Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιοι Σέργιος και Βάκχος: Θάρρος, μαρτύριο και διάκριση

Στις 7 Οκτωβρίου η Εκκλησία τιμά τους Αγίους Σέργιο και Βάκχο, μαζί με άλλους αγίους. Οι δύο νέοι στρατιωτικοί αξιωματικοί έζησαν πιστά και με διακριτικότητα σε μια περίοδο διωγμού.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων7 Οκτωβρίου16:32Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Στις 7 Οκτωβρίου η Εκκλησία τιμά τους Αγίους Σέργιο και Βάκχο, μαζί με άλλους αγίους.
  • Οι δύο νέοι στρατιωτικοί αξιωματικοί έζησαν πιστά και με διακριτικότητα σε μια περίοδο διωγμού.
  • Αφού αρνήθηκαν να μπουν σε ειδωλείο και να θυσιάσουν, ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός τους αφαίρεσε τους βαθμούς και τους έστειλε στον Αντίοχο.
  • Στη φυλακή προσεύχονταν, έλαβαν ενθάρρυνση σε όραμα αγγέλου και παρέμειναν σταθεροί ενώπιον του Αντιόχου.
  • Ο Βάκχος πέθανε από βασανιστήρια, ενώ ο Σέργιος υπέμεινε περαιτέρω δεινά πριν αποκεφαλιστεί.
  • Οι χριστιανοί έθαψαν τον Σέργιο, και αργότερα χτίστηκε εκκλησία στον τόπο του μαρτυρίου του.
  • Το παράδειγμά τους καλεί τους πιστούς να δείχνουν διάκριση: να αποφεύγουν την επίδειξη πίστης για έπαινο, αλλά να την ομολογούν θαρραλέα όταν χρειάζεται.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Σήμερα, 7 του μηνός Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, των Αγίων Μαρτύρων Ιουλιανού Πρεσβυτέρου και Καισαρίου Διακόνου, του Αγίου Ιερομάρτηρος Πολυχρονίου, του Αγίου Λεοντίου του Υπατικού, των Αγίων Μαρτύρων Ευσεβίου Πρεσβυτέρου και Φήλικος, των Οσίων Ενενήντα Εννέα Πατέρων των εν Κρήτη και του Οσίου Σεργίου του εν τω Σπηλαίω του Ρώσου.

Οι Μάρτυρες Σέργιος και Βάκχος άθλησαν κατά το τέλος του τρίτου μετά Χριστόν αιώνος. Ήταν στρατιωτικοί κατά το επάγγελμα, νέοι κατά την ηλικία, ωραίοι κατά την όψη, επιφανείς κατά το γένος, ανδρείοι και σώφρονες κατά το ήθος. Κατά δε το αξίωμα ήταν ο μεν Σέργιος Πριμικήριος, δηλαδή διοικητής, ο δε Βάκχος Σεκουνδικήριος, δηλαδή υποδιοικητής στρατιωτικής σχολής. Λόγω της τότε δυσμένειας κατά των χριστιανών και των διωγμών κατά της Εκκλησίας, ο Σέργιος και ο Βάκχος δεν επιδείκνυαν τη χριστιανική τους ιδιότητα, αλλά και δεν έκαναν κάτι που να αντίκειται σε αυτή. Περίμεναν δε τον κατάλληλο καιρό για να την φανερώσουν με παρρησία.

Καθημερινά μελετούσαν τη μέλλουσα ζωή ως αιώνια, τη δε πρόσκαιρη θεωρούσαν σοφότατα ως παροικία. Ο τρόπος της σώφρονης ζωής τους, που ήταν εντελώς αντίθετη προς την ελαφρότητα της ιδιωτικής διαγωγής των στρατιωτών του καιρού εκείνου, διέγειρε τις υπόνοιες του περιβάλλοντος εναντίον και των δύο ότι ήταν χριστιανοί, διότι και αυτοί οι ειδωλολάτρες γνώριζαν καλά το άμεμπτο των ηθών και της συμπεριφοράς των μελών της Εκκλησίας.

Για να βεβαιωθούν για τη χριστιανική τους ιδιότητα, άρχισαν να τους κατασκοπεύουν. Έτσι τους είδαν να μεταβαίνουν στις χριστιανικές συναθροίσεις, ανακάλυψαν δε ότι στις αποσκευές τους είχαν βιβλία χριστιανών συγγραφέων. Τότε τους κατήγγειλαν στον ίδιο τον αυτοκράτορα, τον Μαξιμιανό.

Υποθέτοντας ο τελευταίος ότι από φθόνο έγινε η εναντίον τους καταγγελία, δεν θέλησε καταρχάς να την πιστέψει μέχρι που θα έβλεπε ξεκάθαρα την αλήθεια. Κάποια μέρα, λοιπόν, ετοίμασε θυσία σε ειδωλολατρικό ναό και θέλησε να παρευρεθούν και να θυσιάσουν σ' αυτή όλοι οι αξιωματούχοι. Και η μεν θυσία έγινε με κάθε επισημότητα, οι δε Σέργιος και Βάκχος ήλθαν μόνο μέχρι τα πρόθυρα του ναού. Δεν θέλησαν να εισέλθουν, αλλά μένοντας έξω προσεύχονταν στον Θεό να φωτίσει τον νου του αυτοκράτορα και να τον απαλλάξει από την πλάνη της λατρείας των ειδώλων. Όταν ο Μαξιμιανός αντιλήφθηκε την απουσία εκείνη και πληροφορήθηκε ότι ο Σέργιος και ο Βάκχος είχαν σταθεί έξω από τα πρόθυρα,

τους κάλεσε με έναν από τους υπασπιστές του. Εκείνοι αρνήθηκαν να μπουν μέσα και τότε ο βασιλέας καταλήφθηκε από μεγάλο εναντίον τους θυμό. Διέταξε αμέσως να τους φέρουν με τη βία στον ναό. Όταν τούτο έγινε, τους έλεγξε ως ασεβείς και άφρονες, αλλά και ως αχάριστους και υποκριτές, αφού απειθούσαν κατά αυτόν τον τρόπο προς αυτόν, τον οποίο προσποιούνταν ότι σέβονταν και από τον οποίο είχαν πάρει δείγματα τόσης εκτιμήσεως και εύνοιας. Εκείνοι τότε έκριναν ότι έπρεπε να καταστήσουν φανερή τη χριστιανική τους ιδιότητα.

Ο βασιλέας τους αποκάλεσε και πάλι αχάριστους και επιπλέον προσπάθησε να τους φοβίσει με απειλές. Οι Άγιοί μας του απάντησαν: «Εμείς, βασιλέα, πειθαρχούμε σε σένα στα στρατιωτικά μας καθήκοντα, αλλά στα ζητήματα της θρησκείας και της συνειδήσεως υπάρχει άλλος βασιλέας, στον οποίο εμείς υπακούμε, είναι δε ο Ιησούς Χριστός. Δε βλέπεις, βασιλέα, ότι αυτοί που θυσιάζουν στα είδωλα, θυσιάζουν και στα πάθη τους, μόνοι δε που τιμούν όπως πρέπει την ανθρώπινη φύση με τη χρηστή τους διαγωγή και την αγνή ζωή τους είναι οι διωκόμενοι χριστιανοί; Εμείς ούτε στα άψυχα είδωλα θα θυσιάσουμε, ούτε από τον δικό μας και μόνο αληθινό Θεό θα απομακρυνθούμε, έστω και αν μας παραδώσει στη φωτιά. Διότι τι είναι από την ευσέβεια ισχυρότερο ή τι μακαριότερο από το να πάσχουμε υπέρ αυτής;»

Ο Μαξιμιανός διέταξε να τους αφαιρεθούν τα διακριτικά του αξιώματός τους. Για να τους εξευτελίσει δε και να τους καταστήσει, όπως νόμιζε, περίγελους, διέταξε να τους περιφέρουν σε όλη την πόλη ντυμένους με γυναικεία φορέματα. Όμως οι στρατιώτες του Χριστού δεν ντρέπονταν πομπευόμενοι, αλλά χαίρονταν διότι αξιώνονταν να πάθουν για τον Χριστό. Μετά την επιστροφή στα ανάκτορα προσπάθησε ο Μαξιμιανός να αλλάξει το φρόνημα του Σεργίου και του Βάκχου μεταχειριζόμενος υποσχέσεις και απειλές. Καθώς δε εκείνοι έμεναν ακλόνητοι στη χριστιανική τους ομολογία, τους παρέπεμψε με στρατιωτική συνοδεία στην πόλη Βαρβαλισσό, όπου έμενε ο δούκας της Ανατολής Αντίοχος.

Διαβόητος για την αγριότητα και την προς τους χριστιανούς σκληρότητά του ο Αντίοχος, επειδή έφτασαν κατά το απόγευμα, διέταξε να τους κλείσουν στη φυλακή μέχρι νεότερής του διαταγής. Εκεί οι Άγιοί μας προσευχήθηκαν και είπαν: «Επίβλεψον εφ' ημάς εξ αγίου κατοικητηρίου σου, Δέσποτα, και αντιλαβού και λύτρωσαι ημάς, ένεκεν του ονόματός σου», και τα επίλοιπα. Αφού έτσι προσευχήθηκαν, αποκοιμήθηκαν γαλήνιοι, με τη συνείδηση ότι οι βασανισμοί και ο θάνατος υπέρ του Χριστού θα ήταν για αυτούς τρυφή και ευτυχία. Κατά τον ύπνο τους δε είδαν άγγελο γεμάτο φως θεϊκό, ο οποίος τους είπε: «Μη φοβείστε, δούλοι του Χριστού, αλλά έχετε θάρρος. Ας είστε στερεοί στην πίστη και άτρεπτοι·

αυτός ο Θεός είναι μαζί σας, για να σας βοηθεί να νικήσετε τον αντίπαλο». Αφού σηκώθηκαν από τον ύπνο, διηγήθηκαν ο ένας στον άλλο την αγγελική εκείνη οπτασία και, με ακόμη περισσότερο θάρρος, γεμάτοι χαρά έψαλαν: «Προς Κύριον εν τω θλίβεσθαί με εκέκραξα, και επήκουσέ μου εξ όρους αγίου αυτού. Εγώ εκοιμήθην και ύπνωσα, εξηγέρθην ότι Κύριος αντελάβετό μου. Ου φοβηθήσομαι από μυριάδων λαού των κύκλω συνεπιτιθεμένων μοι». Το πρωί έφεραν και τους δύο μπρος στον Αντίοχο. Αυτός προσπάθησε με διάφορους λόγους να τους μεταστρέψει, συμβουλεύοντας δήθεν αυτούς ως φίλους του αγαπημένους.

δεάγκοι ούτε με τις τοπίες και τις κολακίες μαλάκτηκαν, ούτε κολακίες μαλάκτηκαν. με τις με τις απειλές φοβήθηκαν, αλλά σοφά αποκρίθηκαν: «Μη με κενές ελπίδες χάνεις τον καιρό σου, διότι ούτε με τιμωρίες θα μας αλλάξεις, ούτε με απειλές θα μας πείσεις να εγκαταλείψουμε τον ζωντανό Θεό και να προσφέρουμε θυσία στους δαίμονες». Μετά τους λόγους αυτούς, ο τύραννος τον μεν Σέργιο φυλάκισε, τον δε Βάκχο πρόσταξε να τον τανύσουν και να τον δέρνουν με ραβδιά και βούνευρα. Τα μέλη κόπτονταν, τα αίματα έτρεχαν στη γη σαν ποτάμι, η δύναμη ελαττωνόταν και εξέλιπε. Όμως υπέμεινε για να κρατήσει τον Χριστό. Οι άγγελοι χαίρονταν βλέποντας την υπερβολική καρτερία του μάρτυρος, οι δαίμονες λυπούνταν διότι νικήθηκαν. Ο Άγιος δεν φοβήθηκε τον θάνατο, αλλά

αγαλλόμενος παρέδωσε τη μακάρια του ψυχή στα χέρια του Χριστού, στον οποίο αφιέρωσε τη ζωή του και τη θυσίασε με τόση προθυμία. Κατόπιν ήλθε η σειρά του Σεργίου. Παλαιότερα ο Αντίοχος είχε ευεργετηθεί από αυτόν. Υποκρινόμενος, λοιπόν, τότε, του έλεγε ότι ήταν σε πολύ δύσκολη θέση, κρίνοντας έναν ευεργέτη του, και παρακαλούσε να τον απαλλάξει από τη δυσκολία αυτή, απαρνούμενος τον Χριστό. Τότε πρόσθεσε: «Θα δεις ότι θα ανταποδώσω την ευεργεσία και θα μεσολαβήσω στον βασιλέα για να σε τιμήσει με μεγάλες τιμές». Αλλά ο Άγιος, ως γνωστικός, του αποκρίθηκε: «Εάν θέλεις να σε ευεργετήσω και τώρα, είμαι πρόθυμος να σε λυτρώσω από το σκοτάδι της απάτης,

να σε συμφιλιώσω με τον Αθάνατο Βασιλέα και να σε δοξάσω αιώνια». Η απόκριση έκανε τον Αντίοχο να επιδείξει την αληθινή του φύση. Έβρισε σκαιότατα τον Σέργιο, διέταξε δε να του βάλουν σιδερένια υποδήματα με μυτερά καρφιά και να τον αναγκάζουν να περπατά μεγάλες αποστάσεις. Ήταν κάτι το πολύ οδυνηρό, όμως ο Άγιος υπέμεινε. Ο Κύριος έστειλε άγγελο και θεράπευσε τελείως τις πληγές του. Ο δούκας βλέποντας το θαύμα δεν μετανόησε, αλλά αφού βεβαιώθηκε ότι δεν θα μπορούσε να μεταστρέψει τη γνώμη του Σεργίου, διέταξε την αποκεφάλισή του. Την απόφαση άκουσε εκείνος όχι μόνον απτόητος, αλλά και γεμάτος χαρά.

Όταν, λοιπόν, έφτασε στον τόπο του τελικού μαρτυρίου, παρακάλεσε τους στρατιώτες που τον συνόδευαν να του επιτρέψουν μικρή προσευχή. «Θεέ υπεράγαθε», είπε, «ο οποίος έπλασες τον άνθρωπο κατ' εικόνα και ομοίωση δική σου και πάλι μετά δεν αποστράφηκες, αν και παραβήκαμε τις εντολές σου, αλλά καταδέχθηκες να γίνεις για τη σωτηρία μας άνθρωπος και υπέμεινες εκούσιο θάνατο, παρακαλώ την ευσπλαχνία σου σήμερα να συγχωρήσεις όσους μας έφταιξαν, να τους λυτρώσεις από την τυραννία του διαβόλου και να τους φωτίσεις με τη θεία Σου χάρη να γνωρίσουν το Πανάγιο όνομά σου. Εμάς δε, οι οποίοι μετά χαράς για την αγάπη Σου θυσιάζουμε σε σένα τις ψυχές κατά την προαίρεση και τα σώματα,

πρόσδεξε ως θυσία δεκτή και ευάρεστη και εισάγαγέ μας ευφραινομένους στο ουράνιό σου θυσιαστήριο». Όταν τελείωσε την προσευχή του, άκουσε φωνή η οποία τον προσκαλούσε στην αιώνια ανάπαυση. Έκλινε τον αυχένα με χαρά και δέχθηκε την τομή κατά την 7η του Οκτωβρίου. Έτσι η μακάρια του ψυχή ανέβηκε στις ουράνιες μονές για να λάβει την πρέπουσα απόλαυση, το δε άγιο και τίμιο λείψανό του ευλαβείς χριστιανοί το ενταφίασαν στον τόπο της τελειώσεως. Μετά από καιρό μερικοί ευλαβείς χριστιανοί θέλησαν να μεταθέσουν το άγιο λείψανο, αλλά ο Άγιος δεν επέτρεψε. Καθώς πήγαν τη νύχτα να το πάρουν, βγήκε μεγάλη φλόγα από τον τάφο και τους εμπόδισε. Αργότερα...

Μετά την κατάπαυση των διωγμών, κτίστηκε εκεί λαμπρός ναός, στον οποίο αφιέρωσαν τα άγια λείψανα του Μάρτυρος προς δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού.

Έτσι έζησαν και δόξασαν τον Θεό οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος. Και βέβαια, εκείνο που κυρίως μας προβάλλουν είναι η μέχρι θανάτου αγάπη τους προς τον Θεό. Ωστόσο, νομίζουμε ότι θα ήταν επωφελές να προσέξουμε και τη σύνεση και διάκρισή τους. Όπως προαναφέρθηκε, αρχικά δεν επιδείκνυαν τη χριστιανική τους ιδιότητα. Μετά όμως, όταν χρειάστηκε, τη φανέρωσαν με θάρρος. Όταν δεν χρειαζόταν, δεν μιλούσαν και όταν χρειάστηκε, δεν σιώπησαν. Εμείς, πολλές φορές, δείχνοντας ότι έχουμε λίγη πίστη και αγάπη προς τον Θεό και πολλή ανθρωπαρέσκεια, συμπεριφερόμαστε ως χαμαιλέοντες. Και αλλού, όταν δεν χρειάζεται,

επιδεικνύουμε περισσή θρησκευτικότητα επιδιώκοντας τις επιδοκιμασίες και αλλού, όταν χρειάζεται, όταν βρεθούμε σε κοσμικό περιβάλλον και πρέπει να ομολογήσουμε την πίστη μας, την κρύβουμε, φοβούμενοι τα τυχόν σχόλια ή ειρωνείες. Έτσι αποδεικνύεται ότι κριτήριό μας έχουμε το τι θα πούνε οι άλλοι και όχι το τι θα πει ο Θεός. Πάνω από τον Θεό βάζουμε τον κόσμο. Εάν θέλουμε να ζούμε στην πίστη των Αγίων, εάν θέλουμε να τους θυμόμαστε καθώς πρέπει, δεν οφείλουμε τουλάχιστον σε αυτές τις περιπτώσεις να τους μιμούμαστε;

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Today, October 7, our Church honors the memory of the Holy Martyrs Sergius and Bacchus; the Holy Martyrs Julian the Priest and Caesarius the Deacon; the Holy Hieromartyr Polychronius; Saint Leontius the Consul; the Holy Martyrs Eusebius the Priest and Felix; the Ninety-Nine Venerable Fathers of Crete; and Venerable Sergius of the Cave in Russia.

The Martyrs Sergius and Bacchus suffered for Christ toward the end of the third century. They were soldiers by profession, young and handsome, from prominent families, and courageous and self-controlled in character. Sergius held the rank of primicerius, or commander, while Bacchus was secundicerius, the deputy commander of a military school. Because Christians faced hostility and the Church was being persecuted, Sergius and Bacchus did not openly display their faith. Yet they did nothing contrary to it. They waited for the right time to declare it boldly.

Each day they kept the eternal life to come in mind, wisely regarding this passing life as a temporary stay. Their self-controlled way of life stood in sharp contrast to the careless private conduct of soldiers in those days. This made people around them suspect that they were Christians, for even the idolaters knew how blameless the conduct of the Church’s members was.

To confirm their suspicions, they began to spy on them. They saw Sergius and Bacchus going to Christian gatherings and discovered books by Christian writers among their belongings. They then reported them to Emperor Maximian himself.

Maximian assumed the accusation had been made out of envy, so at first he would not believe it. He wanted to see the truth for himself. One day he arranged a sacrifice in a pagan temple and ordered all his officers to attend and offer sacrifice. The ceremony took place with great solemnity, but Sergius and Bacchus came only as far as the entrance. They would not go in. Standing outside, they prayed that God would enlighten the emperor’s nous, his spiritual mind, and free him from the delusion of idol worship. When Maximian noticed their absence and learned that they had remained outside the entrance,

he sent one of his attendants to summon them. They refused to enter, and the emperor flew into a rage. He immediately ordered that they be brought into the temple by force. Once they were there, he rebuked them as impious and foolish, ungrateful and deceitful. By disobeying him, he said, they had shown contempt for the emperor they claimed to respect, despite all the favor he had shown them. Sergius and Bacchus then decided it was time to make their Christian faith known.

The emperor again called them ungrateful and tried to frighten them with threats. Our saints answered him: “Emperor, we obey you in our military duties. But in matters of faith and conscience, we obey another King: Jesus Christ. Do you not see that those who sacrifice to idols also sacrifice to their passions, while the persecuted Christians alone honor human nature as they should, through upright conduct and pure lives? We will neither sacrifice to lifeless idols nor turn away from our one true God, even if you hand us over to the fire. For what is stronger than devotion to God? What is more blessed than to suffer for it?”

Maximian ordered their badges of rank taken away. Then, hoping to humiliate them and make them objects of ridicule, he ordered them to be paraded through the city dressed in women’s clothing. But these soldiers of Christ felt no shame. They rejoiced that they had been counted worthy to suffer for Christ. When they returned to the palace, Maximian tried to change their minds with promises and threats. They remained steadfast in their confession of faith, so he sent them under military guard to the city of Barbalissos, where Antiochus, the governor of the East, lived.

Antiochus was notorious for his brutality toward Christians. Since the two arrived in the late afternoon, he ordered them imprisoned until he gave further instructions. There our saints prayed: “Look upon us from Your holy dwelling place, Master; help us and deliver us for the sake of Your name,” and continued with the rest of the prayer. Then they fell asleep peacefully, knowing that torture and death for Christ would be a joy and a blessing to them. In their sleep they saw an angel filled with divine light, who said: “Do not be afraid, servants of Christ. Take courage. Stand firm in the faith and do not waver;

God Himself is with you and will help you overcome the adversary.” When they awoke, each told the other about the vision of the angel. Filled with even greater courage and joy, they sang: “I cried to the Lord in my affliction, and He heard me from His holy mountain. I lay down and slept; I awoke, for the Lord sustained me. I will not fear the tens of thousands gathered against me on every side.” In the morning, both were brought before Antiochus. He tried to sway them with various arguments, pretending to advise them as dear friends.

But neither promises and flattery softened them, nor threats frightened them. They answered wisely: “Do not waste your time with empty hopes. No punishment will change us, and no threat will persuade us to abandon the living God and offer sacrifice to demons.” At this, the tyrant imprisoned Sergius and ordered Bacchus stretched out and beaten with rods and oxhide whips. His limbs were torn, his blood flowed onto the ground like a river, and his strength ebbed away. Yet he endured it all to remain with Christ. The angels rejoiced at the martyr’s extraordinary steadfastness, while the demons grieved at their defeat. The saint did not fear death, but

joyfully entrusted his blessed soul into the hands of Christ, to whom he had devoted his life and for whom he so willingly gave it. Then came Sergius’s turn. Antiochus had once received help from him. Pretending to be distressed at having to judge his benefactor, he begged Sergius to spare him that difficulty by renouncing Christ. He added, “You will see that I can repay your kindness. I will speak to the emperor and see that you receive great honors.” But the saint understood his intentions and replied, “If you want me to help you again, I am ready to free you from the darkness of deception,

reconcile you to the immortal King, and bring you eternal glory.” This answer revealed Antiochus’s true nature. He hurled vicious insults at Sergius, then ordered iron shoes with sharp nails put on his feet and forced him to walk long distances. The pain was terrible, but the saint endured it. The Lord sent an angel who healed his wounds completely. Though Antiochus saw the miracle, he did not repent. Convinced that he could not change Sergius’s mind, he ordered him beheaded. Sergius heard the sentence without fear and with great joy.

When he reached the place of his final martyrdom, he asked the soldiers escorting him to grant him a little time to pray. “O God of boundless goodness,” he said, “You made man in Your image and likeness. Even after we broke Your commandments, You did not turn away from us. For our salvation, You consented to become man and willingly endured death. Today I beg You in Your mercy to forgive those who have wronged us, free them from the tyranny of the devil, and enlighten them by Your divine grace so that they may know Your most holy name. And as for us, who for love of You joyfully offer You our souls by our own choice, and our bodies,

receive us as an acceptable and pleasing sacrifice, and lead us rejoicing to Your heavenly altar.” When he finished praying, he heard a voice calling him to eternal rest. He bowed his head with joy and was beheaded on October 7. His blessed soul ascended to the heavenly dwellings to receive its fitting reward. Devout Christians buried his holy and honored remains at the place of his martyrdom. Some time later, other devout Christians tried to move his remains, but the saint did not allow it. When they went to take them at night, a great flame rose from the grave and stopped them. Later...

After the persecutions ended, a splendid church was built there. The martyr’s holy remains were enshrined in it, to the glory of the Holy Triune God.

This is how Saints Sergius and Bacchus lived and glorified God. Above all, they show us their love for God, even unto death. Yet we would also do well to notice their prudence and discernment. As we heard earlier, at first they did not openly display their Christian faith. But when the time came, they declared it courageously. When there was no need to speak, they kept quiet; when there was a need, they did not remain silent. We, on the other hand, often act like chameleons, showing little faith and love for God and a great desire to please people. In some places, when there is no need,

we make a show of our religious devotion, seeking approval. In other places, when we find ourselves among people of the world and need to confess our faith, we hide it for fear of comments or mockery. This shows that we take our cue from what others will say, rather than from what God will say. We put the world above God. If we want to live in the faith of the saints and remember them as we should, ought we not at least imitate them in these situations?

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\07 10.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα