Οι άγιοι Θεοφύλακτος και Παύλος για την εξορία και τον Παράδεισο
Ο Θεοφύλακτος έγινε μοναχός επί Πατριάρχου Ταρασίου και ασκήθηκε με αυστηρή εγκράτεια μαζί με τον Μιχαήλ Συνάδων. Ως επίσκοπος Νικομηδείας ο Θεοφύλακτος ανήγειρε εκκλησίες και νοσοκομεία και φρόντιζε προσωπικά τους αρρώστους και τους ευάλωτους.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Θεοφύλακτος έγινε μοναχός επί Πατριάρχου Ταρασίου και ασκήθηκε με αυστηρή εγκράτεια μαζί με τον Μιχαήλ Συνάδων.
- Ως επίσκοπος Νικομηδείας ο Θεοφύλακτος ανήγειρε εκκλησίες και νοσοκομεία και φρόντιζε προσωπικά τους αρρώστους και τους ευάλωτους.
- Υπερασπίστηκε την τιμή των αγίων εικόνων ενώπιον του αυτοκράτορα Λέοντα Ε' του Αρμένιου, ο οποίος τον εξόρισε στο Στρόβιλο, όπου πέρασε τριάντα χρόνια και εκοιμήθη.
- Μετά την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας, ο Πατριάρχης Μεθόδιος μετέφερε τα λείψανα του Θεοφύλακτου στη Νικομήδεια.
- Και ο Παύλος ο Πλουσιάδος υπερασπίστηκε τις εικόνες, ενθάρρυνε την αντίσταση στην εικονομαχία και υπέμεινε φυλάκιση και εξορία.
- Η εξορία των αγίων θυμίζει την εκδίωξη του Αδάμ από τον Παράδεισο, την οποία κατανοούμε ως απώλεια της κοινωνίας με τον Θεό.
- Η ομιλία διδάσκει ότι ο Χριστός, ο νέος Αδάμ, ανοίγει τον δρόμο της επιστροφής με την υπακοή Του, ενώ οι πιστοί μετέχουν σε αυτήν μέσω του βαπτίσματος, της μετάνοιας και της νηστείας.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι
Εορταζόμενος Άγιος Θεοφύλακτος καταγόταν από την Ανατολή, άκμασε δε κατά τα έτη της βασιλείας των Ισαύρων, Κωνσταντίνου του Πέμπτου του Κοπρονύμου και των διαδόχων του. Κατά το έτος 780 πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου σχετίστηκε με το μετέπειτα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιο, όταν ακόμη εκείνος ήταν πρωτασηκρήτης, δηλαδή αρχιγραμματέας στα βασιλικά ανάκτορα. Τώρα, όταν δε με θεία ψήφο ανήλθε ο Ιερός Ταράσιος στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, κατά το έτος 784, αφού παραιτήθηκε οικειοθελώς από τον θρόνο ο πριν από αυτόν Παύλος ο Κύπριος, ο οποίος, επειδή την αρχιερωσύνη έλαβε από τους εικονομάχους, ονόμαζε μόνος τον εαυτό του ανάξιο, τότε και ο ιερότατος Μιχαήλ,
μετέπειτα Επίσκοπος Συνάδων, και ο Ιερός Θεοφύλακτος αυτός έγιναν μοναχοί και εστάλησαν από τον Θείο Ταράσιο περί το έτος 785 στο μοναστήρι που αυτός είχε οικοδομήσει και βρισκόταν στην είσοδο του Ευξείνου Πόντου. Κάποτε, καλοκαίρι καιρό, που διψούσαν υπερβολικά, οι μακάριοι αυτοί, για να ασκηθούν στη δίψα και την εγκράτεια, άνοιξαν τη βρύση και άφησαν το νερό να χύνεται, χωρίς αυτοί να πιουν καθόλου. Τέτοια αρετή είχαν και τέτοια άσκηση έκαναν οι Άγιοι αυτοί πατέρες, γι' αυτό και από το Θεό τους δόθηκαν μεγάλα χαρίσματα. Επειδή, λοιπόν, η αρετή των δύο αυτών πατέρων έλαμψε ως λαμπρότατος αστέρας, κρίθηκαν από το μεγάλο Ταράσιο άξιοι.
Άξιοι της αρχιερωσύνης. Κι ο μεν Μιχαήλ έγινε επίσκοπος στα Σύναδα, πόλη ένδοξη της μεγάλης Φρυγίας, περίφημη για τα θαυμαστά μάρμαρά της. Ο δε ιερός Θεοφύλακτος χειροτονήθηκε περί το έτος 800 επίσκοπος στη Νικομήδεια. Εκεί έκτισε εκκλησίες και νοσοκομεία, προστάτευε τα ορφανά και τις χήρες, ελεούσε με τόσο μεγάλη αγαθότητα, ώστε γέμιζε φιάλη με ζεστό νερό και με αυτή έπλενε και καθάριζε με τα ίδια του τα χέρια ο συμπαθέστατος τους τυφλούς, τους χωλούς και άλλους ασθενείς. Αφού ο Μέγας Ταράσιος πατριάρχεψε επί 22 έτη, απήλθε προς τον Κύριο και, αφού έγινε πατριάρχης ο πάνσοφος Νικηφόρος, τότε ακολούθησε μεγάλη ταραχή και συμφορά στην Εκκλησία του Χριστού.
Κατά την εποχή εκείνη βασίλευσε ο Λέων ο Πέμπτος ο Αρμένιος, ο οποίος ενήργησε κατά των Αγίων Εικόνων. Τότε ο Άγιος Νικηφόρος έστειλε και έφερε τους εκλεκτούς και ελλογίμους αρχιερείς, τον Κυζίκου Αιμιλιανό, τον Σάρδεων Ευθύμιο, τον Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, τον Αμορίου Ευδόξιο, τον Συνάδων Μιχαήλ και τον μακάριο αυτό Θεοφύλακτο και άλλους πολλούς, μεταξύ των οποίων και ηγουμένους και μοναχούς. Πήρε όλους αυτούς και πήγε στον δυσσεβή αυτοκράτορα. Κατά τη συζήτηση που έγινε εκεί μπροστά στον βασιλέα, οι Άγιοι εκείνοι πατέρες με πολλές μαρτυρίες από τις Θείες Γραφές υποστήριζαν ότι πρέπει να προσκυνούνται οι Άγιες Εικόνες. Όμως δεν μπόρεσαν να καταπείσουν τον βασιλέα,
ο οποίος έμεινε αδιόρθωτος. Τότε ο μακάριος αυτός Θεοφύλακτος είπε στον αυτοκράτορα: «Γνωρίζω ότι καταφρονείς τη μακροθυμία και την υπομονή του Θεού. Γνώριζε όμως ότι θα επέλθει ξαφνικά εναντίον σου μεγάλη καταστροφή και αφανισμός και η καταστροφή σου θα γίνει ως ανεμοστρόβιλος, ώστε να μην βρεθεί κανείς ο οποίος να μπορέσει να σε σώσει από τον κίνδυνο». Καθώς άκουσε τους λόγους αυτούς ο θηριώνυμος βασιλέας, οργίστηκε πολύ και αμέσως πρόσταξε να εξοριστούν όλοι οι ανωτέρω αρχιερείς. Έτσι ο μεν Άγιος Νικηφόρος εξορίστηκε στο νησί της Θάσου, ο Συνάδων Μιχαήλ στην Ευδοκιάδα, πόλη της Καπαδοκίας, άλλοι αρχιερείς αλλού, ο δε μακάριος Θεοφύλακτος εξορίστηκε στο Στρόβιλο,
το οποίο είναι φρούριο παραθαλάσσιο στη Λυκία της Μικράς Ασίας. Εκεί λοιπόν, αφού έζησε ο αοίδιμος τριάντα έτη και υπέμεινε γενναία την κακοπάθεια της εξορίας, απήλθε προς τον Κύριο, τον οποίον πόθησε και αγάπησε, περί το έτος 840.
Αφού φονεύτηκε ο Λέων ο Πέμπτος ο Αρμένιος, κατά τη νύχτα των Χριστουγέννων, ψάλλοντας τον ειρμό «Το παντάνακτος εξεφαύλισαν πόθο», και αφού η Ορθοδοξία έλαμψε επί Μιχαήλ του Τρίτου και Θεοδώρας της Ευσεβέστατης Βασίλισσας, τότε ο Άγιος Πατριάρχης Μεθόδιος έφερε από την εξορία το τίμιο λείψανο του μακάριου αυτού Θεοφυλάκτου και το απέθεσε στη Νικομήδεια, στο ναό των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού, τον οποίο, ενώ ακόμη ζούσε, είχε ο ίδιος ο Άγιος ανεγείρει.
Παύλος, Επίσκοπος Πλουσιάδος, του οποίου τη μνήμη επίσης σήμερα επιτελεί η Εκκλησία μας, άκμασε και αυτός κατά την περίοδο της εικονομαχίας και διακρίθηκε μεταξύ των ακάματων υπερασπιστών και ατρόμητων φρουρών και συνηγόρων της Ορθοδοξίας. Πλήθη ομοφρόνων διώκονταν, εξορίζονταν, βασανίζονταν, φυλακίζονταν, φονεύονταν, άλλοι δε περιφέρονταν με κομμένη τη μύτη και τη γλώσσα, ιερά θύματα του υπέρ των εικόνων μαρτυρίου. Αλλά η πιθανότητα ότι θα έπασχε και αυτός τα ίδια δεν αναχαίτισε τον ευσεβή ζήλο του Παύλου. Περιερχόμενος σε διάφορα μέρη, ενθάρρυνε την κατά των αυτοκρατορικών διαταγών αντίσταση, δίδασκε ότι οι χριστιανοί κανέναν δεν οφείλουν σέβας,
καμιά υπακοή σε πατριάρχες και επισκόπους εικονομάχους και διαμαρτυρόταν κατά της ανίερης ανατροπής, την οποία ήθελαν να επιβάλλουν στην Εκκλησία. Για τη διαγωγή του αυτή καταδιώχθηκε, φυλακίστηκε και εξορίστηκε. Αλλά αυτός έμεινε ακλόνητος στον τίμιο του αγώνα. Ανδρείος λοιπόν και γενναίος, αφού αγωνίστηκε υπέρ της Ορθοδοξίας, παρέθεσε την ψυχή του στα χέρια του Ζώντος Θεού.
Ο Άγιος Παύλος, όσο και ο Άγιος Θεοφύλακτος, τους οποίους σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει και των οποίων τα συναξάρια σήμερα αναφέρθηκαν, για χάρη του Χριστού και της Ορθοδοξίας, μεταξύ των άλλων υπέμειναν τη βάσανο της εξορίας. Μάλιστα, ο Άγιος Θεοφύλακτος έκανε στην εξορία τριάντα ολόκληρα χρόνια, και εκεί τελείωσε την επίγεια αυτή ζωή του. Η πικρή αυτή των Αγίων εξορία μας φέρνει στο νου την άλλη, την παναθρώπινη εξορία, την εξορία του ανθρώπου από τον Παράδεισο της Τρυφής, της οποίας την ανάμνηση η Εκκλησία μας επιτελεί την Κυριακή της Τυρινής. Εκάθισε ο Αδάμ απέναντι του Παραδείσου και την ιδία γύμνωση θρηνών ωδύρετο.
Ήταν τόσο η τοπική εξορία, όσο η πνευματική. Η γύμνωση, η στέρηση της χάριτος, της δόξης του Θεού, που ήταν πράγματι αξιοθρήνητο γεγονός, διότι του στέρησε την κοινωνία με το Θεό και την πνευματική ηδονή, τον έβαλε στην κοιλάδα αυτή του κλαυθμώνος, της φθοράς, της αρρώστιας, του θανάτου.
Εμέ τον απάτη πονηρά πεισθέντα και κλαπέντα και δόξης μακρυνθέντα. Αλλ' ω παράδεισε, ουκέτι της τρυφής σου απολαύσω, ουκέτι όψομαι τον Κύριον και Θεόν μου και πλάστην, εις γήν γαρ απελεύσομαι εξ ης και προσελήφθην. Αλλά εάν η έξοδος από τον παράδεισο έγινε με την παρακοή του πρώτου Αδάμ, η επάνοδος, ο επαναπατρισμός από αυτή τη μόνη, θα λέγαμε, πραγματική εξορία του ανθρώπου, έγινε με την υπακοή του νέου Αδάμ, τη μέχρι θανάτου Σταυρού υπακοή, και γίνεται με τη δική μας συμμετοχή στο Σταυρό του Χριστού, δηλαδή το Άγιο Βάπτισμα και τη μετάνοιά μας.
Το να αγνοούμε το δράμα μας αυτό, ή το να αγνοούμε την αιτία του, ή το να προσπαθούμε να το ξεπεράσουμε με το να κάνουμε επίγειους, κοσμικούς, χωρίς Θεό παραδείσους και να οχυρωνόμαστε σε αυτούς, δεν μας βοηθά ουσιαστικά, δεν δίνει πραγματική λύση στο δράμα μας. Σε αυτή τη μετάνοια σημαντική θέση κατέχει η νηστεία.
Διό του Παραδείσου οικήτορες γενέσθαι επιποθούντες, απαλλαγώμεν της αλυσιτελούς τροφής και Θεόν καθοράν εφιέμενοι, Μωσαϊκώς την τετράδα της δεκάδος νηστεύσωμεν. Τη αφάτω σου ευσπλαχνία, Χριστέ ο Θεός ημών, της τρυφής του Παραδείσου ημάς καταξίωσον.
Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι
Saint Theophylact, whom we celebrate today, came from the East. He flourished during the reigns of the Isaurian emperors, Constantine V Copronymus and his successors. In the year 780, he went to Constantinople, where he became acquainted with Tarasios, the future Patriarch of Constantinople. At that time, Tarasios was the chief secretary in the imperial palace. When, by divine choice, the holy Tarasios ascended the throne of Constantinople in 784, his predecessor, Paul of Cyprus, had voluntarily stepped down. Paul considered himself unworthy because he had received his episcopal office from the iconoclasts. It was then that the most holy Michael,
who later became bishop of Synnada, and Saint Theophylact became monks. Around the year 785, Tarasios sent them to the monastery he had built at the entrance to the Black Sea. Once, in the heat of summer, they were terribly thirsty. To train themselves in self-control and the endurance of thirst, these blessed men opened a fountain and let the water flow without drinking any of it. Such was the virtue and ascesis, the ascetic discipline, of these holy fathers, and God granted them great gifts. Their virtue shone like a brilliant star, and Tarasios judged them worthy
of the episcopal office. Michael became bishop of Synnada, a renowned city of Greater Phrygia, famous for its remarkable marble. Around the year 800, Saint Theophylact was ordained bishop of Nicomedia. There he built churches and hospitals, cared for orphans and widows, and showed such kindness to those in need that he would fill a vessel with warm water and wash the blind, the lame, and other sick people with his own hands. After serving as patriarch for twenty-two years, the great Tarasios departed to the Lord. When the wise Nikephoros became patriarch, great turmoil and suffering came upon the Church of Christ.
At that time, Leo V the Armenian came to the throne and acted against the holy icons. Saint Nikephoros summoned distinguished and learned bishops: Aemilianos of Cyzicus, Euthymios of Sardis, Joseph of Thessalonica, Eudoxios of Amorium, Michael of Synnada, and the blessed Theophylact, along with many others, including abbots and monks. He took them all to the impious emperor. In the discussion before him, those holy fathers brought forward many passages from the divine Scriptures to show that the holy icons should be venerated. Yet they could not persuade the emperor,
who refused to change his ways. Then the blessed Theophylact said to him: “I know that you scorn God’s long-suffering and patient endurance. But know this: great destruction will suddenly come upon you. Your ruin will sweep in like a whirlwind, and no one will be able to save you.” Hearing these words, the emperor, whose very name means lion, became furious and immediately ordered all those bishops into exile. Saint Nikephoros was exiled to the island of Thasos, Michael of Synnada to Eudokiada, a city in Cappadocia, and the other bishops to various places. The blessed Theophylact was exiled to Strobilos,
a coastal fortress in Lycia, in Asia Minor. There he lived for thirty years, bearing the hardships of exile with courage. Around the year 840, he departed to the Lord, whom he had longed for and loved.
Leo V the Armenian was killed on Christmas night while singing the hymn, “They scorned the desire of the King of all.” Later, when Orthodoxy shone forth under Michael III and the most devout Empress Theodora, Saint Methodios the Patriarch brought the precious relics of the blessed Theophylact back from exile. He placed them in Nicomedia, in the Church of Saints Cosmas and Damian, which Theophylact himself had built during his lifetime.
Paul, bishop of Plousias, whose memory our Church also celebrates today, lived during the period of iconoclasm. He stood among the tireless defenders and fearless champions of Orthodoxy. Great numbers of people who shared his faith were persecuted, exiled, tortured, imprisoned, and killed. Others went about with their noses and tongues cut off, holy victims of their witness in defense of the icons. Yet the prospect of suffering the same things did not restrain Paul’s devout zeal. Traveling from place to place, he encouraged resistance to the imperial decrees and taught that Christians owed no respect
and no obedience to iconoclast patriarchs and bishops. He spoke out against the unholy upheaval they sought to impose on the Church. For this, he was persecuted, imprisoned, and exiled. But he remained steadfast in his worthy struggle. Having fought bravely for Orthodoxy, he entrusted his soul into the hands of the living God.
Saint Paul and Saint Theophylact, whom our Church celebrates today and whose lives we have heard, endured exile, among other sufferings, for Christ and Orthodoxy. Saint Theophylact spent thirty whole years in exile and ended his earthly life there. Their bitter exile brings to mind another exile, one shared by all humanity: the expulsion of man from the Paradise of Delight, which the Church remembers on the Sunday of Cheesefare. Adam sat before Paradise and lamented his own nakedness.
His exile was both from a place and from a spiritual life. His nakedness was the loss of God’s grace and glory. This was truly cause for lament: it deprived him of communion with God and of spiritual delight, and brought him into this valley of tears, decay, sickness, and death.
“Persuaded by wicked deceit, robbed, and driven far from glory, I cry: O Paradise, I shall no longer enjoy your delight. I shall no longer see the Lord my God and Maker, for I shall return to the earth from which I was taken.” If disobedience to God by the first Adam brought about our departure from Paradise, then obedience to God by the new Adam opened the way home from what we might call humanity’s one true exile. Christ was obedient even to death on the Cross. We make that return by sharing in Christ’s Cross through Holy Baptism and our metanoia, our repentance.
If we ignore this tragedy of ours, or its cause, or try to overcome it by making earthly, worldly paradises without God and sheltering ourselves in them, we gain no real help and find no true answer. Fasting has an important place in this metanoia, this repentance.
“Longing to become dwellers in Paradise, let us turn away from food that cannot profit us. Desiring to behold God, let us fast for forty days, as Moses did. In your unspeakable compassion, O Christ our God, count us worthy of the delight of Paradise.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
03 ΜΑΡΤΙΟΥ\08 03 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.