Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιοι Νεκτάριος και Θεοφάνης: Κτίτορες της Μονής Βαρλαάμ

Γεννημένοι στην επιφανή οικογένεια των Αψαράδων στα Ιωάννινα, οι αδελφοί Νεκτάριος και Θεοφάνης ακολούθησαν πέντε ακόμη μέλη της οικογένειας στην αφιέρωση της ζωής και της περιουσίας τους στον Θεό. Έγιναν μοναχοί υπό τον Γέροντα Σάββα, ασκούμενοι αυστηρή νηστεία και υπακοή για δέκα χρόνια πριν λάβουν την ιερωσύνη.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων17 Μαΐου13:06Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Γεννημένοι στην επιφανή οικογένεια των Αψαράδων στα Ιωάννινα, οι αδελφοί Νεκτάριος και Θεοφάνης ακολούθησαν πέντε ακόμη μέλη της οικογένειας στην αφιέρωση της ζωής και της περιουσίας τους στον Θεό.
  • Έγιναν μοναχοί υπό τον Γέροντα Σάββα, ασκούμενοι αυστηρή νηστεία και υπακοή για δέκα χρόνια πριν λάβουν την ιερωσύνη.
  • Μετά τον θάνατο του Σάββα, ο Άγιος Νήφων τους συμβούλεψε στο Άγιον Όρος να επιστρέψουν στα Ιωάννινα· αργότερα, οι ταραχές τους οδήγησαν να αναζητήσουν μοναξιά στα Μετέωρα το 1511.
  • Το 1518 εγκαταστάθηκαν στον Βράχο του Βαρλαάμ, αποκατέστησαν τον ναό των Αγίων Τριών Ιεραρχών και συγκέντρωσαν μια αυξανόμενη μοναστική κοινότητα.
  • Έχτισαν έναν μεγαλύτερο ναό αφιερωμένο σε Πάντες τους Αγίους, ολοκληρωμένο το 1544, μαζί με χώρους φροντίδας για άρρωστους και ηλικιωμένους μοναχούς.
  • Ο Θεοφάνης πέθανε αφού είδε τον ολοκληρωμένο ναό το 1544, και ο Νεκτάριος πέθανε το 1550.
  • Η ζωή τους δείχνει ότι η αφιέρωση στον Θεό σημαίνει προσφορά ολόκληρης της καρδιάς, κλήση ανοιχτή σε κάθε χριστιανό, σε οποιονδήποτε τρόπο ζωής.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 13 παράγραφοι

Οι πατέρες Νεκτάριος και Θεοφάνης, οι κτίτορες της θαυμαστής μονής του Βαρλάμ στα Μετέωρα, ήταν κατά σάρκα αδελφοί. Γεννήθηκαν δε κατά το δεύτερο ήμισυ του δεκάτου πέμπτου αιώνος στα Ιωάννινα της Ηπείρου. Η οικογένειά τους ήταν μια από τις εξοχότερες αρχοντικές των Ιωαννίνων, ονομαζομένη των Αψαράδων.

Δύναμη, πλούτο, δόξα, αλλά και πολλή αρετή και αγιότητα. Επτά μέλη της, ο πατέρας, η μητέρα, τρεις αδελφές και αυτοί οι δύο γιοι, εισήλθαν στη μοναχική ζωή και αφιέρωσαν στο Θεό τα πλούτη και τον εαυτό τους. Η οικογενειακή τους κατάσταση και η ευφυΐα τους τούς επέτρεψαν να αποκτήσουν εξαιρετική μόρφωση.

Όλα τα του κόσμου τούτου θεώρησαν ως σκύβαλα και, αφού εγκατέλειψαν τον κόσμο και τις κοσμικές ευχαριστήσεις και αναπαύσεις, έγιναν μοναχοί. Δεν πορεύτηκαν αδιάκριτα, αλλά διάλεξαν γέροντα διακριτικό και άγιο ονόματι Σάββα και σε αυτόν υποτάχθηκαν, τηρώντας μέχρι τέλους τις εντολές του. Από τότε που φόρεσαν το μοναχικό σχήμα, ούτε ψάρια ή τυρί ή γάλα, ούτε λάδι, ούτε κρασί γεύθηκαν, αλλά μόνο με όσπρια, λαχανικά και φρούτα τρέφονταν. Με τον άγιο εκείνο γέροντα έκαναν ο Νεκτάριος και ο Θεοφάνης δέκα χρόνια. Αφού δε εκείνος τους δίδαξε όλη τη μοναχική ζωή και ως αξίους τους ανέδειξε στο αξίωμα της ιεροσύνης, απήλθε προς τον Κύριο. Οι δε Όσιοι, καθώς έμειναν ορφανοί από τέτοιο πνευματικό πατέρα,

καθώς ήταν νέοι, πήγαν στο Άγιο Όρος, στην Ιερά Μονή του Διονυσίου, όπου βρήκαν να μονάζει εκεί ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άγιος Νύφων, του οποίου η μνήμη εορτάζεται την 11η Αυγούστου. Ο Άγιος Νύφων τους δέχθηκε μετά χαράς, άκουσε το ζήτημά τους και τους συμβούλευσε να επιστρέψουν στο ασκητήριό τους, στο νησί των Ιωαννίνων. Κάνοντας υπακοή, επέστρεψαν οι Άγιοι εκεί. Επειδή όμως το ασκητήριό τους είχε καταληφθεί από άλλους, έκτισαν άλλο στο εσωτερικό του νησιού και ναούς του Τιμίου Προδρόμου και του Αγίου Νικολάου. Επειδή όμως στον τόπο εκείνο σηκώθηκαν πολλά σκάνδαλα, οι δε Άγιοι ποθούσαν την ησυχία, υπάκουσαν στο λόγο του Αγίου Νύφωνος που τους είχε πει:

«Σας έρθει πειρασμός, μη αντισταθείτε σε αυτόν, αλλά φύγετε από τον τόπο εκείνο και πάτε σε άλλο για να ζήσετε ειρηνικά». Άφησαν όσα με τόσους κόπους και έξοδα έκαναν μέχρι τότε, αναχώρησαν και πήγαν το 1511 στα Μετέωρα της Θεσσαλίας. Έψαξαν και έκριναν καλύτερο να μείνουν προσωρινά σε έναν από τους απόκρημνους βράχους των Μετεώρων, τον καλούμενο στύλο του Τιμίου Προδρόμου, όπου παρέμειναν αγωνιζόμενοι επί επτά χρόνια. Κατόπιν και μετά από προτροπή και ευλογία του τότε Μητροπολίτη Λαρίσης, στον οποίο τότε υπάγονταν τα Μετέωρα, καθώς και του ηγουμένου της Μονής του Μετεώρου, το 1518 ανέβηκαν στη λεγόμενη Πέτρα του Βαρλάμ.

Τότε ήταν ακατοίκητη και έστησαν εκεί την ασκητική τους παλαίστρα, μόνοι με μόνο το Θεό προσευχόμενοι. Στο βράχο αυτό βρήκαν τα ερείπια του Ιερού Ναού των Αγίων Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου, Γρηγορίου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τον οποίο είχε κτίσει παλαιότερος μοναχός ονόματι Βαρλάμ, από τον οποίο και πήρε ο βράχος το όνομα. Το ναό αυτό τον έκτισαν μικρό μεν, αλλά ωραιότατο. Εκεί με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να έρχονται και άλλοι μοναχοί, ελκυόμενοι από την αρετή των Αγίων. Έτσι μέσα σε λίγο έγινε εκεί τέλειο μοναστήρι. Μετά, βλέποντας οι Όσιοι ότι ο ναός των Τριών Ιεραρχών δεν επαρκούσε πλέον,

του πλήθους των προσερχομένων αδελφών, έκτισαν νέο μεγαλοπρεπή επ' ονόματι των Αγίων Πάντων, ο οποίος τελείωσε το 1544 και αποτέλεσε από τότε το καθολικό της Μονής. Αλλά και άλλα κτίρια για τις ανάγκες της αδελφότητας που πληθυνόταν οικοδόμησαν οι Όσιοι αυτοί πατέρες, όπως νοσοκομείο για τους αρρώστους και γηροκομείο για τους γέροντες. Ακόμη και για χωράφια και αμπέλια φρόντισαν και για ό,τι άλλο ήταν αναγκαίο για τη συντήρηση της αδελφότητας. Για όλα αυτά φροντίζοντας οι Όσιοι δεν αμέλησαν για την πνευματική πρόοδο των ασκουμένων αδελφών και ακόμη περισσότερο για τη δική τους εν Χριστώ τελείωση. Έτσι,

όπου προηγουμένως δεν υπήρχε ίχνος ζωής, έγινε οικισμός ανθρώπων που ζούσαν μόνο για τον Θεό. Ο έρημος εκείνος βράχος έγινε κλίμακα που ανέβαζε από τη γη στον ουρανό τους ευσεβείς που ήθελαν να σωθούν. Αγωνιζόμενοι οσίως μέχρι το τέλος οι Όσιοι αυτοί πατέρες και αφού ευαρέστησαν στον Θεό και πολλών δωρεών και χαρισμάτων αξιώθηκαν, απήλθαν προς τον Κύριο, τον οποίο πόθησαν και για τον οποίον αγωνίστηκαν. Ο Όσιος Θεοφάνης, την 17η Μαΐου του 1544, ημέρα Σάββατο και ώρα ενάτη, καθώς τελείωσε ο πάνσεπτος και περικαλής Ναός των Αγίων Πάντων με τον Άρχνηκα, ενώ ήταν άρρωστος επί δέκα μήνες και πολύ ταλαιπωρημένος από την ασθένεια,

τον πόθο που είχε για το ναό, σηκώθηκε πρόθυμα και χαρούμενα, στηριζόμενος στο ραβδί του, εισήλθε στο ναό και, αφού τον είδε τελειωμένο, ύψωσε τα χέρια στον ουρανό, είπε το «Δόξα σοι ο Θεός» και ευχαρίστησε τους Αγίους Πάντας. Ομοίως, η αγιασμένη εκείνη ψυχή ευχήθηκε και ευλόγησε όλους τους λατόμους και οικοδόμους, κτίστες και λεπτουργούς. Μετά, με τα ίδια του τα πόδια γύρισε στο κελί του και, αφού σχημάτισε στον εαυτό του το σημείο του Τιμίου Σταυρού, κατέθεσε το ιερό του σκήνος στο στρώμα του, βλέποντας κατά την Ανατολή, άπλωσε τα τίμια του πόδια και άρχισε να ψυχοραγεί. Ήταν περίπου η τετάρτη απογευματινή ώρα και το βλέμμα του ήταν γλυκό και χαρούμενο.

Οι δε παρευρισκόμενοι αδελφοί έκλαιγαν, οι μαθητές τον διδάσκαλο, οι μοναχοί τον μυσταγωγό, και έψαλαν τον κατανυκτικό κανόνα. Και, ω του θαύματος, ενώ έψαλαν, αστέρι καθαρό και λαμπρό έλαμψε γεμάτο φως πάνω από το οίκημα. Και μετά τη δύση του ηλίου, και αυτός ο ήλιος της μοναχικής πολιτείας απήλθε από την παρούσα ζωή, και η αγία του ψυχή εισήλθε στα ουράνια ανάκτορα, όπου των εορταζόντων οσίων ο ήχος ο ατελεύτητος. Ταυτόχρονα και το αστέρι εκείνο εξαφανίστηκε. Αυτά σχετικά με την τελευτή του Οσίου Θεοφάνους. Ο δε Όσιος Νεκτάριος εκοιμήθη αργότερα την 7η Απριλίου 1550.

Το οποίο χαρακτηρίζει τη ζωή των σήμερα εορταζομένων οσίων Θεοφάνους και Νεκταρίου είναι το δόσιμό τους, η αφιέρωσή τους στο Θεό. Και μάλιστα κάνει εντύπωση το ότι όχι μόνο αυτοί, αλλά και άλλα πέντε μέλη από την οικογένειά τους αφιέρωσαν τον εαυτό τους και τα πλούτη τους στο Θεό. Αφιέρωση είναι η θεληματική και ολοκληρωτική παράδοση του εαυτού μας στο Θεό. Πολλές φορές κάνουμε προσφορές στο Θεό, μικρές ή μεγαλύτερες, τάματα, αφιερώματα, ελεημοσύνες και τα παρόμοια. Συνήθως όμως περιοριζόμαστε σε αυτά, κρατώντας τον εαυτό μας για τον εαυτό μας.

Να κάνουμε για το Θεό πολλά, αλλά δεν του δίνουμε τη ζωή μας. Πρόθυμοι να δώσουμε πολλά, όχι όμως την καρδιά μας. Και όμως ο Θεός ζητά «Υιέ μου, δος μοι σην καρδίαν». Ζητά να του αφιερώσουμε την καρδιά, την ύπαρξή μας. Και αυτό το θέλει για μας. Εκείνος δεν έχει ανάγκη από τίποτε, ούτε και από εμάς. Ζητά την καρδιά μας για να μπορέσει εκείνος να μας δοθεί. Ζητά την ύπαρξή μας όλη, για να την κάνει κοινωνό της δικής του χάρητος, για να την αγιάσει, να τη θεώσει. Η αφιέρωση δεν είναι κάποια ηρωική πράξη για τους λίγους, ούτε ο μοναχισμός είναι η μοναδική της μορφή. Η αφιέρωση είναι για τον κάθε Χριστιανό.

Ανεξάρτητα από τον ιδιαίτερο τόπο και τρόπο ζωής στον οποίο βρίσκεται. Είναι για τον κάθε χριστιανό, είτε είναι έγγαμος ή άγαμος, είτε άνδρας ή γυναίκα, είτε πλούσιος ή πτωχός, αγράμματος ή μορφωμένος, επίσημος ή άσημος. Αφιέρωση είναι να ζει κανείς κατά Θεόν και μόνο κατά Θεόν, για το Θεό και μόνο για το Θεό. Τότε ευεργετεί πραγματικά και τους άλλους και τον εαυτό του. Και αυτό μπορεί να γίνει από τον καθένα και εν παντί καιρώ και εν παντί τόπω.

Αγγλική μετάφρασηEN · 13 παράγραφοι

Fathers Nektarios and Theophanes, the founders of the wondrous Varlaam Monastery at Meteora, were brothers by birth. They were born in the second half of the fifteenth century in Ioannina, in Epirus. Their family, the Apsarades, was among the most prominent noble families of Ioannina.

The family had power, wealth, and honor, but also great virtue and holiness. Seven of its members—the father, the mother, three daughters, and these two sons—entered monastic life and dedicated both their wealth and themselves to God. Their family’s standing and their intelligence enabled them to receive an excellent education.

They counted all the things of this world as rubbish. Leaving behind the world, its pleasures, and its comforts, they became monks. They did not set out without discernment. They chose a holy elder named Savvas, a spiritual father gifted with discernment, and placed themselves under his obedience, keeping his instructions to the end. From the time they put on the monastic habit, they tasted neither fish, cheese, nor milk, neither oil nor wine. They lived only on legumes, vegetables, and fruit. Nektarios and Theophanes spent ten years with that holy elder. He taught them the whole of monastic life and raised them, as worthy men, to the priesthood. Then he departed to the Lord. Left without such a spiritual father, the venerable brothers,

still being young, went to the Holy Mountain, to the Holy Monastery of Dionysiou. There they found Saint Niphon, the Patriarch of Constantinople, living as a monk. His memory is celebrated on August 11. Saint Niphon welcomed them with joy, heard their concern, and advised them to return to their hermitage on the island of Ioannina. In obedience, the saints returned. But others had occupied their hermitage, so they built another farther inland on the island, together with churches dedicated to the Honorable Forerunner and Saint Nicholas. When many troubles arose there, the saints longed for hesychia, for inner stillness. So they followed what Saint Niphon had told them:

“If a temptation comes upon you, do not resist it. Leave that place and go elsewhere, so that you may live in peace.” They left behind everything they had built with so much labor and expense, and in 1511 they went to Meteora in Thessaly. After searching, they decided to stay for a time on one of Meteora’s steep rocks, called the Pillar of the Honorable Forerunner. They remained there, pursuing their spiritual struggle for seven years. Then, with the encouragement and blessing of the Metropolitan of Larissa, under whose authority Meteora fell at the time, and of the abbot of the Monastery of the Great Meteoron, they climbed the Rock of Varlaam in 1518.

The rock was uninhabited then. There they established a place for their ascetic struggle, alone in prayer with God. On the rock they found the ruins of the church of the Holy Three Hierarchs—Basil, Gregory, and John Chrysostom. An earlier monk named Varlaam had built it, and the rock took its name from him. They rebuilt the church, small but beautiful. As time passed, other monks began to come, drawn by the saints’ virtue. Before long, a full monastery had grown there. Then the venerable fathers saw that the church of the Three Hierarchs could no longer accommodate

the growing number of brothers. They built a magnificent new church dedicated to All Saints. Completed in 1544, it became the monastery’s main church. These venerable fathers also built other facilities for the growing brotherhood, including a place to care for the sick and one for elderly monks. They tended fields and vineyards and provided everything else needed to sustain the brotherhood. While caring for all these things, they did not neglect the spiritual progress of the brothers who were pursuing the ascetic life, and still less their own growth toward perfection in Christ. And so,

where there had once been no trace of life, a community arose whose people lived for God alone. That deserted rock became a ladder lifting those who sought salvation from earth to heaven. These venerable fathers continued their holy struggle to the end. Having pleased God and been counted worthy of many gifts and graces, they departed to the Lord, whom they had longed for and for whom they had struggled. Venerable Theophanes had been ill and greatly weakened for ten months. On Saturday, May 17, 1544, at the ninth hour, the splendid and most revered Church of All Saints was completed with its chief builder. Then,

such was his longing for the church that he rose eagerly and joyfully, leaning on his staff, and entered it. Seeing it complete, he raised his hands to heaven, said, “Glory to You, O God,” and gave thanks to All Saints. That sanctified soul also prayed for and blessed all the stonecutters, builders, masons, and craftsmen. Then he walked back to his cell. He made the sign of the precious Cross over himself and laid his body upon his bed, facing east. He stretched out his feet and began to breathe his last. It was about four in the afternoon, and his expression was gentle and joyful.

The brothers gathered around him were weeping: the disciples for their teacher, the monks for the one who had guided them into the Mysteries. They sang the canon of compunction, their rule of prayer. And then, O wonder, as they sang, a pure, bright star shone above the building, filling it with light. After sunset, this sun of monastic life also departed from this world. His holy soul entered the heavenly courts, where the song of the celebrating saints never ends. At that same moment, the star disappeared. Such was the passing of Venerable Theophanes. Venerable Nektarios fell asleep in the Lord later, on April 7, 1550.

What marks the lives of Venerable Theophanes and Nektarios, whom we celebrate today, is their offering of themselves, their dedication to God. It is striking that five other members of their family also dedicated themselves and their wealth to God. Dedication means freely and completely giving ourselves to God. We often make offerings to God, small or large: vows, gifts, alms, and the like. Usually, though, we stop there and keep ourselves for ourselves.

We may do many things for God, yet we do not give Him our lives. We are ready to give much, but not our hearts. And yet God says, “My son, give me your heart.” He asks us to dedicate our hearts, our whole being, to Him. He asks this for our sake. He needs nothing, not even us. He asks for our hearts so that He can give Himself to us. He asks for our whole being so that He may make us sharers in His grace, sanctify us, and bring us to theosis, to union with Him. Dedication is no heroic act reserved for a few, and monasticism is not its only form. Dedication is for every Christian.

It is for every Christian, whatever their particular place or way of life: married or unmarried, man or woman, rich or poor, uneducated or educated, prominent or unknown. To dedicate oneself is to live according to God’s will, and God’s will alone; for God, and for God alone. Then a person truly does good both for others and for themselves. Anyone can do this, at any time and in any place.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

05 ΜΑΪΟΥ\17 05 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα