Άγιοι Ζηνόβιος και Ζηνοβία: Θεραπεία, μαρτύριο και υπομονή
Η Εκκλησία τιμά τους αδελφούς Ζηνόβιο και Ζηνοβία από τις Αιγές της Κιλικίας στις 30 Οκτωβρίου. Μετά τον θάνατο των γονέων τους, μοίρασαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς, ενώ ο Ζηνόβιος θεράπευε τους ασθενείς με τη χάρη του Χριστού και έγινε επίσκοπος.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τους αδελφούς Ζηνόβιο και Ζηνοβία από τις Αιγές της Κιλικίας στις 30 Οκτωβρίου.
- Μετά τον θάνατο των γονέων τους, μοίρασαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς, ενώ ο Ζηνόβιος θεράπευε τους ασθενείς με τη χάρη του Χριστού και έγινε επίσκοπος.
- Ο Ζηνόβιος θεράπευσε δύο γυναίκες με βαριές ασθένειες, και μία από τις θεραπείες οδήγησε τη γυναίκα και τον σύζυγό της στο βάπτισμα και στη Θεία Κοινωνία.
- Κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού, ο έπαρχος Λυσίας συνέλαβε τον Ζηνόβιο επειδή κήρυττε το Χριστό και αρνήθηκε να θυσιάσει στους ειδωλολατρικούς θεούς.
- Η Ζηνοβία συνομολόγησε την πίστη μαζί με τον αδελφό της, και και οι δύο υπέμειναν βασανιστήρια πριν εκτελεστούν έξω από τις Αιγές.
- Οι ιερείς έθαψαν κρυφά τα αδέλφια μαζί, ενώ όσοι άκουσαν την τελευταία τους προσευχή και μια ουράνια φωνή πίστεψαν στον Χριστό.
- Η ομιλία κλείνει με το παράδειγμα του γέροντα Ευφραίμ Κατουνακιώτη, που προτρέπει τους Χριστιανούς να αναζητούν την υπομονή μέσα στα βάσανα.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι
Σήμερα, 30 του μηνός Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ζηνοβίου και Ζηνοβίας των Αυταδέλφων, του Αγίου Ιερομάρτυρος Μαρκιανού, Επισκόπου Συρακουσών, των Αγίων Μαρτύρων Αλεξάνδρου, Κρονίωνος, Ιουλιανού, Μακαρίου και άλλων δεκατριών, της Αγίας Μάρτυρος Ευτροπίας, του Αγίου Αποστόλου Κλεόπα και του Αγίου Ιωσήφ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, των Αγίων Μαρτύρων Αστερίου, Κλαυδίου, Νέονος και της αδελφής τους Νεονίλης, των Αγίων Αποστόλων από τους Εβδομήκοντα, Τερτίου, Μάρκου, Ιούστου, Αρτεμά, των Αγίων Εννέα Μαρτύρων οι οποίοι τελειώθηκαν με τη φωτιά, του Αγίου Μάρτυρος Μανουήλ, του Αγίου Μάρτυρος Δομετίου,
κάποιου δημίου ο οποίος, αφού ήλθε σε επίγνωση Χριστού, τελείωσε τη ζωή του σε σκοτεινή φυλακή.
Οι Μάρτυρες Ζηνόβιος και Ζηνοβία ήταν αδελφοί. Κατάγονταν από την πόλη Αιγαία της Κιλικίας της Μικράς Ασίας. Ο πατέρας τους Ζηνόβιος και η μητέρα τους Θέκλα ήταν θεοφιλείς και ενάρετοι. Και οι δύο Άγιοι ήταν ομόφρονες κατά την πίστη και ζούσαν ζωή ευσεβή και ενάρετη κατά πάντα. Όταν πέθαναν οι γονείς τους, μοίρασαν όλα τους τα υπάρχοντα στους πτωχούς και τους ξένους. Επιπλέον, ο Ζηνόβιος ήταν κάτοχος της ιατρικής και φρόντιζε τους ασθενείς, θεραπεύοντάς τους όχι με τις επιστημονικές γνώσεις και τις θεραπευτικές ιδιότητες των βοτάνων, αλλά με μόνη τη χάρη του Θεού. Όχι δε μόνο δωρεάν γιατρεύε κατά το δεσποτικό πρόσταγμα του Ευαγγελίου, αλλά και την ελεημοσύνη ασκούσε προς τους πτωχούς και ασθενείς,
χαρίζοντας σ' αυτούς τα προς συντήρηση πλουσιοπάροχα. Τον καιρό εκείνο ήταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων ο Διοκλητιανός, ο οποίος έστειλε στην Κιλικία ως έπαρχο τον ομόφρονα στην ειδωλολατρία και ομότροπο στη σκληρότητα Λυσία. Αυτός, μισόχριστος καθώς ήταν, κίνησε σφοδρό διωγμό κατά των Χριστιανών και τότε μαρτύρησαν οι Άγιοι Νέων, Αστέριος και Κλαύδιος, των οποίων η μνήμη επίσης σήμερα εορτάζεται και τους οποίους, αφού ο δυσσεβής για την ευσέβεια βασάνισε και δεν μπόρεσε να τους μεταστρέψει, τους κάρφωσε σε σταυρό έξω από την πόλη και άφησε τα λείψανά τους να τα φάγουν τα θηρία και τα όρνεα. Έτσι λοιπόν ο Λυσίας λυσσομανούσε κατά των Χριστιανών.
Ο δε πράος και καλός Ζηνόβιος ποίμαινε το ποίμνιο του Χριστού, διότι μετά από αποκάλυψη και προσταγή του Κυρίου είχε γίνει Επίσκοπος των Κιλίκων και κατά αυτόν τον τρόπο, ενώ πρώτα ήταν θεραπευτής μόνο των σωμάτων, μετά έγινε και των ψυχών, θεραπεύοντας τις ψυχές από την ασθένεια της απιστίας και της ασέβειας και οδηγώντας τες προς τον αληθινό Θεό. Σε κάποια άλλη χώρα, μακριά από τις Αιγές τις οποίες κατοικούσε ο Ζηνόβιος, ήταν κάποιος φύλαρχος ονόματι Ινδός. Αυτού η σύζυγος έπασκε από καρκίνο του στήθους. Επειδή λοιπόν ο άρχοντας αυτός είχε μαζέψει όλους τους γιατρούς των ειδωλολατρών και κανείς δεν είχε μπορέσει να θεραπεύσει τη σύζυγό του,
ρωτούσε κάθε άνθρωπο εάν βρισκόταν σε άλλο τόπο κάποιος γιατρός που να μπορούσε να τη γιατρέψει. Έτσι, όταν άκουσε από κάποιο πραγματευτή ότι στις Αιγές των Κιλίκων βρισκόταν κάποιος Χριστιανός που ονομαζόταν Ζηνόβιος, ο οποίος χωρίς φάρμακα και βότανα, πολυέξοδα, αλλά μόνο με το όνομα του Χριστού θεράπευε κάθε ασθένεια, κίνησε αμέσως με τη σύζυγό του για την πόλη όπου θα έβρισκε το θαυματουργό Ζηνόβιο. Όταν ο Ινδός έφτασε στις Αιγές, είδε ξύπνιος και όχι στον ύπνο του θαυμαστή οπτασία, κατά την οποία του δόθηκε προσταγή να πάει στην εκκλησία των Χριστιανών για να βρει εκείνο που ζητούσε. Πήγε αμέσως στην εκκλησία με τη σύζυγό του, βρήκε τον Άγιο, ο οποίος δίδασκε το εκκλησίασμα,
αφού έπεσαν στα πόδια του με πολλή ταπείνωση, θερμά τον παρακαλούσαν και οι δυο να θεραπεύσει τη φοβερή εκείνη αρρώστια. Ο Ζηνόβιος τους είπε: «Εάν θέλετε να απαρνηθείτε την πλάνη των πατέρων σας και να έλθετε στην αλήθεια, θα γνωρίσετε τη θεϊκή χάρη και την ταχύτατη βοήθεια του Παντοδύναμου Χριστού». Εκείνοι υποσχέθηκαν να κάνουν με προθυμία αυτό που τους υποδείχθηκε. Τότε είπε στην άρρωστη ο Άγιος: «Στο όνομα του Ιησού Χριστού, που θεράπευσε την αιμορροούσα, να λυτρωθείς κι εσύ από την πάθησή σου». Αμέσως θεραπεύτηκε η πάσχουσα και βαπτίστηκαν όλοι. Αφού δε κοινώνησαν των ιερών του Χριστού μυστηρίων, επέστρεψαν με χαρά μεγάλη. Άλλη γυναίκα από την Αντιόχεια, πολύ ελεήμων,
έπασχε και αυτή από φοβερό καρκίνο του στήθους, ο οποίος της κατέτρωγε τις γύρω σάρκες. Μη μπορώντας να βρει τη θεραπεία της η ταλαίπωρη, έφυγε νύχτα από την πόλη της, πήγε στη Σελεύκεια, μπήκε σε πλοίο και έπλεψε με πίστη για τις Αιγές. Εκεί έπεσε στα πόδια του Αγίου και με δάκρυα παρακαλούσε να τη λυτρώσει από την αφόρητη εκείνη αρρώστια. Ο Άγιος τη σπλαχνίστηκε και έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού, επικαλούμενος το Θείο και Σωτήριο όνομα του Χριστού, και αμέσως σχίστηκε ο όγκος και έτρεξε στη γη άφθονη βρωμερή και δυσώδης ύλη. Καθώς δε έγινε η γυναίκα εντελώς καλά, δόξαζε τον Κύριο και επέστρεψε στο σπίτι της χαίροντας. Όταν άκουσε ο έπαρχος Λυσίας για τον ιερό Ζηνόβιο,
κηρύττει ένα και μόνο Θεό και θεραπεύει στο όνομά Του κάθε ασθένεια, είναι δε και πολύ ελεήμων, στενοχωρέθηκε. Αφού κάθισε στο δικαστικό βήμα, πρόσταξε και του έφεραν τον Άγιο. Απευθυνόμενος προς αυτόν είπε: «Προτίμησε ένα από τα δύο, το συντομότερο: ή να κάνεις το πρόσταγμα των βασιλέων και να θυσιάσεις στους θεούς μαζί μου και να απολαύσεις τιμές και πλούτο ή να καταδικαστείς σε βασανιστήρια και φρικτό θάνατο». Ο Άγιος του αποκρίθηκε: «Εγώ ένα Θεό έχω, τον Ιησού Χριστό, και γι' αυτόν επιθυμώ να πεθάνω πρόσκαιρα για να ζήσω αιώνια». Τότε ο τύρανος θύμωσε, κρέμασε στο ξύλο τον Άγιο και ξέσκισε όλο του το σώμα λέγοντας: «Ας δούμε εάν έλθει ο Χριστός του να τον βοηθήσει».
Κατέφθασε και η αδελφή του Αγίου, Ζηνοβία, η οποία βλέποντας τον Άγιο κρεμασμένο στο ξύλο, δεν δείλιασε ούτε έδειξε κάποια γυναικεία ασθένεια, αλλά έλεγξε τον έπαρχο με θάρρος. «Ω περήφανε τύραννε», του είπε, «ποιο κακούργημα έκανε ο αδελφός μου και τον δέρνεις;» Ο Λυσίας την πρότρεψε με απειλές να θυσιάσει στους θεούς. Εκείνη όμως, όπως και ο αδελφός της, δήλωσε το αμετάθετο της γνώμης και το ακλινές της πίστεώς της. Γι' αυτό τους έβαλαν σε σιδερένιο κρεβάτι, κάτω δε αναμμένα κάρβουνα που τους κατέκαιγαν, ενώ ο έπαρχος έλεγε: «Ας έλθει τώρα ο Χριστός να τους βοηθήσει, αφού γι' αυτόν βασανίζονται». Τότε του είπε ο Άγιος: «Εδώ είναι ο Δεσπότης Χριστός και μας δροσίζει, αλλά συ, ταλαίπωρε, δεν το βλέπεις από τη σκότωση της ασέβειας».
Βλέποντας ο τύρανος ότι οι Άγιοι υπέμειναν καρτερικά τη φωτιά και δεν λύγισαν, πρόσταξε να τους βάλουν σε καζάνια με νερό που έβραζε. Εις μάτην όμως και η νέα βάσανος, διότι όσο έβραζε το νερό και κόχλαζε, τόσο ερχόταν άνωθεν η θεϊκή δροσιά και τους δρόσιζε και τους έδινε χαρά. Βλέποντας ο Λυσίας ότι δεν μπορούσε να αλλάξει τους μάρτυρες, έβγαλε την τελευταία του απόφαση: να θανατωθούν με το ξίφος έξω από την πόλη των Αιγών.
Έφτασαν στον τόπο των κακούργων, οι Άγιοι προσευχήθηκαν και ευχαρίστησαν τον Κύριο, διότι τους αξίωσε να τελειώσουν το δρόμο του μαρτυρίου και να φυλάξουν την πίστη. Παρεκάλεσαν δε να γίνουν μέτοχοι της αιωνίου βασιλείας. Τότε όλοι άκουσαν φωνή, που προσκαλούσε τους μάρτυρες στην απόλαυση των ουρανίων αγαθών, πολλοί δε, καθώς άκουσαν τη φωνή αυτή, πίστεψαν στο Χριστό και με δάκρυα έπεσαν στη γη και ζητούσαν το έλεός Του. Οι δήμιοι έκοψαν τις κεφαλές των μαρτύρων την τριακοστή του μηνός Οκτωβρίου. Τα ιερά τους σώματα έμειναν ριγμένα έξω από την πόλη. Κατά το μεσονύχτιο πήγαν οι πρεσβύτεροι Ερμογένης και Γάλλος, τα πήραν κρυφά και τα έθαψαν στο σπήλαιο στο οποίο κρύβονταν. Έτσι, καθώς κοινούς είχαν τους γονείς, κοινή τη ζωή και κοινή την άθληση, κοινού ενταφιασμού αξιώθηκαν και μιας κοινής ουράνιας, όπου δοξολογούν τον ένα εν Τριάδι Θεό.
Οι Άγιοι αυτοί, Ζηνόβιος και Ζηνοβία, είδαμε να έχουν κάνει ένα μεγάλο υπερφυσικό αγώνα. Υπέστησαν βασανιστήρια φοβερά, τα οποία και μόνο να τα ακούσουμε δυσκολευόμαστε, τέλος δε απήλθαν από τη ζωή αυτή με βίαιο θάνατο. Και όμως ούτε μια στιγμή δεν επιθύμησαν και δεν ζήτησαν την απαλλαγή από όλα αυτά. Αντίθετα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα επιθυμούσαν και το μόνο που χρειάζονταν και ζητούσαν ήταν ο Χριστός να τους δίνει υπομονή να τα αντέχουν και έτσι μένοντας αμετακίνητοι στην πίστη να αξιωθούν να αποκτήσουν τα ουράνια αγαθά. Υπομονή λοιπόν και όχι αποφυγή ήταν το χαρακτηριστικό στη ζωή των μαρτύρων, αλλά θα λέγαμε και όλων των Αγίων.
Ο Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, με αφορμή σοβαρή και οδυνηρή πληγή που είχε, έλεγε: «Είναι τώρα επτά με οκτώ μήνες που με πλησίασε ο Θεός πλέον δεξιά. Μου άνοιξε τα μάτια της ψυχής και είδα πόσο ωφελούμαι από αυτή την πληγή, πόσος μισθός με περιμένει. Αφού έτσι θέλει ο Θεός, να είναι ευλογημένο.
Δώσ' μου και την ανάλογη υπομονή. Πληροφορούμαι ότι χάρισμα μεγάλο μου έδωσε ο Θεός, δίνοντάς μου αυτήν την πληγή, αυτούς τους πόνους, διότι η χαρά μισθόν δεν έχει, ενώ η λύπη έχει. Αποβλέποντας λοιπόν σ' αυτόν τον μισθόν, κάνω με τη βοήθεια του Θεού υπομονή». «Υπομονή, λοιπόν, και όχι αποφυγή», θα έλεγαν οι Άγιοι και σε μας,
συγχρόνους Χριστιανούς, οι οποίοι μάλλον προτιμούμε το αντίστροφο. Μόνο έτσι μπορούμε να συμμετέχουμε στους αγώνες, αλλά και στα έπαθλά τους.
Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι
Today, October 30, our Church commemorates the holy martyrs Zenobius and Zenobia, brother and sister; Saint Marcian, bishop of Syracuse and a martyr; the holy martyrs Alexander, Cronion, Julian, Macarius, and thirteen others; Saint Eutropia the martyr; the holy Apostle Cleopas; Saint Joseph, Patriarch of Constantinople; the holy martyrs Asterius, Claudius, Neon, and their sister Neonilla; the holy Apostles of the Seventy, Tertius, Mark, Justus, and Artemas; the nine holy martyrs who died by fire; Saint Manuel the martyr; Saint Dometius the martyr;
and an executioner who came to know Christ and ended his life in a dark prison.
The martyrs Zenobius and Zenobia were brother and sister. They came from Aegeae in Cilicia, in Asia Minor. Their father, Zenobius, and their mother, Thecla, loved God and lived virtuously. The two saints were united in faith and lived godly, upright lives in every respect. When their parents died, they gave all they owned to the poor and to strangers. Zenobius also knew medicine and cared for the sick. He healed them through the grace of God alone, rather than through medical knowledge or the healing properties of herbs. He healed freely, as the Lord commands in the Gospel, and also gave alms to the poor and the sick,
providing generously for their needs. At that time Diocletian was emperor of the Romans. He sent Lysias to govern Cilicia, a man who shared his devotion to idols and his cruelty. Lysias hated Christ and began a fierce persecution of Christians. It was then that Saints Neon, Asterius, and Claudius, who are also commemorated today, suffered martyrdom. Lysias tortured them for their faith, but could not turn them from it. He had them nailed to crosses outside the city and left their bodies for wild beasts and birds to eat. Such was Lysias’s fury against the Christians.
Meanwhile, the gentle and good Zenobius shepherded Christ’s flock. By a revelation and command from the Lord, he had become bishop of the Cilicians. Before, he had healed bodies; now he also healed souls, freeing them from unbelief and impiety and leading them to the true God. In a land far from Aegeae, where Zenobius lived, there was a chieftain named Indos. His wife had breast cancer. He had gathered all the pagan physicians, but none could heal her,
so he asked everyone whether there was a doctor elsewhere who could. A merchant told him that in Aegeae of Cilicia there was a Christian named Zenobius who healed every illness through the name of Christ alone, without costly medicines or herbs. Indos immediately set out with his wife for the city where they would find this wonderworking man. When he arrived in Aegeae, he saw a wondrous vision while awake, directing him to the Christians’ church to find what he sought. He went there at once with his wife and found the saint teaching the congregation.
They fell at his feet in deep humility and both pleaded with him to heal that dreadful illness. Zenobius told them, “If you are willing to renounce the error of your forefathers and come to the truth, you will know the grace of God and the swift help of almighty Christ.” They eagerly promised to do as he said. Then the saint told the sick woman, “In the name of Jesus Christ, who healed the woman with the flow of blood, be freed from your illness.” She was healed at once, and they were all baptized. After receiving Holy Communion, they returned home with great joy. There was another woman, from Antioch, who was very generous to the poor.
She too had a terrible breast cancer that was eating away the flesh around it. Unable to find a cure, the poor woman left her city at night, went to Seleucia, boarded a ship, and sailed in faith to Aegeae. There she fell at the saint’s feet and tearfully begged him to free her from that unbearable illness. The saint had compassion on her. He made the sign of the precious Cross, calling upon the divine and saving name of Christ. At once the tumor split open, and a great amount of foul-smelling matter flowed onto the ground. Completely healed, the woman glorified the Lord and returned home rejoicing. When the prefect Lysias heard about the holy Zenobius,
that he preached one God, healed every illness in His name, and was very generous to the poor, he was troubled. He took his seat at the tribunal and ordered the saint brought before him. “Choose quickly between these two,” he said. “Obey the emperors’ command, sacrifice to the gods with me, and enjoy honor and wealth; or be condemned to torture and a dreadful death.” The saint replied, “I have one God, Jesus Christ. For His sake I wish to die for a little while, so that I may live eternally.” The tyrant grew angry. He hung the saint on a wooden frame and tore his whole body, saying, “Let us see whether his Christ comes to help him.”
The saint’s sister Zenobia arrived. Seeing him hanging from the frame, she did not lose heart or show weakness, but boldly rebuked the prefect. “Proud tyrant,” she said, “what crime has my brother committed that you beat him?” Lysias threatened her and urged her to sacrifice to the gods. Like her brother, she declared that her resolve would not change and her faith would not waver. So they laid them on an iron bed over burning coals that scorched them, while the prefect said, “Let Christ come and help them now, since it is for Him that they suffer.” The saint answered, “Christ our Master is here, refreshing us. But you, poor man, cannot see Him because impiety has darkened your sight.”
When the tyrant saw that the saints endured the fire with patient endurance and did not yield, he ordered them placed in cauldrons of boiling water. This new torture was also in vain. As the water boiled and bubbled, divine refreshment came down from above, cooling them and filling them with joy. Seeing that he could not change the martyrs’ minds, Lysias gave his final sentence: they were to be put to the sword outside Aegeae.
When they reached the place of execution, the saints prayed and thanked the Lord for counting them worthy to finish the course of martyrdom and keep the faith. They asked to share in the eternal Kingdom. Then everyone heard a voice inviting the martyrs to enjoy the blessings of heaven. Many who heard it came to believe in Christ. They fell to the ground in tears and begged for His mercy. The executioners beheaded the martyrs on October 30. Their sacred bodies lay outside the city until midnight, when the priests Hermogenes and Gallus secretly took them and buried them in the cave where they had been hiding. They had shared the same parents, the same life, and the same struggle. They were granted burial together and a shared place in heaven, where they glorify the one God in the Holy Trinity.
As we have seen, Saints Zenobius and Zenobia went through an extraordinary struggle. They suffered terrible tortures that are hard for us even to hear about, and at last they died violent deaths. Yet they never once asked to be spared. We might even say they welcomed these sufferings. All they needed and asked was for Christ to give them patient endurance, so that they could remain steadfast in the faith and be counted worthy of the blessings of heaven. Patient endurance, rather than escape, marked the lives of these martyrs, and indeed of all the saints.
Elder Ephraim of Katounakia, speaking about a serious and painful wound he had, said, “For seven or eight months now, God has drawn especially close to me. He opened the eyes of my soul, and I saw how much I benefit from this wound and what a great reward awaits me. If this is what God wills, blessed be His will.
Give me the patient endurance I need as well. I know that God has given me a great gift in this wound and these pains, for joy brings no reward, but sorrow does. So, looking toward that reward, I endure with God’s help.” “Patient endurance, rather than escape,” the saints would say to us as well,
Christians today, who are more inclined to choose the opposite. Only in this way can we share in their struggles and in their rewards.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\30 10.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.