Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Οι πέντε μάρτυρες και η καρτερία της πίστης

Κατά τη διάρκεια του διωγμού επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, ο αξιωματικός Ευστράτιος κατηγορήθηκε ότι διέδιδε τον Χριστιανισμό και μοίραζε ελεημοσύνες σε όσους είχαν ανάγκη. Ενώπιον του Λυσία, ο Ευστράτιος υπερασπίστηκε τη φιλανθρωπία του, απέρριψε την ειδωλολατρία και κήρυξε τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού παρά τα βασανιστήρια.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων13 Δεκεμβρίου22:40Συλλογική μνήμη
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Κατά τη διάρκεια του διωγμού επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, ο αξιωματικός Ευστράτιος κατηγορήθηκε ότι διέδιδε τον Χριστιανισμό και μοίραζε ελεημοσύνες σε όσους είχαν ανάγκη.
  • Ενώπιον του Λυσία, ο Ευστράτιος υπερασπίστηκε τη φιλανθρωπία του, απέρριψε την ειδωλολατρία και κήρυξε τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού παρά τα βασανιστήρια.
  • Ο συνάδελφός του αξιωματικός Ευγένιος και ο λαϊκός Μαρδάριος ομολόγησαν ανοιχτά την πίστη τους· στη συνέχεια μαρτύρησαν ο Μαρδάριος, ο ιερέας Αυξέντιος και ο Ευγένιος.
  • Σταλμένος μαζί με τον Ορέστη στον Αγρικόλα, ο Ευστράτιος αμφισβήτησε τις επικλήσεις του κυβερνήτη στον Όμηρο και τον Πλάτωνα προς υπεράσπιση των αρχαίων θεών.
  • Όταν ο Ορέστης δίστασε πριν από την εκτέλεσή του, ο Ευστράτιος τον ενθάρρυνε να υπομείνει σύντομο πόνο για μια αιώνια ουράνια ανταμοιβή.
  • Αφού κοινώνησε στη φυλακή, ο Ευστράτιος αρνήθηκε να προσποιηθεί ότι θυσιάζει στα είδωλα και πέθανε προσευχόμενος μέσα σε καιόμενη κάμινο.
  • Η ομιλία κλείνει προτρέποντας τους Χριστιανούς να θυμούνται ότι τα βάσανα και οι σωματικές ηδονές είναι προσωρινά, ενώ οι πνευματικές τους συνέπειες παραμένουν.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 23 παράγραφοι

Μάρτυρες Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος, Μαρδάριος και Ορέστης έζησαν κατά τους χρόνους των αντιχρίστων βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, οι οποίοι βασίλευσαν κατά τα έτη 284 με 305. Κατά την εποχή εκείνη είχε ξεσπάσει μεγάλος διωγμός κατά των Χριστιανών. Ο πρώτος, ο Ευστράτιος, κατείχε μεγάλο αξίωμα στο στρατό. Οδηγήθηκε ενώπιον του Λυσίου, ο οποίος ήταν αυτοκρατορικός επίτροπος στη Σεβάστια. Η εναντίον του κατηγορία ήταν πως εργαζόταν προς διάδοση της χριστιανικής πίστεως, ότι κατέκρινε τη θρησκεία των ειδώλων, ότι έκανε πολλές ελεημοσύνες, με το σκοπό τάχα να δελεάσει και να αποσπά προσηλύτους στο σταυρό του Ναζωραίου.

Ο Ευστράτιος δεν αμφισβήτησε την κατηγορία, εξήγησε μόνο ότι τις ελεημοσύνες δεν τις έκανε για να εξαγοράζει συνειδήσεις, αλλά τις έκανε από αγάπη, για να ευεργετήσει και να βοηθήσει τους πάσχοντες, υπακούοντας στο Λόγο του Ιησού Χριστού που λέγει να κάνουμε το καλό, όπως ο ουράνιος Πατέρας, ο οποίος βρέχει και ανατέλλει τον ήλιο Του επί δικαίους και αδίκους. Ο Λυσίας προσπάθησε στην αρχή να παραπείσει τον Ευστράτιο δείχνοντάς του στοργή και ενδιαφέρον. Του είπε ότι, προκειμένου περί θρησκείας, ασφαλές είναι να ακολουθεί κανείς τα παλαιά, ότι η διδασκαλία του Σταυρού είναι η πλέον ανόητη, αξιώνοντας να λατρεύει κανείς ως Θεό ασθενή άνθρωπο, ο οποίος δεν μπόρεσε να σώσει τον ίδιο του τον εαυτό.

Αυτοί οι οποίοι κατέχουν επίσημες θέσεις όφειλαν να εμμένουν περισσότερο από τους άλλους στο πάτριο θρήσκευμα, που συνδεόταν από μακρού με την τύχη του κράτους. Ότι επιτέλους θα ήταν εντελώς ανόητο να εγκαταλείπει κανείς τιμητικό αξίωμα, μισθό καλό, πολλά τυχερά, ηδονές και απολαύσεις της ζωής για να αποθάνει όπως οι όχλοι με αλόγιστο φανατισμό υπέρ του Εσταυρωμένου. Ο Ευστράτιος απάντησε σε όλα αυτά και είπε ότι η ειδωλολατρία είναι πλάνη και όχι το πρώτο θρήσκευμα της ανθρωπότητας, ότι η πολυθεΐα προήλθε από την προϊούσα διαφθορά και σκότωση του ανθρώπινου νου, ότι και κατά τα συγγράμματα των εθνικών, των μη χριστιανών συγγραφέων, οι παλαιότεροι δεν είχαν στους ναούς τους είδωλα.

Προσκυνούσαν τον Θεό, τον αληθινό, τον ζώντα, ότι ο Σταυρός κακώς θεωρούνταν μωρία, ότι η συγκατάβαση του Χριστού σε θάνατο άδικο ήταν αυταπάρνηση και ένδειξη της άπειρης αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, ότι σε αυτήν την φαινομενική αδυναμία εκδηλώθηκε ανέκφραστη αγαθότητα και ηθική δύναμη απερίγραπτη, ότι η νομιζόμενη ασθένεια του Ιησού στο μαρτύριό Του καλύφθηκε θριαμβευτικά με την ένδοξη και ζωηφόρο Ανάστασή Του, ότι η ειδωλολατρία ήταν ανίκανη να στηρίξει και να θρέψει χρηστά ήθη και υψηλά φρονήματα, μαζί με την κοινωνική αποσύνθεση έφερε και την φθορά του κράτους. Η αυτοκρατορία μπορούσε να ανακαινιστεί και να ζήσει μόνο μεταγγίζοντας στον οργανισμό της τη ζωή του Χριστού.

Προκειμένου για τον εαυτό του, τον ενδιέφερε μόνο η αλήθεια, μόνο το καθήκον και η συνείδηση, ότι αξίωμα και μισθοί και ηδονές και απολαύσεις και όλοι οι θησαυροί του κόσμου ήταν γι' αυτόν ένα μηδέν απέναντι στην αγάπη του Χριστού και στην αιώνια σωτηρία και ζωή. Βλέποντας ο Λυσίας ότι κοπίαζε ματαίως, διέταξε να τον βασανίσουν. Στην αρχή τον πλήγωσαν με μαστιγώσεις και έκαψαν μέρος του σώματός του. Μετά έβαλαν στις πληγές του αλάτι και ξύδι και τις έτριβαν με χονδρό ύφασμα. Οι πόνοι ήταν φοβεροί, αλλά ο Ευστράτιος με την εκτενή και θερμή του προσευχή ενισχυόμενος επέδειξε μεγάλη καρτερία. Τον έβαλαν στη φυλακή. Την επομένη ο Λυσίας

διέταξε να τον φέρουν και πάλι μπροστά του. Αλλά έμεινε εμβρόντητος, καθώς είδε τον Άγιο εντελώς υγιή, απαλλαγμένο από κάθε πληγή. Ο ειδωλολάτρης άρχοντας δεν μπορούσε να παραδεχθεί την πραγματικότητα. Ο Ευστράτιος, καταλαβαίνοντας τους λογισμούς του, μειδίασε με αγαθότητα. Πήγε κοντύτερα και είπε στο Λυσία: «Δες και ψηλάφισε όσο θέλεις. Η υγεία μου είναι πλήρης, χάρις εις τον Κύριον Ιησού Χριστόν, τον οποίον εσύ από πλάνη διαβάλλεις ως ασθενή». Ο Λυσίας δεν αποκρίθηκε τίποτε. Η πώρωση του έκλεινε την καρδιά και το νου. Καθώς βιαζόταν να πάει στην οικόπολη, διέταξε τους ακολούθους του να πάρουν μαζί τους δέσμιο τον Ευστράτιο. Η διαταγή αυτή

καταθορύβησε άλλο αξιωματικό που ονομαζόταν Ευγένιος και ήταν ομοιόβαθμος και συμπολίτης του Ευστρατίου. Αποτάθηκε λοιπόν προς το Λυσία και δήλωσε ότι «και αυτός ασπάζεται την πίστη του Ευαγγελίου». Προς τη δήλωση αυτή, ο αυτοκρατορικός επίτροπος εξοργίστηκε ακόμη περισσότερο. Διέταξε δε να πάρουν μαζί τους δέσμιο και τον Ευγένιο. Μετά από πορεία δύο ημερών έφτασαν στην πόλη που ήταν πατρίδα και των δύο νέων στρατιωτών του Χριστού και μαρτύρων. Οι συμπολίτες τους τους είδαν, αλλά ο φόβος τους εμπόδιζε να πλησιάσουν. Αλλά εν μέσω της γενικής σιγής προχώρησε ένας από τους κατοίκους αρκετά ευκατάστατος με γυναίκα και παιδιά, αψηφώντας τα πάντα υπέρ του Σταυρού και του Ευαγγελίου.

Ονομαζόταν Μαρδάριος. Με συναίνεση της συζύγου του, που ήταν γυναίκα ευσεβέστατη, αφού καταφίλησε τα παιδιά του και επικαλέστηκε υπέρ αυτών το θείο έλεος, έτρεξε για να προβεί στην καλή ομολογία της αληθινής πίστεως. Προσήλθε λοιπόν και με δυνατή φωνή είπε στον άρχοντα Λυσία: «Και εγώ είμαι χριστιανός». Η φωνή αυτή κορύφωσε τη λύσσα του Λυσίου. Διέταξε να πει το όνομά του, την πατρίδα του και το επάγγελμά του. Εκείνος δε απάντησε κατά την τότε συνήθεια των Χριστιανών σε όλες τις παραπάνω ερωτήσεις: «Χριστιανός είμαι». Επειδή δεν μεταπειθόταν, καταδικάστηκε σε θάνατο. Του τρύπησαν τους αστραγάλους, τον κρέμασαν από εκεί με σχοινί και άναψαν από κάτω φωτιά.

Ο μάρτυς κατακάηκε. Αλλά, παρόλο που ο θάνατος ήταν φρικτός, αυτός αναφωνούσε και έλεγε: «Δέσποτα Κύριε, ευχαριστώ σοι ότι κατηξίωσάς με των αγαθών τούτων. Επεπόθησα το σωτήριόν σου και ηγάπησα αυτό σφόδρα. Δέξε εν ειρήνη το πνεύμα μου». Και έτσι παρέδωσε την αγία του ψυχή. Μετά έφεραν τον ιερέα του τόπου Αυξέντιο, ο οποίος ήταν άνδρας μορφωμένος, διδακτικός και φιλάνθρωπος, του οποίου ο λόγος και το παράδειγμα είχαν ελκύσει πολλές ψυχές στο δρόμο της σωτηρίας. Ο Λυσίας του έδωσε μύριες υποσχέσεις, αλλά ο άξιος του Χριστού λειτουργός, με άκαμπτη αποφασιστικότητα, «Δεν χρειάζονται πολλά λόγια, Λυσία», του είπε.

«Του Χριστού στη ζωή, θα είμαι δικός Του και μέχρι το θάνατο. Και αν αναρίθμητους δαρμούς και πληγές μου δώσεις, και αν με φλόγα και σίδηρο με κατακαύσεις, και αν με άλλο δριμύτερο βάσανο με δοκιμάσεις, ο Χριστός μου είναι παντοδύναμος και ο Σταυρός Του ακαταμάχητος. Ο Αυξέντιος καθ' εαυτόν είναι ασθενής, αλλά του χριστιανού Αυξεντίου το λογισμό δεν θα κάμψεις ποτέ». Ο Λυσίας κατάλαβε από το ύφος και το λόγο του ιερέα ότι καμιά απόπειρα δεν θα επιτύχανε. Διέταξε λοιπόν να τον πάνε στο κοντινό δάσος και εκεί να τον αποκεφαλίσουν. Μετά έφεραν τον Ευγένιο. Ο Λυσίας άρχισε να τον απειλεί. Ο Ευγένιος του αποκρίθηκε ότι τίποτε άλλο δεν του ήταν τόσο επιθυμητό όσο αρχή η του

το να βασανιστεί αγριότερα και να γίνει ολοκαύτωμα για τον Χριστό. Έτσι βγήκε η εναντίον του απόφαση. Του έκοψαν τη γλώσσα, τον έβαλαν στη στρέβλη, του συνέθλασαν τα σκέλη και έτσι παρέδωσε την ψυχή του και αυτός ο μακάριος. Την ίδια μέρα αναγγέλθηκε στο Λυσία ότι κάποιος στρατιώτης, ονομαζόμενος Ορέστης, ανακαλύφθηκε ότι έφερε σταυρό στο στήθος του. Τον έφεραν και αυτόν μπροστά του. Ήταν ψηλός κατά το ανάστημα, με πολλή δύναμη και αξιοθαύμαστο κάλλος. «Και εσύ Χριστιανός;» τον ρώτησε ο Λυσίας. «Χάριτι Θεία», αποκρίθηκε ο Ορέστης. Η δήλωση προκάλεσε και άλλες όμοιες ομολογίες. Αρκετοί άλλοι στρατιώτες, παρακινούμενοι από το γενναίο παράδειγμα,

είπαν κι αυτοί ότι είναι χριστιανοί. Το γεγονός τάραξε υπερβολικά το Λυσία. Άρχισε και να φοβάται. Κι αυτός μεν επέστρεψε στην έδρα, τον Ευστράτιο και τον Ορέστη τους έστειλε δέσμιους σε άλλον έπαρχο, τον Αγρικόλα, γνωστό για την υπερβολική του ωμότητα προς τους χριστιανούς. Μετά πορεία πέντε ημερών έφτασαν. Ο Αγρικόλας, παρά την πολλή του σκληρότητα, αγαπούσε να επιδεικνύει τις πολλές του μελέτες στους Έλληνες ποιητές και φιλοσόφους. Άρχισε λοιπόν να λέγει ότι η πολυθεϊστική θρησκεία είχε υπέρ αυτής το κύρος της αρχαιότητος και της μεγαλοφυίας του Ομήρου, εφάμιλλος του οποίου δεν υπήρχε στη σφαίρα της ποιήσεως.

Ο Ευστράτιος αποκρίθηκε: «Όλοι κανείς δεν αρνείται την υπέροχη ποίηση του ψάλτου της Ιωνίας, προκειμένου όμως περί θείων πραγμάτων, και από αυτούς τους εθνικούς συγγραφείς οι σπουδαιότεροι παραδέχθηκαν ότι κανείς δεν εξευτέλισε τους θεούς τόσο, όσο ο Όμηρος». Υπενθύμισε στον Αγρικόλα πολλά ομηρικά χωρία, στα οποία οι δήθεν θεοί και θεές παριστάνονταν γεμάτοι πάθη επαίσχυντα και παιδαριώδεις αδυναμίες. Ο έπαρχος τότε θέλησε να επικαλεστεί υπέρ του αρχαίου θρησκεύματος τον Πλάτωνα. Ο Ευστράτιος απάντησε ότι ο μέγας εκείνος μαθητής του Σωκράτους όχι μόνο δεν επίστευε στο Δία και τους άλλους θεούς, αλλά δεχόταν και ομολογούσε ένα Θεό αεί ωσαύτως όντα, δηλαδή αιώνιο και αμετάβλητο.

Ο Αγρικόλας νικήθηκε στη συζήτηση αυτή, άφησε τη φιλοσοφική επίδειξη και ανέλαβε τη συνηθισμένη του αγριότητα. Στράφηκε προς τον Ορέστη και τον ρώτησε εάν αυτός τουλάχιστον αρνείται το Χριστό. «Αλλά εγώ», απάντησε εκείνος, «ένα διακαή πόθο είχα, το να έρθω στην ώρα αυτή κατά την οποία να αποθάνω ομολογώντας το Θεό και σωτήρα μου». Διέταξε λοιπόν ο Αγρικόλας και έφεραν σιδερένιο κρεβάτι, κάτω από το οποίο άναψαν φωτιά και το πυράκτωσαν. Στη συνέχεια γύμνωσαν τον Ορέστη και ετοιμάστηκαν να τον βάλουν πάνω σε αυτό. Ο Ορέστης, καθώς τον πήγαιναν στο πυρακτωμένο εκείνο κρεβάτι, προς στιγμήν δείλιασε. Ο Ευστράτιος επενέβη και τον ενίσχυσε με θερμούς λόγους να μη ατιμάσει την νεότητά του και προδώσει την πίστη του,

μη χάσει τη δόξα και τα αθάνατα βραβεία. «Μέσα σε λίγη ώρα», του είπε, «περνά ο πόνος και μένει ο θησαυρός στους ουρανούς ατελεύτητος». Ο Ορέστης ευχαρίστησε τον Ευστράτιο, ζήτησε τις προσευχές του, προσήλθε στο σιδερένιο και πυρωμένο εκείνο κρεβάτι και μόνος του κατακλίθηκε πάνω του, αφού έκανε το σημείο του τιμίου σταυρού. Οι σάρκες άρχισαν να καίγονται αμέσως. Όταν δε το σώμα του μάρτυρος καταναλώθηκε σχεδόν όλο, φώναξε: «Κύριε, εις χείρας Σου παραδίδωμι το πνεύμα μου» και έτσι εξέπνευσε. Το απόγευμα εκείνο ο Ευστράτιος κλείστηκε και πάλι στη φυλακή. Περασμένα μεσάνυχτα εισήλθε σε αυτή ο επίσκοπος του τόπου, αφού έπεισε προς τούτο τον φύλακα που ήταν χριστιανός.

Συζήτησαν λοιπόν αρκετά, προσευχήθηκαν, παρηγόρησαν ο ένας τον άλλον και κοινώνησε ο Ευστράτιος τα άχραντα μυστήρια. Το πρωί τον έφεραν και πάλι μπρος στον έπαρχο. Πήρε κατά μέρος τον Ευστράτιο και του είπε ότι λυπόταν πολύ για την τύχη που τον περίμενε. Του είπε δε ότι δεν θα ήταν δύσκολο να οικονομηθεί η περίπτωση με κάποιο τρόπο. «Μπορείς», του είπε ο έπαρχος, «να προσποιηθείς και να θυσιάσεις δημόσια στα είδωλα, μέσα δε στην καρδιά σου να εξακολουθείς να είσαι αφοσιωμένος στο Χριστό. Εάν εκείνος είναι Θεός, θα γνωρίζει την αλήθεια και δεν θα εννοεί ότι είσαι δικός Του». Ο Ευστράτιος μειδίασε ήρεμα και είπε προς τον Αγρικόλα: «Ο Χριστιανός οφείλει να ομολογεί τον Ιησού και μόνον Αυτόν.

Ο δε Παύλος αναφωνεί ότι ο αληθινός Θεός δεν μυκτηρίζεται. Δεν θα υποπέσω με τη χάρη του Θεού στην ανόσια αυτή υπόκριση, στην αισχρή αυτή ανανδρεία. Ο Ιησούς απέθανε για τις δικές μου αμαρτίες, να μην πεθάνω εγώ για τη δική μου σωτηρία; Έπαρχε, εμπρός, διάταξε τους βασανισμούς». Τότε ο Αγρικόλας διέταξε να τον ρίξουν σε αναμμένο καμίνι. Ο Ευστράτιος, καθώς πλησίαζε το τέλος του, προσευχήθηκε μεγαλόφωνα ως εξής: «Μεγαλύνων, μεγαλύνω σε Κύριε, ότι επέβλεψας επί την ταπείνωσή μου και ου συνέκλεισάς με εις χείρας εχθρών, αλλά έσωσας εκ των αναγκών την ψυχή μου, δέσποτα, σκεπασάτω με η χείρ σου και ελθέτω επ' εμέ το έλεός σου.

Τετάρακται η ψυχή μου και κατώδυνος εστίν εν τω εκπορεύεσθαι αυτήν εκ του αθλίου μου σώματος τούτου, μήποτε η πονηρά του αντικειμένου βουλή συναντήσει και παρεμποδίσει αυτήν διά τα εν αγνοία και γνώσει εν τω βίω γενόμενά μοι αμαρτίας. Ίλεως γενού μοι, δέσποτα, και μη ιδέτω η ψυχή μου τη ζοφερά και σκοτεινή όψει των πονηρών δαιμόνων. Αλλά παραλαβέτωσαν αυτήν άγγελοί σου φαιδροί και φωτεινοί. Δος δόξαν τω ονόματί σου τω αγίω και τη ση δυνάμει ανάγαγέ με εις το θείον σου βήμα. Εν τω κρίνεσθαί με μη καταλάβοι με η χειρ του άρχοντος του κόσμου τούτου εις το κατασπάσαι με τον αμαρτωλόν εις βυθόν άδου, αλλά παράστηθί μοι και γενού μοι σωτήρ και αντιλήπτωρ.

Ελέησον, Κύριε, την ρυπωθείσαν τοις πάθεσι του βίου ψυχήν μου και καθαράν αυτήν διά μετανοίας και εξομολογήσεως πρόσδεξαι, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Την ευχή αυτή του Αγίου Ευστρατίου παρέλαβε η Εκκλησία να την αναγινώσκει στο Μεσονυκτικό του Σαββάτου.

Έτσι ο Άγιος προσευχήθηκε, έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού, έπειτα δε, ψάλλοντας και υμνώντας το Θεό, εισήλθε στο αναμμένο καμίνι και προσφέρθηκε ολοκαύτωμα υπέρ της Αγίας μας πίστεως κατά τη 13η του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 296. Μετά τη μακαρία του τελείωση, πήρε ο επίσκοπος, ο οποίος πιθανώς ήταν ο Άγιος Βλάσιος, το άγιο του λείψανο, και του Αγίου Ορέστου, τα μετέφερε και τα απόθεσε εκεί που ήταν και των άλλων τριών μαρτύρων, του Αγίου Αυξεντίου, του Αγίου Ευγενίου και του Αγίου Μαρδαρίου. Οι γενναίοι δε αυτοί αθλητές, αφού εδώ πρόσκαιρα δοκιμάστηκαν ως χρυσός εν χωνευτηρίω, αγάλλονται και θα αγάλλονται αιωνίως κοντά στο Ζωοδότη Χριστό, τον οποίον αγάπησαν έως θανάτου.

Οι Άγιοι και ιδιαίτερα οι Άγιοι Μάρτυρες αποτελούν για μας τους πνευματικούς οδηγούς. Με το λόγο και περισσότερο με το παράδειγμά τους, μας δείχνουν το δρόμο που οδηγεί στο Θεό, που οδηγεί σωστά, απλανώς στη σωτηρία. Ανάμεσα στα άλλα που ακούσαμε σήμερα θα μπορούσε κανείς να προσέξει κάτι που είναι φανερό, αλλά και τόσο πολύ ξεχνάμε, αυτό που είπε ο Άγιος Ευστράτιος στον Άγιο Ορέστη καθώς πλησίαζε στο πυρωμένο κρεβάτι και φάνηκε να χρειάζεται ενίσχυση. Του υπενθύμισε και του τόνισε ότι εντός λίγης ώρας περνά ο πόνος και μένει θησαυρός στους ουρανούς ατελεύτητος. Γενικότερα, ο εδώ πόνος και η εδώ ταλαιπωρία είναι πρόσκαιρα.

Η δε μακαριότητα στην οποία μπορούν να οδηγήσουν είναι αιώνια, ατελεύτητη, και αντίθετα οι σαρκικές αναπαύσεις και οι σαρκικές ηδονές είναι επίσης περιορισμένης χρονικής διάρκειας, πρόσκαιρες και οδηγούν στην ατελεύτητη οδύνη, την ατελεύτητη κόλαση. Φαίνεται όμως ότι στην καθημερινή πράξη αυτό δεν το λαμβάνουμε υπόψη και ζούμε σαν ο πόνος από τη μια μεριά και οι ηδονές από την άλλη να είναι παντοτινά. Ο λογισμός αυτός του πρόσκαιρου του εδώ πόνου και της εδώ οδύνης, το να θυμόμαστε τακτικά αυτό και ιδιαίτερα την ώρα τη δύσκολη, θα μπορούσε αφενός να μας δώσει κουράγιο για να αυξήσει την υπομονή μας στους πειρασμούς, στα λυπηρά και δυσάρεστα αυτά.

Αφετέρου δε θα μας βοηθούσε στο να καταφρονούμε και να αντιπαρερχόμαστε τις σαρκικές ηδονές ως πρόσκαιρες, να τις αποφεύγουμε δε ως αιτίες πολύ μεγαλύτερης οδύνης.

Αγγλική μετάφρασηEN · 23 παράγραφοι

The martyrs Eustratios, Auxentios, Eugenios, Mardarios, and Orestes lived in the time of the anti-Christian emperors Diocletian and Maximian, who reigned from 284 to 305. A great persecution of Christians had broken out. The first of them, Eustratios, held a high rank in the army. He was brought before Lysias, the imperial governor in Sebaste. He was accused of spreading the Christian faith, condemning the worship of idols, and giving generous alms, supposedly to entice people into becoming followers of the Cross of the Nazarene.

Eustratios did not deny the accusation. He explained that he gave alms out of love, to do good and help those who suffered, not to buy anyone’s conscience. He was obeying the Word of Jesus Christ, who tells us to do good as the heavenly Father does: He sends His rain and makes His sun rise on the righteous and the unrighteous. At first, Lysias tried to win Eustratios over by showing him kindness and concern. He said that in matters of religion, the safe course was to follow the old ways. The teaching of the Cross, he claimed, was utter foolishness: it called on people to worship as God a weak man who could not even save Himself.

Those who held public office, Lysias argued, had an even greater duty to remain faithful to the religion of their ancestors, which had long been bound up with the fate of the state. Surely it was foolish to give up an honored position, good pay, many benefits, and the pleasures of life, only to die like the crowds who, in reckless zeal, gave their lives for the Crucified One. Eustratios answered every point. Idolatry, he said, was a delusion, not humanity’s first religion. Worship of many gods arose as the human nous, the spiritual intellect, grew corrupt and darkened. Even the writings of pagan, non-Christian authors showed that the earliest people had no idols in their temples.

They worshiped the true and living God. Eustratios said it was wrong to call the Cross foolishness. Christ’s willing acceptance of an unjust death was self-denial and a sign of God’s infinite love for humanity. What looked like weakness revealed goodness beyond words and immeasurable spiritual strength. The seeming weakness of Jesus in His suffering was triumphantly answered by His glorious, life-giving Resurrection. Idolatry could neither sustain upright conduct nor inspire noble thoughts. Along with the breakdown of society, it brought decay to the state. The empire could be renewed and live only by taking the life of Christ into its very being.

As for Eustratios himself, he cared only for truth, duty, and conscience. Rank, pay, pleasures, and all the treasures of the world meant nothing to him beside the love of Christ and eternal salvation and life. Seeing that his efforts were useless, Lysias ordered him tortured. First they wounded him with lashes and burned part of his body. Then they put salt and vinegar into his wounds and rubbed them with coarse cloth. The pain was terrible, but Eustratios drew strength from long and fervent prayer and endured it with great courage. They put him in prison. The next day, Lysias

ordered him brought before him again. But he was astonished to see the Saint completely well, with every wound gone. The pagan ruler could not accept what he saw. Eustratios, understanding his logismoi, his troubled thoughts, smiled kindly. He came closer and said to Lysias, “Look at me and touch me as much as you like. I am completely well by the grace of the Lord Jesus Christ, whom you wrongly call weak.” Lysias said nothing. His hardened heart and nous, his spiritual mind, were closed to the truth. In a hurry to leave for the town, he ordered his attendants to take Eustratios with them as a prisoner. This order

greatly troubled another officer named Eugenios, who held the same rank as Eustratios and came from the same town. He turned to Lysias and declared that he too embraced the faith of the Gospel. This made the imperial governor even angrier, and he ordered Eugenios taken along as a prisoner. After two days’ travel, they reached the hometown of these two young soldiers and martyrs of Christ. Their fellow townspeople saw them, but fear kept them from coming near. Then, amid the general silence, a fairly prosperous man with a wife and children stepped forward, risking everything for the Cross and the Gospel.

His name was Mardarios. With the consent of his deeply devout wife, he kissed his children, called upon God’s mercy for them, and hurried forward to make the good confession of the true faith. He approached Lysias and said in a loud voice, “I too am a Christian.” Those words drove Lysias into a fury. He ordered Mardarios to give his name, his hometown, and his occupation. As Christians often did in those days, Mardarios gave the same answer to every question: “I am a Christian.” Because he would not change his mind, he was condemned to death. They pierced his ankles, hung him upside down by a rope, and lit a fire beneath him.

The martyr was burned severely. Yet, terrible as his death was, he cried out, “Master and Lord, I thank You for counting me worthy of these blessings. I have longed for Your salvation and loved it deeply. Receive my spirit in peace.” And so he gave up his holy soul. Next they brought in Auxentios, the local priest. He was an educated man, a gifted teacher, and a friend to all. His words and example had drawn many souls onto the path of salvation. Lysias made him countless promises, but this worthy servant of Christ answered with unwavering resolve: “There is no need for many words, Lysias.”

“I belong to Christ in life, and I will belong to Him even unto death. You may give me countless beatings and wounds. You may burn me with fire and iron or try me with still harsher torments. My Christ is almighty, and His Cross cannot be overcome. Auxentios on his own is weak, but you will never bend the resolve of Auxentios the Christian.” From the priest’s bearing and words, Lysias understood that nothing he tried would succeed. So he ordered Auxentios taken to a nearby forest and beheaded there. Then they brought in Eugenios, and Lysias began to threaten him. Eugenios replied that there was nothing he desired more

than to suffer even fiercer torments and offer himself wholly to Christ. So the sentence against him was pronounced. They cut out his tongue, put him on the rack, and crushed his legs. Thus this blessed man also gave up his soul. That same day, Lysias was told that a soldier named Orestes had been found wearing a cross on his chest. Orestes was brought before him. He was tall, strong, and remarkably handsome. “Are you a Christian too?” Lysias asked. “By divine grace,” Orestes replied. His declaration prompted others to make the same confession. Several more soldiers, moved by his courageous example,

said that they too were Christians. This disturbed Lysias so deeply that he began to fear. He returned to his headquarters, but sent Eustratios and Orestes as prisoners to another governor, Agricola, who was known for his extreme cruelty toward Christians. They arrived after five days’ travel. Despite his cruelty, Agricola liked to display how widely he had read the Greek poets and philosophers. He began by arguing that the religion of many gods had on its side both the authority of antiquity and the genius of Homer, whom no other poet could equal.

Eustratios replied, “No one denies the magnificent poetry of the poet of Ionia. But when it comes to divine matters, even the most respected pagan authors admitted that no one brought the gods into greater disrepute than Homer.” He reminded Agricola of many passages in Homer where the supposed gods and goddesses were shown full of shameful passions and childish weaknesses. The governor then tried to appeal to Plato in defense of the ancient religion. Eustratios answered that this great pupil of Socrates did not believe in Zeus and the other gods. Rather, he accepted and confessed one God, always the same: eternal and unchanging.

Defeated in the discussion, Agricola dropped his display of philosophy and returned to his usual cruelty. He turned to Orestes and asked whether he, at least, would deny Christ. “No,” Orestes answered. “My burning desire has been to reach this very hour, when I may die confessing my God and Savior.” Agricola ordered an iron bed brought in, lit a fire beneath it, and heated it until it glowed. Then they stripped Orestes and prepared to lay him upon it. As they led him toward the red-hot bed, Orestes faltered for a moment. Eustratios intervened and encouraged him with heartfelt words: he must not dishonor his youth or betray his faith,

or lose the glory and the immortal reward awaiting him. “In a little while,” he told him, “the pain will pass, and the treasure in heaven will remain forever.” Orestes thanked Eustratios, asked for his prayers, and went to the glowing iron bed. After making the sign of the precious Cross, he lay down on it of his own accord. His flesh began to burn at once. When nearly all his body had been consumed, he cried out, “Lord, into Your hands I commend my spirit,” and breathed his last. That evening Eustratios was shut in prison again. After midnight, the local bishop entered, having persuaded the guard, who was a Christian, to let him in.

They spoke together for some time, prayed, and comforted one another. Eustratios received the pure and holy Mysteries. In the morning he was brought before the governor again. Agricola took him aside and said he was deeply sorry about the fate awaiting him. Surely, he said, they could find some way around it. “You could pretend to offer a public sacrifice to the idols,” the governor told him, “while remaining devoted to Christ in your heart. If He is God, He will know the truth and know that you belong to Him.” Eustratios smiled calmly and said to Agricola, “A Christian must confess Jesus, and Him alone.”

“And Paul declares that the true God is not mocked. By God’s grace, I will not fall into such impious pretense and shameful cowardice. Jesus died for my sins. Should I not die for my own salvation? Governor, go ahead and order the torments.” Agricola then ordered him thrown into a blazing furnace. As his end drew near, Eustratios prayed aloud: “I praise and magnify You, O Lord, for You have looked upon my humility. You have not delivered me into the hands of my enemies, but have saved my soul from its troubles. Master, let Your hand shelter me, and let Your mercy come upon me.”

“My soul is troubled and in pain as it leaves this wretched body. I fear that the evil counsel of the adversary may confront and hinder it because of the sins I have committed in this life, knowingly and unknowingly. Be merciful to me, Master. Let my soul not see the dark and dreadful faces of evil demons. Instead, let Your radiant angels receive it. Bring glory to Your holy name, and by Your power lead me before Your divine judgment seat. When I am judged, do not let the hand of the ruler of this world seize me and drag me, a sinner, down into the depths of Hades. Stand beside me and be my Savior and helper.”

“Have mercy, O Lord, on my soul, stained by the passions of this life. Cleanse it through metanoia, repentance, and confession, and receive it, for You are blessed unto the ages of ages. Amen.” The Church has preserved this prayer of Saint Eustratios and reads it at the Saturday Midnight Office.

So the Saint prayed and made the sign of the precious Cross. Then, singing hymns and praising God, he entered the blazing furnace and offered himself wholly for our holy faith on December 13 in the year 296. After his blessed death, the bishop, who may have been Saint Blaise, took his holy relics and those of Saint Orestes and placed them with the relics of the other three martyrs: Saint Auxentios, Saint Eugenios, and Saint Mardarios. These courageous champions were tested here for a short time, like gold in a furnace. Now they rejoice, and will rejoice forever, beside Christ the Giver of Life, whom they loved unto death.

The Saints, and especially the holy martyrs, are our spiritual guides. Through their words, and even more through their example, they show us the sure path to God and salvation. Of all we have heard today, we might dwell on something obvious that we so often forget. When Saint Orestes approached the burning iron bed and seemed to need encouragement, Saint Eustratios reminded him that the pain would pass within a short time, while the treasure in heaven would remain forever. More generally, our pain and hardship in this life are temporary.

The blessedness to which they can lead is eternal and without end. By contrast, bodily comforts and pleasures also last only a short time, yet they lead to unending suffering, to unending Hell. In daily life, though, we seem to forget this. We live as if pain on the one hand, and pleasure on the other, would last forever. Remembering that pain and suffering here are temporary, especially when times are hard, can give us courage and strengthen our patient endurance through temptations, sorrows, and hardships.

It can also help us set aside bodily pleasures because they are fleeting, and avoid them because they lead to far greater suffering.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\13 12 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα