Η κλήση, η αποστολή και το μαρτύριο του Αποστόλου Ανδρέου
Γεννημένος στη Βηθσαϊδά και εκπαιδευμένος ως ψαράς, ο Ανδρέας ακολούθησε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο πριν γίνει ο πρώτος μαθητής που κάλεσε ο Χριστός και έφερε τον αδελφό του Πέτρο κοντά Του. Ο Ανδρέας ακολούθησε τη διδασκαλία του Χριστού και είδε τα θαύματά Του, συμπεριλαμβανομένου του χορτασμού των πέντε χιλιάδων, και βοήθησε τον Φίλιππο να φέρει στον Ιησού Έλληνες προσκυνητές.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννημένος στη Βηθσαϊδά και εκπαιδευμένος ως ψαράς, ο Ανδρέας ακολούθησε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο πριν γίνει ο πρώτος μαθητής που κάλεσε ο Χριστός και έφερε τον αδελφό του Πέτρο κοντά Του.
- Ο Ανδρέας ακολούθησε τη διδασκαλία του Χριστού και είδε τα θαύματά Του, συμπεριλαμβανομένου του χορτασμού των πέντε χιλιάδων, και βοήθησε τον Φίλιππο να φέρει στον Ιησού Έλληνες προσκυνητές.
- Μετά την Πεντηκοστή, ο Ανδρέας κήρυξε στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου, στη Βιθυνία, τη Θράκη, τη Μακεδονία και την Αχαΐα, ιδρύοντας εκκλησίες και χειροτονώντας κληρικούς.
- Η ομιλία αφηγείται θεραπείες, μετανοίες και διώξεις κατά τα ταξίδια του Ανδρέα, ιδιαίτερα στη Σινώπη, όπου επέστρεψε για να κηρύξει αφού είχε ξυλοκοπηθεί.
- Στην Πάτρα, οι θεραπείες του Ανδρέα οδήγησαν πολλούς στο βάπτισμα, μεταξύ των οποίων η Μαξιμίλλα και ο Στρατοκλής, τον οποίο αργότερα χειροτόνησε επίσκοπο.
- Εξοργισμένος από τη μεταστροφή της συζύγου του, ο διοικητής Αιγεάτης διέταξε να σταυρωθεί ο Ανδρέας· ο Ανδρέας δέχτηκε τον θάνατό του ως μετοχή στα πάθη του Χριστού.
- Η ομιλία ανιχνεύει τη μεταγενέστερη ιστορία των λειψάνων του Ανδρέα, συμπεριλαμβανομένης της επιστροφής της κεφαλής του στην Πάτρα το 1964.
- Το παράδειγμα του Ανδρέα καλεί τους πιστούς να αντιμετωπίζουν τις καθημερινές δοκιμασίες ως συμμετοχή στον Σταυρό του Χριστού και ευκαιρία να αυξηθούν στη χάρη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 33 παράγραφοι
30 Νοεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου και Πανευφήμου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου και του Αγίου Φρουμεντίου, Αρχιεπισκόπου Ινδίας.
Ο Απόστολος Ανδρέας καταγόταν από τη μικρή Βηθσαϊδά, η οποία ήταν πατρίδα και του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου. Βηθσαϊδά δε είναι όνομα εβραϊκό, το οποίο σημαίνει τόπος αλιείας. Ο Ανδρέας ήταν αδελφός του Αποστόλου Πέτρου, ο δε πατέρας του ονομαζόταν Ιωνάς. Ήταν ψαράς και την τέχνη του δίδαξε και στα παιδιά του. Ο Απόστολος Πέτρος είχε σύζυγο την ανεψιά του Αποστόλου Βαρνάβα, ενώ ο Απόστολος Ανδρέας προέκρινε και ακολούθησε την παρθενία. Όταν άκουσε ο θείος αυτός Ανδρέας ότι ο Πρόδρομος Ιωάννης βρισκόταν στα περίχωρα του Ιορδάνου και κήρυττε μετάνοια, άφησε όλα κατά μέρος και έτρεξε και έγινε μαθητής του. Ο Τίμιος Πρόδρομος
θέλοντας οι μαθητές του να μην τον θεωρούν ως τον αναμενόμενο Μεσσία, αλλά δούλο και υπηρέτη και πρόδρομο του Χριστού, όταν είδε τον Κύριό μας είπε «Ίδε ο αμνός του Θεού» και ο Απόστολος Ανδρέας, όταν άκουσε αυτή τη μαρτυρία του Ιωάννου, άφησε τον Πρόδρομο και ακολούθησε το Χριστό. Όταν ο Κύριος είδε τον Ανδρέα και τον Ιωάννη να τον ακολουθούν, τους είπε «Τι ζητείτε;» Εκείνοι του απήντησαν «Ραββί, το οποίο σημαίνει διδάσκαλε, πού μένεις;» Εκείνος τους είπε «Έρχεσθε και ίδετε». Πήγαν λοιπόν και είδαν πού έμενε και έμειναν μαζί του τη μέρα εκείνη. Αλλά ο Ανδρέας, όταν βρήκε το θησαυρό, δεν θέλησε να τον κρατήσει μόνος, αλλά κάλεσε και τον αδελφό του να τον απολαύσει
στον Πέτρο, ο οποίος ονομαζόταν Σίμων, «Εβρήκαμε τον Μεσσίαν», και αμέσως αναχώρησε ο Πέτρος, οδηγούμενος από τον Ανδρέα, για να βρει τον Κύριο. Ο δε Ιησούς, όταν τον είδε, του είπε «Συ, Σίμων, ο υιός Ιωνά, συ κληθήση Κηφάς, ο ερμηνεύεται Πέτρος». Αργότερα, όταν ο Τίμιος Πρόδρομος φυλακίστηκε από τον Ηρώδη, θέλοντας και πάλι να στείλει τους μαθητές του προς το Σωτήρα Χριστό, τους είπε να τον ρωτήσουν «Συ είσαι εκείνος τον οποίον έγραψαν οι προφήτες ότι θα έλθει ή άλλον περιμένουμε;» Ο Κύριος τους απάντησε «Πορευθέντες, απαγγείλατε Ιωάννη α είδετε και ηκούσατε: τυφλοί αναβλέπουσιν και χωλοί περιπατούσι, λεπροί καθαρίζονται, κωφοί ακούουσι,
εγείρονται, πτωχοί ευαγγελίζονται». Τελικά ο Κύριος κάλεσε τον Ανδρέα και τον Πέτρο να γίνουν μαθητές και κατόπιν απόστολοί του. «Άφετε τα δίκτυα ταύτα και ακολουθείτε με και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων». Αυτοί αμέσως άφησαν τα δίκτυα και ακολούθησαν το Χριστό. Έτσι ο Ανδρέας πρώτος κλήθηκε από τον Κύριο, γι' αυτό και ονομάστηκε Πρωτόκλητος. Ακολουθούσε παντού το Χριστό, άκουγε τη διδασκαλία του και έβλεπε τα θαύματά του. Κάποτε ο Χριστός βρέθηκε στην έρημο μαζί με τους μαθητές του και πλήθος κόσμου που τον ακολουθούσε για να ακούσει τη διδασκαλία του. Εκεί στην έρημο, καθώς δεν υπήρχαν τροφές και έπρεπε οι άνθρωποι να τραφούν, πήγε πρώτος αυτός ο Απόστολος Ανδρέας
είπε στον Χριστό «Διδάσκαλε, μόνο πέντε άρτοι κρίθινοι μας βρίσκονται και δυο ψάρια. Τι να κάνουμε για να χορτάσουμε τόσο πλήθος ανθρώπων;» Λοιπόν, τότε ο Κύριος ευλόγησε τους πέντε εκείνους άρτους και τα δύο ψάρια και χόρτασε όλο εκείνο το πλήθος των ανθρώπων που ήταν πέντε χιλιάδες εκτός από τις γυναίκες και τα παιδιά και από αυτά που περίσσεψαν γέμισαν δώδεκα κοφίνια. Άλλη φορά, κατά την εορτή του Πάσχα των Εβραίων, πήγαν μερικοί Έλληνες έμποροι, οι οποίοι επιθυμούσαν να δουν το Χριστό, και απευθύνθηκαν στον Απόστολο Φίλιππο για να μεσολαβήσει και να τους οδηγήσει στον Κύριο. Μη έχοντας όμως εκείνος παρρησία και θάρρος προς το Χριστό, πρόστρεξε στον Ανδρέα,
δίδοντάς του τα πρωτεία ως πρωτόκλητον και αμέσως και οι δυο πήγαν και ανέφεραν την επιθυμία των Ελλήνων στο Χριστό. Μετά τη Σταύρωση και την Ανάστασή του ο Κύριος απέστειλε τους μαθητές Του στον κόσμο για να τον διδάξουν και να τον οδηγήσουν στη σωτηρία λέγοντάς τους «Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Μετά, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, τους απέστειλε το Πανάγιό του Πνεύμα και τους φώτισε και τους οδήγησε εις πάσαν την αλήθεια. Μετά οι Απόστολοι μαζεύτηκαν και έβαλαν κλήρους σε ποια μέρη της γης θα πήγαινε ο καθένας για να διδάξει. Στον Απόστολο Ανδρέα έλαχε να κηρύξει στη Βιθυνία, τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Αχαΐα, όπου και η πόλη των Πατρών.
Και σε άλλα μέρη της Ανατολής, της Μαύρης Θαλάσσης, της Σκυθίας δίδαξε ο Άγιος. Ο Πρωτόκλητος δεν δείλιασε από το πλήθος των ανθρώπων, των τόπων, των πόλεων, ούτε φάνηκε οκνηρός, αλλά έχοντας στο νου του την παραγγελία του Χριστού, ο οποίος είπε «Ιδού αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων και μη φοβηθείτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι», και άλλα παρόμοια, και έχοντας θάρρος ο Απόστολος στην ακαταμάχητη του Κυρίου δύναμη, με προθυμία και χαρά άρχισε το δρόμο του από την Ιερουσαλήμ για να μεταβεί σε όλα τα ανωτέρω μέρη. Πολλοί οι τόποι και οι αποδημίες του Αποστόλου Ανδρέου και είναι αδύνατο κανείς να περιγράψει αυτούς ή τους πειρασμούς που συναντούσε σε κάθε χώρα.
Αδύνατο να ιστορήσει κανείς τις διδαχές, τις θεραπείες, τις ελεημοσύνες, τις στερήσεις, τους καταδιωγμούς, τα παθήματα του Αγίου αυτού. Από όλα αυτά ας αναφέρουμε μόνο λίγα. Πορευόμενος ιεραποστολικώς ο Άγιος Ανδρέας έφτασε στην πόλη Αμισό κοντά στη Μαύρη Θάλασσα. Η πόλη αυτή είχε και πολλούς Ιουδαίους, στη συναγωγή των οποίων πήγε ο Απόστολος και άρχισε να τους διδάσκει για το Σωτήρα Χριστό. Χρησιμοποιώντας τα προφητικά βιβλία, απέδειξε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, τον οποίον είχαν προαναγγείλει οι προφήτες ότι θα έλθει στον κόσμο για να σώσει τους ανθρώπους. Τη διδαχή του Αποστόλου ακούγοντας οι καλοπροαίρετοι εκείνοι Ιουδαίοι αμέσως μετανόησαν, πίστευσαν, βαπτίστηκαν και
από Ιουδαίοι έγιναν Χριστιανοί, δούλοι Χριστού. Έφεραν τους ασθενείς τους και ο Απόστολος τους θεράπευσε και έτσι έγινε όχι μόνο γιατρός της ψυχής αλλά και του σώματος. Έκτισε δε εκεί εκκλησίες και χειροτόνησε ιερείς. Αφού αναχώρησε απ' εκεί πήγε στην Τραπεζούντα όπου παρόμοια δίδαξε και βάπτισε πολλούς και ιερείς χειροτόνησε. Μετά πήγε στη Λαζική και εκεί κάνοντας τα ίδια, άπειρο πλήθος ειδωλολατρών και Ιουδαίων πίστευσαν στο Χριστό. Μετά πήγε στην Νίκαια της Βιθυνίας, δίδαξε και εκεί και μετά πολλά του θαύματα έκανε πολλούς να πιστέψουν στο Χριστό. Θεράπευε ασθενείς, αλλά και διάφορα άγρια θηρία, τα οποία έβλαπταν τους ανθρώπους στα μέρη εκείνα,
με το σιδερένιο του ραβδί, το οποίο είχε σχήμα σταυρού, άλλα μεν έδιωχνε, άλλα δε θανάτωνε. Άλλοτε κατέστρεφε από τα θεμέλια ναούς ψεύτικων θεών, όπως της Αφροδίτης και της Αρτέμιδος. Όσοι από τους ειδωλολάτρες δεν πίστευαν στη διδαχή του Αποστόλου, δαιμονίζονταν. Αλλά ο Άγιος Μαθητής του Χριστού που ήλθε για να σώσει αμαρτωλούς, τους σπλαχνιζόταν, τους θεράπευε και εκείνοι πίστευαν και βαπτίζονταν. Μετά πήγε στην Νικομήδεια που ήταν πολλοί άνθρωποι και όπου όλοι πίστευσαν και μετά στη Χαλκηδόνα. Περιήλθε την Προποντίδα και πήγε στην Ποντοηράκλεια, την Αμάστριδα και μετά στη Σινώπη. Εκεί λέγεται ότι πήγε και ο Απόστολος Πέτρος για να δει τον αδελφό του, τον Άγιο Απόστολο Ανδρέα.
Οι χριστιανοί της Σινώπης μέχρι σήμερα δείχνουν δύο θρόνους μαρμάρινους, στους οποίους λέγουν ότι κάθισαν οι θείοι αυτοί Απόστολοι. Εκεί βρίσκεται και παλαιά θαυματουργή εικόνα του Αποστόλου Ανδρέου. Μερικοί Σινωπείς συνέλαβαν τον Απόστολο και τον έσερναν στους δρόμους. Άλλοι τον κτύπησαν ανελεώς και τελικά τον έριξαν έξω από την πόλη νομίζοντας ότι είχε πεθάνει. Αλλά ο μεν Απόστολος αυτά κι άλλα υπέφερε μιμούμενος τον διδάσκαλό του Χριστό, ο δε Κύριος δεν άφησε το μαθητή του να βασανίζεται και να τιμωρείται, αλλά του παρουσιάστηκε, του έδωσε θάρρος και τον γιατρέψε. Κάποιος Σινωπεύς είχε κόψει με τα δόντια του το δάκτυλο του χεριού του Αγίου και ο Κύριος τον έκανε υγιή όπως και πριν,
ευλόγησε, τον καθοδήγησε στην αμελή τη διδασκαλία και το κήρυγμά του και έτσι ανελήφθη στους ουρανούς. Την επομένη ο Απόστολος Ανδρέας μπήκε πάλι στη Σινώπη, υγιής κατά το σώμα, χαίρων και αγαλλόμενος. Βλέποντας αυτά οι κάτοικοι της Σινώπης και θαυμάζοντας την υπεράνθρωπη καρτερία του Αγίου, ιδίως δε τα μεγάλα θαύματα του Χριστού και ότι τον καταπληγωμένο Άγιο τον έκανε κατά τη νύχτα υγιή, για όλα αυτά μεταμελήθηκαν, έπεσαν στα πόδια του Αγίου και ζήτησαν συγχώρηση. Στη συνέχεια ο Άγιος τους δίδαξε, τους κατήχησε και τους βάπτισε στο όνομα της Παναγίας Τριάδος. Εκεί έγινε και το ακόλουθο μεγάλο θαύμα. Κάποια γυναίκα είχε γιο μονογενή, τον οποίον κάποιος εχθρός
φόνευσε και έγινε άφαντος. Η μητέρα απαρηγόρητη κατέφυγε στον Άγιο. Εκείνος τη σπλαχνίστηκε, αλλά και για να καταδείξει ποιος είναι ο αληθινός Θεός, ανέστησε από τους νεκρούς το γιο της. Όταν είδαν το θαύμα αυτό οι κάτοικοι της Σινώπης, πίστευσαν όλοι. Αφού ο Απόστολος χειροτόνησε εκεί ιερείς, πήγε στην Νεοκαισάρεια και μετά στα Σαμόσατα. Με την ένθεη σοφία του κηρύγματος και τη δύναμη των θαυμάτων μετενόησαν και βαπτίστηκαν όλοι. Μετά πήγε στα Ιεροσόλυμα για να συμμετάσχει στην Αποστολική Σύνοδο, την οποία αναφέρουν οι Πράξεις των Αποστόλων. Κατόπιν πήγε στα ανατολικά μέρη της Μαύρης Θαλάσσης, στους Αλανούς, τους Σαβαζγούς και τη Σεβαστούπολη, όπου κήρυξε το Ευαγγέλιο και έκανε χριστιανούς
τους κατοίκους των πόλεων και των χωρών εκείνων. Ύστερα πήγε σε μέρη της σημερινής Ουκρανίας, όπου έμεινε πολύ καιρό, κήρυξε και βάπτισε. Μετά πήγε στο Βυζάντιο, όπου έκανε πολλά θαύματα και οδήγησε όλους στη Θεογνωσία. Οι Βυζαντινοί όχι μόνο πίστευσαν, αλλά και μεγαλοπρεπή αμέσως έκτισαν ναό στο όνομα της Θεοτόκου. Έπειτα χειροτόνησε επίσκοπο έναν από τους 70 Αποστόλους, ονόματι Στάχυ, και πήγε μετά στην Ηράκλεια της Θράκης, η οποία βρίσκεται προς δυσμάς της Κωνσταντινουπόλεως, όπου δίδαξε, πολλούς επέστρεψε στο ζώντα Θεό και χειροτόνησε εκεί άλλο επίσκοπο, ονόματι Απελλή. Κηρύττοντας και βαπτίζοντας, πέρασε τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία
έφτασε στην Πελοπόννησο. Εκεί και στην πόλη των Παλαιών Πατρών φιλοξενήθηκε από κάποιον όσιο, τον οποίον θεράπευσε από επικίνδυνη και ανίατη ασθένεια. Ο Απόστολος θεράπευσε και κάποιον ασθενή αιχμάλωτο του ηγεμόνος Αιγεάτου και της συζύγου του Μαξιμίλλας, ο οποίος ήταν ριγμένος χωρίς καμιά βοήθεια και χωρίς καμιά ελπίδα ζωής. Αυτόν ο Άγιος τον σπλαχνίστηκε και του είπε «Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον οποίον εγώ κηρύσσω, λάβε την υγεία σου» και είπε «Ύπαγε εις οδόν ειρήνης». Και ω του θαύματος, ο δούλος της Μαξιμίλλας έγινε υγιής. Αμέσως γύρισε στο σπίτι της κυρίας του, στην οποίαν διηγήθηκε τα συμβάντα με χαρά και αγαλλίαση,
κάποιος ξένος με δυο λόγους τον θεράπευσε. Μετά από λίγες μέρες η Μαξιμίλλα, η κυρία του δούλου που θεραπεύθηκε από τον Απόστολο, έπεσε σε πολύ βαριά αρρώστια, στην οποία έτρεξαν όλοι οι γιατροί, αλλά δεν μπόρεσαν με τίποτε να την θεραπεύσουν. Η ασθένεια προχωρούσε, πλησίασε ο θάνατος και όλοι ήταν απελπισμένοι. Τότε μερικοί θυμήθηκαν τον Απόστολο. Πήγαν και τον παρεκάλεσαν να βοηθήσει και να θεραπεύσει την άρρωστη γυναίκα του Αιγεάτου. Ο δε Άγιος πήγε, έβαλε το χέρι του πάνω της και αμέσως εκείνη θεραπεύτηκε και σηκώθηκε από το κρεβάτι της. Όταν είδε το θαύμα αυτό ο Αιγεάτης, πήρε με τα χέρια του χρήματα πολλά και τα έριξε στα πόδια του Αγίου
παρακαλώντας τον γονυκλινής να λάβει το θησαυρό ως αμοιβή του. Ο Απόστολος είπε «Εμείς με θησαυρούς και με δώρα δεν θεραπεύουμε κανένα». Απεναντίας, ο διδάσκαλός μας Χριστός μας παρήγγειλε «Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε». Αυτά κι άλλα αφού είπε ο Άγιος και τους κατήχησε, αναχώρησε. Περπατώντας στην πόλη, συνάντησε κάποιον από μακρού παράλυτο, ο οποίος ήταν χωρίς καμιά προστασία και περιποίηση. Ο Άγιος τον σπλαχνίστηκε, έβαλε το δεξί του χέρι πάνω του και τον θεράπευσε. Έτσι έγινε γνωστό το όνομα του Αγίου στις Πάτρες, ιδιαίτερα στους πτωχούς και τους ασθενείς, οι οποίοι έπεφταν στα πόδια του Αποστόλου και θεραπεύονταν.
Άνοιγε τους οφθαλμούς, λεπρούς και με άλλες ασθένειες, τους καθάριζε και τους θεράπευε και τους βάπτιζε στη θάλασσα στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Με τα αποστολικά του κηρύγματα και με τα πολλά θαύματα οδήγησε ο Άγιος όλους τους κατοίκους της πόλεως των Πατρών στη Θεογνωσία. Χαίρων, λοιπόν, και αγαλλόμενος ο Άγιος για τις σωζόμενες ψυχές, δόξαζε πάντοτε τον Αγαθοδότη Θεό. Οι χριστιανοί με τα ίδια τους τα χέρια κατέστρεψαν τους ναούς των ειδώλων και τα είδωλα, μάζεψαν τους θησαυρούς τους και τους έριξαν στα πόδια του Αποστόλου. Ο Απόστολος τους διέταξε ένα μέρος να διαθέσουν στους πτωχούς και ένα άλλο να διαθέσουν για την οικοδόμηση εκκλησίας στην οποία να δοξάζεται το όνομα του Χριστού.
Πράγματι, σε λίγο χρόνο οικοδομήθηκε μεγαλοπρεπέστατος ναός, στον οποίο μαζεύονταν οι Πατρείς, λειτουργούνταν και αγιάζονταν. Μετά από λίγο καιρό, ο Ανθύπατος Αιγεάτης, του οποίου η σύζυγος Μαξιμίλλα γιατρεύτηκε καθώς προαναφέρθηκε από τον Απόστολο, πήγε στη Ρώμη, στον Καίσαρα, για διοικητική υπόθεση. Αυτού του άρχοντα ο αδελφός, ονόματι Στρατοκλής, που ήταν σοφός και μαθηματικός στην Αθήνα, πήγε στην Πάτρα για να επιτροπεύσει τον Αιγεάτη κατά την απουσία του. Είχε δε μαζί του κάποιον πιστότατο υπηρέτη, τον οποίον αγαπούσε σαν αδελφό, καθώς ήταν φρόνιμος και ειλικρινής. Αυτός κατά τις ημέρες εκείνες σεληνιάστηκε και υπέφερε τρομερά. Ο δε Στρατοκλής ήταν πολύ λυπημένος για την ασθένειά του
κανείς από τους γιατρούς δεν μπορούσε να σώσει τον δαιμονισμένο αυτό υπηρέτη. Όταν έμαθε αυτά η σύζυγος του Αιγεάτου Μαξιμίλλα, προσκάλεσε στο σπίτι της τον Στρατοκλή και του είπε «Ανδράδελφε, είναι αδύνατο να θεραπευθεί ο πιστός αυτός δούλος σου με όλους τους γιατρούς και τα γιατρικά του κόσμου. Στην πόλη μας είναι ένας ξένος γιατρός, ονόματι Ανδρέας, ο οποίος θεραπεύει όλες τις ασθένειες χωρίς μισθό. Αυτόν πρέπει να φέρεις και είμαι βέβαιη ότι αμέσως θα τον θεραπεύσει. Κι εγώ αρρώστησα πολύ βαριά και κανείς άλλος δεν μπόρεσε να με θεραπεύσει παρά μόνον αυτός ο ξένος γιατρός». Όταν άκουσε αυτά ο σοφός Στρατοκλής, κάλεσε αμέσως τον Άγιο. Μόλις εισήλθε στην οικία ο Απόστολος, ω του θαύματος,
αμέσως έφυγαν τα δαιμόνια από τον υπηρέτη εκείνου και έγινε αμέσως υγιής. Όταν είδαν το θαύμα αυτό ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα, δεν άφησαν να περάσει καιρός, αλλά αφού ανεθεμάτισαν την αρχαία εκείνη πλάνη, δόξασαν το Θεό και έγιναν χριστιανοί αφού βαπτίστηκαν από τον Απόστολο. Από εκείνη τη μέρα ήταν αχώριστοι από τον Άγιο Ανδρέα και καθημερινά διδάσκονταν από αυτόν το λόγο της πίστεως. Όταν όμως επέστρεψε από τη Ρώμη ο Αιγεάτης και έμαθε την προς το Χριστό μεταστροφή της συζύγου του, έγινε έξω φρενών. Βρίζοντας και φοβερίζοντας τον Άγιο ότι θα τον θανατώσει, διέταξε τη φυλάκισή του. Κατά το μεσονύκτιο ο Στρατοκλής
η νύφη του Μαξιμίλλα και άλλοι που είχαν βαπτιστεί και γίνει χριστιανοί έτρεξαν στη φυλακή στην οποία βρισκόταν ο Απόστολος. Με την προσευχή του Αποστόλου άνοιξαν οι κλεισμένες και ασφαλισμένες θύρες και μπήκαν στη φυλακή. Έπεσαν στα πόδια του Αγίου και τον ικέτευαν και τον παρακαλούσαν να τους στερεώσει και να τους δυναμώσει στην αληθινή πίστη του Χριστού. Ο δε Άγιος Ανδρέας, αφού τους δίδαξε πολλά, αμέσως χειροτόνησε τον Στρατοκλή επίσκοπο των Παλαιών Πατρών και αφού τους ευχήθηκε και τους ευλόγησε, τους απέστειλε εις οδόν ειρήνης. Ο Αιγεάτης βλέποντας ότι η Μαξιμίλλα, η σύζυγός του, ήταν αδύνατον παρά τις παρακλήσεις και προτροπές και απειλές του να επανέλθει στην ειδωλολατρία και καθώς μπήκε μέσα του ο Σατανάς,
από το θυμό αποφάσισε το σταυρικό θάνατο του Αγίου. Νόμισε με την απόφασή του αυτή ότι ο Άγιος θα φοβούνταν και θα μεταμελούνταν. Δεν γνώριζε όμως ότι ο σταυρικός θάνατος για τον Απόστολο ήταν χαρά και αγαλλίαση, διότι έμελλε έτσι να γίνει συγκοινωνός των παθημάτων του Διδασκάλου του Χριστού. Διατάχτηκαν λοιπόν οι στρατιώτες να συνοδεύσουν στον τόπο του Μαρτυρίου τον Άγιο και να τον σταυρώσουν με την κεφαλή προς τα κάτω. Όταν έφτασε και είδε τον Σταυρό ο Απόστολος, προσευχήθηκε και τον εγκωμίασε ως αίτιο της εις ουρανούς αναβάσεώς του. Δίδαξε και ευλόγησε τους παρευρεθέντες χριστιανούς, με χαρά δε ανέβηκε στο σταυρό, οι δε στρατιώτες στο υπήκοόν του εξεπλήρωσαν πιστά τις διαταγές του.
Καρφώνοντας στο Σταυρό τα χέρια και τα πόδια του Αγίου. Μετά τη Σταύρωση ο Επίσκοπος Στρατοκλής έσπευσε να κατεβάσει από τον Σταυρό τον Άγιο. Αλλά ο Αιγεάτης δεν τον άφηνε. Οι Χριστιανοί που μαζεύτηκαν επέμεναν να ξεκαρφώσουν τον Άγιο από τον Σταυρό. Αλλά εκείνος ενώ ακόμη ζούσε προέτρεπε το πλήθος να μην αντισταθεί κατά της αποφάσεως του Αιγεάτου, διότι επιθυμώντας τον υπέρ Χριστού θάνατο, προσήλθε με τη θέλησή του στο σταυρό. Όταν είδε ο Αιγεάτης την αγανάκτηση και την ορμή του λαού, έσπευσε να κατεβάσει τον Άγιο, όμως ούτε αυτόν τον άφησε ο Απόστολος, και του είπε «Καλύτερο είναι να λύσεις τον εαυτό σου από τα νοητά δεσμά της απιστίας παρά εμένα από τα αισθητά αυτά».
Εγώ μεν μετά από λίγο θα πάω στην αιώνια ανάπαυση. Συ δε, εάν δεν μετανοήσεις και δεν πιστεύσεις στο Χριστό, γνώριζε ότι σε λίγες μέρες θα χάσεις κακώς και την πρόσκαιρη και την αιώνια ζωή. Αυτά και άλλα αφού είπε ο Απόστολος Ανδρέας και αφού συμβούλευσε το λαό να επιμείνει στην πίστη του Χριστού, ευλόγησε και συγχώρησε τους χριστιανούς, παρέδωσε την Αγία του ψυχή στα χέρια του Δεσπότου Χριστού. Ήταν τότε γέροντας ογδόντα ετών. Ο δε ασεβής Αιγεάτης, μη υποφέροντας την κατακραυγή του λαού, μεταμεληθείς για τον άδικο θάνατο του Αποστόλου και Ιατρού της Πόλεως, όμως οδηγούμενος από τους δαίμονες, ανέβηκε σε ψηλό κρημνό που ονομαζόταν Ψηλά Αλώνια.
Από εκεί πέφτοντας κάτω συντρίφθηκε. Τότε ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα, αφού κατέβασαν το τίμιο σώμα του Αποστόλου από το σταυρό και αφού το άλειψαν με μύρα, το κατέθεσαν σε επίσημο τόπο. Ο Στρατοκλής μοίρασε τα πλούτη του αδελφού του Αιγεάτου σε όλους τους πτωχούς και αφού έκτισε επισκοπή με δικά του έξοδα στον τόπο εκείνο που ήταν το σώμα του Αγίου Ανδρέου, διατέλεσε εκεί επίσκοπος το υπόλοιπο της ζωής του και ποίμανε καλώς το ποίμνιο που του εμπιστεύτηκε ο Απόστολος. Όμοια και η Μαξιμίλλα σκόρπισε το χρυσάφι της στα χέρια των πτωχών. Αφού δε κράτησε ένα μέρος του, έκτισε δυο μοναστήρια, ένα για τους άντρες και ένα για τις γυναίκες. Και έτσι, αφού έζησε καλώς και θεαρέστως,
προς τις αιώνιες μονές. Τα θαύματα του Αποστόλου Ανδρέου μετά την κοίμησή του ήταν πολλά. Η φήμη τους έφτασε και στην Κωνσταντινούπολη. Όταν βασίλευε ο Κωνστάντιος, ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επεθύμησε να φέρει στην Κωνσταντινούπολη τα Άγια Λείψανα των Αγίων Αποστόλων Ανδρέου, και Τιμοθέου για να τα καταθέσει στο ναό των Αγίων Αποστόλων που είχε κτιστεί από τον πατέρα του. Για την μετακόμιση των Αγίων Λειψάνων απέστειλε τον ευλαβέστατο και μετά από λίγο μαρτυρήσαντα Άγιο Αρτέμιο, τον έπαρχο τότε της Αλεξανδρίας και όλης της Αιγύπτου. Πήγε ο Άγιος Αρτέμιος και έφερε από την Έφεσο το Άγιο Λείψανο του Αγίου Τιμοθέου και στις Θήβες της Βοιωτίας, από τις οποίες παρέλαβε το
του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά. Κατόπιν πήγε στις Παλαιές Πάτρες, από όπου μετά από αρχική άρνηση και αφού κτίστηκε υδραγωγείο για την ύδρευση της πόλεως, πήρε και μετέφερε το τίμιο λείψανο του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου. Μετά παρέλευση πεντακοσίων περίπου ετών, επιστράφηκε η κάρα του Αγίου ενδόξου Αποστόλου Ανδρέου και παρέμεινε εκεί μέχρι το 1460. Οπότε ο δεσπότης του Μωρέως Θωμάς ο Παλαιολόγος, αποφεύγοντας τον Μωάμεθ τον Δεύτερο που κυρίευσε την Πελοπόννησο, πήγε στον πάπα της Ρώμης και έλαβε μαζί του τη χαριτόβρυτη κάρα του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, η οποία από τότε παρέμενε στα χέρια των Λατίνων και
Κατά το Σεπτέμβριο του έτους 1964 αποδόθηκε από τον Πάπα στους Πατριείς.
Απόστολο Ανδρέα κρεμασμένο επάνω στο σταυρό και είδαμε ότι με προθυμία ανέβηκε εκεί και μετά, όταν δόθηκε η ευκαιρία, όταν και ο ίδιος ο άρχοντας που τον ανέβασε θέλησε να τον κατεβάσει, αυτός θέλησε να παραμείνει και παρέμεινε μέχρι τέλους. Αυτό δε διότι θεωρούσε τον υπέρ Χριστού θάνατο συμμετοχή στα παθήματα εκείνου, τον Σταυρό κλίμακα ανόδου προς τον ουρανό. Πόσο διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων και πόσο διαφορετική βίωση αυτών τα οποία εμείς τρέμουμε και με κάθε τρόπο θέλουμε να αποφύγουμε. Μια θεώρηση και μια βίωση η οποία πηγάζει από την πίστη που δείχνει ότι η πίστη είναι πραγματική και έχει αλλοιώσει την ψυχή, τον όλο άνθρωπο.
Η πίστη αυτή και η τέτοια στάση απέναντι στο θάνατο είναι αποτέλεσμα της πολλής χάριτος του Θεού. Για μας που δεν διαθέτουμε αυτή την πολλή χάρη και τα ανάλογα βιώματα, όχι μόνο θα ήταν πολύ δύσκολο να πάρουμε τέτοια στάση, αλλά και επικίνδυνο ως κάτι πάνω από τις δυνάμεις μας. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να μπούμε σε αυτό το πνεύμα, να μπούμε σε αυτόν τον δρόμο, εάν κάπως έτσι βλέπαμε και αντιμετωπίζαμε τους μικρότερους πειρασμούς, τα μικρότερα δικά μας βάσανα της καθημερινής ζωής, δηλαδή σαν συμμετοχή στο Σταυρό του Χριστού, σαν μέσο που μας καθαρίζει και μας ανεβάζει στο Θεό. Τότε θα ήμασταν στο σωστό δρόμο και από το λίγο, τη μικρή χάρη
μπορούσαμε να προοδεύσουμε και κατά το δυνατόν να πλησιάσουμε στη χάρη των Αγίων.
Αγγλική μετάφρασηEN · 33 παράγραφοι
On November 30, our Church commemorates Saint Andrew the First-Called Apostle, worthy of all praise, and Saint Frumentius, Archbishop of India.
The Apostle Andrew came from the small town of Bethsaida, which was also the hometown of Saint Philip the Apostle. Bethsaida is a Hebrew name meaning “place of fishing.” Andrew was the brother of the Apostle Peter, and their father was named Jonah. Jonah was a fisherman and taught his trade to his sons. The Apostle Peter was married to a niece of the Apostle Barnabas, while the Apostle Andrew chose a life of virginity. When the holy Andrew heard that John the Forerunner was preaching metanoia, repentance, near the Jordan, he set everything aside, hurried there, and became his disciple. The Venerable Forerunner…
John wanted his disciples to understand that he was not the long-awaited Messiah, but Christ’s servant and forerunner. So when he saw our Lord, he said, “Behold the Lamb of God.” When the Apostle Andrew heard John’s testimony, he left the Forerunner and followed Christ. Seeing Andrew and John following Him, the Lord asked, “What are you looking for?” They answered, “Rabbi”—which means “Teacher”—“where are You staying?” He said to them, “Come and see.” So they went, saw where He was staying, and remained with Him that day. But when Andrew found this treasure, he did not want to keep it to himself. He invited his brother to share in it.
Andrew told Peter, who was called Simon, “We have found the Messiah.” Peter immediately set out, guided by Andrew, to find the Lord. When Jesus saw him, He said, “You are Simon, son of Jonah. You shall be called Cephas, which means Peter.” Later, when the Honorable Forerunner was imprisoned by Herod, he again wanted to direct his disciples to Christ the Savior. He told them to ask Him, “Are You the one the prophets wrote would come, or should we expect another?” The Lord answered them, “Go and tell John what you have seen and heard: the blind receive their sight, the lame walk, lepers are cleansed, and the deaf hear,”
The dead are raised, and the poor hear the good news.” In time, the Lord called Andrew and Peter to become His disciples and later His apostles. “Leave these nets and follow Me, and I will make you fishers of men.” They immediately left their nets and followed Christ. Andrew was the first to be called by the Lord, which is why he is known as the First-Called. He followed Christ everywhere, listening to His teaching and witnessing His miracles. Once, Christ was in the wilderness with His disciples and a great crowd who had followed Him to hear His teaching. There was no food there, and the people needed to eat, so the Apostle Andrew was the first to come forward.
He said to Christ, “Teacher, we have only five barley loaves and two fish. How can we feed so many people?” The Lord blessed those five loaves and two fish, and the whole crowd ate their fill—five thousand people, besides women and children. Twelve baskets were filled with what was left over. Another time, during the Jewish Passover, some Greek merchants wanted to see Christ. They approached the Apostle Philip and asked him to bring them to the Lord. But Philip did not feel confident enough to approach Christ himself, so he turned to Andrew.
He gave Andrew precedence as the first disciple called, and together they immediately went and told Christ that the Greeks wished to see Him. After the Crucifixion and His Resurrection, the Lord sent His disciples into the world to teach its people and lead them to salvation, saying, “Go and make disciples of all nations.” Then, on the day of Pentecost, He sent them His All-Holy Spirit, who illumined them and guided them into all truth. Afterward, the Apostles gathered and cast lots to decide where each would go to preach. The Apostle Andrew was assigned Bithynia, Thrace, Macedonia, Thessaly, and Achaia, where the city of Patras is located.
The Saint also taught in other parts of the East, around the Black Sea, and in Scythia. Andrew, the First-Called, was not daunted by the many people, places, and cities before him, nor did he grow idle. He kept in mind Christ’s words: “Behold, I send you out as sheep in the midst of wolves,” and “Do not fear those who kill the body but cannot kill the soul.” Trusting in the Lord’s unconquerable power, the Apostle set out eagerly and with joy from Jerusalem to travel through all these regions. So many were the places Apostle Andrew visited and the journeys he made that no one could describe them all, or the temptations he faced in each country.
No one could recount all the teachings, healings, acts of charity, hardships, persecutions, and sufferings of this Saint. Let us mention just a few. As Saint Andrew traveled on his mission, he reached the city of Amisos near the Black Sea. Many Jews lived there, and the Apostle went to their synagogue and began teaching them about Christ the Savior. Using the books of the prophets, he showed that Jesus is the Christ whom the prophets had foretold would come into the world to save humanity. When those receptive Jews heard the Apostle’s teaching, they immediately repented, believed, were baptized, and
Those Jews became Christians, servants of Christ. They brought their sick to the Apostle, and he healed them. In this way, he became a healer of both soul and body. He built churches there and ordained priests. From there he went to Trebizond, where he likewise taught, baptized many, and ordained priests. Then he went to Lazica and did the same. Countless pagans and Jews came to believe in Christ. Next he went to Nicaea in Bithynia, where he taught and, through his many miracles, brought many to faith in Christ. He healed the sick and also confronted the wild beasts that harmed people in those parts.
With his iron staff, which was shaped like a cross, he drove some of the wild beasts away and killed others. At other times, he destroyed temples of false gods, such as Aphrodite and Artemis, down to their foundations. Those pagans who did not believe the Apostle’s teaching became possessed by demons. But the holy disciple of Christ, who came to save sinners, had compassion on them and healed them. Then they believed and were baptized. He went on to Nicomedia, a city with many people, where everyone believed, and then to Chalcedon. He traveled around the Propontis and went to Heraclea Pontica, Amastris, and then Sinope. It is said that the Apostle Peter also went there to see his brother, Saint Andrew the Apostle.
To this day, the Christians of Sinope show visitors two marble thrones where they say these holy Apostles sat. There is also an ancient wonderworking icon of the Apostle Andrew there. Some of the people of Sinope seized the Apostle and dragged him through the streets. Others beat him mercilessly and finally threw him outside the city, thinking he was dead. The Apostle endured this and more, following the example of his teacher, Christ. But the Lord did not leave His disciple to suffer. He appeared to Andrew, gave him courage, and healed him. One man of Sinope had bitten off a finger from the Saint’s hand, and the Lord restored it completely.
He blessed Andrew, encouraged him to continue teaching and preaching, and then ascended into heaven. The next day, the Apostle Andrew entered Sinope again, healed in body and full of joy. When the people of Sinope saw him, they marveled at the Saint’s extraordinary endurance and, above all, at Christ’s great miracles: overnight, He had healed the Saint, who had been covered in wounds. They repented, fell at the Saint’s feet, and asked his forgiveness. He then taught them, instructed them in the faith, and baptized them in the name of the Holy Trinity. Another great miracle happened there. A woman had an only son, whom an enemy...
The enemy killed her son and disappeared. Inconsolable, the mother turned to the Saint. He had compassion on her, and to show who the true God is, he raised her son from the dead. When the people of Sinope saw this miracle, they all believed. After ordaining priests there, the Apostle went to Neocaesarea and then to Samosata. Through the God-given wisdom of his preaching and the power of his miracles, the people repented and were baptized. He then went to Jerusalem to take part in the Apostolic Synod mentioned in the Acts of the Apostles. After that, he traveled to the eastern shores of the Black Sea, among the Alans and the Sabazgi, and to Sebastopolis, where he preached the Gospel and brought people to the Christian faith.
the people of those cities and lands. Then he went to parts of what is now Ukraine, where he stayed for a long time, preaching and baptizing. After that, he went to Byzantium, where he performed many miracles and led everyone to the knowledge of God. The Byzantines believed and immediately built a magnificent church dedicated to the Theotokos (God-bearer). He then ordained Stachys, one of the seventy Apostles, as bishop and went to Heraclea in Thrace, west of Constantinople. There he taught, brought many to the living God, and ordained another bishop, named Apelles. Preaching and baptizing, he traveled through Thrace, Macedonia, and Thessaly.
He reached the Peloponnese. There, in the city of Old Patras, a devout man welcomed him into his home. Andrew healed him of a dangerous, incurable illness. The Apostle also healed a sick captive in the household of the governor Aegeates and his wife, Maximilla. The man had been left without help or any hope of surviving. Moved with compassion, the Saint said to him, “In the name of our Lord Jesus Christ, whom I preach, be healed. Go on your way in peace.” And what a miracle! Maximilla’s servant was well again. He immediately returned to his mistress’s house and told her all that had happened, full of joy and gladness.
A stranger had healed him with just a few words. A few days later, Maximilla, the mistress of the servant whom the Apostle had healed, fell gravely ill. Every doctor came to her, but none could cure her. Her illness grew worse, death drew near, and everyone had lost hope. Then some remembered the Apostle. They went to him and begged him to help Aegeates’ sick wife. Saint Andrew came, laid his hand on her, and at once she was healed and rose from her bed. When Aegeates saw this miracle, he took a large sum of money in his hands and laid it at the Saint’s feet.
Kneeling before the Apostle, Aegeates begged him to accept the treasure as his reward. The Apostle said, “We do not heal anyone in exchange for treasures or gifts. Christ our Teacher commanded us, ‘Freely you have received; freely give.’” After saying this and more, and teaching them the faith, Saint Andrew departed. As he walked through the city, he met a man who had long been paralyzed and had no one to look after him. Saint Andrew took pity on him, laid his right hand on him, and healed him. So the Saint became known throughout Patras, especially among the poor and the sick, who fell at the Apostle’s feet and were healed.
He opened the eyes of the blind, cleansed lepers, healed people with other illnesses, and baptized them in the sea in the name of the Holy Trinity. Through his apostolic preaching and many miracles, the Saint led all the people of Patras to the knowledge of God. Rejoicing over the souls being saved, he continually glorified God, the Giver of all good things. The Christians tore down the temples and idols with their own hands, gathered their treasures, and laid them at the Apostle’s feet. The Apostle instructed them to give some to the poor and use the rest to build a church where the name of Christ would be glorified.
Indeed, before long, a magnificent church was built. The people of Patras gathered there for the Divine Liturgy and were sanctified. Some time later, the proconsul Aegeates, whose wife Maximilla had been healed by the Apostle, as we heard earlier, went to Rome to see Caesar on official business. His brother Stratocles, a learned mathematician in Athens, came to Patras to govern in Aegeates’ absence. He brought with him a devoted servant whom he loved like a brother, for the man was sensible and honest. During those days, the servant began suffering seizures and was in terrible pain. Stratocles was deeply distressed by his illness.
None of the doctors could save this servant, who was possessed by demons. When Aegeates’ wife Maximilla heard about it, she invited Stratocles to her house and said, “Brother-in-law, no doctor or medicine in the world can heal your faithful servant. There is a visiting physician in our city named Andrew. He heals every illness without asking for payment. You must bring him here, and I am sure he will heal your servant at once. I too was gravely ill, and no one could heal me except this visiting physician.” When the learned Stratocles heard this, he immediately sent for the Saint. As soon as the Apostle entered the house, what a miracle!
The demons immediately left the servant, and he was well. When Stratocles and Maximilla saw this miracle, they lost no time. They renounced their former false beliefs, glorified God, and became Christians when the Apostle baptized them. From that day on they were inseparable from Saint Andrew, and every day he taught them the word of faith. But when Aegeates returned from Rome and learned that his wife had turned to Christ, he flew into a rage. He insulted the Saint, threatened to kill him, and ordered him imprisoned. At midnight, Stratocles,
his sister-in-law Maximilla, and others who had been baptized as Christians hurried to the prison where the Apostle was held. Through the Apostle’s prayer, the locked and secured doors opened, and they entered. They fell at the Saint’s feet and pleaded with him to strengthen them in the true faith of Christ. Saint Andrew taught them at length and then ordained Stratocles bishop of Old Patras. After praying for them and blessing them, he sent them away in peace. Aegeates saw that, despite all his appeals, urgings, and threats, his wife Maximilla would never return to idol worship. With Satan now in his heart,
he was so angry that he condemned the Saint to death on a cross. He thought this sentence would frighten Andrew into changing his mind. But he did not know that, for the Apostle, such a death would bring joy and gladness, because it would let him share in the sufferings of Christ, his Teacher. The soldiers were ordered to escort the Saint to the place of martyrdom and crucify him with his head downward. When the Apostle arrived and saw the cross, he prayed and praised it as the means by which he would ascend to heaven. He taught and blessed the Christians who were there, then gladly went up onto the cross. The soldiers carried out their orders,
nailing the Saint’s hands and feet to the cross. After Andrew was crucified, Bishop Stratocles hurried to take him down, but Aegeates would not let him. The Christians who had gathered insisted on removing the nails and taking the Saint down. Yet while he was still alive, Andrew urged the crowd not to resist Aegeates’ decision. He desired to die for Christ and had gone to the cross of his own free will. When Aegeates saw the people’s anger and determination, he hurried to take the Saint down himself. But the Apostle would not let him either, saying, “It would be better for you to free yourself from the unseen bonds of unbelief than to free me from these bonds you can see.”
“Soon I will go to eternal rest. But if you do not repent and believe in Christ, know that within a few days you will lose both this earthly life and eternal life.” After saying this and more, Apostle Andrew urged the people to remain steadfast in their faith in Christ. He blessed and forgave the Christians, then entrusted his holy soul into the hands of Christ the Master. He was eighty years old. The impious Aegeates could not bear the people’s outcry. He regretted the unjust death of the Apostle who had healed the city, but, driven by demons, he climbed a high cliff called Psila Alonia.
He fell from it and was crushed to death. Stratocles and Maximilla then took the Apostle’s honored body down from the cross, anointed it with fragrant oils, and laid it in a place of honor. Stratocles distributed his brother Aegeates’ wealth among the poor. At his own expense he built a bishop’s residence at the place where Saint Andrew’s body lay. He served as bishop there for the rest of his life, faithfully caring for the flock the Apostle had entrusted to him. Maximilla likewise gave her gold to the poor. With part of it she built two monasteries, one for men and one for women. And having lived a good life pleasing to God,
she departed to the eternal dwelling places. Apostle Andrew worked many miracles after his repose, and word of them reached Constantinople. Constantius, the son of Constantine the Great, was emperor at the time. He wished to bring the holy relics of the Apostles Andrew and Timothy to Constantinople and place them in the Church of the Holy Apostles, which his father had built. To bring the relics there, he sent Saint Artemios, a deeply devout man who was then prefect of Alexandria and all Egypt and who would soon suffer martyrdom. Saint Artemios went to Ephesus and brought back the holy relic of Saint Timothy. He then went to Thebes in Boeotia, where he received the
relic of the Apostle and Evangelist Luke. He next went to Old Patras. The people at first refused to part with Apostle Andrew’s honored relic, but after an aqueduct was built to supply the city with water, Artemios took the relic and carried it away. About five hundred years later, the skull of the glorious Apostle Andrew was returned and remained there until 1460. Then Thomas Palaiologos, ruler of the Morea, fled Mehmed II, who had conquered the Peloponnese. He went to the pope in Rome, taking with him the skull of the Apostle Andrew, from which grace flowed. From that time it remained in the hands of the Latins,
until September 1964, when the pope returned it to the people of Patras.
We saw Apostle Andrew hanging on the cross, and we saw how willingly he went up onto it. Later, when the very ruler who had put him there wanted to take him down, Andrew chose to remain, and he stayed until the end. He saw death for Christ as a sharing in Christ’s sufferings, and the cross as a ladder leading up to heaven. How differently he saw and lived through the very things we dread and try in every way to avoid. His way of seeing and living through them sprang from faith. It showed that his faith was real and had transformed his soul, indeed his whole being.
Such faith, and such a way of facing death, come from an abundance of God’s grace. We do not have that abundance of grace or the experience that goes with it. For us, taking such a stand would be very difficult and even dangerous, because it is beyond our strength. Even so, we could begin to walk this path if we viewed and faced the smaller temptations and hardships of everyday life in a similar way: as a sharing in the Cross of Christ, and as a means of cleansing us and drawing us closer to God. Then we would be on the right path, and from the little grace we have,
we could grow and, as far as we are able, draw closer to the grace of the Saints.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ\30 11.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.