Απόστολος Τιμόθεος: διακονία, μαρτύριο και οι παραινέσεις του Παύλου
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αποστόλου Τιμοθέου στις 22 Ιανουαρίου μαζί με άλλους αγίους και μάρτυρες. Μεγαλωμένος στα Λύστρα, ο Τιμόθεος διδάχθηκε τις Άγιες Γραφές από τη μητέρα του Ευνίκη και τη γιαγιά του Λοΐδα, πριν γίνει μαθητής του Παύλου.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αποστόλου Τιμοθέου στις 22 Ιανουαρίου μαζί με άλλους αγίους και μάρτυρες.
- Μεγαλωμένος στα Λύστρα, ο Τιμόθεος διδάχθηκε τις Άγιες Γραφές από τη μητέρα του Ευνίκη και τη γιαγιά του Λοΐδα, πριν γίνει μαθητής του Παύλου.
- Ο Τιμόθεος συνόδευσε τον Παύλο στις ιεραποστολικές περιοδείες του, βοήθησε στη σύσταση εκκλησιών και υπηρέτησε ως έμπιστος συνεργάτης του.
- Ο Παύλος ανέθεσε στον Τιμόθεο την ποιμαντορία της εκκλησίας της Εφέσου και τον παρότρυνε να έρθει στη Ρώμη κατά τη διάρκεια της τελευταίας φυλάκισης του Παύλου.
- Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο Τιμόθεος σκοτώθηκε στην Έφεσο αφού παρότρυνε συμμετέχοντες σε ειδωλολατρική γιορτή να σταματήσουν τη βία· τα λείψανά του μεταφέρθηκαν αργότερα στην Κωνσταντινούπολη.
- Η ομιλία θυμίζει τις συμβουλές του Παύλου για την προσευχή, τη σεμνότητα, την ευσέβεια, την αυταρκεία και την απαλλαγή από την αγάπη για το χρήμα.
- Κλείνει με την πρόσκληση του Παύλου να υπομένουμε τις δυσκολίες, να διδάσκουμε με πραότητα και να μένουμε σταθεροί στις θεόπνευστες Γραφές.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 21 παράγραφοι
22 του μηνός Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Αποστόλου Τιμοθέου, μαθητού του Αγίου Αποστόλου Παύλου, του Αγίου Οσιομάρτυρος Αναστασίου του Πέρσου, των Αγίων Μαρτύρων Μανουήλ, Γεωργίου, Πέτρου, Λέοντος, Σιωνίου, Γαβριήλ, Ιωάννου, Λέοντος, Παρόδου και των λοιπών 377, και του Οσίου Ιωσήφ του Ηγιασμένου, του επονομαζομένου Σαμάκου.
Ο Απόστολος Τιμόθεος ήταν από τα Λύστρα της Λυκαωνίας, από πατέρα Έλληνα και από μητέρα Ιουδαία. Γνωρίζουμε το όνομά της, λεγόταν Ευνίκη. Από αυτή και από τη μάμη του, τη γιαγιά του, τη Λοΐδα, ο Τιμόθεος, αφού στερήθηκε νωρίς τον πατέρα του, διδάχθηκε από παιδί τις Άγιες Γραφές. Όταν ο Μέγας Απόστολος Παύλος πέρασε από τα Λύστρα κατά την πρώτη του αποστολική περιοδεία, ο Τιμόθεος, νεότατος, τον ακροάστηκε και προσήλθε στη χριστιανική πίστη. Και ο ένθεος Απόστολος εκτίμησε τα πνευματικά του χαρίσματα, διείδε ένα σπουδαίο αποστολικό εργάτη και τον διαπαιδαγώγησε προς τούτο. Κατά τη Δευτέρα Αποστολική Περιοδεία του Παύλου,
ο Τιμόθεος ήταν συνοδός και συστρατιώτης του. Οι αρετές, ο ζήλος του, η πολύψυχική του ευγένεια, του έδωσαν διακεκριμένη θέση στην αγάπη, την εκτίμηση και το έργο του Μεγάλου Αποστόλου. Τον ονομάζει στην πρώτη προς Τιμόθεον επιστολή γνήσιόν του τέκνον, στη δευτέρα προς τον ίδιο επιστολή αγαπητόν του τέκνον, στην πρώτη προς Κορινθίους, τέκνο του αγαπητόν και πιστόν εν Κυρίω, στην προς Φιλιππησίους, κατεξοχήν ισόψυχόν του. Στην πρώτη προς Κορινθίους, δέκατο έκτο κεφάλαιο, δέκατο στίχο, λέγει γι' αυτόν: «Το έργο Κυρίου εργάζεται ως καγώ». Στην προς Ρωμαίους, 16 κεφάλαιο, 21 στίχο, τον αποκαλεί συνεργόν του.
Στην πρώτη προς Θεσσαλονικείς, αδελφόν του και διάκονον του Θεού και συνεργόν του εις το Ευαγγέλιο του Χριστού. Ο Τιμόθεος ήταν συνεργός του Αποστόλου Παύλου και βοηθός του κατά τη Δευτέρα του περιοδεία στην ίδρυση των εκκλησιών Φιλίππων, Θεσσαλονίκης, Βεροίας, Κορίνθου, Εφέσου και στους υπέρ αυτών κόπους του. Τον συνόδευε και κατά την τρίτη περιοδεία του. Έμεινε τότε μαζί του τρία έτη στην Έφεσο, εξετέλεσε αποστολή στη Μακεδονία μαζί με τον Έραστο και άλλη στην Κόρινθο. Συνόδευσε τον Παύλο και κατά την τρίτη στην Κόρινθο μετάβασή του. Με τον Παύλο προσυπογράφεται στις επιστολές Δευτέρα προς Κορινθίους, προς Φιλιππησίους, προς Κολοσσαείς, Κολοσσαείς, Φιλιππησίους, προς προς
και Δευτέρα προς Θεσσαλονικείς, προς Φιλήμονα. Και προς αυτόν ο Παύλος απηύθυνε δυο ποιμαντικές του επιστολές: την πρώτη προς Τιμόθεον το 65 με 66 από τη Μακεδονία και τη Δευτέρα προς Τιμόθεον το 67 από τη Ρώμη. Ο Τιμόθεος συνόδευσε τον Παύλο στη Ρώμη, όταν πήγε εκεί πρώτη φορά κατά δική του αξίωση να δικαστεί ως Ρωμαίος πολίτης για τις κατηγορίες με τις οποίες τον κατηγορούσαν οι Ιουδαίοι. Η διήγηση των Πράξεων των Αποστόλων σιωπά για τους συνοδούς του. Την παρουσία όμως του Τιμοθέου την πιστοποιούν αυθεντικότατα οι από τη Ρώμη επιστολές του Παύλου προς Φιλιππησίους, προς Κολοσσαείς και προς Φιλήμονα. Σ' αυτές φέρεται και ο Τιμόθεος
συναποστολέας μαζί με το διδάσκαλο και αρχηγό του. Μετά την τότε απαλλαγή του Παύλου πήγαν μαζί στην Έφεσο. Όταν δε ο Παύλος αναχώρησε για τη Μακεδονία, από όπου ύστερα για την Αχαΐα και την Ήπειρο, στον Τιμόθεο ανέθεσε να παραμείνει στην Έφεσο για να επιτηρεί εκεί, ιδίως λόγω των σκανδάλων τα οποία προκαλούσαν μεταξύ των αδελφών οι ιουδαΐζοντες ετεροδιδάσκαλοι. Όταν μετά ένα έτος ο Παύλος πήγε και πάλι στη Ρώμη, με τη θέλησή του αυτή τη φορά, για να εγκαρδιώσει τους εκεί αδελφούς, οι οποίοι δοκιμάζονταν από την τρομερή σύνθλιψη του Νέρωνα, τον συνέλαβαν δε και τον φυλάκισαν και ήταν βέβαιος ότι τώρα πλέον τον
περίμενε ο μαρτυρικός θάνατος, θέλησε να ξαναδεί τον Τιμόθεο και τον κάλεσε να πάει, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Παύλος στη Δευτέρα προς Τιμόθεον επιστολή του. Τον αποκαλεί σ' αυτή τέκνον αγαπητόν, του λέγει ότι τον θυμούνταν αδιαλείπτως νύχτα και μέρα στις προς τον Θεόν δεήσεις του και του δηλώνει ότι επιποθεί να τον δει για να γεμίσει χαρά. Πληροφορημένος δε με το Άγιο Πνεύμα ότι ο θάνατός του πλησίαζε, του σύστησε να επισπεύσει την άφιξή του.
«Σπούδασον ελθείν προς με ταχέως». Στην προς Εβραίους επιστολή γράφεται: «Γινώσκετε τον αδελφόν Τιμόθεον απολελυμένον, μεθ' ου εάν τάχιον έρχηται, όψομαι υμάς». Δηλαδή μάθετε για τον αδελφό Τιμόθεο ότι είναι πλέον ελευθερωμένος. Θα σας δω δε μαζί με αυτόν εάν έλθει γρήγορα να με συναντήσει. Υποτίθεται λοιπόν ότι και ο Τιμόθεος υπέστη κάποτε φυλάκιση. Δεν υπάρχουν όμως ενδείξεις για το χρόνο και τον τόπο. Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του Παύλου, ο Τιμόθεος επέστρεψε στην Έφεσο και εξακολούθησε την εκεί Επισκοπή του. Ο Άγιος Απόστολος Τιμόθεος συναντήθηκε ακόμη και με τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, τον ηγαπημένο μαθητή του Κυρίου, και έλαβε από αυτόν πλούσια τη χάρη του Πνεύματος. Κατά την ιερή ιστορική παράδοση,
έλαβε εκεί στην Έφεσο μαρτυρικό και αυτός θάνατο. Μια φορά, βλέποντας ο θείος αυτός Απόστολος τους ειδωλολάτρες σε μια πάτριο εορτή που ονομαζόταν Καταγώγεια και που γινόταν είτε προς τιμή του ψευδοθεού Διονύσου είτε της Αρτέμιδος της Εφεσίας, έκαναν λοιπόν οι ειδωλολάτρες αταξίες, βαστάζοντας με τα χέρια τους είδωλα, φορώντας στα πρόσωπα προσωπίδες, ορμώντας ενάντια σε άνδρες και γυναίκες, φονεύοντας ο ένας τον άλλον. Αυτά βλέποντας ο θείος Τιμόθεος και έχοντας μέσα του το θείο ζήλο, δεν ανεχόταν να βλέπει τα άτοπα αυτά. Άρα τους δίδασκε και τους παρακινούσε να να πάψουν τις αταξίες αυτές.
Οι δε απάνθρωποι και θηριώδεις κινήθηκαν με μανία και μεγάλη οργή και φόνευσαν τον του Κυρίου Απόστολο με τα ξύλα τα οποία είχαν στα χέρια τους και κατά αυτόν τον τρόπο ο Μακάριος τελειώθηκε και ενταφιάστηκε από τους Χριστιανούς. Το ιερό του λείψανο τον 4ο αιώνα διακομίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και αποτέθηκε στο Ναό των Αγίων Αποστόλων μαζί με τα τίμια λείψανα των Αγίων Αποστόλων Ανδρέου και Λουκά.
Και στον γνήσιο μαθητή, τον ισόψυχο, θα μπορούσε να επαναληφθεί ό,τι του είχε γράψει ο διδάσκαλός του, με αφορμή το εγγύζον τέλος του. «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα». Λοιπόν,
«Απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι ο Κύριος εν εκείνη τη ημέρα, ο δίκαιος κριτής».
Πλήθος των θεοπνεύστων συμβουλών που απευθύνει ο Μέγας Απόστολος Παύλος, είτε προσωπικά προς τον σήμερα εορταζόμενο Άγιο Απόστολο Τιμόθεο, είτε δι' αυτού προς τους ποιμενομένους χριστιανούς, ανθολογούμε μερικές και τις παραθέτουμε σε μετάφραση σαν μια μικρή πνευματική ανθοδέσμη.
Να προσεύχονται οι άνδρες σε κάθε τόπο και να σηκώνουν προς τον ουρανό χέρια καθαρά από κάθε μολυσμό, ελεύθεροι από οργή και δισταγμό ολιγοπιστίας. Το ίδιο θέλω και οι γυναίκες να προσεύχονται με ενδυμασία σεμνή, να στολίζουν τον εαυτό τους με συστολή και σωφροσύνη, όχι με φιλάρεσκα πλεξίματα των μαλλιών τους
ή μαργαριταρένια κοσμήματα ή με ρούχα πολυτελή,
με ό,τι πρέπει σε γυναίκες που παρουσιάζονται στα μάτια όλων ότι σέβονται τον Θεό. Θέλω δηλαδή οι γυναίκες να στολίζονται με έργα αγαθά. Γύμναζε και συνήθιζε τον εαυτό σου στη συνεχή εξάσκηση της ευσεβούς και αγίας ζωής. Σου συνιστώ δε τη γυμνασία αυτή, διότι η μεν σωματική εξάσκηση και γύμναση λίγο είναι ωφέλιμη, επειδή αποβλέπει μόνο στο σώμα που είναι φθαρτό. Η ευσέβεια όμως είναι ωφέλιμη σε όλα, και στο σώμα δηλαδή και στην ψυχή, διότι υπόσχεται αγαθά και ανταμοιβές και για την παρούσα και για τη μέλλουσα ζωή. Πρέπει δε να είμαστε ολιγαρκείς, διότι τίποτε δεν φέραμε στον κόσμο όταν γεννηθήκαμε.
Είναι φανερό ότι δεν μπορούμε ούτε να πάρουμε κοντά μας τίποτα όταν θα εξέλθουμε από τον κόσμο με το θάνατο. Όταν δε έχουμε τροφές καθ' όλη τη ζωή μας και ενδύματα με κατοικία για να σκεπαζόμαστε, θα είναι αυτά αρκετά για μας. Εκείνοι όμως που έχουν προσκόλληση στο χρήμα και θέλουν να γίνουν πλούσιοι, πέφτουν μέσα σε πειρασμό και σε παγίδα και σε επιθυμίες πολλές ανόητες και επιβλαβείς, οι οποίες βυθίζουν τους ανθρώπους σε καταστροφή και απώλεια. Πέφτουν δε σε πειρασμό και καταστρεπτική παγίδα, διότι ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία. Και μερικοί που κυριεύτηκαν από την όρεξη και τη σφοδρή επιθυμία που γεννά αυτή προς το χρήμα,
αποπλανήθηκαν από την πίστη και έμπηξαν στον εαυτό τους σαν άλλα καρφιά πολλούς πόνους και αγωνίες. Συ όμως, ω άνθρωπε του Θεού, φεύγε μακριά από αυτά τα ελαττώματα και πάθη, επιδίωκε δε τη δικαιοσύνη, την ευσέβεια, την πίστη, την αγάπη, την υπομονή, την πραότητα. Αγωνίζου τον καλόν αγώνα, στον οποίο μας καλεί η πίστη. Πιάσε καλά και κράτησε σφιχτά την αιώνια ζωή για την κληρονομία της οποίας κεκλήθηκες από τον Θεό. Συ λοιπόν κακοπάθησε σαν καλός στρατιώτης του Ιησού Χριστού.
Κανείς που υπηρετεί ως στρατιώτης δεν εμπλέκεται στις υποθέσεις και τις φροντίδες του βίου για να αρέσει σε εκείνον που τον στρατολόγησε. Εάν δε κανείς λαμβάνει μέρος και σε αθλητικούς αγώνες, δεν στεφανώνεται εάν δεν αγωνιστεί σύμφωνα με τους νόμους της αθλήσεως. Εάν υπομένουμε, τότε θα βασιλέψουμε μαζί με αυτόν τον Κύριο. Εάν τον αρνούμαστε, κι εκείνος θα μας αρνηθεί. Εάν εμείς δείχνουμε απιστία, εκείνος μένει πιστός σε όσα υπόσχεται. Δεν μπορεί να αρνηθεί τον εαυτό του και να αθετήσει τους λόγους του. Από τις επιθυμίες δε που επικρατούν κυρίως στους νεοτέρους κατά την ηλικία φεύγε μακριά. Επιδίωκε δε τη δικαιοσύνη, την πίστη, την αγάπη, την ειρήνη με εκείνους που επικαλούνται τον Κύριο με καθαρή καρδιά και ανυπόκριτη ευλάβεια. Απόφευγε δε τις ανόητες έρευνες και συζητήσεις που...
δεν συντελούν στη χριστιανική παιδαγωγία. Γνώριζε ότι αυτές προκαλούν φιλονικίες και εχθρότητες. Ο δούλος δε του Κυρίου δεν πρέπει να φιλονικεί, αλλά οφείλει να είναι ήπιος και γλυκύς προς όλους, ικανός στο να διδάσκει, να είναι ανεξίκακος και να σωφρονίζει με πραότητα εκείνους που έχουν ενάντια φρονήματα. Ποιος ξέρει, μήπως καμιά φορά τους δώσει ο Θεός μετάνοια και οδηγηθούν στην πλήρη και ορθή γνώση της αληθείας. Συ όμως, ω Τιμόθεε, μένε ακλόνητος σε εκείνα που έμαθες και βεβαιώθηκες για την αλήθειά τους από την προσωπική πείρα. Από μικρό παιδί γνωρίζεις τις Άγιες Γραφές, οι οποίες μπορούν να σου μεταδώσουν την αληθινή σοφία που οδηγεί σε σωτηρία δια
μέσου της πίστεως στον Ιησού Χριστό. Όλη η Γραφή έχει εμπνευστεί από τον Θεό και έχει συγγραφεί υπό τον άμεσο φωτισμό και την καθοδηγία του Αγίου Πνεύματος. Δι' αυτό δε είναι ωφέλιμη για να διδάσκει την αλήθεια, για να ελέγχει τις πλάνες και παρεκτροπές, για να διορθώνει τους αμαρτάνοντες, για να παιδαγωγεί στην καθόλου αρετή και έτσι ο άνθρωπος του Θεού να είναι τέλειος, καταρτισμένος σε κάθε έργο αγαθό.
Αγγλική μετάφρασηEN · 21 παράγραφοι
On January 22, our Church commemorates Saint Timothy the Apostle, a disciple of Saint Paul the Apostle; Saint Anastasios the Persian, monk and martyr; the holy martyrs Manuel, George, Peter, Leo, Sionios, Gabriel, John, Leo, Parodos, and the other 377; and Saint Joseph the Sanctified, also called Samakos.
The Apostle Timothy came from Lystra in Lycaonia. His father was Greek and his mother was Jewish. We know her name: Eunice. After Timothy lost his father at an early age, his mother and his grandmother Lois taught him the Holy Scriptures from childhood. When the great Apostle Paul passed through Lystra on his first missionary journey, Timothy was still very young. He listened to Paul and embraced the Christian faith. Paul saw his spiritual gifts, recognized in him a remarkable worker for the Gospel, and prepared him for that calling. On Paul’s second missionary journey,
Timothy became his companion and fellow soldier. His virtues, his zeal, and his generous spirit gave him a special place in the great Apostle’s love, esteem, and work. In his First Epistle to Timothy, Paul calls him his true child; in the Second, his beloved child. In First Corinthians, he calls him his beloved and faithful child in the Lord; and in Philippians, one who shares his heart as no one else does. In First Corinthians 16:10, Paul says of him, “He is doing the work of the Lord, as I am.” In Romans 16:21, he calls Timothy his fellow worker.
In First Thessalonians, Paul calls him his brother, a deacon of God, and his fellow worker in the Gospel of Christ. Timothy worked alongside the Apostle Paul on his second journey, helping him establish the churches in Philippi, Thessalonica, Berea, Corinth, and Ephesus, and sharing in all his labors for them. He accompanied Paul on his third journey as well. During that time he stayed with him for three years in Ephesus, went on a mission to Macedonia with Erastus, and undertook another mission to Corinth. He also accompanied Paul on his third visit to Corinth. Timothy is named with Paul as a sender of the letters to the Corinthians, the Philippians, the Colossians, and
the Thessalonians, as well as the letter to Philemon. Paul also addressed two pastoral letters to Timothy himself: the First Epistle to Timothy, written from Macedonia around the years 65 to 66, and the Second Epistle to Timothy, written from Rome in 67. Timothy accompanied Paul to Rome when Paul first went there, having insisted on being tried as a Roman citizen over the accusations brought against him by the Jews. The Acts of the Apostles does not name those who accompanied him. But Timothy’s presence is clearly attested by Paul’s letters from Rome to the Philippians, the Colossians, and Philemon. In those letters Timothy appears
as a fellow sender with his teacher and leader. After Paul was released, they went together to Ephesus. When Paul left for Macedonia, and later for Achaia and Epirus, he entrusted Timothy with remaining in Ephesus to watch over the Church there, especially because teachers who urged Jewish observances and taught other doctrines were causing trouble among the brethren. About a year later, Paul went to Rome again, this time of his own accord, to encourage the brethren who were suffering under Nero’s terrible persecution. He was arrested and imprisoned, and he was certain that now
a martyr’s death awaited him. He longed to see Timothy again and called him to come, as Paul himself tells us in his Second Epistle to Timothy. There he calls Timothy his beloved child. He says that he remembers him constantly, night and day, in his prayers to God, and longs to see him so that he may be filled with joy. Knowing through the Holy Spirit that his death was near, Paul urged Timothy to come quickly.
“Do your best to come to me soon.” And in the Epistle to the Hebrews we read: “Know that our brother Timothy has been released. If he comes soon, I shall see you with him.” In other words, Timothy was now free, and the writer hoped to see them together if Timothy came quickly. It is therefore thought that Timothy was imprisoned at some point, though we have no indication of when or where. After Paul’s martyrdom, Timothy returned to Ephesus and continued his ministry as bishop there. Saint Timothy the Apostle also met Saint John the Theologian, the beloved disciple of the Lord, and received from him an abundance of the Spirit’s grace. According to the Church’s sacred historical tradition,
Timothy himself was martyred there in Ephesus. One day, this holy Apostle saw pagans celebrating a traditional festival called the Katagogia, held in honor either of the false god Dionysus or of Artemis of Ephesus. They were behaving wildly, carrying idols in their hands and wearing masks over their faces. They attacked men and women and even killed one another. Seeing all this, Timothy was filled with holy zeal and could not bear such acts. He taught them and urged them to stop.
But these cruel and savage people turned on him in a fury. They killed the Apostle of the Lord with the clubs they held in their hands. Thus the blessed Timothy met his end, and the Christians buried him. In the fourth century, his holy relics were brought to Constantinople and placed in the Church of the Holy Apostles, together with the precious relics of the holy Apostles Andrew and Luke.
And of this true disciple, who shared his teacher’s heart, we could repeat what Paul had written as his own end drew near: “I have fought the good fight, I have finished the race, I have kept the faith.” And so,
“There is laid up for me the crown of righteousness, which the Lord, the righteous Judge, will give me on that Day.”
From the many God-inspired counsels that the great Apostle Paul gave, both to Saint Timothy the Apostle, whom we commemorate today, and through him to the Christians in his care, we have chosen a few. We offer them here in translation as a small spiritual bouquet.
I want the men to pray in every place, lifting up hands that are pure and free from every stain, without anger or the doubts of little faith. Likewise, I want the women to pray in modest clothing and to adorn themselves with reserve and self-control, rather than with elaborate hairstyles
or pearls or costly clothes,
but with what is fitting for women who profess reverence for God. That is, I want them to adorn themselves with good works. Train yourself continually in a devout and holy life. I urge you to do this because bodily training has only limited benefit: it concerns the body, which will perish. Godliness, however, benefits both body and soul, for it holds the promise of good things and rewards in this life and the life to come. We should also be content with little, for we brought nothing into the world when we were born.
Clearly, we can take nothing with us when we leave this world in death. If we have food throughout our lives, and clothing and shelter, these will be enough for us. But those who are attached to money and want to become rich fall into temptation, into a trap, and into many foolish and harmful desires that plunge people into ruin and destruction. They fall into this ruinous trap because the love of money is a root of all evils. Some have been overcome by the craving for money that it breeds,
and have wandered from the faith, piercing themselves with many pains and anxieties, as though with nails. But you, O man of God, flee from these faults and passions. Pursue righteousness, godliness, faith, love, patient endurance, and gentleness. Fight the good fight to which faith calls us. Take hold of eternal life and hold fast to it, for God has called you to inherit it. So endure hardship as a good soldier of Jesus Christ.
No one serving as a soldier becomes entangled in the affairs and cares of this life, because he wants to please the one who enlisted him. And an athlete receives no crown unless he competes according to the rules. If we endure, we shall also reign with the Lord. If we deny him, he will deny us. If we prove faithless, he remains faithful to what he has promised. He cannot deny himself or break his word. Flee the desires that are especially strong in youth. Pursue righteousness, faith, love, and peace with those who call upon the Lord with a pure heart and sincere reverence. Avoid foolish questions and disputes that
do nothing to help Christians grow in the faith. Know that they breed quarrels and hostility. A servant of the Lord must not quarrel, but should be gentle and kind to everyone, able to teach, patient when wronged, and ready to correct opponents with gentleness. Who knows whether God may grant them metanoia, repentance, and lead them to a full and true knowledge of the truth? But you, O Timothy, stand firm in what you have learned and become convinced is true through your own experience. From childhood you have known the Holy Scriptures, which can give you the true wisdom that leads to salvation through
through faith in Jesus Christ. All Scripture is inspired by God and was written under the direct illumination and guidance of the Holy Spirit. It is therefore beneficial for teaching the truth, exposing errors and departures from it, correcting those who sin, and training people in every virtue, so that the person of God may be complete and equipped for every good work.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\22 01.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.