Άγιος Στέφανος ο Νέος και η υπεράσπιση των εικόνων
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Οσίου Στεφάνου του Νέου και των συμμαρτύρων του στις 28 Νοεμβρίου. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, αφού η μητέρα του προσευχήθηκε στον ναό των Βλαχερνών, ο Στέφανος αφιερώθηκε στον Θεό και βαπτίστηκε από τον Πατριάρχη Γερμανό.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Οσίου Στεφάνου του Νέου και των συμμαρτύρων του στις 28 Νοεμβρίου.
- Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, αφού η μητέρα του προσευχήθηκε στον ναό των Βλαχερνών, ο Στέφανος αφιερώθηκε στον Θεό και βαπτίστηκε από τον Πατριάρχη Γερμανό.
- Έγινε μοναχός υπό τον Γέροντα Ιωάννη στο Όρος Αυξέντιο, και αργότερα ηγήθηκε της μονής πριν αποσυρθεί σε αυστηρότερη μοναξιά.
- Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ καταδίωξε όσους τιμούσαν τις εικόνες, και ο Στέφανος αρνήθηκε να εγκρίνει την εικονομαχική σύνοδο του αυτοκράτορα.
- Μετά από φυλάκιση και εξορία στην Προκόννησο, ο Στέφανος υπερασπίστηκε την τιμή των εικόνων και του αποδόθηκαν θεραπείες και άλλα θαύματα.
- Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη, αμφισβήτησε τη μεταχείριση της εικόνας του Χριστού από τον αυτοκράτορα και φυλακίστηκε μαζί με άλλους μοναχούς.
- Ο Στέφανος ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου το 766· η ομιλία παρουσιάζει την αγιότητα και τα θαύματά του ως απόδειξη για την ορθόδοξη πίστη και προτρέπει σε πιστότητα προς αυτήν.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι
28 Νοεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Οσίου Ομολογητού και Μάρτυρος Στεφάνου του Νέου, του Αγίου Μάρτυρος Ανδρέου, του Αγίου Μάρτυρος Πέτρου, της Οσιομάρτυρος Άννης, των Αγίων Μαρτύρων οι οποίοι συμμαρτύρησαν με τον Άγιο Στέφανο, του Αγίου Μάρτυρος Ιρηνάρχου και των Αγίων Επτά Γυναικών, των Αγίων Μαρτύρων Τιμοθέου και Θεοδώρου των Επισκόπων, Πέτρου, Ιωάννου, Σεργίου, Θεοδώρου και Νικηφόρου των Ιερέων, Βασιλείου και Θωμά των Διακόνων, Ιεροθέου, Δανιήλ, Χαρίτονος, Σωκράτους, Κομασίου, Ευσεβίου των Μοναχών και Ετοιμασίου.
Ο Νέος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη κατά τις αρχές του 8ου αιώνος, από γονείς φιλοθέους και Ορθοδόξους, πλούσιους κατά την περιουσία και πλουσιότερους κατά την ψυχή. Είχαν δύο κόρες και παρακαλούσαν το Θεό να τους χαρίσει γιο. Η μητέρα του Οσίου ονομαζόταν Άννα και κάποια Παρασκευή πήγε στο ναό των Βλαχερνών σε αγρυπνία και παρακαλούσε την Παναγία να αποκτήσει γιο και να τον αφιερώσει στο ναό της. Κατά το τέλος της προσευχής αποκοιμήθηκε λίγο και είδε ωραιότατη γυναίκα η οποία την πληροφόρησε ότι θα τύχει του ποθουμένου. Μετά από μέρες, η μητέρα του Οσίου ζήτησε από τον νέο Πατριάρχη Άγιο Γερμανό να ευλογήσει το κυοφορούμενο τέκνο της.
Εκείνος ως προορατικός της είπε: «Ο Θεός να το ευλογήσει δια πρεσβειών Στεφάνου του Πρωτομάρτυρος». Αφού γεννήθηκε το παιδί, το ονόμασαν κατά την πρόρρηση Στέφανο, το έφεραν στο Ναό των Βλαχερνών και το αφιέρωσαν στον Κύριο και τη μητέρα του. Όταν δε ήρθε καιρός να βαπτιστεί, το πήγαν στο Ναό της Αγίας Σοφίας και το βάπτισε ο Άγιος Γερμανός κατά την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου. Αργότερα, καθώς ο Άγιος ήταν ευφυής, προόδευσε στα γράμματα, έδειχνε δε ευλάβεια στους ιερούς λόγους, κατά την ανάγνωση των οποίων στεκόταν όρθιος, προπάντων δε αγαπούσε τους λόγους του Ιερού Χρυσοστόμου. Ποτέ δεν ορκίστηκε. Λόγο περιττό δεν μίλησε. Ούτε άλλον ήθελε να ακούσει να κατακρίνει κάποιον.
Να λέγει απρεπείς λόγους. Νίκησε εντελώς τη φιλαργυρία, καταφρόνησε τις τιμές, τις δόξες και όλες τις ηδονές του σώματος. Είχε τόση ακτημοσύνη και ταπείνωση, ώστε χαιρόταν στη λιτότητα του φαγητού και τα ευτελή ενδύματα περισσότερο από ό,τι χαίρονται οι πλούσιοι στα πολύτιμα πράγματα. Τον καιρό εκείνο, κατά τον οποίο η Εκκλησία ταρασσόταν από την πλάνη της εικονομαχίας, οι γονείς του Στεφάνου τον πήγαν στον προορατικό Γέροντα Ιωάννη, που ήταν στο όρος του Αυξεντίου, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, για να τον κάνει μοναχό. Ο Γέροντας, βλέποντας με το διορατικό του χάρισμα το κάλλος της ψυχής του Στεφάνου, τον δέχθηκε πρόθυμα και είπε στους γονείς του: «Όντως το Πνεύμα του Θεού αναπαύτηκε στο παιδί αυτό».
Έγινε σε μικρή ηλικία μοναχός, αλλά στον πνευματικό αγώνα υπερέβαινε τους γέροντες. Νήστευε, αγρυπνούσε, έκοβε τα θελήματα της σαρκός, ήταν πράος και αμνησίκακος. Ήταν υπήκοος και υπηρετούσε όλους με προθυμία, χωρίς τεμπελιά ή κάποιο γογγυσμό. Αξιώθηκε δε τόση χάρη από το Θεό, ώστε του υποτάσσονταν ακόμη και τα άλογα ζώα και τον υπηρετούσαν. Σε ηλικία τριάντα ετών, αφού πέθανε ο γέροντας Ιωάννης, οι μοναχοί του Μοναστηριού του Στεφάνου τον ψήφισαν ηγούμενό τους.
Κοπίαζε καθημερινά και άοκνα στο έργο της αρετής, έκανε το εργόχειρό του, ήταν επιμελέστατος καλλιγράφος και δεν ήθελε να φάγει ξένο κόπο, πολλοί δε έγιναν υποτακτικοί του για να καρπωθούν από τον γλυκύτατό του λόγο. Αργότερα, για λόγους ησυχίας και περισσότερης σκληραγωγίας, άφησε στη θέση του το μαθητή του Μαρίνου και αυτός πήγε σε ησυχαστικότερο τόπο και έκτισε πολύ μικρό κελί στο οποίο κλείστηκε μόνος με μόνο το Θεό προσευχόμενος. Επειδή δε το κελί δεν είχε σκεπή, το καλοκαίρι καιγόταν από τον ήλιο, το δε χειμώνα βασανιζόταν από τους ανέμους και τα χιόνια, καθώς μάλιστα δεν είχε άλλα ενδύματα παρά μόνο ένα κοντόρασο. Σαν να μην έφτανε η κακοπάθεια αυτή, φορούσε και σίδερα σε όλο του το σώμα. Το 741 έγινε αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος ο Κοπρόνημος, ο οποίος πολεμούσε την Εκκλησία και κατέκαψε τις Άγιες Εικόνες.
Οι δε ευσεβείς και ενάρετοι μοναχοί τον έλεγξαν και του υπέδειξαν από τις Άγιες Γραφές την πλάνη του, στράφηκε εναντίον των μοναχών και τους πολεμούσε όσο μπορούσε. Προέτρεψε δε το λαό, όχι μόνο να μην δέχεται τους μοναχούς, αλλά και να τους λιθοβολεί. Κάποιο ομόφρονά του μοναχό τον έκανε πατριάρχη. Τα Άγια καταπατούνταν, τις εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου και των Αγίων τις κατέβαζαν και τις έκαιγαν, τοιχογραφίες ξύνονταν και ζωγραφίζονταν δένδρα και πουλιά. Ορθόδοξοι που προσκυνούσαν τις Άγιες εικόνες θανατώνονταν και τα λείψανά τους καίγονταν ή ρίχνονταν στη θάλασσα. Ακόμη συγκλήθηκε ανόσια Σύνοδος που αναθεμάτισε τον Άγιο Γερμανό και όσους άλλους προσκυνούσαν τις Άγιες Εικόνες.
Τις αποφάσεις της συνόδου αυτής, ο βασιλέας θέλησε να τις υπογράψει και ο περιβόητος για την αρετή του Όσιος Στέφανος, ο οποίος όμως το αρνήθηκε κατηγορηματικά. Ο βασιλέας θύμωσε και με προσταγή του τον έβγαλαν από το ησυχαστήριό του και τον φυλάκισαν σε κάποιο κοιμητήριο προσωρινά. Μετά τον συκοφάντησαν ως πόρνο και τον κατηγόρησαν ως στρεφόμενον κατά του αυτοκράτορα. Κατόπιν ο βασιλέας, για να βρει πρόφαση να θανατώσει τον Όσιο, έστησε πλεκτάνη με την οποία εκβιάστηκε και έκανε μοναχό κάποιο νέο του παλατιού.
Έστειλε ο βασιλέας ανθρώπους που έδεσαν και έσυραν τον Άγιο έξω από τον τόπο του, τους μαθητές του τους έδιωξαν και το μοναστήρι το κατέκαψαν. Τον Όσιο πήγαν στο μοναστήρι του Φιλιππικού. Στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ήλθαν αιρεσιάρχες για να τον μεταπείσουν, όμως ο Άγιος τους απέδειξε ότι η εικονομαχία ήταν αντίθετη με τις προηγούμενες έξι συνόδους, οι οποίες έγιναν μέσα σε ιερούς ναούς, των οποίων τις εικόνες δεν καθήρεσαν οι Άγιοι Πατέρες, πράγμα που έδειχνε ότι τις αποδέχονταν. Τον ηγούμενο του μοναστηριού εκείνου, που ήταν βαριά άρρωστος κοντά στο θάνατο, ο Όσιος Στέφανος τον θεράπευσε με το απλό άγγιγμα της δεξιάς του. Μετά τον εξόρισαν στην Προκόννησο και εκεί έμεινε σε κάποιο ησυχαστικό σπήλαιο και τρεφόταν με τα χόρτα. Μετά έκτισε στύλο και πάνω σε αυτόν στενότατο οικίσκο, στον οποίο δεν ανέπαυε τη σάρκα του, αλλά όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο σκληραγωγούνταν.
Ο δε Κύριος του έδωσε τη χάρη να κάνει θαύματα. Στον Όσιο ήλθε κάποιος εκ γενετής τυφλός και τον παρακαλούσε να του δώσει το ποθητό φως. Ο Όσιος, ως ταπεινόφρων, στην αρχή δίλιαζε να επιχειρήσει κάτι τέτοιο. Επειδή όμως ο τυφλός επέμενε, του είπε: «Εάν έχεις πίστη στο Θεό και προσκυνείς την Αγία Του εικόνα, ανάβλεψε». Και ω του θαύματος, ανέβλεψε δοξάζοντας το Θεό και ευχαριστώντας τον Άγιο. Άλλη φορά κάποια ευγενής γυναίκα έφερε το δαιμονισμένο παιδί της που ήταν δέκα ετών για να το θεραπεύσει ο Όσιος. Εκείνος πρόσταξε μαθητή του να κάνει το σημείο του σταυρού στο σώμα του παιδιού, καθώς αυτός προσευχόταν για τη θεραπεία του, και το παιδί θεραπεύτηκε.
Άλλη γυναίκα, επί επτά έτη αιμορροούσα, πήγε στον Άγιο και με δάκρυα τον παρεκάλεσε να τη θεραπεύσει. Εκείνος προσευχήθηκε και μετά τρεις μέρες επήλθε η θεραπεία. Όχι μόνο αρρώστους και δαιμονισμένους θεράπευε, αλλά και από κινδύνους της θάλασσας πολλούς έσωσε. Όταν γινόταν μεγάλη θαλασσοταραχή, ο ίδιος και οι μαθητές του κάνανε προσευχή και αμέσως γινόταν γαλήνη και αυτοί που κινδύνευαν σώζονταν. Από αυτούς άλλοι τον έβλεπαν να κρατά το πλοίο να μην καταποντιστεί και άλλοι να κάθεται στο πηδάλιο και να το κυβερνά. Κάποιος στρατιώτης που ονομαζόταν Στέφανος ήταν κατά το μισό του σώμα παράλυτος. Πήγε και έπεσε στα πόδια του Οσίου για να τον θεραπεύσει. Εκείνος του είπε:
«Προσκύνησε την εικόνα του Κυρίου και της Αγίας του Μητέρας να λάβεις την ίαση». Έκανε εκείνος έτσι και θεραπεύτηκε. Το θαύμα έγινε γνωστό και στον Αυτοκράτορα, ο οποίος όμως παρέμεινε στην απιστία του. Όταν δε ρώτησε τον θεραπευμένο εάν προσκυνούσε ακόμη τα είδωλα, εκείνος είπε ότι πολύ μετενόησε και αναθεμάτισε τις Άγιες εικόνες. Ο τύρανος χάρηκε και τον έκανε αξιωματικό, κεντυρίωνα. Όμως μόλις έφυγε από το παλάτι και ανέβηκε στο άλογό του, εκείνο εξαγριώθηκε, τον έριξε κάτω, τον κλώτσησε και τον σκότωσε. Ο βασιλέας έστειλε και έφεραν τον Άγιο από την εξορία και τον φυλάκισε. Μετά τον κάλεσε μπροστά του.
Ο Άγιος, για να δείξει πόσο μεγάλο κακό είναι το να καταπατούν και να κατακαίνε την εικόνα του Χριστού, κατεπάτησε την εικόνα του βασιλέα που ήταν τυπωμένη σε ένα νόμισμα. Τον άρπαξαν και δεμένο τον έβαλαν στη φυλακή του Πρετορίου. Εκεί βρήκε άλλους 342 μοναχούς φυλακισμένους και πολλούς κακοποιημένους για τις Άγιες εικόνες, τους οποίους μακάρισε για τα παθήματά τους, ενώ εκείνοι τον ευλαβούνταν ως δάσκαλό τους.
Μετά από αρκετές μέρες κάποιοι είπαν στο βασιλέα: «Ο Στέφανος έκανε το πρετόριο μοναστήρι και πολλοί πηγαίνουν και τους διδάσκει να προσκυνούν τα είδωλα». Ο αυτοκράτορας θύμωσε και πρόσταξε να τον θανατώσουν.
Στρατιώτες και δούλοι άρπαξαν τον Άγιο και τον έσερναν στο δρόμο. Τον κλωτσούσαν, άλλοι τον χτυπούσαν με πέτρες και ξύλα. Κοντά στο ναό του Αγίου Θεοδώρου κάποιος φιλομάτιος τον χτύπησε με ένα ξύλο και με όλη του τη δύναμη στο κεφάλι και έτσι ο Άγιος τελείωσε το μαρτύριο, εκείνος δε που τον χτύπησε δαιμονίστηκε, έπεσε κάτω βγάζοντας αφρούς και στην κατάσταση αυτή έμεινε μέχρι το τέλος του. Όμως και από αυτό το γεγονός δεν συνήλθαν οι βασανιστές, αλλά και νεκρό συνέχισαν να τον σέρνουν τον Άγιο. Τα χέρια και τα πόδια του συντρίφτηκαν. Κάποιος πήρε μια μεγάλη πέτρα και τον χτύπησε στην κοιλιά που άνοιξε και χύθηκαν τα σπλάχνα. Συνέχισαν να τον σέρνουν. Ένας χτυπώντας του έσκισε το κεφάλι και χύθηκαν τα μυαλά στη γη. Τέλος, τον
έριξαν στο λάκκο που έριχναν τους καταδικασμένους ειδωλολάτρες. Έτσι τελειώθηκε ο πολύαθλος Στέφανος σε ηλικία 53 ετών κατά την 28η Νοεμβρίου του έτους 766.
Ότι από τον καρπό θα γνωρίσουμε το δένδρο. Η ποιότητα του καρπού δείχνει την ποιότητα του δένδρου. Το πού υπάρχει η αλήθεια και πού η πλάνη, το πού είναι η πραγματική Εκκλησία του Χριστού, φαίνεται από την ύπαρξη ή μη της Αγιότητας, από την ύπαρξη ή μη των ανθρώπων εκείνων που παρουσιάζουν Αγιότητα ζωής, αλλά και θαύματα με τα οποία ο Θεός δείχνει ότι αναπαύεται σε αυτούς και ενεργεί δι' αυτών. Με αυτό το κριτήριο της Αγιότητας που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος και μόνο, βλέποντας τον σήμερα εορταζόμενο πραγματικά Άγιο Στέφανο, θα μπορούσε ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Κοπρόνημος να δει πού βρίσκεται η αλήθεια, την αλήθεια που παρουσίαζε ο Θεός, και να μην προσπαθεί να επιβάλλει και
μάλιστα με βίαιους τρόπους το δικό του λογισμό, κάτι που απλώς αυτός νόμιζε ότι ήταν το σωστό. Και σήμερα, όπως και παλιά, η Ορθοδοξία συνεχίζει να βγάζει Αγίους, Αγίους που αναδεικνύει ο Θεός. Επομένως, η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει την αλήθεια και είναι η μοναδική Εκκλησία του Χριστού, η μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, αδικούν δε αφάνταστα τον εαυτό τους όσοι ετερόδοξοι και αιρετικοί δεν το βλέπουν και ενεργούν άφρονα και καταστροφικά, όταν αντί αυτοί να προσέλθουν στην Ορθοδοξία, επιχειρούν Ορθοδόξους Χριστιανούς να τους προσεταιριστούν στην πλάνη τους, την οποία πάση θυσία κατά το παράδειγμα των Αγίων μας ως καταστροφική
να αποφεύγουμε.
Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι
On November 28, our Church commemorates Saint Stephen the Younger, venerable confessor and martyr; Saint Andrew the Martyr; Saint Peter the Martyr; the venerable martyr Anna; the holy martyrs who suffered alongside Saint Stephen; Saint Irenarchus the Martyr and the seven holy women; Saints Timothy and Theodore, the bishops; Peter, John, Sergius, Theodore, and Nikephoros, the priests; Basil and Thomas, the deacons; Hierotheos, Daniel, Chariton, Socrates, Comasius, and Eusebius, the monks; and Etoimasios.
Stephen the Younger was born in Constantinople in the early eighth century to devout Orthodox parents. They were wealthy in possessions and even richer in spirit. They had two daughters and prayed that God would grant them a son. His mother, Anna, went to an all-night vigil at the Church of the Blachernae one Friday. There she asked the Most Holy Theotokos to grant her a son, whom she would dedicate to her church. Toward the end of her prayer, Anna fell asleep briefly and saw a beautiful woman who told her that her longing would be fulfilled. Some days later, she asked the newly appointed Patriarch, Saint Germanus, to bless the child she was carrying.
With his gift of foresight, he said to her, “May God bless the child through the prayers of Stephen the Protomartyr.” When the child was born, they named him Stephen, as foretold. They brought him to the Church of the Blachernae and dedicated him to the Lord and His Mother, the Theotokos. When the time came for his Baptism, they took him to the Church of Hagia Sophia, where Saint Germanus baptized him on Holy Saturday. Stephen was a bright child and made progress in his studies. He showed reverence for the sacred writings, standing whenever they were read, and he especially loved the homilies of Saint John Chrysostom. He never swore an oath or spoke an unnecessary word. Nor did he want to hear anyone condemn another person.
Nor would he speak improper words. He completely overcame the love of money and turned away from honors, fame, and every pleasure of the body. He owned so little and had such humility that he took more joy in simple food and plain clothing than the rich take in costly things. At that time, when the Church was troubled by the error of iconoclasm, Stephen’s parents took him to Elder John, a monk gifted with foresight who lived on Mount Auxentius across from Constantinople, so that he could become a monk. Seeing the beauty of Stephen’s soul through his gift of spiritual insight, the elder welcomed him gladly and told his parents, ‘Truly, the Spirit of God has come to rest upon this child.’
He became a monk while still young, but in his spiritual struggle he surpassed even the elders. He fasted, kept vigil, denied the desires of the flesh, and was gentle and free of resentment. He was obedient and served everyone willingly, without laziness or complaint. God granted him such grace that even the animals obeyed and served him. When he was thirty, Elder John died, and the monks of Stephen’s monastery elected Stephen as their abbot.
Every day he labored tirelessly to grow in virtue. He worked with his hands and was an exceptionally careful calligrapher, unwilling to live off anyone else’s labor. Many became his disciples so they could benefit from his gentle words. Later, seeking greater hesychia, or inner stillness, and a more austere life, he left his disciple Marinos in his place. He went to a more secluded spot and built a tiny cell, where he shut himself in to pray alone with God. The cell had no roof, so in summer the sun scorched him, while in winter the wind and snow tormented him. His only clothing was a short cassock. As though these hardships were not enough, he wore iron chains around his body. In 741, Constantine V Copronymus became emperor. He fought against the Church and burned the holy icons.
The devout and virtuous monks rebuked the emperor and showed him from Holy Scripture where he had gone astray. He turned against them and fought them in every way he could. He urged the people not only to refuse the monks shelter, but even to stone them. He made a monk who shared his views Patriarch. Holy things were trampled underfoot. Icons of Christ, the Theotokos (God-bearer), and the Saints were taken down and burned. Wall paintings were scraped away, and trees and birds were painted in their place. Orthodox Christians who venerated the holy icons were put to death, and their remains were burned or thrown into the sea. An impious Synod was even convened, which anathematized Saint Germanus and all others who venerated the holy icons.
The emperor wanted the Venerable Stephen, renowned for his virtue, to sign the decisions of that Synod. Stephen flatly refused. The emperor grew angry and ordered him taken from his hesychasterion, his hermitage, and held for a time in a cemetery. They then slandered him as a fornicator and accused him of acting against the emperor. Finally, seeking a pretext to put Stephen to death, the emperor set a trap that pressured him into making a young man from the palace a monk.
The emperor sent men to bind the Saint and drag him from his dwelling. They drove away his disciples and burned down the monastery. They took Saint Stephen to the monastery of Philippicus in Constantinople. There, leaders of the heresy came to change his mind. But he showed them that the rejection of icons was contrary to the six earlier councils. Those councils had met in churches with icons, and the holy Fathers had not removed them, showing that they accepted them. The abbot of that monastery was gravely ill and near death, but Saint Stephen healed him with a simple touch of his right hand. After that, they exiled him to Prokonnesos. There he lived in a cave, devoted to prayer and inner stillness, and ate wild greens. Later he built a pillar with a very small shelter on top. He gave his body no rest there; as time passed, he subjected it to ever greater hardship.
The Lord gave him the grace to work miracles. A man blind from birth came to Saint Stephen and begged him for the gift of sight. In his humility, the saint hesitated at first. But when the man persisted, he said, “If you have faith in God and venerate His holy icon, receive your sight.” And wonder of wonders, the man could see. He glorified God and thanked the saint. Another time, a noblewoman brought her ten-year-old child, who was possessed by a demon, to be healed. While Saint Stephen prayed for the child, he told one of his disciples to make the sign of the Cross over the child’s body, and the child was healed.
Another woman, who had suffered from bleeding for seven years, came to the saint and begged him with tears to heal her. He prayed, and three days later she was healed. He healed the sick and those possessed by demons, and he also saved many people from dangers at sea. When a fierce storm arose, he and his disciples prayed, and the sea immediately grew calm. Those in danger were saved. Some saw him holding their ship to keep it from sinking; others saw him sitting at the helm and steering it. A soldier named Stephen was paralyzed on one side of his body. He came and fell at the venerable saint’s feet, asking to be healed. The saint said to him:
“Venerate the icon of the Lord and of His holy Mother, and you will be healed.” He did so and was healed. The miracle became known to the emperor, but he remained in his unbelief. When he asked the healed man whether he still venerated what the emperor called idols, the man said that he had repented deeply and renounced the holy icons. The tyrant was pleased and made him an officer, a centurion. But as soon as he left the palace and mounted his horse, it turned wild, threw him to the ground, kicked him, and killed him. The emperor then had the Saint brought back from exile and imprisoned him. Later, he summoned him before him.
To show how grave an evil it was to trample and burn the image of Christ, the saint trampled the emperor’s image stamped on a coin. They seized him, bound him, and put him in the prison of the Praetorium. There he found 342 other monks imprisoned, many of them mistreated for the sake of the holy icons. He called them blessed for their sufferings, and they revered him as their teacher.
After several days, some people told the emperor, “Stephen has turned the Praetorium into a monastery. Many people go there, and he teaches them to worship idols.” The emperor became angry and ordered Stephen to be put to death.
Soldiers and servants seized the Saint and dragged him through the streets. They kicked him, while others struck him with stones and clubs. Near the church of Saint Theodore, a man named Philomatios struck him on the head with a club with all his strength. The Saint died a martyr’s death. The man who struck him became possessed by a demon. He fell to the ground, foaming at the mouth, and remained in that state until his death. Even this did not bring the tormentors to their senses. They kept dragging the Saint, though he was dead. His hands and feet were crushed. Someone struck him in the belly with a large stone, splitting it open and spilling his entrails. They continued to drag him. Another struck him, splitting his skull, and his brains spilled onto the ground. Finally, they…
They threw him into the pit where condemned pagans were cast. Thus Stephen, who had endured so many trials, completed his martyrdom at the age of 53, on November 28, 766.
We know a tree by its fruit. The quality of the fruit tells us the quality of the tree. We can see where truth is and where error is, and where the true Church of Christ is, by whether there is holiness: whether there are people whose lives are holy, and miracles through which God shows that He finds rest in them and works through them. Holiness is the fruit of the Holy Spirit alone. By this measure, Emperor Constantine Copronymus could have looked at Saint Stephen, whom we commemorate today and who was truly holy, and seen where the truth lay—the truth God was showing him—and not tried to impose…
Instead, he tried to impose his own view, even by violent means, though it was only what he himself believed to be right. Today, as in the past, Orthodoxy continues to bring forth saints whom God makes known. Therefore, the Orthodox Church possesses the truth and is the one Church of Christ, the one, holy, catholic, and apostolic Church. Those outside the Orthodox faith, and those who hold heretical beliefs, do themselves immense harm when they fail to see this. They act foolishly and destructively when, instead of coming to Orthodoxy themselves, they try to draw Orthodox Christians into their error. Following the example of our saints, we must avoid that destructive error at all costs.
we must avoid.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ\28 11.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.