Άγιοι Μητροφάνης και Σοφία για τον πόνο και την ταπείνωση
Ο Άγιος Μητροφάνης έγινε επίσκοπος Βυζαντίου, αφού υπηρέτησε την Εκκλησία υπό τον Άγιο Τίτο και διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο τον πατέρα και τον αδελφό του. Ο Μέγας Κωνσταντίνος θαύμασε την αγιότητα του Μητροφάνη και ίδρυσε την Κωνσταντινούπολη στο Βυζάντιο.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Άγιος Μητροφάνης έγινε επίσκοπος Βυζαντίου, αφού υπηρέτησε την Εκκλησία υπό τον Άγιο Τίτο και διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο τον πατέρα και τον αδελφό του.
- Ο Μέγας Κωνσταντίνος θαύμασε την αγιότητα του Μητροφάνη και ίδρυσε την Κωνσταντινούπολη στο Βυζάντιο.
- Αδυνατώντας να παραστεί στην Α' Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια λόγω ηλικίας και ασθένειας, ο Μητροφάνης έστειλε τον Αλέξανδρο ως αντιπρόσωπό του και αργότερα τον όρισε διάδοχό του.
- Η Αγία Σοφία της Αίνου ανέθρεψε έξι παιδιά στην πίστη, διατηρώντας ταυτόχρονα βίο λατρείας και προσευχής.
- Μετά την απώλεια του συζύγου και των παιδιών της, η Σοφία φρόντιζε ορφανά και χήρες, μοίρασε τα υπάρχοντά της στους φτωχούς και έζησε ασκητικά.
- Σύμφωνα με την αφήγηση, ένα αγγείο με κρασί έμενε γεμάτο, ενώ η Σοφία το μοιραζόταν με τους φτωχούς, αλλά το θαύμα έπαψε αφού το αποκάλυψε σε συγγενή της.
- Η ομιλία παρουσιάζει τον πόνο της Σοφίας ως μέρος της πνευματικής προόδου και προειδοποιεί ότι ακόμη και η λεπτή υπερηφάνεια μπορεί να διώξει τη θεία χάρη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 13 παράγραφοι
Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνης άκμασε κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Με σώφρονα ορθολογισμό θεώρησε τη θρησκεία των ειδώλων ψεύτικη και εντελώς πλανεμένη, προσήλθε δε στην αποκεκαλυμμένη αληθινή πίστη του Χριστού. Πήγε στο τότε Βυζάντιο κοντά στον επίσκοπο Τίτο, ο οποίος ήταν Άγιος και Θεοφόρος. Βλέποντας δε εκείνος τον Μητροφάνη να είναι στολισμένος με πολλές αρετές, τον έκανε αρχικά κατώτερο κληρικό, χειροθετώντας τον αναγνώστη. Μετά την τελευτή του Τίτου έγινε επίσκοπος Βυζαντίου ο Δομέτιος, ο πατέρας του Αγίου Μητροφάνους, και στη συνέχεια ο Πρόβος, και αφού κυβέρνησε την εκεί Εκκλησία επί δώδεκα έτη, απήλθε προς τον Κύριο.
Οπότε ανήλθε στον επισκοπικό θρόνο του Βυζαντίου ο αδελφός του, ο Άγιος αυτός Μητροφάνης. Τον θείο αυτό Πατέρα βρήκε ο Μέγας Κωνσταντίνος να επισκοπεύει στο Βυζάντιο και είδε την αρετή, την ευθύτητα της γνώμης και την αγιότητά του. Έτσι λέγεται ότι αγάπησε τον τόπο εκείνο του Βυζαντίου όχι μόνο για την καλή του τοποθεσία, για το κλίμα, για το ότι υπηρετούνταν από την ξηρά και τη θάλασσα και για τη γεωγραφική θέση, καθώς είναι μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, αλλά και για την αρετή και την αγιότητα του θείου Μητροφάνους που επισκόπευε εκεί. Γι' αυτό και χωρίς να λυπηθεί έξοδα, έκτισε εκεί τη θαυμαστή μεγαλούπολη της Κωνσταντινουπόλεως,
στην οποία μετέφερε το θρόνο του από την Παλαιά Ρώμη. Επί του Μητροφάνους θεμελιώθηκαν πολλές μεγάλες οικοδομές της νέας πρωτεύουσας και μεταξύ αυτών οι περίφημοι ναοί της Αγίας Σοφίας, της Αγίας Ειρήνης και της Αγίας Δυνάμεως. Όταν το Μάιο του 325 συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, ο Άγιος Μητροφάνης, λόγω των γηρατειών και κάποιας αρρώστιας, ήταν κλινήρης και δεν μπορούσε να συμμετάσχει αυτοπροσώπως. Έστειλε δε ως αντιπρόσωπό του τον ενάρετο και θεοφιλή πρωτοπρεσβύτερο Αλέξανδρο, ο οποίος και τον διαδέχτηκε στον επισκοπικό θρόνο. Αφού δε τελείωσε η σύνοδος εκείνη και επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη ο Μέγας Κωνσταντίνος,
στους θεοφόρους πατέρες έλεγε ο θείος Μητροφάνης ότι του αποκάλυψε ο Θεός να γίνουν διάδοχοί του στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ο προαναφερθείς Αλέξανδρος και μετά από αυτόν ο Παύλος, ως αρεστοί στο Θεό και άξιοι του πατριαρχικού αξιώματος. Ο Άγιος Μητροφάνης τελεύτησε το 327. Η Εκκλησία αμέσως τον κατέταξε μεταξύ των Αγίων της, ο δε Μέγας Κωνσταντίνος ανήγειρε επ' ονόματί του ιερό ναό.
Η επίσης σήμερα εορταζομένη Οσία Σοφία καταγόταν από την Αίνο και την ευσέβειά της την παρέλαβε από τους ευλαβέστατους γονείς της. Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, οι γονείς της την πάντρεψαν και απέκτησε έξι παιδιά. Η Αγία, όμως, αν και ζούσε μέσα στις κοσμικές φροντίδες και ταραχές, έδειξε στην πράξη ότι οι φροντίδες αυτές δεν δεσμεύουν καθόλου εκείνον που πραγματικά επιθυμεί να ευαρεστήσει στο Θεό, εάν εκπληρώνει τις εντολές του και ασκεί θεοφιλείς πράξεις και αρετές. Διότι η μακαρία αυτή Σοφία δεν έλειπε από την Εκκλησία του Θεού, αγρυπνούσε και καταγινόταν σε προσευχές, αλλά και στο σπίτι της εργαζόταν και ανέτρεφε τα παιδιά της κατά το αποστολικό
παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Αλλά τα κρίματα του Θεού είναι ανεξερεύνητα. Αλλεπάλληλες αρρώστιες άρπαξαν το σύζυγο και όλα τα παιδιά της, γιατί η Σοφία δεν πολυπραγμονούσε. Με την πίστη ότι ένα μόνο όφειλε, το να υποφέρει με γενναιότητα τη μεγάλη δοκιμασία, και με την παρήγορη ελπίδα της Αναστάσεως και της αιωνίου ζωής, δόθηκε ακόμη περισσότερο στο Θεό. Έγινε μητέρα άλλων ορφανών και έσπευδε πρόθυμα στη βοήθεια των χηρών. Μοίρασε την περιουσία της στους πτωχούς, ενώ αυτή ζούσε με ασκητική νηστεία, έχοντας ως φαγητό της το ξερό ψωμί και ποτό της το απλό νερό. Το δε δάκρυ ήταν παντοτινό στους οφθαλμούς της,
η ψαλμωδία του Δαβίδ ακατάπαυστα στο στόμα της. Η ταπείνωση που έδειχνε προς όλους και προς αυτούς ακόμη τους ελάχιστους ήταν άμετρη. Η ελεημοσύνη που πρόσφερε σε όλους τους προσερχομένους πτωχούς ήταν απλόχερη, διότι νόμιζε ότι ήταν προτιμότερο να στερείται αυτή παρά να αφήνει τον πτωχό να φεύγει με άδεια χέρια από το σπίτι της και χαιρόταν περισσότερο όταν έδινε παρά όταν έπαιρνε. Συνέβαινε δε και το εξής παράδοξο θαύμα. Είχε δηλαδή η Αγία ένα δοχείο γεμάτο κρασί, προορισμένο να το μοιράζει στους πτωχούς, και όσο άφθονα κι αν έδινε σε αυτούς, το κρασί δεν ελαττωνόταν και το δοχείο παρέμενε πάντα γεμάτο. Και ενόσω αυτή έκρυβε το γεγονός και δεν το φανέρωνε σε άλλον,
το θαύμα εξακολουθούσε να γίνεται και το αγγείο βρισκόταν γεμάτο. Αφότου όμως, θέλοντας να κηρύξει τα μεγαλεία του Θεού, το εκμυστηρεύτηκε σε κάποιο συγγενικό της πρόσωπο, δεν βρέθηκε πλέον το αγγείο γεμάτο, όπως και προηγουμένως, αλλά ελλιπές και άδειο, πράγμα που λύπησε πολύ την Αγία. Θεωρώντας ότι για την αναξιότητά της στερήθηκε την ευλογία αυτή του Θεού, αύξησε την άσκησή της και καταξέρανε το σώμα της.
Με τέτοιο λοιπόν τρόπο, έχοντας καλώς και θεάρεστα αγωνιστεί η Αγία και χωρίς από τις φροντίδες και τις δυσκολίες της ζωής να εμποδιστεί στην άσκηση της αρετής, και αφού τελευταία έγινε μοναχή σε ηλικία 53 ετών, απήλθε προς τον Κύριο.
Και τεθλιμμένη η οδός, η απάγουσα εις την ζωήν. Ή όπως λέγει ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος, ουδείς ανήλθεν μετά ανέσεως εις τον ουρανόν. Μία δε ακόμη επαλήθευση του λόγου αυτού αποτελεί το συναξάρι της σήμερα εορταζομένης Οσίας Σοφίας.
Η ζωή της σημαδεύτηκε από τον πόνο, τον πολύ πόνο, πόνο πολύ και θεληματικό για την άσκηση, πόνο πολύ και θεληματικό στην άσκηση της φιλανθρωπίας, πόνο πολύ ακούσιο από τον αποχωρισμό της από το σύζυγο και τα έξι παιδιά της. Φαίνεται λοιπόν και από την περίπτωση αυτή της Οσίας Σοφίας ότι προκοπή πνευματική δεν μπορεί να γίνει χωρίς τον πόνο.
Αυτό καλό είναι να το έχουμε πάντα προ οφθαλμών αν ποθούμε να προχωρήσουμε πνευματικά, να το θυμόμαστε και στις περιπτώσεις των ακουσίων θλίψεων για να τις υπομένουμε με γενναιότητα και στις περιπτώσεις σαρκικών ανέσεων, αναπαύσεων και ηδονών για να τις αποφεύγουμε με προθυμία. Το δεύτερο που θα μπορούσε κανείς να επισημάνει στο συναξάρι της Οσίας Σοφίας είναι η παύση του θαύματος που γινόταν στο δοχείο με το κρασί, το οποίο παρέμενε πάντα γεμάτο ενώ το περιεχόμενό του δινόταν ελεημοσύνη στους πτωχούς, και η οποία παύση του θαύματος επήλθε με τη φανέρωσή του σε συγγενικό πρόσωπο της Οσίας. Φαίνεται ότι η κοινολόγησή του, όσο καλοπροαίρετη κι αν ήταν,
έκρυβε κάποια δόση, ίσως αδιόρατη, υπερηφάνειας που έκανε τη χάρη του Θεού να φύγει. Το γεγονός αυτό μας δείχνει πόσο ευαίσθητο άνθος είναι η χάρη του Θεού, προπαντός στο άγγιγμα της υψηλοφροσύνης, και με πόση προσοχή χρειάζεται να την εντοπίζουμε και με τη βοήθεια του Θεού να την καταπολεμούμε.
Αγγλική μετάφρασηEN · 13 παράγραφοι
Archbishop Metrophanes of Constantinople flourished in the time of Constantine the Great. Through sound judgment, he came to see that the worship of idols was false and utterly misguided, and he embraced the true faith in Christ revealed by God. He went to what was then Byzantium and joined Bishop Titus, a saint and bearer of God. Seeing that Metrophanes was adorned with many virtues, Titus first made him a member of the lower clergy, appointing him a reader. After Titus died, Dometios, the father of Saint Metrophanes, became bishop of Byzantium. Probus succeeded him and, after shepherding the Church there for twelve years, departed to the Lord.
Then his brother, Saint Metrophanes, ascended the episcopal throne of Byzantium. Constantine the Great found this holy father serving as bishop there and saw his virtue, integrity, and holiness. It is said that Constantine loved Byzantium for its fine location and climate, its access by land and sea, and its position between Europe and Asia. But he also loved it because of the virtue and holiness of Metrophanes, who was its bishop. So, sparing no expense, he built there the magnificent great city of Constantinople,
and moved his throne there from Old Rome. During Metrophanes’s time, many great buildings of the new capital were begun, among them the renowned churches of Holy Wisdom, Holy Peace, and Holy Power. When the First Ecumenical Council assembled at Nicaea in Bithynia in May 325, Saint Metrophanes was bedridden because of old age and illness and could not attend in person. He sent the virtuous and God-loving senior priest Alexander as his representative. Alexander later succeeded him as bishop. When that Council had ended and Constantine the Great returned to Constantinople,
Saint Metrophanes told the God-bearing fathers that God had revealed to him who should succeed him in Constantinople: first Alexander, whom he had already named, and then Paul. Both were pleasing to God and worthy of the patriarchal office. Saint Metrophanes died in 327. The Church immediately numbered him among her saints, and Constantine the Great built a church in his honor.
Saint Sophia, whom we also celebrate today, came from Ainos and received her faith and devotion from her deeply devout parents. When she reached the proper age, they arranged her wedding, and she had six children. Although she lived amid the cares and turmoil of the world, she showed by her life that these cares do not hold back anyone who truly desires to please God, if that person keeps His commandments and cultivates deeds and virtues pleasing to Him. Blessed Sophia was always present in the Church of God. She kept vigil and devoted herself to prayer. At home, too, she worked and raised her children according to the Apostle’s instruction:
‘in the discipline and instruction of the Lord.’ But God’s judgments are beyond our understanding. One illness after another took her husband and all her children. Sophia did not presume to question why. Believing that her one duty was to bear this great trial courageously, and comforted by the hope of the Resurrection and eternal life, she devoted herself still more fully to God. She became a mother to other orphans and eagerly helped widows. She gave her possessions to the poor, while she herself lived with ascetic fasting, eating dry bread and drinking plain water. Tears were always in her eyes,
and the psalms of David were always on her lips. Her humility toward everyone, even the least among them, was boundless. She gave generously to every poor person who came to her, thinking it better to go without herself than to let someone leave her home empty-handed. She rejoiced more in giving than in receiving. And a remarkable miracle took place. The saint had a vessel of wine that she shared with the poor. However freely she gave it away, the wine never diminished; the vessel remained full. As long as she kept this hidden and told no one,
the miracle continued, and the vessel remained full. But when she confided it to a relative, wishing to proclaim the great works of God, the vessel was no longer full as before. It dwindled and became empty, which grieved the saint deeply. Believing that her own unworthiness had deprived her of this blessing from God, she increased her ascesis, her ascetic discipline, and wore down her body.
Thus Saint Sophia struggled well and in a way pleasing to God. The cares and hardships of life had not prevented her from cultivating virtue. Finally, she became a nun at the age of fifty-three and departed to the Lord.
‘The way that leads to life is hard.’ Or, as Abba Isaac the Syrian says, ‘No one has ascended to heaven in comfort.’ The life of Saint Sophia, whom we celebrate today, gives us another confirmation of these words.
Her life was marked by suffering, great suffering: suffering she willingly embraced in her ascetic discipline; suffering she willingly bore in serving others; and suffering she did not choose when she was parted from her husband and six children. Saint Sophia’s life shows us that spiritual growth cannot come without suffering.
We should always keep this before our eyes if we long to grow spiritually. We should remember it when hardships come without our choosing, so that we may bear them courageously, and when bodily comforts, ease, and pleasures tempt us, so that we may willingly turn away from them. Another thing we can see in Saint Sophia’s life is that the miracle of the wine vessel came to an end. It had always remained full while she gave its contents to the poor, but the miracle ceased when she told a relative about it. It seems that, however good her intentions were, speaking of it
concealed some trace of pride, perhaps too subtle to notice, and this caused God’s grace to depart. This shows us how delicate a flower God’s grace is, especially when touched by pride. We must be very careful to recognize pride and, with God’s help, fight against it.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
06 ΙΟΥΝΙΟΥ\04 06 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.