Η Ανάληψη του Χριστού και η εξύψωση της ανθρωπότητας
Για σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση, ο Χριστός εμφανιζόταν στους μαθητές του και βεβαίωσε ότι αναστήθηκε σωματικά. Τους διέταξε να κηρύξουν μετάνοια και άφεση αμαρτιών σε όλα τα έθνη, αρχίζοντας από τα Ιεροσόλυμα.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Για σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση, ο Χριστός εμφανιζόταν στους μαθητές του και βεβαίωσε ότι αναστήθηκε σωματικά.
- Τους διέταξε να κηρύξουν μετάνοια και άφεση αμαρτιών σε όλα τα έθνη, αρχίζοντας από τα Ιεροσόλυμα.
- Στο Όρος των Ελαιών, παρόντων της Μητέρας Του και των μαθητών, υποσχέθηκε το Άγιο Πνεύμα και ανελήφθη στον ουρανό.
- Δύο άγγελοι διαβεβαίωσαν τους μαθητές ότι ο Χριστός θα επανέλθει με δόξα, και εκείνοι επέστρεψαν στα Ιεροσόλυμα με χαρά.
- Η θέση του Χριστού στα δεξιά του Πατέρα δηλώνει την ισότητά Του με τον Πατέρα.
- Η Ανάληψη ολοκληρώνει το σωτηριολογικό έργο του Χριστού, ανυψώνοντας την πεσμένη ανθρώπινη φύση προς την ουράνια δόξα και τη θέωση.
- Ο Ηλίας Μηνιάτης αντιπαραθέτει την αιχμαλωσία της ανθρωπότητας από τον διάβολο με τη νίκη του Χριστού επί του θανάτου και το άνοιγμα του ουρανού για τους δικαίους.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 12 παράγραφοι
Ίδια ημέρα, πέμπτη της έκτης εβδομάδος από του Πάσχα, την εις ουρανούς Ανάληψη εορτάζομεν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Η Ανάληψη του Κυρίου έγινε ως εξής. Αφού αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς, καθώς ο Ευαγγελιστής Λουκάς ιστόρησε, σαράντα μέρες παρέμεινε πάνω στη γη, κατά τις οποίες δεν ήταν πάντα μαζί με τους μαθητές του, όπως και πριν, επειδή αυτό δεν ήταν δυνατόν πλέον να γίνεται, αλλά μεταχειριζόμενος πάνσοφη οικονομία, μερικές φορές μόνο φαινόταν σε αυτούς. Συνολικά φάνηκε ένδεκα φορές και παρουσία τους έφαγε και ψηλαφήθηκε, μόνο και μόνο για να τους βεβαιώσει από τα πράγματα ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς. Αφού επαρκώς τους βεβαίωσε και τους πληροφόρησε, άλλο δεν υπολειπόταν παρά να αποχωριστεί από αυτούς σωματικώς και να ανεβεί στον άναρχο Πατέρα του. Κατά τη σημερινή λοιπόν ημέρα...
η οποία είναι η τεσσαρακοστή από του Πάσχα, εμφανίστηκε και πάλι στους μαθητές του στα Ιεροσόλυμα και, αφού πολλά προηγουμένως τους είπε, έπειτα τους έδωσε την τελευταία εντολή, το να πάνε δηλαδή και να κηρύξουν το όνομά του σε όλα τα έθνη, κάνοντας αρχή από την Ιερουσαλήμ. Ούτω γέγραπται και ούτως έδει παθείν τον Χριστόν και αναστήναι εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα και κηρυχθήναι επί τω ονόματι αυτού μετάνοιαν και άφεσιν αμαρτιών εις πάντα τα έθνη, αρξάμενοι από Ιερουσαλήμ. Υμείς δε εστέ μάρτυρες τούτων. Αφού είπε αυτά, έβγαλε τους μαθητές του μαζί με την Παναγία Μητέρα του στο όρος των Ελαιών, κοντά στη Βηθανία, και εκεί, αφού τους δίδαξε για τελευταία φορά, τους παρήγγειλε να μένουν όλοι μαζί μέσα στα Ιεροσόλυμα
να δεχθούν ενωμένοι ύστερα από λίγες μέρες τον Παράκλητο, καθώς πριν από το Σταυρό τους είχε υποσχεθεί ότι θα ερχόταν Εκείνος, δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο, όταν Αυτός, ο Χριστός, θα απερχόταν. Λέγοντας αυτά, τους ευλόγησε με τα θεία του χέρια και άρχισε να ανέρχεται προς τον ουρανό βασταζόμενος από θείους αγγέλους. Και αυτοί έμειναν να τον ατενίζουν. Τότε, άκτιστη φωτεινή νεφέλη τον υποδέχθηκε, πάνω στην οποία καθισμένος, σαν σε βασιλικό όχημα, όλο και ανέβαινε προς τον ουρανό και λίγο λίγο κρυβόταν από τα μάτια των μαθητών. Ενώ δε θαμπωμένοι τον έβλεπαν να ανέρχεται, φάνηκαν δύο άγγελοι υπό μορφή λευκοφόρων ανδρών, λέγοντας σε αυτούς: «Άνδρες Γαλιλαίοι,
τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν; Ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται όν τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν». Δηλαδή, άνδρες Γαλιλαίοι, τι στέκεστε βλέποντας τον ουρανό; Αυτός ο Ιησούς, τον οποίο βλέπετε να ανέρχεται στον ουρανό, Αυτός θα έλθει πάλι με την ίδια σάρκα για να κρίνει τον κόσμο, όμως θα έλθει με δύναμη και δόξα πολλή. Δεν θα έλθει καταφρονημένος και ονειδισμένος, αλλά τιμημένος και δοξασμένος. Έτσι λοιπόν ο Κύριος, αφού συμπλήρωσε όλο το σωτηριώδες για μας έργο του που ονομάζεται Οικονομία, ανέβηκε με δόξα θεϊκή στον ουρανό και κάθισε στα δεξιά του Θεού Πατέρα ή, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος,
«Εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης εν τοις ουρανοίς». Το δε «εκάθισεν εν δεξιά» σημαίνει το ισότιμο με τον Πατέρα. Όχι ότι ο Πατήρ κάθεται στα αριστερά ως μικρότερος από τον Υιό, ο οποίος κάθισε στα δεξιά, αλλά αυτό το λέγει η Γραφή απλώς για να μας πει ότι ο Υιός είναι ομόθρονος και ισότιμος με τον Πατέρα. «Και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν, υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης». Οι ιεροί του μαθητές, αφού τον προσκύνησαν, επέστρεψαν από το όρος των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ χαίροντας. Θα περίμενε κανείς να γυρίσουν λυπημένοι, διότι τους άφησε ο Χριστός σωματικώς. Αυτοί όμως ήταν χαρούμενοι, αφενός μεν διότι άκουσαν τους παρηγορητικούς λόγους της επανόδου του Κυρίου.
«Ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται όν τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν». Αφετέρου δε, ίσως περισσότερο γι’ αυτό, διότι τους δόθηκε η υπόσχεση ότι θα λάβαναν το Πνεύμα το Άγιο, το οποίο καθιστά από τώρα αισθητή την παρουσία του Κυρίου Ιησού. Απείχε δε το όρος των Ελαιών από την Ιερουσαλήμ τόσο διάστημα όσο ήταν επιτρεπτό στους Ιουδαίους να βαδίζουν την ημέρα του Σαββάτου, γι’ αυτό και το διάστημα εκείνο λεγόταν Σαββάτου οδός. Προσδιορίστηκε δε το μέγεθος της αποστάσεως αυτής περίπου 2.800 μέτρα από το ότι παλιά οι σκηνές των Ισραηλιτών τόσο απείχαν από την Αγία Σκηνή, προς την οποία βάδιζαν για να προσκυνήσουν το Θεό.
Δε να δείξει ο Ευαγγελιστής ότι μετά από αυτά οι μαθητές του Κυρίου πάντοτε υμνούσαν και δόξαζαν το Θεό, λέγει: «Και ήσαν διαπαντός εν τω ιερώ ευλογούντες τον Θεόν». Ορισμένοι λέγουν ότι η σημερινή εορτή της εις ουρανούς ενδόξου του Χριστού Αναλήψεως η μεγαλύτερη από όλες τις δεσποτικές εορτές, διότι σήμερα έλαβε τέλος όλος ο σκοπός της ενσάρκου του Χριστού οικονομίας, ο οποίος ήταν να ανεβάσει την πεσμένη ανθρώπινη φύση σε αυτά τα επουράνια, στο ύψος της θεότητος.
Εκκλησιαστικός ρήτορας Ηλίας Μηνιάτης, σε ένα πανηγυρικό του λόγο στη σημερινή εορτή, τονίζοντας τη σημασία της και αντιπαραβάλλοντας το σωτήριο του Χριστού με το καταστροφικό του διαβόλου έργο, μας λέγει τα παρακάτω, με τα οποία και θα κλείσουμε το σημερινό συναξάρι. «Ούτως εστάθη του Ενανθρωπίσαντος Θεού Λόγου ο σκοπός, τούτο της ενσάρκου οικονομίας το τέλος. Δια τούτο έγινε Υιός Ανθρώπου ο Υιός του Θεού. Δια τούτο ανέστη ο Πρωτότοκος των Νεκρών. Δια να υψώσει τον πεπτωκότα, δια να δοξάσει τον κατάκριτον, δια να θεώσει το ανθρώπινον. Είδετε άμιλλαν από το ένα μέρος του μίσους όπου άναψε καθ’ ημών ο διάβολος και από το άλλο της αγάπης όπου έδειξε προς εμάς ο Υιός του Θεού. Εκείνος εφθόνησε την αρχαία μακαριότητα της ανθρωπίνης φύσεως και την εξόρισεν από τον παράδεισον της τρυφής. Ούτος αυτήν την ιδίαν φύσην ύψωσεν υπεράνω των ουρανών και κάθισεν αυτήν εις τον θρόνον της Θείας Δόξης. Εκείνος δεν υπέφερε να βλέπει υποταγμένα υπό τους πόδας αυτής τα επίγεια, ούτος υπέταξεν υπό τους πόδας αυτής και τα ουράνια. Εκείνος την κατέστησεν αιχμάλωτον του θανάτου και της αμαρτίας, ούτος την έκαμε πολίτην του ουρανού, σύνθρονον της Θεότητος, ενδεδυμένην με στολήν μακαριωτάτης αθανασίας.
Προσκυνουμένη υπό των Σεραφείμ, αντιπληρώσας με κέρδος άπειρον την ζημίαν και με τέχνη θεοπρεπή απατήσας τον απατήσαντα. Κατήσχυνε εντελώς τον αντίθεον και μισάνθρωπον Εωσφόρον η ένδοξος του Σωτήρος Ανάληψις. Εκείνος, σαν πανούργος κυνηγός, είχεν απλωμένην επάνω εις το πρόσωπον της γης την ολέθριον παγίδα του θανάτου, όπου επιάνοντο ως πετεινά του κατακρίτου Αδάμ οι δυστυχείς απόγονοι, των οποίων τας ψυχάς εκράτει αιχμαλώτους εις τα δεσμά της αρχαίας κατάρας. Ηθέλησεν εις αυτήν την παγίδα να πιαστεί εκουσίως αποθανών ο Θεάνθρωπος Ιησούς, αλλ’ ως μέγας αετός συντρίβων με την θεία του δύναμη την παγίδα,
λύων τα δεσμά, αυτός μεν πρώτος επέταξε τριήμερος αναστάς. Επέταξαν δε συν αυτώ ελεύθεραι και αι ψυχαί των δικαίων, ψάλλουσαι τα επινίκια με τον Δαβίδ: «Η παγίς συνετρίβη και ημείς ερρύσθημεν». Και πάλιν ο αετός, θέλων να δείξει εις τα μικρά του αετίδια να μάθουν να πετάξουν εις τον ασυνήθιστον δρόμον του αέρος, αυτός προάγων τα οδηγεί. Ομοίως εις την άβατον τρίβον του ουρανού, όπου ακόμη δεν είχε φανή ίχνος ανθρώπινον, ανίπταται ο αναληφθείς Κύριος, προάγων, οδηγών ως νέος Ιησούς τα πνεύματα των δικαίων. Και όντως αναβάς εις ύψος ηχμαλώτευσεν αιχμαλωσίαν. Και τη αυτήν
η πτώσις του πρώτου Αδάμ ήνοιξεν εις ημάς την είσοδον εις τον Άδην, ούτω του νέου Αδάμ ήνοιξεν εις ημάς την είσοδον εις τον Ουρανόν.
Αγγλική μετάφρασηEN · 12 παράγραφοι
On this day, the Thursday of the sixth week after Pascha, we celebrate the Ascension into heaven of our Lord and God and Savior Jesus Christ.
The Ascension of the Lord happened in this way. After He rose from the dead, as the Evangelist Luke tells us, He remained on earth for forty days. He was no longer constantly with His disciples as He had been before, but in His all-wise care He appeared to them from time to time. He appeared eleven times in all. He ate in their presence and let them touch Him, so that they could know for themselves that He had risen from the dead. Once He had given them every assurance, nothing remained but for Him to part from them bodily and ascend to His Father, who is without beginning. And so, on this day...
the fortieth day after Pascha, He appeared again to His disciples in Jerusalem. After speaking with them at length, He gave them His final command: to go and preach in His name to all nations, beginning in Jerusalem. “Thus it is written, and thus it was necessary for Christ to suffer and rise from the dead on the third day, and for metanoia, repentance, and forgiveness of sins to be preached in His name to all nations, beginning from Jerusalem. You are witnesses of these things.” Having said this, He led His disciples and His Mother, the Most Holy Theotokos, to the Mount of Olives near Bethany. There He taught them one last time and instructed them to remain together in Jerusalem
so that, united, they might receive the Comforter in a few days. Before the Cross, He had promised them that the Comforter, the Holy Spirit, would come when He, Christ, departed. As He said these things, He blessed them with His divine hands and began to ascend toward heaven, borne by divine angels. They stood gazing at Him. Then an uncreated, radiant cloud received Him. Seated upon it as though in a royal chariot, He rose higher and higher until He gradually disappeared from the disciples’ sight. As they watched in wonder, two angels appeared in the form of men dressed in white and said to them, “Men of Galilee,
why do you stand looking up into heaven? This same Jesus, who has been taken from you into heaven, will come in the same way you saw Him go into heaven.” In other words, men of Galilee, why do you stand looking up at heaven? This Jesus whom you see ascending will come again in the same flesh to judge the world, but He will come with great power and glory. He will come honored and glorified, no longer despised and reviled. Thus the Lord completed all His saving work for us, known as the Divine Economy, ascended into heaven with divine glory, and sat at the right hand of God the Father. Or, as the Apostle Paul says,
“He sat down at the right hand of the throne of Majesty in the heavens.” To say that He “sat at the right hand” means that He is equal in honor to the Father. It does not mean that the Father sits on the left and is lesser than the Son. Scripture says this to tell us that the Son shares the Father’s throne and is equal to Him. “And they worshiped Him and returned to Jerusalem with great joy.” His holy disciples worshiped Him, then returned rejoicing from the Mount of Olives to Jerusalem. We might expect them to have returned sorrowful, since Christ had left them bodily. But they rejoiced, in part because they had heard the comforting promise that the Lord would return:
“This Jesus, who has been taken from you into heaven, will come in the same way you saw Him go into heaven.” Perhaps an even greater reason for their joy was the promise that they would receive the Holy Spirit, who makes the presence of the Lord Jesus known to them even now. The Mount of Olives was as far from Jerusalem as Jews were permitted to walk on the Sabbath. That is why the distance was called a Sabbath day’s journey. It was reckoned at about 2,800 meters, because in ancient times the Israelites’ tents stood about that far from the Holy Tabernacle, where they went to worship God.
To show that from then on the Lord’s disciples continually praised and glorified God, the Evangelist says, “And they were continually in the temple blessing God.” Some say that today’s feast of Christ’s glorious Ascension into heaven is the greatest of all the feasts of the Lord. For today the whole purpose of Christ’s saving work in the flesh was fulfilled: to raise fallen human nature to the heavenly heights, to the glory of divinity.
In a festal sermon for today, the Church orator Elijah Miniatis stresses the meaning of the feast. He sets Christ’s saving work against the devil’s destructive work. We will close today’s account of the feast with his words: “This was the purpose of the incarnate God, the Word (Logos); this was the goal of His saving work in the flesh. For this the Son of God became the Son of Man. For this the Firstborn from the Dead rose again: to raise up the fallen, to glorify the condemned, and to bring human nature to theosis, union with God. Do you see the struggle between the hatred the devil kindled against us and the love the Son of God showed us? The devil envied the ancient blessedness of human nature and drove it out of Paradise. Christ raised that same nature above the heavens and seated it on the throne of divine glory. The devil could not bear to see earthly things subject to humanity; Christ placed even heavenly things beneath its feet. The devil made it captive to death and sin; Christ made it a citizen of heaven, sharing the throne of divinity and clothed in most blessed immortality,
honored by the Seraphim. With immeasurable gain He made good the loss, and by a wisdom worthy of God He outwitted the deceiver. The Savior’s glorious Ascension utterly defeated Lucifer, the enemy of God and humanity. Like a cunning hunter, the devil had spread the deadly snare of death across the face of the earth. The wretched descendants of condemned Adam were caught in it like birds, and he held their souls captive in the bonds of the ancient curse. Jesus, the God-Man, chose to die and be caught in that snare. But like a mighty eagle, He broke the snare by His divine power
and loosed the bonds. Rising on the third day, He was the first to fly free. With Him the souls of the righteous also flew free, singing the song of victory with David: “The snare was broken, and we escaped.” When an eagle wants to teach its young to fly through the unfamiliar air, it flies ahead and leads them. In the same way, the ascended Lord rises along the untrodden path into heaven, where no human being had yet set foot. Like a new Joshua, He goes ahead and leads the spirits of the righteous. Truly, “When He ascended on high, He led captivity captive.” And just as
the Fall of the first Adam opened the way into Hades for us, so the Ascension of the new Adam opened the way into heaven for us.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
14 ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΥ\ANALIPSEOS.mp3
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.