Οι 42 μάρτυρες του Αμορίου και η σταθερή καρτερία
Η διάλεξη τιμά τη μνήμη των σαράντα δύο μαρτύρων του Αμορίου και τοποθετεί την ιστορία τους στην εικονομαχική βασιλεία του αυτοκράτορα Θεοφίλου. Αφού το Αμόριο έπεσε στις δυνάμεις του χαλίφη Μουτασίμ το 838, σαράντα δύο χριστιανοί ηγέτες αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν στη Βαγδάτη.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η διάλεξη τιμά τη μνήμη των σαράντα δύο μαρτύρων του Αμορίου και τοποθετεί την ιστορία τους στην εικονομαχική βασιλεία του αυτοκράτορα Θεοφίλου.
- Αφού το Αμόριο έπεσε στις δυνάμεις του χαλίφη Μουτασίμ το 838, σαράντα δύο χριστιανοί ηγέτες αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν στη Βαγδάτη.
- Υπέμειναν επτά χρόνια σκληρής φυλάκισης και επανειλημμένα αρνήθηκαν τις προσφορές να εγκαταλείψουν την πίστη τους.
- Οι μάρτυρες υποστήριζαν ότι η στρατιωτική νίκη δεν αποδεικνύει τη θρησκευτική αλήθεια, αφού ο Θεός μπορεί να επιτρέπει νίκες για διαφορετικούς σκοπούς.
- Στις 6 Μαρτίου ο ιερέας Θεόδωρος και οι υπόλοιποι αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν, αφού ομολόγησαν σταθερά τον Χριστό.
- Η διάλεξη στοχάζεται την ευγνωμοσύνη τους μέσα στη δοκιμασία και τη συνδέει με τους Μακαρισμούς του Χριστού και την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου.
- Καταλήγει ότι το παράδειγμά τους μπορεί να φέρει παρηγοριά στις αναπόφευκτες δοκιμασίες και προθυμία για εκούσιες κακουχίες.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι
Μάρτυρες Θεόδωρος, Κωνσταντίνος, Κάλλιστος, Θεόφιλος, Βασόης και οι υπόλοιποι από τους συνολικά 42 μάρτυρες, των οποίων τη μνήμη σήμερα εορτάζουμε, ήταν στο Αμόριο κατά τον 9ο μετά Χριστόν αιώνα, κατά τους χρόνους που βασίλευε στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας Θεόφιλος. Για τον αγώνα του ενάντια στις Άγιες εικόνες και το διωγμό των κατοίκων που τιμητικά τις προσκυνούσαν, παραχώρησε ο Θεός και ξεσηκώθηκαν σε πόλεμο εναντίον του οι Άραβες. Πόσες ήττες υπέστη, πόσες καταστροφές προκλήθηκαν στην αυτοκρατορία, πόσες πόλεις και χωριά ερημώθηκαν για την εικονομαχία του, είναι αδύνατο να περιγράψει κανείς. Κατά το έτος 838,
χαλίφης της Βαγδάτης Μοτασέμ ή Μουτασίμ, που ήταν τότε ο ανώτατος πολιτικός και θρησκευτικός άρχοντας των Αράβων, όρμησε με μεγάλη στρατιωτική δύναμη εναντίον του Αμορίου, πόλεως κατά το κέντρο της Μικράς Ασίας, η οποία ιδίως από τον 6ο αιώνα ήταν επίσημο στρατιωτικό κέντρο και αμυντήριο του Βυζαντινού κράτους. Πέρσες ποιητές την ονόμασαν Βασιλεύουσα των Ελλήνων. Μετά από αντίσταση 55 ημερών υπό τον ηρωικό στρατηγό Αέτιο και μετά από προδοσία, η πόλη κυριεύτηκε. Λέγεται ότι 70.000 φονεύτηκαν και αιχμαλωτίστηκαν. Από αυτούς που αιχμαλωτίστηκαν, 42, μεταξύ των οποίων ο ιερέας Θεόδωρος
και οι λοιποί, διαπρεπέστατοι πολιτικοί και στρατιωτικοί, μεταφέρθηκαν στη Βαγδάτη και ρίχτηκαν στις φυλακές. Εκεί παρέμειναν αλυσοδεμένοι μέσα στο σκοτάδι και την υγρασία, χωρίς αερισμό, κοιμώμενοι στο έδαφος, διέκοπταν δε την πείνα και τη δίψα τους με λίγο μουχλιασμένο ψωμί και με νερό που ήταν αδύνατο να το πιουν. Και μέχρις ότου έμενε στους γενναίους εκείνους η προηγούμενη δύναμη του σώματος, δεν έκαναν κάποιο λόγο οι Αγαρηνοί για την πίστη. Όταν όμως είδαν ότι εξαντλήθηκαν τελείως από τις ταλαιπωρίες τα σώματά τους, τότε με προσταγή του χαλίφη τους πήγαν πολλές φορές στη φυλακή μερικοί υπηρέτες της θρησκείας τους και, υποκρινόμενοι φιλανθρωπία,
έδιναν χρήματα και ενδύματα και προσπαθούσαν να τους παρασύρουν στην άρνηση της χριστιανικής πίστεως. Όμως οι Άγιοι αυτό που τους πρότειναν το απέρριπταν σαν μίασμα βδελυρό και απαίσιο. Ακολούθησαν κι άλλες παρόμοιες προσπάθειες να τους αποσπάσουν από την πίστη του Χριστού, έγιναν δε πολλές συζητήσεις κατά τις οποίες φάνηκε η πλάνη των Μωαμεθανών. Ένα από τα επιχειρήματά τους ήταν ότι οι νίκες των στρατευμάτων τους ήταν αποτέλεσμα και απόδειξη της ευσέβειάς τους. Σε αυτό οι Άγιοι απάντησαν: «Άραγε, δεν ακούσατε τις παλαιές νίκες των Περσών, οι οποίοι νίκησαν όλο σχεδόν τον τότε γνωστό κόσμο, τις νίκες των Ελλήνων, οι οποίοι υποδούλωσαν και τους Πέρσες; Κατόπιν δεν ακούσατε τις νίκες των παλαιών Ρωμαίων,
οι οποίοι κυρίευσαν όλη την οικουμένη; Τι λοιπόν απαντάτε σε αυτά; Αυτοί ήταν ευσεβείς; Δεν πίστευαν όλοι στην πολυθεΐα; Δεν προσκυνούσαν τα είδωλα; Από πού λοιπόν παραχωρήθηκαν σε αυτούς οι τόσες νίκες και η τόση κυριαρχία;» Και πρόσθεταν οι Άγιοι: «Από την Αγία Γραφή και από όλα όσα είπαμε είναι φανερό ότι ο Θεός δίνει τη νίκη σε ένα στράτευμα ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Δίδεται δηλαδή η νίκη και στους ευσεβείς και στους ασεβείς. Και στους ευσεβείς μεν δίδεται όταν ο Θεός θέλει να δοξαστεί το όνομά Του το Άγιο, στους δε ασεβείς δίδεται όταν ο Θεός θέλει να τιμωρήσει τους ευσεβείς για τις παρεκτροπές τους, όταν δηλαδή οι ευσεβείς βυθίζονται στην αμαρτία και
παραμένουν αμετανόητοι, προσκρούοντες έτσι στον ζωοποιό Θεό με την αχαριστία. Ακόμη πρέπει να γνωρίζετε ότι για τιμωρία αυτών που αμαρτάνουν ο Θεός μεταχειρίζεται όχι τους καλούς και πράους, αλλά τους σκληρούς και πονηρούς. Αυτό είναι που σας κάνει να απατάστε και να υπερηφανεύεστε,
νομίζοντας ότι είστε ευσεβείς, αν και δεν είστε». Καθώς αυτά εκείνοι άκουσαν και κατάλαβαν το αμετάθετο της γνώμης των Αγίων μαρτύρων, επέστρεψαν στον αρχηγό τους και του ανέφεραν την ακλόνητη πίστη των Αγίων, οι οποίοι με θερμά δάκρυα ευχαριστούσαν τον Θεό, διότι τους αξίωσε να είναι χριστιανοί και να πάσχουν τόσα βάσανα για τον αληθινό Θεό, δεόμενοι με πολλή λύπη για εκείνους που είχαν κυριευτεί από την πλάνη του Μωάμεθ. Έτσι πέρασαν οι Άγιοι κλεισμένοι στη φυλακή επτά ολόκληρα χρόνια, υποφέροντας φοβερά από τις κακουχίες και τις θλίψεις της φυλακής. Παρ' όλα αυτά δεν αμέλησαν το έργο της κοινής και κατ' ιδίαν προσευχής και ακατάπαυστα ευχαριστούσαν τον Θεό για όλα όσα τους συνέβαιναν, ιδιαίτερα δε για την ψυχική τους σωτηρία, την οποία Εκείνος απεργαζόταν με διάφορους τρόπους. Διότι, αφού καθαρίστηκαν με τη θλίψη από την αμαρτία της ηδονής και φωτίστηκαν στο νου με την πολυχρόνια προσευχή και ησυχία, σκέπτονταν και έλεγαν: «Τι να ανταποδώσουμε στον Κύριο που μας αγάπησε κατά αυτόν τον τρόπο και μας αξίωσε να υπομένουμε τέτοια παθήματα για Αυτόν; Διότι τους πόνους αυτούς, τους οποίους
όταν βρισκόμασταν στον κόσμο δεν υποφέραμε ούτε να τους ακούμε, να που τώρα τους δεχθήκαμε χωρίς βλάβη και τους υπομείναμε, επειδή βεβαίως μας δυνάμωσε η Χάρη του Θεού». Κατά το πρωί της έκτης του Μαρτίου μηνός πήγε στη φυλακή κάποιος αξιωματικός με οπλισμένους στρατιώτες, απεσταλμένος από τον ηγεμόνα, και πρόσταξε να βγουν έξω οι 42 αυτοί άνδρες ως προεστώτες των φυλακισμένων και τους πρότεινε να συμπροσευχηθούν με τον ηγεμόνα τους. Εκείνοι όμως απάντησαν: «Παρακαλούμε τον αληθινό και μόνο Θεό, όχι μόνο ο ηγεμόνας αλλά και εσύ και όλο το έθνος σας να αρνηθείτε την άθεο πλάνη του Μωάμεθ και να προσκυνήσετε και να λατρεύσετε τον Θεό
που κηρύττεται δια των Αγίων Προφητών και Αποστόλων του Χριστού, και όχι εμείς να αφήσουμε το φως και να έλθουμε στο σκοτάδι». Τέλος, μη μπορώντας πλέον ο Άραβας εκείνος να υποφέρει περισσότερο τη γενναιότητα των Ομολογητών του Χριστού, πρόσταξε τους στρατιώτες να δέσουν πίσω τα χέρια τους και να τους σύρουν σαν πρόβατα στον τόπο της σφαγής.
Έτρεξαν πολλοί για να δουν τη θανάτωσή τους. Πρώτος ο μακάριος ιερέας Θεόδωρος, αφού έκανε την προσευχή του, πλησίασε στον δήμιο και, αφού πρόθυμα και ένδοξα τελειώθηκε, ακολούθως τελειώθηκαν μετά χαράς και οι άλλοι Άγιοι Μάρτυρες. Κανείς από αυτούς δεν έδειξε δειλία ή δισταγμό, έτσι ώστε και αυτός ο άρχοντας έμεινε εκστατικός για την τόση τόλμη που έδειξαν, το ακατάβλητο μέχρι τέλους θάρρος τους κατά του θανάτου. Δεν τους νίκησαν οι υποσχέσεις των ηδονών, δεν ελάττωσε τον πόθο τους προς το Θεό η μακροχρόνια ταλαιπωρία την οποία υπέμειναν μέσα στη φυλακή, δεν φόβισε το ανδρικό τους φρόνημα η βαρβαρική απανθρωπιά και αυθάδεια, δεν τους πλάνησε ο εχθρός και πλάνος των ψυχών,
που κίνησε εναντίον τους τα πάντα ως δόλωμα. Οι του Χριστού καλοί νικητές μάρτυρες τον απεδίωξαν νικημένο και καταντροπιασμένο
σε όλα και κατά πάντα, επειδή δεν λυπήθηκαν το σώμα τους, αλλά την ψυχή τους μόνο περιποιήθηκαν.
Στα άλλα τα οποία θα μπορούσε κανείς να προσέξει στο συναξάρι των σήμερα εορταζομένων Αγίων Τεσσαράκοντα Δύο Μαρτύρων, είναι αυτό το οποίο οι μάρτυρες σκέπτονταν και έλεγαν: «Τι να ανταποδώσουμε στον Κύριο που μας αγάπησε κατά αυτόν τον τρόπο και μας αξίωσε να υπομένουμε τέτοια παθήματα για Αυτόν;» Τα λόγια αυτά προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση, διότι εμείς συνηθίζουμε να ευχαριστούμε μόνο για τα ευχάριστα, για δε τα δυσάρεστα συνηθίζουμε να παρακαλούμε για να απαλλαγούμε από αυτά. Φαίνεται λοιπόν ότι οι Άγιοι αυτοί, αλλά γενικότερα οι Άγιοι της Εκκλησίας, βλέπουν και εκτιμούν διαφορετικά από εμάς τα πράγματα, έχουν διαφορετική νοοτροπία.
Πρόκειται για τη Θεία Νοοτροπία και Λογική, την οποία βλέπουμε και στους μακαρισμούς. «Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται. Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστίν η Βασιλεία των Ουρανών. Μακάριοί εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ' υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού. Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς».
Οι Άγιοι καθώς έπασχαν ήταν μακάριοι, διότι έτσι έδειχναν την αγάπη τους προς τον αυτούς αγαπήσαντα, αλλά και για τον πολύ μισθό που θα λάμβαναν εν τοις ουρανοίς. Και αυτή τη μισθαποδοσία στην παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου, όπου ο Αβραάμ λέγει στον εν βασάνοις ευρισκόμενο πρώην πλούσιο: «Τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου και Λάζαρος ομοίως τα κακά. Νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι».
Τέτοιο σκεπτικό και μια τέτοια νοοτροπία θα βοηθούσε και εμάς στις μεν ακούσιες αθέλητες θλίψεις να έχουμε πολλή παρηγοριά, για δε τις εκούσιες θεληματικές κακοπάθειες να έχουμε πολλή την προθυμία.
Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι
The martyrs Theodore, Constantine, Kallistos, Theophilos, Basoes, and the others among the Forty-Two Martyrs whom we commemorate today were in Amorium in the ninth century after Christ, when Emperor Theophilos ruled in Constantinople. Because he fought against the holy icons and persecuted those who venerated them, God permitted the Arabs to rise up in war against him. It is impossible to describe how many defeats he suffered, how much destruction came upon the empire, and how many cities and villages were left desolate because of his iconoclasm. In the year 838,
the caliph of Baghdad, al-Mu'tasim, who was then the supreme political and religious ruler of the Arabs, attacked Amorium with a large army. The city lay in central Asia Minor and, especially from the sixth century onward, had been an official military center and stronghold of the Byzantine state. Persian poets called it the capital of the Greeks. After fifty-five days of resistance under the heroic general Aetios, and after an act of betrayal, the city fell. It is said that seventy thousand people were killed or taken captive. Of the captives, forty-two, including Theodore the priest
and other prominent civil and military leaders, were taken to Baghdad and thrown into prison. There they remained in chains, in darkness and damp, without fresh air. They slept on the ground and had only a little moldy bread and water scarcely fit to drink to relieve their hunger and thirst. As long as those brave men still had their former bodily strength, the Arabs said nothing to them about their faith. But when they saw that hardship had utterly exhausted them, the caliph ordered some ministers of their religion to visit the prison repeatedly. Pretending to show compassion,
they offered the captives money and clothing and tried to persuade them to renounce the Christian faith. The Saints rejected these offers as something vile and abhorrent. More attempts followed to draw them away from faith in Christ, and there were many discussions in which the error of the Muslims became clear. One of their arguments was that their armies’ victories were the result and proof of their piety. The Saints replied, “Have you not heard of the ancient victories of the Persians, who conquered almost the entire known world of their day? Or of the victories of the Greeks, who even brought the Persians under their rule? And have you not heard of the victories of the ancient Romans,
who conquered the whole inhabited world? What do you say to that? Were those peoples devout? Did they not all believe in many gods and worship idols? Why, then, were they granted so many victories and such great dominion?” The Saints added, “From Holy Scripture and from everything we have said, it is clear that God grants victory to an army according to the purpose He intends. Victory is given both to the devout and to the impious. It is given to the devout when God wishes His holy name to be glorified. It is given to the impious when God wishes to chastise the devout for their failings: when they sink into sin
and remain unrepentant, offending the life-giving God through their ingratitude. You should also know that when God chastises those who sin, He uses people who are harsh and wicked, rather than gentle and good. This is why you deceive yourselves and grow proud,
thinking you are devout, though you are not.” When they heard this and understood that the holy martyrs would not change their minds, they returned to their leader and reported the Saints’ unshakable faith. With fervent tears, the Saints thanked God for counting them worthy to be Christians and to suffer so much for the true God. They also prayed with deep sorrow for those caught in the error of Muhammad. So the Saints spent seven whole years shut in prison, enduring terrible hardship and suffering. Even so, they did not neglect prayer together or alone, and they ceaselessly thanked God for everything that happened to them, especially for the salvation of their souls, which He was bringing about in various ways. For suffering had cleansed them of the sin of seeking pleasure, and long years of prayer and hesychia, inner stillness, had illumined their nous, their spiritual intellect. They would think and say, “What can we give back to the Lord, who has loved us in this way and counted us worthy to endure such sufferings for His sake? For these pains,
which we could not even bear to hear about when we lived in the world, we have now accepted without coming to harm and have endured, because the grace of God has strengthened us.” On the morning of March 6, an officer sent by the ruler came to the prison with armed soldiers. He ordered these forty-two men, the leaders among the prisoners, to come out and proposed that they pray together with his ruler. But they answered, “We pray to the one true God that your ruler, you yourself, and your whole nation may renounce the godless error of Muhammad and worship and adore the God
proclaimed by the holy Prophets and Apostles of Christ. We will not leave the light and enter the darkness.” At last, unable to bear the courage of these confessors of Christ any longer, the Arab ordered the soldiers to bind their hands behind their backs and drag them like sheep to the place of slaughter.
Many people ran to watch their execution. First, the blessed Theodore the priest said his prayer and approached the executioner. He willingly and gloriously met his end, and then the other holy martyrs met theirs with joy. Not one of them showed cowardice or hesitation. Even the ruler was astonished by their boldness and their courage in the face of death, which held firm to the end. Promises of pleasure did not overcome them. The long suffering they endured in prison did not lessen their longing for God. The inhuman cruelty and insolence of their captors did not frighten their brave hearts. Nor did the enemy and deceiver of souls lead them astray,
though he set every kind of bait before them. These good martyrs, victors in Christ, drove him away defeated and ashamed
in every way, because they did not seek to spare their bodies but cared above all for their souls.
Among the other things we might notice in the account of the Forty-Two Holy Martyrs whom we celebrate today is what they thought and said: “What can we give back to the Lord, who has loved us in this way and counted us worthy to endure such sufferings for His sake?” These words are striking. We usually give thanks only for pleasant things, while we pray to be freed from unpleasant ones. So it seems that these Saints, and the Saints of the Church more generally, see and value things differently from us. They have a different way of thinking.
It is the divine way of thinking that we also find in the Beatitudes: “Blessed are those who mourn, for they shall be comforted. Blessed are those who are persecuted for righteousness’ sake, for theirs is the Kingdom of Heaven. Blessed are you when people revile you and persecute you and falsely say every kind of evil against you for My sake. Rejoice and be glad, for your reward is great in heaven.”
As the Saints suffered, they were blessed, because in this way they showed their love for the One who had loved them, and because of the great reward they would receive in heaven. We also hear of this reward in the parable of the rich man and poor Lazarus, when Abraham says to the rich man now in torment: “Child, remember that in your lifetime you received your good things, and Lazarus likewise received bad things. But now he is comforted here, while you are in anguish.”
Thinking in this way would help us too. It would bring us much comfort in the sufferings that come upon us against our will, and make us more willing to endure hardships that we choose to undertake.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
03 ΜΑΡΤΙΟΥ\06 03 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.