από πεντακόσια και πλέον έτη, αλλά και στην κεραμίδα την οποία είχε βάλει ο τότε επίσκοπος μπρος από το Άγιο Μανδήλιο βρήκε τυπωμένη άλλη εικόνα του Κυρίου απαράλλακτη με εκείνη του Αγίου Μανδηλίου. Και τις δυο αυτές εικόνες του Κυρίου βλέποντας οι πολίτες της Εδέσσης γέμισαν όλοι πνευματική ευφροσύνη και αγαλλίαση. Αφού πήρε λοιπόν ο Επίσκοπος την Αγία Εικόνα του Κυρίου και έκανε λιτανεία, πήγε στο μέρος της πόλεως όπου από έξω έσκαβαν οι Πέρσες, είχαν δε ετοιμάσει και μεγάλη πυρά. Μόλις λοιπόν πλησίασε ο Επίσκοπος με τη Θεία εικόνα, αμέσως σηκώθηκε δυνατός άνεμος

ο οποίος έστρεψε τη φλόγα κατά των Περσών και έτσι τους δίωκε και τους κατέκαιε. Καθώς έπαθαν αυτά οι Πέρσες, αναχώρησαν άπρακτοι. Επειδή δε στη βασιλεύουσα των πόλεων συνέτρεχαν όλα τα καλά, ήταν δε θέλημα Θεού να θησαυριστεί σ' αυτή κοντά στα άλλα και η αχειροποίητη αυτή και άχραντη εικόνα του Κυρίου, γι' αυτό ο τότε βασιλέας των Ρωμαίων, Ρωμανός ο Νέος, ο οποίος βασίλευσε κατά το 959, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να πλουτίσει και με τον πλούτο της αχειροποίητης αυτής εικόνας τη βασιλεύουσα.

Κατά διαφόρους καιρούς, έστειλε στην Έδεσσα και ζήτησε τη θεανδρική εικόνα του Κυρίου από τον εκεί ευρισκόμενο Αμυρά, δίνοντάς του για τον θησαυρό αυτό δώδεκα χιλιάδες αργύρια, ελευθερώνοντας 200 Σαρακηνούς, τους οποίους συνέβη τότε να έχει αιχμαλώτους. Επιπλέον έδωσε την υπόσχεση ότι στο εξής δεν θα πολεμούν τα στρατεύματα των Ρωμαίων τους Σαρακηνούς. Έτσι ενέδωσε ο Αμυράς να στείλει στο Ρωμανό τη Θεία Εικόνα. Οι επίσκοποι Σαμοσάτων και Εδέσσης και μερικοί άλλοι ευλαβείς, αφού πήραν το Άγιο Εικόνισμα του Κυρίου και τη Χριστόγραφη Επιστολή, άρχισαν την οδοιπορία για την Κωνσταντινούπολη. Πολλά δε θαύματα γίνονταν καθ' οδόν. Κατά τη 15η του μηνός Αυγούστου του έτους 959 έφτασαν οι αρχιερείς που προαναφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και πήγαν στο Ναό των Βλαχερνών με την Αγία Εικόνα του Κυρίου, η οποία με πολύ σεβασμό και χαρά

προσκυνήθηκε από τους τότε βασιλείς, τους άρχοντες και το λαό. Την επομένη, δηλαδή κατά τη 16η του Αυγούστου, αφού σήκωσαν την Αγία Εικόνα στους ώμους τους ο Πατριάρχης Θεοφύλακτος και οι νεαροί βασιλείς, διότι ο Ρωμανός ασθενώντας δεν παραβρέθηκε, καθώς και όλη η Γερουσία με όλους τους εκκλησιαστικούς προέπεμψαν την Αγία Εικόνα με την πρέπουσα συνοδεία μέχρι την καλούμενη Χρυσή Πύλη. Από εκεί με ψαλμούς και ύμνους και με πολλές λαμπάδες και φώτα την μετέφεραν στον περιώνυμο και μεγαλότατο Ναό της του Θεού Σοφίας. Από εκεί ανέβηκαν στα βασιλικά παλάτια και αφού εισήλθαν στο ναό της Θεοτόκου τον επωνομαζόμενο του Φάρου,

απέθεσαν εκεί το Άγιο και Τίμιο Εκτύπωμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού εις δόξα των χριστιανών, εις φύλαξη των βασιλέων και ασφάλεια όλης της πόλεως.

Ακόμη μια φορά μας κάνει εντύπωση η μεγάλη του Θεού μας συγκατάβαση, όταν υπάρχει η καλή, η ανυπόκριτη διάθεση του ανθρώπου, ο πραγματικός πόθος να σωθεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο Κύριος κάνει τα αδύνατα δυνατά ώστε ο άνθρωπος να μην αδικηθεί, να μην στερηθεί των ευλογιών της σωτηρίας. Ο Άβγαρος δεν μπορούσε να πάει να δει και να προσκυνήσει τον Κύριο και εκείνος βρήκε τον τρόπο και του έκανε εκεί που βρισκόταν αισθητή την παρουσία και τη χάρη του με ένα νέο και θαυμαστό όσο και αποτελεσματικό τρόπο. Ο Κύριος πήγε εκεί με την θεοτύπωτη εικόνα Του, την οποία καθώς με πίστη προσκύνησε ο Τοπάρχης έλαβε την υγεία του σώματος και

της ψυχής. Αλλά και εμείς έχουμε σήμερα τις Άγιες εικόνες με τις οποίες, έστω και αν δεν είναι αχειροποίητες, εάν τις προσκυνούμε με πίστη και ευλάβεια, ερχόμαστε σε κοινωνία με τα Άγια εικονιζόμενα πρόσωπα και γινόμαστε κοινωνοί της χάριτός τους.

Είδαν όχι κάποια εικόνα αλλά τον ίδιο τον Χριστό. Τον είδαν όμως μόνο με τις σωματικές αισθήσεις, μόνο εξωτερικά, και έτσι δεν είδαν την εσωτερική πραγματικότητα, δεν είδαν τη θεότητα και έμειναν ανέγγιχτοι και ανεπηρέαστοι από αυτή. Μια τέτοια όραση μόνο με τις σωματικές αισθήσεις δεν βοηθά και δεν σώζει τον άνθρωπο.

Οι συνηθισμένοι χριστιανοί έχουμε πέρα από τη σωματική όραση όραση που δίνει η πίστη, με την οποία βλέπουμε, δεχόμαστε κάποιες αλήθειες για τις οποίες έχουμε ακούσει. Έχουμε την πίστη εξ ακοής. Οι Άγιοι έχουν μια ανώτερη όραση, όραση υπερφυσική, θεϊκή, βλέπουν με μάτια πνευματικά, με την ικανότητα που τους δίνει το Πνεύμα το Άγιο, έχουν φτάσει στη λεγόμενη Θεοπτία, η οποία ταυτίζεται με τη θέωση, το σκοπό της ζωής του ανθρώπου. Δεν πιστεύουν το Θεό, αλλά τον ζουν, έχουν πείρα του Θεού και σε αυτή την κατάσταση έχουν φτάσει αφού προηγουμένως καθαρίστηκαν από τα πάθη, διότι τον ακάθαρτο, τον εμπαθή και πρωτίστως τον διάβολο, η παρουσία, η χάρη του Θεού τον κολάζει,

κατακαίει. Σε αυτή την αίσθηση των Αγίων είθε να φτάσουμε κι εμείς με τη χάρη του Θεού καθαρίζοντας το νου και την καρδιά μας.

Αγγλική μετάφρασηEN · 22 παράγραφοι

On August 16, our Church commemorates Saint Diomedes the Martyr; Saint Chaeremon; Saint Alcibiades the Martyr; and the thirty-three holy martyrs from Palestine. We also remember the arrival in Constantinople, the city guarded by God, of the Image Not Made by Hands of our Lord and God and Savior Jesus Christ, brought there from Edessa. We remember the running dry and renewed flow of the blessed water at the Church of the Life-Giving Spring. We remember, too, the terrible threat of an earthquake in ancient times, from which the all-merciful God delivered the people beyond all hope. The Church also commemorates Saint Neilos of Erikousa; Saint Nikodemos, the New Monastic Martyr from Meteora; Saint Gerasimos, the New Ascetic of Cephalonia; Saint Stamatios, the New Martyr from Volos; and Saint Apostolos, the New Great Martyr from Agios Lavrentios. Finally, we remember the discovery at Megara of the precious relics of the holy martyrs Seraphim, Dorotheos, James, Demetrios, Basil, and Sarantis, and of Saint Timothy, Archbishop of Euripos and founder of the Monastery of Penteli.

There were four images of the Lord not made by hands, four miraculous impressions of His likeness. The first was the one sent to Abgar, which we will speak about today. The second was impressed upon the Holy Keramion, the tile placed before the first image.

The third was found at Kamouliana, and the fourth was impressed in the sixth century after Christ. But let us turn to the first. While our Lord Jesus Christ was on earth, He performed many extraordinary miracles, as the Holy Gospels tell us. Word of them spread throughout the world. When Abgar, the ruler of Edessa, heard these reports, he longed to go to Jerusalem and see the Lord with his own eyes. But he could not. A severe leprosy had spread over his whole body, wasting and consuming it, and he was also tormented by arthritis. The leprosy disfigured him and caused him great suffering, while the arthritis brought intense pain. Because of these two illnesses, he neither left his house nor appeared before his people. Around the time of the Lord Jesus Christ’s saving Passion, he wrote a letter to the Lord and sent it with a man named Ananias. He also instructed Ananias to paint a faithful portrait of the Lord.

Ananias was an accomplished painter, and Abgar wanted him to bring back the Lord’s image. Abgar’s letter said: “Abgar, ruler of the city of Edessa, to Jesus, the good Savior and healer who has appeared in Jerusalem. I have heard of the many miracles and healings attributed to You, accomplished without medicines or herbs. People say that You give sight to the blind and make the lame walk. You cleanse lepers, drive out unclean spirits and demons, heal those who have suffered from long-standing illnesses, and even raise the dead. When I heard of all these wonders You perform,

I concluded one of two things: either You, who do these works, are the Son of God, or You are God. So I have written to ask You to make the journey to me and heal my illness. I have also heard that the Jews are murmuring against You and intend to harm You. My city of Edessa is very small, but it is a respectable place, and there is room enough for both of us to live here in peace.” Ananias went to Jerusalem and gave the Lord this letter. Then he gazed carefully and intently at His holy face.

Because of the great crowd gathered there, Ananias could not get close to the Lord. So he climbed up and sat on a stone. As he studied the Lord’s face, he tried to sketch it on a tile. But he could not capture His holy face accurately: its appearance seemed to change, now looking one way, now another. Then the Lord, who knows what is hidden in every heart, understood Ananias’s purpose. He asked for water to wash His face. After washing, He took a folded cloth and wiped His divine and spotless face with it. And, wonder of wonders, His likeness was immediately impressed upon that cloth, folded in four:

the face of the God-Man, Christ. He gave the cloth to Ananias and said, “Give this to the one who sent you.” He also wrote Abgar a letter, which in translation reads: “Blessed are you, Abgar, because you have believed in Me without seeing Me. It is written of Me that some who see Me with their own eyes will not believe, while those who have not seen Me and yet believe will live. As for your request that I come to you, know that I must finish the works for which My Father sent Me into the world. When I have finished them and ascended to heaven to the Father who sent Me, I will send you one of My disciples,

named Thaddeus. He will heal your illness and grant eternal life and peace in this life to you and those with you. He will also help your city, Edessa, so that no enemy will overcome it.” At the end of the letter, He placed seven seals bearing Hebrew letters, understood to mean: “The vision of God, a divine wonder.” When Ananias returned to Abgar, Abgar fell down before the Lord’s holy and spotless image and venerated it with great faith and longing.

He was healed at once, though a small trace of leprosy remained on his forehead. After the Lord’s saving Passion, the Resurrection, and the Ascension into heaven, the Apostle Thaddeus came to Edessa. He baptized Abgar and all his people in the name of the Father and of the Son and of the Holy Spirit. As soon as Abgar came out of the baptismal font, even the last trace of leprosy on his forehead was gone. From then on, Abgar honored the Lord’s divine image in every way. He wanted all the people of Edessa to honor and venerate it as he did. So, among his other good deeds, he mounted the Image Not Made by Hands of the Master on a board and inscribed above it: “O Christ our God, whoever hopes in You

will never be disappointed.” He placed it above the city’s public gate. He also decreed that everyone entering Edessa through that gate should first show reverence and venerate the Lord’s divine, wonderworking image. This decree was observed throughout Abgar’s life and his son’s. But when his grandson took power, he rejected the faith and willingly turned to the worship of idols. He wanted to put an idol above the gate of Edessa and tear down the image of Christ.

The bishop of Edessa at the time learned of this through divine revelation and took care to protect the image. The space above the gate where the Lord’s Image Not Made by Hands stood was recessed. The bishop lit a lamp before the holy image, placed a tile in front of it, and sealed the recess with bricks and plaster. He made the outer wall smooth, so the Lord’s image could no longer be seen, and the impious ruler did not tear it down. So much time passed that no one remembered where the holy image was hidden. Then Chosroes, king of the Persians,

while Heraclius ruled the Romans, waged war against the cities of Asia and reached Edessa in the year 615. The people were overcome with fear and anguish. With heartfelt tears and contrition, they turned to God and begged for His help. Deliverance soon came in this way. One night, a radiant woman appeared to the bishop, Eulalios, and told him to recover the Lord’s Image Not Made by Hands, hidden above the city gate. She pointed out the place with her hand. The bishop went there and dug into the wall. And, wonder of wonders, he found the Lord’s divine image intact

and untouched by decay. The lamp was still burning after more than five hundred years. On the tile that the earlier bishop had placed before the Holy Mandylion, he found another impression of the Lord’s image, exactly like the one on the Mandylion. When the people of Edessa saw both images, they were filled with spiritual joy and gladness. The bishop took the Lord’s holy image and carried it in procession to the part of the city where the Persians were digging outside the walls and had prepared a great fire. As soon as he approached with the divine image, a powerful wind arose

and turned the flames against the Persians, driving them away and burning them. After suffering this, the Persians withdrew without accomplishing anything. God willed that this spotless Image Not Made by Hands of the Lord should join the other treasures of Constantinople, the imperial city. So Romanos the Younger, who ruled the Romans in 959, made great efforts to bring that treasure there.

On several occasions, Romanos sent to Edessa to ask its emir for the Lord’s image. In exchange, he offered twelve thousand silver coins, the release of two hundred Saracen captives, and a promise that Roman troops would no longer wage war against the Saracens. The emir agreed to send the divine image to Romanos. The bishops of Samosata and Edessa, together with other devout men, took the Lord’s holy icon and His letter to Abgar and set out for Constantinople. Many miracles took place along the way. On August 15 in the year 959, the bishops arrived in Constantinople and brought the Lord’s holy image to the Church of Blachernae. There, with great reverence and joy, it

was venerated by the rulers, officials, and people. The next day, August 16, Patriarch Theophylact and the young emperors carried the holy image on their shoulders. Romanos was ill and could not attend. The whole Senate and the clergy accompanied the image in a fitting procession to the Golden Gate. From there, with psalms and hymns, and with many candles and lamps, they carried it to the renowned great Church of the Holy Wisdom. Then they went up to the imperial palace and entered the church of the Theotokos (God-bearer) known as the Church of the Pharos.

There they placed the holy and precious image of our Lord and God and Savior Jesus Christ, for the glory of the Christians, the protection of the emperors, and the safety of the whole city.

Once again, we are struck by how far our God stoops to help us when a person has a sincere heart and a true longing to be saved. In such cases, the Lord makes the impossible possible, so that no one is deprived of the blessings of salvation. Abgar could not go to see and venerate the Lord. So the Lord found a way to make His presence and grace felt where Abgar was, in a new and wondrous way that truly brought healing. Through His divinely impressed image, the Lord came to him. When the ruler venerated it in faith, he received healing in body and

soul. We too have holy icons today. Though they are not images made without hands, when we venerate them with faith and reverence, we enter into communion with the holy persons depicted and become partakers of their grace.

Some people saw Christ Himself, rather than an image of Him. But they saw Him only with their bodily senses, only on the outside. They did not see the deeper reality; they did not see His divinity, and it left them untouched and unchanged. Seeing in this way, with the bodily senses alone, neither helps nor saves a person.

We ordinary Christians have more than physical sight. Faith gives us another kind of sight: through it, we accept truths we have heard about. Ours is faith that comes by hearing. The Saints have a higher, supernatural sight. They see with spiritual eyes, through the ability the Holy Spirit gives them. They have reached what is called the vision of God, or theoptia, which is theosis, divinisation—the purpose of human life. They do more than believe in God: they experience Him and know Him firsthand. They have reached this state after being cleansed of the passions, for God’s presence and grace torment the impure person ruled by the passions, and above all the devil;

they burn him. May we too, by God’s grace, come to share this experience of the Saints, cleansing our nous, our spiritual intellect, and our hearts.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\16 08.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα