Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιοι της 4ης Φεβρουαρίου: πίστη, καρτερία και αρετή

Η ομιλία κατονομάζει τους αγίους που τιμά η Ορθόδοξη Εκκλησία την 4η Φεβρουαρίου. Ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης εγκατέλειψε προνομιούχο βίο για τη μοναχική προσευχή και έγινε σεβαστός ιερέας, δάσκαλος και ερμηνευτής της Αγίας Γραφής.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων4 Φεβρουαρίου15:35Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η ομιλία κατονομάζει τους αγίους που τιμά η Ορθόδοξη Εκκλησία την 4η Φεβρουαρίου.
  • Ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης εγκατέλειψε προνομιούχο βίο για τη μοναχική προσευχή και έγινε σεβαστός ιερέας, δάσκαλος και ερμηνευτής της Αγίας Γραφής.
  • Μέσα από τις επιστολές του, ο Ισίδωρος συμβούλευε χριστιανούς, αντιμετώπιζε εκκλησιαστικές διαφορές και υπερασπίστηκε τον Ιωάννη Χρυσόστομο.
  • Ο Νικόλαος ο Ομολογητής εκπαιδεύτηκε στη Μονή του Στουδίου και υπέμεινε εξορία, ξυλοδαρμούς και φυλάκιση για την τιμή των αγίων εικόνων.
  • Μετά την αποκατάσταση της ειρήνης στην Εκκλησία, ο Νικόλαος έγινε ηγούμενος του Στουδίου και πέθανε το 868.
  • Ο Ιωσήφ ο Χαλεπλής αρνήθηκε να αποκηρύξει τον Χριστιανισμό και εκτελέστηκε το 1686.
  • Η ομιλία κλείνει με τη συμβουλή του Ισιδώρου να συνδυάζει κανείς την αγαθή διαγωγή με τα καλά λόγια, να επιδιώκει την ταπείνωση και να απορρίπτει την πλεονεξία.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι

Σήμερα, 4 του μηνός Φεβρουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Οσίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου, του Οσίου Νικολάου του Ομολογητού του Στουδίτου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Αβραμίου, Επισκόπου Αρβίλ της Περσίας, του Αγίου Ιωάννου του εν Ειρηνουπόλει, ενός των εν Νικαία 318 Θεοφόρων Πατέρων, του Οσίου Ιασίμου του Θαυματουργού, του Αγίου Μάρτυρος Θεοκτίστου και του Αγίου Νεομάρτυρος Ιωσήφ του Χαλεπλή.

Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης καταγόταν από την Αίγυπτο και γεννήθηκε περί το 360 μετά Χριστόν. Ήταν γιος γονέων ευγενών και θεοφιλών και συγγενής των Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρίας, Θεοφύλου και Κυρίλου. Καθώς σπούδασε και μορφώθηκε άριστα, διακρίθηκε και στη χριστιανική και στην ελληνική φιλοσοφία. Εργάστηκε αρχικά ως κατηχητής και διδάσκαλος της Εκκλησίας Αλεξανδρίας, αργότερα όμως εγκατέλειψε πλούτο και γένος λαμπρό και ευδαιμονία ζωής, πήγε στο Πηλούσιο, όπου φόρεσε το μοναχικό σχήμα και έτσι επωνομάστηκε Πηλουσιώτης και σχόλαζε στην προσευχή και τη νοερή συνομιλία με τον Θεό. Αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας και

αναδείχθηκε έπειτα ηγούμενος στο μοναστήρι του. Η πολυμάθεια του Ισιδώρου, η ακριβεστάτη ορθοδοξία του, του έδωσαν τέτοιο κύρος ώστε να θεωρείται αυθεντία σε ερμηνεία δυσκόλων γραφικών χωρίων και στη λύση αποριών. Μολονότι δε, εάν ήθελε, το αρχιερατικό αξίωμα ήταν ανοιχτό μπροστά του, αρνήθηκε να το δεχθεί, αρκούμενος στη μοναστηριακή ανεξαρτησία, η οποία του έδινε την ευκαιρία να προσφέρει στην Εκκλησία με τον λόγο και τα συγγράμματά του. Ήταν δε ο Όσιος ασκητικός, εγκρατής, άμεμπτος στην ιδιωτική του ζωή. Ο Μέγας Φώτιος λέγει γι' αυτόν ότι ευλόγως θεωρούνταν ιερατικής και ασκητικής πολιτείας κανών.

Θερμότατος θαυμαστής του Αγίου Χρυσοστόμου, τον οποίο αποκαλούσε Θεοφόρο, τον του Θεού απορρήτων σοφόν υποφήτην, κάκιζε δε αυστηρότατα τους διώχτες του. Από το Πηλούσιο όρος δίδασκε ο Όσιος όλη την οικουμένη και τη φώτιζε με τους θείους του λόγους. Τους εναρέτους επιστήριζε στην αρετή, τους απειθείς παρακινούσε στην ευπείθεια και με το αυστηρό των ελέγχων του και αυτούς τους ίδιους τους βασιλείς υπομνήσκει και παραινούσε τα συμφέροντα στην οικουμένη και γενικώς σε όλους εκείνους που τον ρωτούσαν έχοντας απορίες από την Αγία Γραφή έδινε σοφότατες λύσεις και ερμηνείες. Λέγουν μερικοί ότι οι επιστολές που έγραψε ο Όσιος ανέρχονται στις 10.000, σώζονται όμως 2.012

οι οποίες δείχνουν την πολυμάθειά του και τη χάρη με την οποία χειριζόταν την ελληνική γλώσσα. Οι επιστολές του αναφέρονται σε λύση αποριών, σε συμβουλές, ηθικές προτροπές, ελέγχους, ειδήσεις για τα εκκλησιαστικά ζητήματα του καιρού του και σε διάφορα δογματικά και εξηγητικά θέματα. Και ο Μέγας Φώτιος τον χαρακτήρισε «και της ημετέρας αυλής Μούσαν». Λοιπόν, καλώς και θεοφιλώς έχοντας ζήσει, απήλθε από την πρόσκαιρη αυτή ζωή σε βαθύ γήρας κατά το 440 και κατ' άλλους περί το 449 μ.Χ.

Νικόλαος Κωνσταντινουπόλεως γεννήθηκε στην Κυδωνία της Κρήτης περί το έτος 792 και εκεί διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα. Μετά οι γονείς του τον έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη, στον θείο του Θεοφάνη, μοναχό στην περίφημη Μονή του Στουδίου, της οποίας έγινε και αυτός αδελφός. Εκεί ο Νικόλαος βρήκε την ευκαιρία να εκπαιδευτεί κάλλιστα και στα ελληνικά γράμματα και στα χριστιανικά. Έγινε δε και από τους καλύτερους ταχυγράφους στο προς τούτο ειδικό τμήμα της Μονής, το οποίο ασχολούνταν και στην αντιγραφή και διάδοση αντιγράφων κλασικών και χριστιανικών έργων. Αφού έφτασε στο άκρο της αρετής, χειροτονήθηκε ιερέας.

Η εποχή εκείνη ήταν ταραγμένη από τον σάλο της εικονομαχίας και η ιερά Μονή του Στουδίου υπήρχε τον περίθυμο ηγούμενό της Θεόδωρο, ήταν προμαχώνας και στρατόπεδο του υπέρ των Αγίων Εικόνων αγώνος. Για τον λόγο αυτό, ο αοίδιμος αυτός Νικόλαος εξορίστηκε με τον Άγιο Θεόδωρο, τον ηγούμενο του Μοναστηριού των Στουδιτών, και αφού ανακλήθηκαν και οι δυο από την εξορία, δάρθηκαν μετά με βούνευρα κατά προσταγή του βασιλέως Λέοντος του Πέμπτου του Αρμενίου, του Εικονομάχου, κατά το έτος 816, διότι προσκυνούσαν τις Άγιες Εικόνες, και μετά ρίχτηκαν στη φυλακή. Και πάλι αφού ρωτήθηκαν και αφού βεβαίωσαν τη σταθερότητά τους στην προσκύνηση των Αγίων Εικόνων, δάρθηκαν και πάλι ρίχτηκαν στη φυλακή. Έμειναν εκεί τρία έτη και αφού ταλαιπωρήθηκαν με πείνα και δίψα και γύμνωση,

μεταστάθηκαν στη Σμύρνη και εκεί αφού δάρθηκαν ρίχθηκαν στη φυλακή και τα πόδια τους ασφαλίστηκαν στο τιμωρητικό ξύλο. Αφού πέρασαν είκοσι μήνες, πέθανε ο Αρμένιος Λέων και τότε οι μακάριοι αυτοί Όσιοι και Ομολογητές ελευθερώθηκαν από τη φυλακή, πήγαν στη Χαλκηδόνα και εκεί αφού συναντήθηκαν με τον Νικηφόρο, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, παρέμειναν μαζί του. Μετά από λίγο, όταν έγινε βασιλέας ο Μιχαήλ ο Δεύτερος ο Τραυλός, ο Εικονομάχος, κατά το έτος 820, εξορίστηκαν στην Προύσα κατά προσταγή του Μιχαήλ. Από εκεί εξορίστηκαν στον Ακρίτα, όπου ήταν ο Άγιος Θεόδωρος και όπου εξεδήμησε προς τον Κύριο. Αφού πέθανε ο Μιχαήλ ο Τραυλός και έγινε βασιλέας ο Θεόφιλος,

γιος του, κατά το έτος 829, πάλι άρχισε πόλεμος κατά των ευσεβών που προσκυνούσαν τις Άγιες Εικόνες. Αφού δε και ο Θεόφιλος απέθανε και η ευσεβεστάτη βασίλισσα Θεοδώρα με τον γιο της Μιχαήλ τον Τρίτο έγιναν διάδοχοι της βασιλείας, κατά το έτος 842 επήλθε σταθερή ειρήνη στους Ορθοδόξους. Όταν δε έγινε βασιλέας ο Βασίλειος ο Πρώτος ο Μακεδών κατά το 867, τότε με πολλές προτροπές του κατέπεισε τον όσιο αυτό και πολυάθλο Νικόλαο και έγινε ηγούμενος της Μονής του Στουδίου όταν ήταν πλέον γέροντας κατά την ηλικία. Με τέτοιους λοιπόν και τόσους αγώνες, αφού πέρασε τη ζωή του ο ιερός αυτός πατήρ και ταλαιπωρήθηκε με πολλές κακοπάθειες,

αναπαύθηκε εν ειρήνη στις 4 Φεβρουαρίου του 868 και σε ηλικία 75 ετών.

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωσήφ ήταν από το Χαλέπι της Συρίας. Κατά το έτος 1686 τον συνέλαβαν κάποιοι Αγαρηνοί, οι οποίοι σπρώχνοντας και δέρνοντάς τον, τον παρουσίασαν στον κριτή με τη συκοφαντία ότι είπε να γίνει Τούρκος. Αυτός όμως με κανένα τρόπο δεν δεχόταν κάτι τέτοιο. Καθώς ο κριτής είδε τον μάρτυρα, του είπε: «Έλα, άνθρωπε, να γίνεις μουσουλμάνος, να βγεις από την ψεύτικη πίστη και να έρθεις στην αληθινή, να σε έχω κοντά μου, να γίνεις μεγάλος άρχοντας». Καθώς άκουσε αυτά ο μάρτυρος, αποκρίθηκε με μεγάλη παρρησία: «Ω πίστη που έχετε και παρακινείτε και άλλους να πιστεύσουν, τρισάθλιοι και δυστυχείς που είστε! Πού τη βρήκατε εσείς την πίστη και την κάνατε και αληθινή;

Ταλαιπωροί, ούτε τη νηστεία σας ξέρετε πότε είναι, ούτε το μπαϊράμι σας. Μόνο περιμένετε πότε να δείτε τη σελήνη, να αρχίσετε τη νηστεία σας ή μάλλον την πολυφαγία σας. Κάθεστε όλη τη μέρα σαν νεκροί στον τάφο και αν ξυπνήσετε παρατηρείτε τον ήλιο πότε να βασιλεύσει, να ορμήσετε πάλι στο φαγητό. Έπειτα φυλάτετε πάλι πότε να δείτε τη σελήνη, να κάνετε το μπαϊράμι σας. Κι αν τύχει συννεφιά, το κάνετε άλλοι μπρος και άλλοι πίσω. Και σας έχουν όλα τα έθνη παιχνίδι και γελούν μαζί σας. Αυτή είναι η πίστη σας και μου λέτε να πιστεύσω σ' αυτή; Πώς να πω τα άλλα σας μυθώδη και μισαρά της θρησκείας σας, τα οποία είναι πως ο Θεός σας τρώγει και πίνει και πως εσείς έχετε να απολαύσετε στον κατασκευασμένο από σας παράδεισο φαγητά,

ποτά και ασέλγειες περισσότερες από αυτές που κάνετε εδώ». Αυτά και άλλα περισσότερα αφού είπε ο μάρτυς και εξευτέλισε τη θρησκεία τους, σιώπησε. Εκείνοι καθώς τα άκουσαν έτριξαν εναντίον του τα δόντια και ο κριτής έβγαλε την απόφαση να αποκεφαλιστεί. Τον πήραν λοιπόν και τον πήγαν δέρνοντας στον τόπο της καταδίκης. Και εκεί γονάτισε ο μάρτυς, δέχθηκε το μακάριο τέλος και έλαβε χαίροντας του μαρτυρίου το στέφανο εις δόξαν Χριστού.

Το σημερινό συναξάρι με λίγα από τα πάρα πολλά σοφά κατά Θεόν που είπε και έγραψε ο σήμερα εορταζόμενος Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης. Έλεγε λοιπόν: «Ενάρετη ζωή και χωρίς λόγο ωφελεί περισσότερο παρά λόγος καλός χωρίς αγαθή ζωή, διότι η ενάρετη ζωή και με τη σιωπή ωφελεί, η ζωή δε χωρίς αρετή και όταν βοά ενοχλεί. Εάν όμως ενάρετη ζωή και λόγος αγαθός συνυπάρχουν, αποτελούν μαζί ένα άγαλμα όλης της φιλοσοφίας». Ο ίδιος έλεγε: «Να τιμάς τις αρετές και να μην επιδιώκεις την καλοπέραση, διότι οι μεν αρετές είναι αθάνατος θησαυρός,

η δε καλοπέραση εύκολα χάνεται». Είπε πάλι: «Πολλοί από τους ανθρώπους ορέγονται την αρετή, αλλά τον δρόμο που φέρνει σ' αυτή, τεμπελιάζουν να τον βαδίσουν». Είπε πάλι: «Η κακία και από τον Θεό τους ανθρώπους απομάκρυνε και μεταξύ τους τους ανθρώπους χώρισε. Την κακία λοιπόν πρέπει να την αποφεύγουμε τρέχοντας, τη δε αρετή να καταδιώκουμε, η οποία και στον Θεό μας φέρνει και μεταξύ μας μας ενώνει». Έλεγε πάλι: «Επειδή είναι μεγάλο το ύψος της ταπεινοφροσύνης και μεγάλο το πέσιμο της αλαζονίας, σας συμβουλεύω εκείνο να ασπαστείτε, σε τούτο δε να μην περιπέσετε». Είπε πάλι: «Ο φοβερός και πάντολμος έρωτας της φιλοχρηματίας, καθώς είναι αχόρταγος,

ψυχή που θα την κυριεύσει, την οδηγεί στα βάθη της κακίας. Λοιπόν, πρωτίστως αυτόν ας τον διώξουμε, διότι εάν επικρατήσει, μένει ανεξάλειπτος».

Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι

Today, February 4, our Church commemorates Saint Isidore of Pelusium; Saint Nicholas the Confessor of Stoudios; the holy hieromartyr Abraham, Bishop of Arbela in Persia; Saint John of Irenopolis, one of the 318 God-bearing Fathers at Nicaea; Saint Iasimos the Wonderworker; the holy martyr Theoktistos; and the holy new martyr Joseph of Aleppo.

Isidore of Pelusium came from Egypt and was born around AD 360. His parents were noble and devout, and he was related to Theophilus and Cyril, the Archbishops of Alexandria. He received an excellent education and distinguished himself in both Christian and Greek philosophy. At first he served as a catechist and teacher in the Church of Alexandria. Later, he left behind wealth, noble standing, and a comfortable life and went to Pelusium. There he became a monk, which is why he was called Isidore of Pelusium, and devoted himself to prayer and inward communion with God. Later he was ordained a priest and

became abbot of his monastery. Isidore’s wide learning and his firm adherence to the Orthodox faith gave him such authority that people turned to him to explain difficult passages of Holy Scripture and resolve their questions. He could have become a bishop if he had wished, but he declined. He was content with the freedom of monastic life, which gave him the opportunity to serve the Church through his teaching and writings. The saint lived an ascetic, disciplined, and blameless private life. Photius the Great said that he was rightly regarded as a model of priestly and ascetic life.

He greatly admired Saint John Chrysostom, whom he called God-bearing and a wise interpreter of God’s hidden mysteries, and he spoke out sternly against those who persecuted him. From Pelusium, the saint taught the whole world and enlightened it with his God-inspired words. He strengthened the virtuous in virtue and urged the disobedient to obey. His rebukes were so direct that he even reminded emperors of their duties and urged them to act for the good of all. To everyone who came to him with questions about Holy Scripture, he gave wise answers and interpretations. Some say that the saint wrote ten thousand letters, though 2,012 survive

and show both his learning and the grace with which he used the Greek language. His letters answer questions, offer counsel and moral guidance, give correction, discuss Church affairs of his day, and address matters of doctrine and biblical interpretation. Photius the Great even called him ‘a Muse of our own court.’ Having lived well and in a way pleasing to God, Isidore departed this passing life at a great age, around AD 440, or, according to others, around 449.

Nicholas of Constantinople was born in Kydonia, Crete, around the year 792 and received his first schooling there. His parents then sent him to Constantinople to his uncle Theophanes, a monk at the renowned Monastery of Stoudios, which Nicholas also joined. There he gained an excellent education in both Greek literature and Christian learning. He became one of the monastery’s finest scribes in its special department for copying and distributing classical and Christian works. Having reached great heights of virtue, he was ordained a priest.

Those were troubled times because of Iconoclasm. Under its zealous abbot Theodore, the Monastery of Stoudios was a stronghold in the struggle for the holy icons. For this reason, Nicholas was exiled with Saint Theodore, the abbot of Stoudios. After both were recalled from exile, they were beaten with oxhide whips by order of the iconoclast emperor Leo V the Armenian in 816 because they venerated the holy icons. They were then thrown into prison. Questioned again, they affirmed their steadfast devotion to the veneration of the holy icons. They were beaten again and returned to prison. They remained there for three years, suffering hunger, thirst, and exposure.

They were then transferred to Smyrna, where they were beaten and imprisoned, their feet fastened in wooden stocks. Twenty months later, Leo the Armenian died. These blessed saints and confessors were released and went to Chalcedon, where they met Patriarch Nikephoros of Constantinople and stayed with him. Soon afterward, when the iconoclast Michael II, known as the Stammerer, became emperor in 820, he ordered them exiled to Prusa. From there they were sent into exile at Akritas, where Saint Theodore was and where he departed to the Lord. After Michael the Stammerer died, his son Theophilos became emperor

in 829, and persecution of the faithful who venerated the holy icons began again. When Theophilos died and the devout Empress Theodora and her son Michael III succeeded him, lasting peace came to the Orthodox in 842. When Basil I the Macedonian became emperor in 867, he repeatedly urged Nicholas, by then an elder who had endured many trials, to become abbot of the Monastery of Stoudios, and Nicholas agreed. This holy father had spent his life in such struggles and suffered so many hardships that

he reposed in peace on February 4, 868, at the age of seventy-five.

The holy new martyr Joseph was from Aleppo in Syria. In 1686, some Muslims seized him. Pushing and beating him, they brought him before a judge and falsely claimed that he had said he would become a Muslim. Joseph firmly denied it. The judge said to him, ‘Come, man, become a Muslim. Leave your false faith and enter the true one. I will keep you close to me and make you a great lord.’ Hearing this, the martyr answered boldly: ‘What sort of faith do you have, that you urge others to embrace it? How wretched you are! Where did you find this faith of yours, and how did you come to call it true?’

‘You poor souls, you do not even know when your fast or your feast begins. You simply wait to see the moon so you can begin your fast—or rather, your feasting. All day you sit like the dead in a tomb, and when you wake, you watch for the sun to set so you can rush to eat again. Then you wait once more to see the moon so you can celebrate your feast. If it is cloudy, some celebrate earlier and others later. All the nations make sport of you and laugh at you. Is this the faith you ask me to accept? And what am I to say of the other fanciful and hateful claims of your religion: that your God eats and drinks, and that in the paradise you have imagined you will enjoy food,’

‘drink, and acts of lust even more freely than you do here?’ Having said this and much more, the martyr fell silent. Those who heard him ground their teeth at him, and the judge sentenced him to be beheaded. They took him to the place of execution, beating him along the way. There the martyr knelt, accepted his blessed end, and joyfully received the crown of martyrdom, to the glory of Christ.

Today’s account of the saints closes with a few of the many wise things that Saint Isidore of Pelusium, whom we commemorate today, said and wrote about life in God. He said: ‘A virtuous life, even without words, does more good than fine words without a good life. A virtuous life benefits others even in silence, while a life without virtue troubles them even when it speaks loudly. But when a virtuous life and good words come together, they form a complete image of wisdom.’ He also said: ‘Honor the virtues and do not chase after comfort, for the virtues are an immortal treasure,’

‘while comfort can easily be lost.’ Again he said: ‘Many people desire virtue, but are too lazy to walk the road that leads to it.’ And again: ‘Evil has driven people away from God and divided them from one another. So we must flee from evil and pursue virtue, which brings us to God and unites us with one another.’ He also said: ‘Because humility raises us so high, while arrogance brings such a great fall, I urge you to embrace humility and not fall into arrogance.’ And again: ‘The fierce and reckless love of money is never satisfied.’

‘When it takes hold of a soul, it leads that soul into the depths of evil. So let us drive it away above all else, for if it gains mastery over us, it becomes almost impossible to uproot.’

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

02 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ\04 02.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα